<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Blaumachen &#187; Κείμενα Blaumachen</title>
	<atom:link href="http://www.blaumachen.gr/category/blaumachen-texts-greek/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://www.blaumachen.gr</link>
	<description>journal</description>
	<lastBuildDate>Sun, 11 Jul 2010 08:29:11 +0000</lastBuildDate>
	<generator>http://wordpress.org/?v=2.9.2</generator>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
			<item>
		<title>Blaumachen #4, editorial</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2010/07/blaumachen-4-editorial/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2010/07/blaumachen-4-editorial/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 09 Jul 2010 16:49:54 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=358</guid>
		<description><![CDATA[Το 4ο τεύχος είναι μια πιο συγκροτημένη προσπάθεια έκθεσης μιας συγκεκριμένης θεωρητικής αποσαφήνισης της σύγχρονης ιστορικής περιόδου της ταξικής πάλης, στην οποία η επανάσταση παράγεται ως άμεση κομμουνιστικοποίηση της ζωής, μέσα στη χαοτική ανάδυση των σύγχρονων προλεταριακών αγώνων, που παρά τον πολλαπλασιασμό τους παγκόσμια και την αύξηση της βιαιότητάς τους εξαιτίας της κρίσης αναπαραγωγής της σχέσης εκμετάλλευσης, δεν ενοποιούνται ως ανασύνθεση μιας ισχυρής εργατικής τάξης. ]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">«Η ισχύς της αποπληθωριστικής τάσης, και ο βαθμός στον οποίο το κράτος την αντισταθμίζει, θα καθορίσουν πόσο γρήγορα αυτή [η κρίση] θα μετατραπεί σε κρίση εμπιστοσύνης στο κράτος, το δολάριο, το ευρώ κλπ. Όταν φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο, δεν υπάρχει άλλη ανώτερη δύναμη που να μπορεί να προσφέρει σωτηρία. Ο καπιταλισμός γίνεται ό,τι πιο επικίνδυνο όταν η φυγή προς τα εμπρός είναι η μόνη εναπομείνασα εναλλακτική».<br />
Crisis of value, Sander, στο Internationalist Perspective #51, Ιούνιος 2009</p>
<p>«Είμαστε σε πόλεμο»<br />
Γ. Παπανδρέου, Μάρτιος 2010</p>
<p style="text-align: left;">
<p>Πριν ενάμιση χρόνο, κι ενώ είχε ήδη διαγραφεί η αρχική φάση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, με καταρρεύσεις χρηματοπιστωτικών εταιριών, κλείσιμο παραγωγικών μονάδων και χιλιάδες νέους απολυμένους και άστεγους, οι ταραχές του Δεκέμβρη στην Ελλάδα ξέσπασαν ως μια μη διεκδικητική κριτική που άγγιζε το σύνολο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, αποτελώντας ιστορικό ορόσημο για την ταξική πάλη σε πλανητικό επίπεδο. Λίγους μήνες μετά, γραφόταν στο editorial του 3ου τεύχους ότι «ο Δεκέμβρης μας άλλαξε». Αν το διαπιστευμένο τέλος της εξέγερσης διατήρησε για κάποιο καιρό μια μελαγχολία, ο θεωρητικός απολογισμός της, της δύναμης που ήταν ταυτόχρονα και το όριο της εξέγερσης, έθετε συγκεκριμένους προβληματισμούς: Πώς μια περίοδος ύφεσης των προλεταριακών αγώνων -με τους όρους που μέχρι τότε κατανοούσαμε την ταξική πάλη, αντλώντας από την ιστορική παράδοση της κομμουνιστικής αριστεράς και της εργατικής αυτονομίας- παρήγαγε «τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα των τελευταίων 35 χρόνων στην Ελλάδα»; Ποια ήταν η σύνδεση των καταστροφικών πρακτικών του Δεκέμβρη με την κρίση αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων; Πώς σχετιζόταν η εξέγερση και ο μη διεκδικητικός της χαρακτήρας με τους εν εξελίξει καθημερινούς προλεταριακούς αγώνες; Και τελικά, γιατί δεν επεκτάθηκε στο πεδίο παραγωγής υπεραξίας και αναγκαστικά υποχώρησε; Οι παραπάνω προβληματισμοί αναζητούσαν επίμονα μια θεωρητική επαναδιαπραγμάτευση.</p>
<p>Τα πρώτα βήματα αυτής της επαναδιαπραγμάτευσης παρουσιάστηκαν στο κείμενο ‘Δεκέμβρης 2008: Μια προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τη δύναμη και τα όρια του αγώνα μας’. Ήδη από τότε ήταν εμφανές ότι η επιρροή του θεωρητικού συστήματος της ομάδας Théorie Communiste (TC) ήταν σημαντική. Αποτιμώντας την εξέγερση του Δεκέμβρη και προσπαθώντας να αποσαφηνίσουμε τη σχέση της με τους σύγχρονούς της προλεταριακούς αγώνες, από τις ταραχές στα γαλλικά προάστια και το κίνημα ενάντια στη CPE μέχρι το φοιτητικό κίνημα των καταλήψεων του 2006-07 και τις κινητοποιήσεις των καθαριστριών της ΟΙΚΟΜΕΤ, καταλαβαίναμε ότι τα φαντάσματα του παρελθόντος έπρεπε να εγκαταλειφθούν. Η επανάσταση δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως το αποτέλεσμα της συσσωρευτικής πορείας ενδυνάμωσης και ενοποίησης της τάξης, μέσα από την ολοένα και πιο αυτόνομη έκφραση των αγώνων της. Αυτό που μας χωρίζει από τις προηγούμενες επαναστάσεις δεν είναι μόνο μερικές δεκαετίες, αλλά ο μετασχηματισμός της ίδιας της εκμεταλλευτικής σχέσης -άρα του ορίζοντα της ταξικής πάλης- που προκλήθηκε από τις αντεπαναστάσεις που τις ακολούθησαν και αντιστοιχούσαν στο ιστορικό περιεχόμενό τους. Επομένως, απέναντι στην απογύμνωση του πλούτου των προλεταριακών πρακτικών της εξέγερσης σε συνδικαλιστικά και κομμουναλιστικά ή σε εξεγερσιακό ακτιβισμό, έγινε αναγκαία η θεωρητικοποίηση της κομμουνιστικής επανάστασης στη μοναδική της πραγματικότητα, δηλαδή όπως την παράγουν οι αγώνες που δίνονται κάθε μέρα σήμερα, οι οποίοι επιβεβαιώνουν ότι πλέον «από τους διεκδικητικούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί παρά να υπάρξει μία ρήξη, ένα ποιοτικό άλμα», όπως έγραφε η TC πριν μερικά χρόνια.</p>
<p style="text-align: left;">Από τότε που γραφόταν το 3ο τεύχος ζήσαμε ραγδαίες εξελίξεις. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης παρουσιάζεται πλέον ως κρίση χρέους κρατών που τείνει να γενικευτεί και απειλεί να μετατραπεί σε νομισματική κρίση, καταρχήν στη ζώνη του ευρώ: «Διακεκριμένοι ειδικοί του City άρχισαν να αναγείρουν την πρόβλεψη μιας ‘Μεγάλης Ύφεσης ΙΙ’ εν μέσω ανησυχιών ότι η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα βαθύτερο ξέσπασμα χάους», έγραφε η βρετανική Telegraph στις 21 Μαΐου. Τα αφεντικά σε πλανητικό επίπεδο προσπαθούν να αποκαταστήσουν την κερδοφορία εμβαθύνοντας την αναδιάρθρωση ενάντια σε κάθε ανελαστικότητα στην αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Σ’ αυτή τη φάση μάλιστα, στοχεύουν στρατηγικά την Ευρώπη: «με χαμηλή ανάπτυξη, χαμηλό ρυθμό γεννήσεων και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να σηκώσει οικονομικά τον άνετο τρόπο ζωής της, τουλάχιστον όχι χωρίς μια περίοδο λιτότητας και σημαντικών αλλαγών» (New York Times, 22 Μαΐου). Στην ατζέντα βρίσκεται η μαζική απαξίωση μεταβλητού κεφαλαίου, που σημαίνει την ολοένα και πιο επισφαλή προλεταριακή αναπαραγωγή, μέσα από μια σειρά εκσυγχρονισμένων προγραμμάτων δομικής προσαρμογής. Μάλιστα, η Ελλάδα έγινε το πειραματικό εργαστήριο της απόπειρας έναρξης αυτής της νέας φάσης της αναδιάρθρωσης στην Ευρώπη. Με το κέρδος που αντλείται από το προλεταριάτο που ζει και εργάζεται στη χώρα να πέφτει από το 2006, τις εξαγωγές να συρρικνώνονται και την οικονομία να βρίσκεται επίσημα σε ύφεση από τις αρχές του 2009, ως τοπική εκδήλωση της παγκόσμιας έλλειψης υπεραξίας, οι πρωτοβουλίες του κάθε ατομικού κεφαλαίου για διασφάλιση της κερδοφορίας του (περικοπές θέσεων εργασίας, εφαρμογή της εκ περιτροπής εργασίας, προσπάθεια συμπίεσης των μισθών, κλείσιμο εργοστασίων) και οι επιμέρους κρατικές απόπειρες εξορθολογισμού ήταν ανεπαρκείς. Το κράτος, ως καθολικός εγγυητής της αναπαραγωγής της σχέσης εκμετάλλευσης, όφειλε να προχωρήσει σε μια ‘θεραπεία σοκ’, κεντρικοποιώντας και επιταχύνοντας την απαξίωση μεταβλητού κεφαλαίου, χρησιμοποιώντας το δημόσιο χρέος ως τρομοκρατία ενάντια στην εργατική τάξη.</p>
<p>Ταυτόχρονα, καθώς το παγκόσμιο κεφάλαιο έχει κηρύξει τον πόλεμο στο παγκόσμιο προλεταριάτο, το τελευταίο διάστημα βίαιοι αγώνες πολλαπλασιάστηκαν στην Κίνα και σε ολόκληρη την νοτιοανατολική Ασία, στελέχη επιχειρήσεων σκοτώθηκαν από εξαγριωμένους εργάτες τόσο στην Κίνα όσο και στην Ινδία, καμιά πενηνταριά εργοστάσια πυρπολήθηκαν κατά τη διάρκεια εργατικών ταραχών στο Μπαγκλαντές, εργάτες απήγαγαν αφεντικά ή απειλούσαν να ανατινάξουν εργοστάσια στη Γαλλία, ενώ άλλοι κατέλαβαν παραγωγικές μονάδες μπύρας στο Βέλγιο, απαλλοτριώνοντας και χαρίζοντας κιβώτια μπύρας. Εκτεταμένες λεηλασίες καταστημάτων έγιναν μετά τους σεισμούς σε Αϊτή και Χιλή, ενάντια στις οποίες ο αμερικάνικος στρατός κινητοποιήθηκε σε ρόλο πλανητικής αστυνομίας με στόχο την επανένταξη της επιβίωσης στην εκμεταλλευτική σχέση. Σημαντικές ταραχές συνέβησαν στο Ιράν, την Αλγερία και την Καραϊβική -το περιεχόμενο των οποίων σε κάθε περίπτωση καθορίστηκε από την ιδιαιτερότητα της αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε κάθε χώρα- και καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων στην Καλιφόρνια και τη Νέα Υόρκη. Στην Ελλάδα, παράχθηκε μια αύξηση της προλεταριακής βίας στο δρόμο, όπως αυτό αποτυπώθηκε στις απεργιακές διαδηλώσεις των τελευταίων μηνών. Αποκορύφωμα ήταν η 5η Μαΐου, όπου στη διαδήλωση που είχαν καλέσει η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ την ημέρα που «συζητιόταν» στη Βουλή το «πακέτο διάσωσης της ελληνικής οικονομίας» συμμετείχαν διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι μόνο στην Αθήνα και έλαβαν χώρα εκτεταμένες επιθέσεις ενάντια στην ιδιοκτησία, ενώ έγιναν τουλάχιστον τρεις μαζικές προσπάθειες εισβολής στο χώρο του κοινοβουλίου, με τα συνθήματα «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή» και «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» να εκφράζουν την αυθόρμητη οργισμένη αντίδραση ενός μεγάλου αριθμού διαδηλωτών. Ακόμα και τις ημέρες που γράφονταν αυτές οι γραμμές, σχολεία και αστυνομικά τμήματα δέχονταν επίθεση στο ‘μικρό Μογκαντίσου’ της Στοκχόλμης από πιτσιρικάδες μετανάστες δεύτερης γενιάς, ενώ σε σφοδρές συγκρούσεις με την αστυνομία εμπλέκονταν απεργοί απασχολούμενοι στη διοργάνωση του παγκόσμιου κυπέλλου ποδοσφαίρου στη Νότια Αφρική. Φαίνεται ότι είχε δίκιο ο Mike Davis όταν έλεγε, σχολιάζοντας την εξέγερση του Δεκέμβρη, «ότι όλος ο κόσμος έχει πάρει φωτιά και η Αθήνα είναι η πρώτη σπίθα».</p>
<p>Το 4ο τεύχος είναι μια πιο συγκροτημένη προσπάθεια έκθεσης μιας συγκεκριμένης θεωρητικής αποσαφήνισης της σύγχρονης ιστορικής περιόδου της ταξικής πάλης, στην οποία η επανάσταση παράγεται ως άμεση κομμουνιστικοποίηση της ζωής, μέσα στη χαοτική ανάδυση των σύγχρονων προλεταριακών αγώνων, που παρά τον πολλαπλασιασμό τους παγκόσμια και την αύξηση της βιαιότητάς τους εξαιτίας της κρίσης αναπαραγωγής της σχέσης εκμετάλλευσης, δεν ενοποιούνται ως ανασύνθεση μιας ισχυρής εργατικής τάξης. Πουθενά η εργατική τάξη δεν επιβεβαιώνεται ως μια κοινωνική ολότητα που επιδιώκει να θριαμβεύσει απέναντι στην αντίπαλη τάξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προλεταριακοί αγώνες παραμένουν διάχυτοι και τεμαχισμένοι, καθώς αυτή είναι σήμερα η πραγματική ύπαρξη της τάξης μέσα στην καπιταλιστική αναπαραγωγή. Όμως, εντός τους παράγονται στιγμές που προεικονίζουν την άμεση αμφισβήτηση της ίδιας της προλεταριακής κατάστασης. Αλλά αν βλέπουμε την επανάσταση σήμερα να προεικονίζεται στις πρακτικές που έρχονται σε ρήξη με αυτό που έχει γίνει το γενικό όριο της ταξικής πάλης, δηλαδή την ίδια την δράση του προλεταριάτου ως τάξης, η οποία μπορεί πλέον μόνο να βρίσκει συνεχώς μπροστά της την επιβεβαίωση του κόσμου του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, αυτό δεν σημαίνει ότι απλά περιμένουμε τον Δεκέμβρη να επαναληφθεί, ελπίζοντας να είναι περισσότερο διευρυμένος. Στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, το προλεταριάτο ούτε εξαφανίστηκε αλλά ούτε μετατράπηκε σε μια καθαρή αρνητικότητα. Η επανάσταση όμως πλέον δεν παράγεται ως επιβεβαίωσή του σε τάξη-για-τον-εαυτό της, γιατί η ίδια η εκμεταλλευτική σχέση έχει μεταμορφωθεί. Μέσα στην καθημερινή εξορισμού διεκδικητική ταξική δράση πρέπει να αναζητηθεί ό,τι προεικονίζει την αυτο-κατάργηση της τάξης στο ξεπέρασμα του κεφαλαίου:</p>
<p>«Δεν μπορεί κάποιος να θέλει ταυτόχρονα την ενότητα του προλεταριάτου και την κομμουνιστική επανάσταση, δηλαδή αυτή την ενότητα ως συνθήκη ή προϋπόθεση για την επανάσταση. […] Οι εργάτες χαλκεύουν τον εαυτό τους σε επαναστατική τάξη επαναστατικοποιώντας τις κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή ό,τι αυτοί είναι στις κατηγορίες της ανταλλαγής και της μισθωτής εργασίας. Εντός των μισθολογικών αγώνων [ΣτΜ: του τρέχοντος κύκλου αγώνων], δεν βλέπουν την εμφάνιση μιας «δύναμης» ή ενός «σχεδίου», αλλά την αδυνατότητα ενοποίησης χωρίς την επίθεση στην ίδια την ύπαρξη της τάξης εντός του καταμερισμού της εργασίας και όλων των διαχωρισμών της μισθωτής σχέσης και της ανταλλαγής∙ που σημαίνει, χωρίς την αμφισβήτηση της ίδιας της τάξης, χωρίς μια επαναστατική πρακτική. Η μόνη ενοποίηση του προλεταριάτου είναι αυτή που πραγματοποιεί καταργώντας τον εαυτό του, δηλαδή είναι η ενοποίηση της ανθρωπότητας. Τα μέτρα κομμουνιστικοποίησης, εκκινώντας από οποιοδήποτε σημείο του καπιταλιστικού κόσμου (θα πρέπει να είναι μια πλειάδα σημείων ταυτόχρονα), θα έχουν το αποτέλεσμα της ταχείας κομμουνιστικοποίησης ή θα συντριβούν».</p>
<p style="text-align: center;">***</p>
<p style="text-align: left;">
<p>Το προσωρινό αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας θεωρητικοποίησης της παρούσας κατάστασης είναι το πρώτο κείμενο αυτού του τεύχους ‘Η ιστορική παραγωγή της επανάστασης της τρέχουσας περιόδου’. Το κείμενο επιδιώκει να δείξει πώς η αναδιάρθρωση, που ακολούθησε ως αντεπανάσταση την προλεταριακή ανταρσία γύρω από τον Μάη του ’68 και το ιταλικό θερμό φθινόπωρο, μετασχημάτισε την εκμεταλλευτική σχέση εγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο συσσώρευσης του κεφαλαίου και αποτελώντας ταυτόχρονα φορέα της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, ως κρίσης της ίδιας της μισθωτής εργασίας. Την ίδια στιγμή, μελετάει πώς η μετασχηματισμένη αντίφαση μεταξύ των τάξεων και η κρίση της αναπαραγωγής της αποτυπώνονται στα νέα χαρακτηριστικά των προλεταριακών αγώνων, στη διαλεκτική σχέση μεταξύ της δυναμικής και των ορίων τους, και πώς μέσα από αυτούς προεικονίζεται σήμερα η υπέρβαση του κεφαλαίου ως αυτο-κατάργηση του προλεταριάτου, ως κομμουνιστικοποίηση. Ακολουθεί το κείμενο ‘Théorie Communiste’, ουσιαστικά μια αυτοπαρουσίαση της ομάδας που δημοσιεύτηκε στο 14ο τεύχος του περιοδικού το 1997, η οποία παρουσιάζει την ιστορική γενεαλογία του θεωρητικού της συστήματος που έχει τις απαρχές της στις αντιπαραθέσεις που εξελίχθηκαν στο χώρο της υπεραριστεράς στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του ’70, όταν η αντεπανάσταση άρχιζε να σαρώνει την παιγνιώδη χαρά της εξέγερσης του Μάη και μαζί τις προηγούμενες βεβαιότητες των ριζοσπαστών. Το αρχικό κείμενο της TC συμπληρώνεται από το επίμετρο ‘Από την TC14 στη θεωρία της απόκλισης’ που γράφτηκε το 2009 για την παρούσα έκδοση και καλύπτει την εξέλιξη της θεωρητικής της επεξεργασίας στο διάστημα που μεσολάβησε, όσον αφορά τη θεωρητικοποίηση των πρακτικών που παράγονται μέσα στους προλεταριακούς αγώνες και δείχνουν προς την υπέρβαση της ίδιας τους της φύσης ως αγώνων της τάξης που είναι μόνο τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το κείμενο ‘Η παρέμβαση και το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης’ γράφτηκε από τον Bernard Lyon, ένα μέλος της TC, τον Αύγουστο του 2008. Το κείμενο, έχοντας ως αφορμή τις αντιπαραθέσεις σχετικά με το ζήτημα της «παρέμβασης στους ταξικούς αγώνες», δηλαδή ένα ζήτημα τελικά πολιτικής πρωτοπορίας, αλλάζει τους ίδιους τους όρους της συζήτησης, εστιάζοντας στο γεγονός ότι είναι η σύγχρονη αντίφαση μεταξύ των τάξεων που παράγει την αναγκαιότητα λήψης μέτρων που θα κομμουνιστικοποιούν τη ζωή ως επανάσταση μέσα στην επανάσταση. Υπό αυτό το πρίσμα διαπραγματεύεται τόσο τη θεωρητική επεξεργασία όσο και τη δράση αυτών που ονομάζει «υπέρμαχους της κομμουνιστικοποίησης». Τέλος, στο τεύχος περιλαμβάνεται η προκήρυξη ‘Δημοκρατία: καμία διέξοδος’, η οποία μοιράστηκε στις απεργιακές διαδηλώσεις της 11ης Μάρτη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.</p>
<p>Ευχαριστούμε τον σύντροφο Θ. για τη μετάφραση του κειμένου ‘Théorie Communiste’, τη συνεισφορά του στη μετάφραση του ‘Η παρέμβαση και το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης’ και τα σχόλιά του στο ‘Η ιστορική παραγωγή της επανάστασης της τρέχουσας περιόδου’, την Γιώτα για την φιλολογική επιμέλεια, όπως και όλους όσοι βοήθησαν με τον τρόπο τους στην έκδοση αυτού του τεύχους.</p>
<p style="text-align: right;">Ροκαμαδούρ για το Blaumachen<br />
Ιούνιος 2010</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2010/07/blaumachen-4-editorial/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δεκέμβρης 2008: Μια προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τη δύναμη και τα όρια του αγώνα μας</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2009/07/about-the-december-2008-insurrection-in-greece/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2009/07/about-the-december-2008-insurrection-in-greece/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 02 Jul 2009 06:50:55 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>
		<category><![CDATA[Blaumachen #3]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=209</guid>
		<description><![CDATA[&#160;]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Παρόλο που το κράτος και το θέαμα προσπάθησαν να υποβιβάσουν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 σε «εξέγερση των νέων», οι οποίοι λόγω της έμφυτης ευαισθησίας της ηλικίας τους έχουν κάθε δίκιο να αντιδρούν στον κόσμο των μεγαλύτερων, υπάρχουν στοιχεία σε αυτά που τα καθιστούν τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα των τελευταίων 35 χρόνων στην Ελλάδα. Ο Δεκέμβρης ήταν εξέγερση μιας μειοψηφίας της εργατικής τάξης που ζει σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου. Με τις πράξεις της, αυτή η μειοψηφία άσκησε κριτική στις σύγχρονες κοινωνικές σχέσεις∙ στην εργασία, στο εμπόρευμα, στο κράτος. Αυτή η καταστροφική και ταυτόχρονα δημιουργική κριτική ήταν αντικαπιταλιστική και όχι μεταρρυθμιστική∙ εξέφρασε την ανάγκη για το ξεπέρασμα των καπιταλιστικών σχέσεων.</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/wp-content/uploads/2009/10/Blaumachen_About_the_December_2008_insurrection_in_Greece.pdf">Κατεβάστε το κείμενο από το τρίτο τεύχος του περιοδικού Blaumachen σε μορφή PDF</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2009/07/about-the-december-2008-insurrection-in-greece/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Blaumachen #3, editorial</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2009/07/blaumachen-3-editorial/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2009/07/blaumachen-3-editorial/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 01 Jul 2009 16:55:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>
		<category><![CDATA[Blaumachen #3]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=9</guid>
		<description><![CDATA[«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.» …είπε ο Μωάμεθ στο Σεβάχ.
«Ξύπνα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος πήρε φωτιά!»]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div style="text-align: right; font-style: italic;">«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.»<br />
…είπε ο Μωάμεθ στο Σεβάχ</div>
<p><span style="line-height: 32px; font-size: x-large;">«Ξύπνα Κεμάλ,<br />
αυτός ο κόσμος πήρε φωτιά!» </span></p>
<p>Έχουν περάσει δύο χρόνια από την τελευταία έκδοση του περιοδικού Blaumachen. Από τότε μεσολάβησαν πολλά. Το επιταχυνόμενο σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας έφερε ξανά στην επιφάνεια την καπιταλιστική κρίση και ενώ τα αφεντικά ενέτειναν την επίθεση στην αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, μια παγκόσμια όξυνση των ταξικών συγκρούσεων άρχισε να γίνεται ορατή. Κάπως έτσι διαμορφωνόταν το ιστορικό φόντο όταν μέσα σε μια νύχτα εμφανίστηκαν στο προσκήνιο οι εξεγερμένοι προλετάριοι του Δεκέμβρη. Μ’ αυτό το τεύχος επανερχόμαστε, προσπαθώντας να κάνουμε μια κριτική αποτίμηση αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας. Όσα ζήσαμε κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη που πέρασε ήταν για εμάς η πιο ξεκάθαρη αποκάλυψη της τεράστιας δύναμης που μέλει να σαρώσει τον παλιό κόσμο. Οι εξεγέρσεις δεν είναι πια θολά γεγονότα του παρελθόντος, ειδήσεις από μακρινούς τόπους, ευχολόγια ή ουτοπίες. Ποιος θα τολμήσει πλέον να μας καληνυχτίσει νουθετώντας μας πως «<span style="font-style: italic;">αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ</span>»;</p>
<p>Τί ήταν όμως αυτό το διαφορετικό στα γεγονότα του Δεκέμβρη που μας δίνει τη δυνατότητα να μιλάμε για ιστορική ρήξη, για πρωτοτυπία; Η απάντηση βρίσκεται στον πλούτο των πρακτικών του πλήθους των εξεγερμένων, σ’ όλα αυτά που έκαναν και τις δυνατότητες που ανέδειξαν οι πράξεις τους για το μέλλον, στις μαζικές και ανελέητες επιθέσεις ενάντια στους μπάτσους και τις εκτεταμένες καταστροφές κρατικών κτιρίων και εμπορικών καταστημάτων, στις απαλλοτριώσεις των εμπορευμάτων και την καταστροφή τους. Η απάντηση βρίσκεται στη σκανδαλώδη απουσία αιτημάτων και την απαξίωση της πολιτικής. Στην ενεργή συμμετοχή πλήθους μεταναστών, που εδώ και 20 περίπου χρόνια στην Ελλάδα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν βυθισμένοι στη σιωπή. Βρίσκεται στην πρακτική της άρνησης που ισοπέδωσε όλες τις ταυτότητες των δρώντων υποκειμένων και ανέδειξε την κοινότητα των εξεγερμένων. Βρίσκεται στην ιστορική σύνδεση των πρακτικών όλων αυτών που δεν μπορούν πλέον να δουν τίποτα θετικό στο μέλλον, που βλέπουν ότι ο καπιταλισμός τους επιφυλάσσει μόνο την περαιτέρω υποτίμηση της ζωής τους.</p>
<p>Η εξέγερση του Δεκέμβρη δε γενικεύτηκε και αναγκαστικά υποχώρησε. Μία αποτίμηση της αναταραχής που θέλει να είναι χρήσιμη από τη σκοπιά της καταστροφής του κεφαλαίου οφείλει να αναδείξει και να επιχειρήσει να ερμηνεύσει τα όριά της. Αυτός είναι ο στόχος καταρχήν της καταγραφής των πρακτικών των εξεγερμένων προλετάριων και της συγκεκριμένης σύνθεσής τους. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από την ενδελεχή ανίχνευση της σχέσης αυτού του ιστορικού επεισοδίου αφενός με την καθημερινή εξέλιξη της ταξικής πάλης και αφετέρου με τη δυνατότητα της επανάστασης, δηλαδή της καταστροφής της σχέσης κεφάλαιο, της κομμουνιστικοποίησης της ζωής. Η εξέγερση πρέπει να αποτιμηθεί κριτικά μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που ανήκει. Έτσι μπορεί να αποφευχθεί η ταυτολογική εξήγηση για την υποχώρηση κάθε εξέγερσης που λέει ότι το προλεταριάτο δεν κάνει την επανάσταση επειδή δεν καταστρέφει τον καπιταλισμό, αλλά και η διαχωρισμένη παγίωση των πρακτικών της εξέγερσης σε εξεγερσιακή πολιτική.</p>
<p>Ο Δεκέμβρης μας άλλαξε, όπως και πολλούς άλλους που βρέθηκαν στους δρόμους των εξεγερμένων πόλεων. Μας οδήγησε στο να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στην ιστορικότητα της σχέσης κεφάλαιο, στη διαλεκτική της φύση και στο γεγονός ότι η δυνατότητα καταστροφής της εμπεριέχεται στην ίδια την αντιφατική της ανάπτυξη. Με το βασικό κείμενο αυτού του τεύχους <span style="font-style: italic;">«Δεκέμβρης 2008: Μια προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τη δύναμη και τα όρια του αγώνα μας»</span> προσπαθούμε ουσιαστικά να αναδείξουμε τη διαλεκτική μεταξύ της δύναμης του Δεκέμβρη και των εσωτερικών ορίων του. Όρια που αναγνωρίζουμε σαν ιστορικά και όχι σαν στρατηγικά ή τακτικά λάθη των προλετάριων ή της οργάνωσής τους. Επιστρέφοντας στο κεντρικό ερώτημα που είχαμε θέσει στο 1ο τεύχος του περιοδικού μας <span style="font-style: italic;">«πώς μπορεί το προλεταριάτο, ενεργώντας ως τάξη που ανήκει σ’ αυτόν τον τρόπο παραγωγής, στην αντίθεση του με το κεφάλαιο εντός της καπιταλιστικής σχέσης, να καταργήσει τις τάξεις και να κομμουνιστικοποιήσει τη ζωή;»</span>, επεκτείνουμε τη διαπίστωση της Théorie Communiste ότι <span style="font-style: italic;">«οι προλετάριοι δεν ‘είναι’ επαναστάτες, όπως ο ουρανός ‘είναι’ γαλάζιος, επειδή ‘είναι’ μισθωτοί και εκμεταλλευόμενοι, ούτε ‘είναι’ η διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών. Στην αυτομεταμόρφωση τους συγκροτούν τον εαυτό τους από αυτό που είναι σε επαναστατική τάξη»</span>, με μια διαπίστωση που το Δεκέμβρη αντιληφθήκαμε τη δύναμή της και περιέχεται επίσης στο ίδιο κείμενο της ομάδας από τη Γαλλία: <span style="font-style: italic;">«Δεν υπάρχει θαυματουργή λύση γιατί δεν υπάρχει ενοποιητικό αίτημα. Η τάξη ενοποιείται μόνο στη διάρρηξη της σχέσης μέσα στην οποία τα αιτήματα έχουν νόημα: της καπιταλιστικής σχέσης».<sup>1</sup></span></p>
<p>Τοποθετώντας την εξέγερση του Δεκέμβρη στο ιστορικό πλαίσιο των σύγχρονων εκφράσεων της ταξικής πάλης στη Δύση, θεωρήσαμε επίσης χρήσιμο να συμπεριλάβουμε σ’ αυτό το τεύχος μια <span style="font-style: italic;">συνέντευξη</span> που πήραμε από τη Γαλλίδα <span style="font-style: italic;">συντρόφισσα Jeanneneton,</span> το 2007. Η άμεση εμπειρία της από το κίνημα ενάντια στη CPE και η δική μας από το φοιτητικό κίνημα του 2006-07 στην Ελλάδα συναντιούνται για να ξεδιαλύνουν τις συνδέσεις ανάμεσα στους δύο αυτούς αγώνες, που μαζί με τις ταραχές του 2005 στα γαλλικά προάστια, αποτελούν τους ιστορικούς τόπους όπου πρέπει να ψάξει κανείς για την άμεση προϊστορία της εξέγερσης του Δεκέμβρη.</p>
<p>Πηγαίνοντας όμως ακόμη μακρύτερα στο παρελθόν, αναζητώντας μέσα στο περιεχόμενο των ιστορικών εξεγέρσεων την απόσταση μεταξύ της σημερινής και της προηγούμενης ιστορικής περιόδου του κεφαλαίου, επιλέξαμε να συμπεριλάβουμε σ’ αυτό το τεύχος το κείμενο <span style="font-style: italic;">«Η παρακμή και η πτώση της θεαματικής-εμπορευματικής οικονομίας»</span> για την εξέγερση των μαύρων προλετάριων στη συνοικία του Γουάτς, στο Λος Άντζελες, τον Αύγουστο του 1965. Πέρα από την αξία που έχει σαν ντοκουμέντο των γεγονότων μιας τόσο μακρινής χρονικά ιστορίας, αποτελεί μια σημαντική θεωρητική κατάθεση της επανάστασης της τότε εποχής.</p>
<p>Η έκδοση που κρατάτε στα χέρια σας συμπληρώνεται από ένα εκτενές <span style="font-style: italic;">χρονολόγιο των γεγονότων του Δεκέμβρη</span>, εμπλουτισμένο με προκηρύξεις που κυκλοφόρησαν στην καρδιά της εξέγερσης. Η δουλειά αυτή έγινε με σκοπό να βοηθήσει στην όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη αποτύπωση του κλίματος που επικρατούσε και να αποτελέσει γραπτή παρακαταθήκη για το κίνημα, ενάντια στη λήθη που επιβάλλει η επιστροφή μας στην κανονικότητα.</p>
<p>Να σημειώσουμε, τελειώνοντας, ότι στο παρόν τεύχος δεν καταπιανόμαστε με τις εξελίξεις στο ταξικό μέτωπο μετά το τέλος της εξέγερσης, παρά μόνο στο περιθώριο του απολογισμού αυτής. Πολύ σημαντικές πτυχές αυτών των εξελίξεων, όπως η διαδικασία κανονικοποίησης μετά την πρωτοχρονιά του 2009, η σχέση της εξέγερσης με τους εν εξελίξει διεκδικητικούς προλεταριακούς αγώνες στην Ελλάδα, η διαφαινόμενη ενδυνάμωση του συνδικαλισμού βάσης και το ζήτημα της διαχείρισης των μεταναστών και των αναδυόμενων αγώνων τους, εκκρεμούν για περισσότερη ανάλυση στο μέλλον.</p>
<p>Ευχαριστούμε τον Α. για την συμμετοχή του στην έκδοση αυτού του τεύχους και τον Θ. για τη συνολική προσφορά του στην προσπάθειά μας. Ευχαριστούμε επίσης όλους τους φίλους και συντρόφους που συνεισέφεραν με τη μεταφορά και συζήτηση των εμπειριών τους από τον Δεκέμβρη.</p>
<div style="text-align: right;">Bequemot για το Blaumachen<br />
Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2009</div>
<p>Όλα τα κείμενα του τεύχους έχουν δουλευτεί συλλογικά αλλά υπογράφονται από τους συγγραφείς τους οι οποίοι φέρουν και την ευθύνη για την τελική τους μορφή.</p>
<p>___________________________________<br />
<span style="font-size: x-small;">1.Theorie Communiste, Self-organisation is the first act of the revolution; it then becomes an obstacle which the revolution has to overcome. Το κείμενο βρίσκεται στην ιστοσελίδα <a href="http://libcom.org/library/theorie-communiste">http://libcom.org/library/theorie-communiste</a>.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2009/07/blaumachen-3-editorial/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Blaumachen #2, editorial</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2007/06/blaumachen-2-editorial/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2007/06/blaumachen-2-editorial/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 01 Jun 2007 20:58:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>
		<category><![CDATA[Blaumachen #2]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=117</guid>
		<description><![CDATA[ 
Ο τρόπος που τα άτομα εκδηλώνουν τη ζωή τους αντανακλά αυτό ακριβώς που είναι. Αυτό που αυτά είναι συμπίπτει επομένως με την παραγωγή τους και με το τί παράγουν και με το πώς το παράγουν. Αυτό που είναι τα άτομα εξαρτιέται έτσι από τους υλικούς όρους που καθορίζουν την παραγωγή τους.
Καρλ Μαρξ, Η Γερμανική [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><span> </span></p>
<div style="text-align: right;"><span style="font-style: italic;">Ο τρόπος που τα άτομα εκδηλώνουν τη ζωή τους αντανακλά αυτό ακριβώς που είναι. </span><br style="font-style: italic;" /><span style="font-style: italic;">Αυτό που αυτά είναι συμπίπτει επομένως με την παραγωγή τους και με το τί παράγουν </span><br style="font-style: italic;" /><span style="font-style: italic;">και με το πώς το παράγουν. Αυτό που είναι τα άτομα εξαρτιέται έτσι </span><br style="font-style: italic;" /><span style="font-style: italic;">από τους υλικούς όρους που καθορίζουν την παραγωγή τους.</span></div>
<div style="text-align: right;">Καρλ Μαρξ, Η Γερμανική ιδεολογία</div>
<p>Στην κινηματογραφική ταινία «Καλά Χριστούγεννα» περιγράφεται το περιστατικό της συναδέλφωσης Γάλλων, Γερμανών και Σκοτσέζων στρατιωτών που βρίσκονται στα χαρακώματα σε κάποια περιοχή της Γαλλίας, κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Με αφορμή τα Χριστούγεννα, οι αντίπαλες πλευρές κηρύσσουν ανακωχή για μερικές μέρες. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικό γεγονός και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα δείγματα (γνωστής) διεθνιστικής προλεταριακής αλληλεγγύης σε περίοδο πολέμου, κατά το οποίο οι αντίπαλοι στρατιώτες, μετά από μερικές μέρες συναναστροφής, αρνούνται να συνεχίσουν την αλληλοεξόντωσή τους. Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η διαίρεση του προλεταριάτου σε έθνη συνεχίζει να διατηρεί την ισχύ της και όπου «χρειάζεται» λαμβάνει την πιο ωμή της μορφή: την αλληλοσφαγή. Οι διαιρέσεις και οι ιδεολογίες που στοιχειώνουν το προλεταριάτο φαίνεται πως έχουν πολλαπλασιαστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η μαζική δυσφορία την οποία γεννά το κεφάλαιο να βρίσκει συνήθως καταφύγιο στις διάφορες μορφές «ταυτοτήτων»: εθνικών, πολιτικών, επαγγελματικών, πολιτισμικών ή life style. Ωστόσο, αυτές οι ταυτότητες δεν καταφέρνουν να καλύψουν πλήρως την ανάγκη των προλετάριων για ανθρώπινη κοινότητα, γι’ αυτό και  στις περιπτώσεις στις οποίες αυτοί βάζουν σε πράξη την κριτική αυτού του γερασμένου κόσμου, οι διάφορες ταυτότητες διαλύονται μέσα στην ανάδυση μιας νέας ανθρώπινης κοινωνικότητας όπου η γνήσια ανησυχία της ζωής βρίσκει έδαφος για να βλαστήσει. Αυτή η κοινωνικότητα συνδέεται άρρηκτα με τη δυναμική της ταξικής πάλης και οπισθοχωρεί όσο οι αγωνιζόμενοι προλετάριοι εξακολουθούν να τρέφουν την αυταπάτη πως ο εκδημοκρατισμός των κοινωνικών θεσμών &#8211; μια «πραγματική δημοκρατία» &#8211; θα επιλύσει τα προβλήματά τους. Οι δημοκρατικές διεκδικήσεις, καθώς επιβεβαιώνουν την ύπαρξή μας ως εργατική δύναμη, ως μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, μπορούν μόνο να οδηγήσουν -στην καλύτερη περίπτωση και μόνο για μερικά κομμάτια της τάξης μας- σε μια καλύτερη θέση στην αγκαλιά του κεφαλαίου.<br />
Ωστόσο, οι διάφορες ταυτότητες δεν είναι δημιουργήματα της φαντασίας και γι’ αυτό δεν μπορούν να εξαλειφθούν με διανοητική κριτική. Εκφράζουν την υλικότητα των κοινωνικών σχέσεων και αντανακλώνται πρακτικά πάνω τους. Η συνεχής διαδικασία καταστροφής των κοινωνικών δεσμών από τις εμπορευματικές σχέσεις, οι οποίες διαμεσολαβούν και τις πιο απλές ανθρώπινες πράξεις, εμφανίζεται και με την κατοπτρική της μορφή: ως διαδικασία ενοποίησης της διαχωρισμένης κοινωνικής συναναστροφής μέσα σε αφηρημένες εθνικές, πολιτικές ή επαγγελματικές κοινότητες, στις οποίες προβάλλονται στοιχεία που εμφανίζονται ανώτερα από το χρήμα. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτές οι κοινότητες βρίσκονται στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Οι θανάσιμες συγκρούσεις οπαδών αντίπαλων ομάδων δεν εμποδίζουν σε τίποτα τους ιδιοκτήτες τους να κάνουν business. Ή η ύπαρξη της εθνικής κοινότητας, για παράδειγμα, εντός της οποίας μυστικοποιούνται οι ταξικές διαιρέσεις υπό την αιγίδα των «κοινών» εθνικών χαρακτηριστικών και συμφερόντων, προϋποθέτει την κοινότητα του κράτους, δηλαδή την αφηρημένη κοινότητα που ενοποιεί το διασπασμένο σε άτομα-ιδιώτες κοινωνικό ιστό, διασφαλίζοντας το γενικό συμφέρον ως γενικότητα των ιδιοτελών συμφερόντων. Αλλιώς, οι διαφορές φυλής ή χρώματος δε θα συγκροτούσαν πόλους εχθρότητας αλλά περάσματα για κοινωνική αλληλοεξερεύνηση.</p>
<div style="text-align: center;">***</div>
<p>Ο δημοκρατισμός και η «πολιτική της ταυτότητας» χαρακτήριζαν τη σκέψη και τη δράση μας μέχρι πριν λίγα χρόνια, όντας μέλη της συλλογικότητας TRiSTERO. Οι απόψεις που φέραμε τότε, όπως και οι πρακτικές μας, θεωρούμε πλέον πως αποτελούν εμπόδιο για την εξέλιξη των ταξικών αγώνων. Έτσι, στους στόχους του παρόντος τεύχους περιλαμβάνεται η (αυτο)κριτική στο δημοκρατικό, διαχωρισμένο χαρακτήρα της προηγούμενης δράσης μας. Διαχωρισμένο τόσο με την έννοια ότι αντιλαμβανόμασταν τις διάφορες εκφράσεις αυτού που ονομάζαμε κυριαρχία ως αυτόνομες ή σχετικά αυτόνομες (οικονομία, κράτος, ρατσισμός, σεξισμός κλπ) όσο και με την έννοια του διαχωρισμού αυτών των εκφράσεων από τους αγώνες. Ταυτόχρονα, θέλουμε να δείξουμε πώς οι δημοκρατικές αυταπάτες και η ανάγνωση της κοινωνικής δυναμικής μέσα από το παραμορφωτικό πρίσμα της «ταυτότητας» δεν είναι απλά προβληματικές αλλά καταλήγουν στο να ενισχύουν τον έναν πόλο του κοινωνικού πολέμου: το κεφάλαιο.<br />
Στις σελίδες που ακολουθούν, η αυτοκριτική σε σχέση με τη δράση μας ως TRiSTERO πραγματοποιείται μέσα από την κριτική στις βασικές πτυχές της σκέψης του Κορνήλιου Καστοριάδη: <span style="font-weight: bold;">Από την εργατική διεύθυνση της παραγωγής στην υπεράσπιση της δημοκρατίας: Βασικές γραμμές για μια κριτική στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη. </span>Θα αναπτύξουμε μ’ αυτόν τον τρόπο την (αυτο)κριτική μας, διότι οι απόψεις του (ύστερου κυρίως) Καστοριάδη, ο δημοκρατισμός του και η προσέγγιση που ανέπτυξε για τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία (χρησιμοποιώντας ως αναλυτικά εργαλεία το θεσμό, τη θέσμιση και τις φαντασιακές σημασίες, περιγράφοντας την κοινωνική δυναμική ως σύγκρουση ανάμεσα στην ετερονομία και την αυτονομία και προτάσσοντας τη ρητή αυτοθέσμιση, δηλαδή την «κοινωνική και ατομική αυτονομία» &#8211; φράση που είχαμε μετατρέψει σε μότο της συλλογικότητας TRiSTERO) ήταν η ουσία των όσων έλεγε και έκανε το TRiSTERO. Αυτό το «καστοριαδικό» έδαφος ήταν που ενοποιούσε όλες τις υπόλοιπες απόψεις που <span style="font-weight: bold;">συγκυριακά </span>ενσωμάτωνε η συλλογικότητα -από την ιδέα της διεθνοποίησης της κυριαρχίας μέχρι την ανάλυση περί κράτους ασφάλειας- και που αποτυπώνονταν στη δράση της.  Από την άλλη, η κριτική αντιπαράθεση με τη σκέψη του Καστοριάδη υπερβαίνει το TRiSTERO, καθώς η επιρροή που αυτή είχε και συνεχίζει να έχει σε διάφορους πολιτικούς χώρους στην Ελλάδα είναι σημαντική.</p>
<p>Το κείμενο <span style="font-weight: bold;">Η κρυφή γοητεία του εισαγόμενου αντι-γερμανισμού </span>αποτελεί κριτική στις θέσεις που οι ομάδες Terminal119 και Café Morgenland προπαγάνδισαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Λίβανο το καλοκαίρι του 2006. Οι θέσεις αυτές εισήχθησαν στην Ελλάδα από τους Terminal119 ως αντίβαρο στον κυρίαρχο αντι-ιμπεριαλισμό της αριστεράς. Ωστόσο, καταλήγουν, μέσα από την αντι-ιστορική ανάλυση του αντισημιτισμού και του ολοκαυτώματος, στην ταύτιση με την εθνική προπαγάνδα του κράτους του Ισραήλ, στην αναπαραγωγή της φιλελεύθερης ιδεολογίας σχετικά με την αντιπαράθεση Ισλάμ-Δύσης και τελικά στην υπεράσπιση της επίθεσης της στρατιωτικής μηχανής του ισραηλινού κράτους εναντίον τόσο του προλεταριάτου του Λιβάνου όσο και του «δικού του» εσωτερικού εχθρού. Στόχος της κριτικής μας είναι μια όψη της «πολιτικής της ταυτότητας»: ο εθνικισμός <span style="color: #009900;">[1]</span>. Ο αντιγερμανισμός/ανθελληνισμός και ο φαινομενικά αντίθετος πόλος του, ο αντι-ιμπεριαλισμός της αριστεράς, μοιράζονται το ίδιο περιεχόμενο. Πρόκειται για ιδεολογίες που καταλήγουν στο να υπερασπίζονται ένα φιλελεύθερο ή αριστερό εθνικισμό και συνεπώς να στηρίζουν τη μια ή την άλλη κρατική μορφή η οποία είναι σε κάθε περίπτωση η υλική έκφραση της μιας ή της άλλης εθνικής ταυτότητας. Ο εθνικισμός είτε εμφανίζεται με το αριστερό/πατριωτικό είτε με το ανθελληνικό/φιλελεύθερο πρόσωπό του διαιρεί το προλεταριάτο προς  όφελος του κεφαλαίου συμβάλλοντας στην ήττα του προλεταριακού κινήματος, οδηγώντας ακόμα και στην αλληλοσφαγή των προλετάριων. Η ανάπτυξη τέτοιων απόψεων μέσα στο προλεταριάτο αφοπλίζει την τάξη μας, εμποδίζοντάς την να θέσει ξεκάθαρα το κοινωνικό ζήτημα.</p>
<p>Τέλος, σ’ αυτό το τεύχος επιδιώκουμε να αναδείξουμε μια «συζήτηση» που παραμένει ανοιχτή (εδώ και δύο αιώνες) εντός του επαναστατικού κινήματος: τη σχέση της πολιτικής, των πολιτικών οργανώσεων, των ιδεών και της συνείδησης που φέρουν οι προλετάριοι με την ανάπτυξη της επαναστατικής δραστηριότητας. Με την ενότητα <span style="font-weight: bold;">Μπορντίγκα εναντίον Πάνεκουκ</span> παρουσιάζουμε αυτή τη συζήτηση μέσα από την αντιπαράθεση των δύο βασικότερων εκπροσώπων της ιταλικής και γερμανο-ολλανδικής κομμουνιστικής αριστεράς, επιχειρώντας την ίδια στιγμή την ιστορική παρουσίαση των δύο αυτών επαναστατικών τάσεων.</p>
<div style="text-align: center;">***</div>
<p>Για να δώσουμε μια εικόνα της ασυνέχειας που ανοίχτηκε ανάμεσα στο τώρα και στο πολιτικό μας παρελθόν, θα αναφερθούμε συνοπτικά στην εξέλιξη του TRiSTERO και σε ορισμένους παράγοντες που καθόρισαν την αλλαγή μας. Και αυτό γιατί η συλλογικότητα TRiSTERO διασπάστηκε επειδή αυτοί που αποτελούμε σήμερα το Blaumachen ήρθαμε σε ρήξη με αυτό που ήμασταν. Τα άλλα μέλη της συλλογικότητας δεν άσκησαν καμία κριτική στα όσα λέγαμε και κάναμε ως τότε. Αντίθετα, όπως σωστά ισχυρίζονται και οι ίδιοι, συνεχίζουν την πολιτική πορεία του TRiSTERO ως Terminal119.<br />
Παρότι το TRiSTERO εμφανίστηκε δημόσια στις αρχές του 2004, πολλά από τα μέλη του είχαν μακροχρόνιες πολιτικές και φιλικές σχέσεις, ενώ οι βασικές κατευθύνσεις της δράσης του είχαν ήδη αρχίσει να τίθενται μέσα από τη συνεργασία των ομάδων «προβοκάτορες του ήσυχου ύπνου», «διαρρήκτες του κοινωνικού ιστού» και του περιοδικού «Ανάρες». Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που βρεθήκαμε σ’ αυτή τη συνεργασία (και στη συνέχεια στο TRiSTERO) είχαμε πολιτικοποιηθεί μέσα στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο. Η συνεργασία των δύο ομάδων και του περιοδικού, που ξεκίνησε μέσα στο 2002, βασίστηκε στη δυσφορία μας απέναντι σε αυτά που τότε κατανοούσαμε ως προβληματικά χαρακτηριστικά του χώρου, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο τα διάφορα κομμάτια του οργανώνονταν και στο γεγονός ότι οι περισσότεροι αναρχικοί/αντιεξουσιαστές δεν εμβάθυναν σε μια θεωρητική επεξεργασία που (εμείς πιστεύαμε ότι) θα ενίσχυε την κοινωνική τους απεύθυνση. Επιδιώξαμε, λοιπόν, την αναβάθμιση των οργανωτικών του δομών, τον εμπλουτισμό του αναρχικού λόγου και τη χάραξη συγκεκριμένων στρατηγικών. Με λίγα λόγια, στόχος μας ήταν να συμβάλλουμε στην πολιτικοποίηση των αναρχικών, αφού θεωρούσαμε σημαντικό πρόβλημα το γεγονός ότι η συσπείρωση ανθρώπων στο χώρο γινόταν περισσότερο στη βάση μιας lifestyle ταυτότητας παρά ενός «ριζοσπαστικού προτάγματος». Αυτό το πολιτικό σχέδιο «βελτίωσης του χώρου», το οποίο επιχειρήσαμε μέσα από διάφορες συνεργασίες να υλοποιήσουμε το 2002-2003, απέτυχε και έτσι επαναπροσδιορίσαμε τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριζόμασταν τα κριτικά μας σημεία σε σχέση με τις οργανωτικές δομές και τις αντιλήψεις των αντιεξουσιαστών στην Ελλάδα.<br />
To TRiSTERO γεννιέται και επίσημα στις αρχές του 2004, στη βάση της υποτιθέμενης «εξόδου» μας από τον αναρχικό χώρο. Ήδη η ιδέα αυτή ήταν προβληματική, με την έννοια ότι μπορεί να έχει ισχύ μόνο υπό την προοπτική της δημιουργίας μιας διακριτής πολιτικής οργάνωσης. Ο χώρος δεν είναι μια πολιτική οργάνωση στην οποία μπαίνεις ή από την οποία φεύγεις. Ούτε μπορεί να προσεγγιστεί ως μια κοινωνιολογική κατηγορία. Αποτελεί προϊόν της ιδιαίτερης ιστορικής πορείας εξέλιξης των κοινωνικών αγώνων κυρίως της νεολαίας στην Ελλάδα. Αν παγώσουμε αυτή την πορεία με τη μορφή μιας φωτογραφίας του χώρου σήμερα, θα δούμε ένα αρκετά θολό σύνολο ανθρώπων και πολιτικών ομάδων, με διάφορες ριζοσπαστικές ή μη πολιτικές αντιλήψεις, που καλύπτουν ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα από το δημοκρατικό ατομικισμό-φιλελευθερισμό μέχρι τον αριστερό αντι-ιμπεριαλισμό και τον (αναρχο)κομμουνισμό. Ταυτόχρονα, ο χώρος συνιστά ένα πεδίο κοινωνικότητας: με τα στέκια, τις γιορτές, τις προβολές και τα πάρτυ, καθώς και με τη δημιουργία φιλικών και ερωτικών σχέσεων. Για το TRiSTERO, αυτή η κοινωνική πλευρά του χώρου ήταν προβληματική, καθώς θεωρούσε ότι επισκίαζε την πολιτική του πλευρά. Γι’ αυτό κιόλας τονίζαμε τη lifestyle πτυχή της κοινωνικότητας του χώρου, αποκρύπτοντας έτσι την ουσιαστική της πλευρά, δηλαδή την ανάγκη των ανθρώπων να δημιουργήσουν κοινωνικές σχέσεις έξω από τη διαμεσολάβηση του εμπορεύματος. Τελικά, με τα κοινωνικά υποκείμενα που συνθέτουν το χώρο βρίσκεσαι ή δε βρίσκεσαι στους αγώνες της τάξης, συμφωνείς ή συγκρούεσαι, αντιπαρατίθεσαι ή αδιαφορείς. Οι αναρχικοί αποτελούν ένα κοινωνικό κομμάτι με ριζοσπαστικές τάσεις και βρίσκονται μέσα στη διαδικασία της εξέλιξης των υποκειμενικών δυνάμεων του προλεταριάτου.<br />
Έτσι, μπήκαμε στη διαδικασία της συγκρότησης μιας διακριτής πολιτικής οργάνωσης και του αντίστοιχου πολιτικού προτάγματος και από το Σεπτέμβριο του 2004 ξεκινήσαμε μια εσωτερική συζήτηση που έθετε ως στόχο μια γενική επαναστατική θεωρία. Μια σειρά ζητημάτων που πιστεύαμε πως μπορούσαμε να χειριστούμε με διακριτό τρόπο (και μάλιστα μόνο θεωρητικά, χωρίς καμία σύνδεση με τους κοινωνικούς αγώνες) τέθηκαν υπό μελέτη. Κοινωνία, ιστορία, εργασία, τάξη, κράτος, φύλο, φυλή…και ο κατάλογος μπορεί να επιμηκυνθεί σχεδόν απεριόριστα.<br />
Η εσωτερική διαδικασία της συλλογικότητας εξελίχθηκε προς τα τέλη του 2004 σε συζήτηση σχετικά με τα μεθοδολογικά μας εργαλεία, πράγμα που υπήρξε η απαρχή των διαφωνιών και των συγκρούσεων. Ενώ κάποιοι άνθρωποι αρχίσαμε να βρίσκουμε στο έργο του Μαρξ <span style="color: #009900;">[2]</span> τη μέθοδο που έλειπε και παράλληλα να θέτουμε σε κριτική τον Καστοριάδη και τις αντιλήψεις που είχαμε αναπτύξει μέχρι τότε, άλλοι ταμπουρώθηκαν στα δεδομένα, στις θέσεις και τις κατηγορίες που χρησιμοποιούσε το TRiSTERO και παράλληλα ανέπτυσσαν αυτές τις θέσεις, με υπόβαθρο την αυτονομία των διαφόρων μορφών κυριαρχίας (όπως ονομάζαμε και ονομάζουν τις διάφορες μορφές ύπαρξης του κεφαλαίου) -σεξισμός, ρατσισμός, οικονομία, πολιτική αντιπροσώπευση, κράτος. Όσο λοιπόν οι απόψεις μας αλλάζανε τόσο η σύγκρουση εντός της συλλογικότητας λάμβανε οξύτερη μορφή. Η αλλαγή αυτή έφτασε μέχρι το σημείο της απόρριψης των προηγούμενων θέσεών μας.<br />
Η αντιπαράθεση δεν περιορίστηκε μόνο ανάμεσα σε εμάς και στα υπόλοιπα μέλη της συλλογικότητας. Το κείμενο <span style="font-style: italic;">Το «πολιτικό» και το «κοινωνικό» ή απόπειρα για τη διάλυση μιας κυρίαρχης σημασιοδότησης</span>, το οποίο είχαμε δημοσιεύσει το 2003 στο τεύχος 7 του περιοδικού Ανάρες, υπήρξε η αφορμή της πρώτης ουσιαστικής αντιπαράθεσης των απόψεών μας με τις κομμουνιστικές απόψεις των ανθρώπων γύρω από το περιοδικό Τα Παιδιά της Γαλαρίας και το Κόκκινο Νήμα. Αυτή η αντιπαράθεση ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2004, οπότε οι σύντροφοι κατέθεσαν την κριτική τους στο κείμενο του Ανάρες και τις θέσεις τους γύρω από το κράτος ως πολιτική μορφή του κεφαλαίου, τη δημοκρατία ως συμμετοχική δημοκρατία και τις μορφές εμφάνισης της καπιταλιστικής σχέσης. Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του περιοδικού Ανάρες με το Κόκκινο Νήμα για την έκδοση στα ελληνικά του κειμένου του βρετανικού περιοδικού Aufheben, <span style="font-style: italic;"><a href="http://www.kokkinonima.gr/aufheben.htm">Πίσω από την Ιντιφάντα του 21ου αιώνα</a>.</span> Η επιρροή που είχαν πάνω μας οι απόψεις των συντρόφων από τα Παιδιά της Γαλαρίας, καθώς και του Aufheben στη συγκεκριμένη προσέγγισή του πάνω στο ζήτημα της αραβο-ισραηλινής διαμάχης, ήταν καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξή μας.<br />
Πέραν των υποκειμενικών αλλαγών που συνέβαλαν για τον καθένα μας στο να έρθει σε ρήξη με τη δραστηριότητα του TRiSTERO, ήταν επίσης σημαντική η αυξανόμενη συσχέτιση κάποιων από εμάς με τη μισθωτή εργασία. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην πολιτική δραστηριότητά μας, ως κάτι κεντρικό για τη ζωή και την κοινωνικότητά μας, και τη δουλειά, ως κάτι εξαναγκαστικό και ανούσιο, δεν μπορούσε να αντέξει στο βάρος της υλικότητας: τον εκβιασμό του κλεμμένου χρόνου και της κλεμμένης δημιουργικότητας και την απουσία επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους που βιώνουν τις ίδιες συνθήκες. Δεν είναι τυχαίο το ότι η «εργασία», αν και εμφανιζόταν στα κείμενα μας ως τότε, αποτελούσε ένα χαμένο πεδίο μάχης, όλη η μάχη δινόταν έξω από αυτή, στο πολιτικό πεδίο. Γι’ αυτό και το επαναστατικό υποκείμενο που βλέπαμε ήταν οι πολιτικά συνειδητοποιημένοι και όχι αυτοί με τους οποίους καθημερινά συναναστρεφόμασταν (συνάδελφοι και συμφοιτητές).<br />
Όλοι οι παραπάνω παράγοντες έπαιξαν το ρόλο τους κατά την αντιπαράθεση με τα άλλα μέλη της συλλογικότητας. Έτσι, τον Μάιο του 2005 διασπάσαμε το TRiSTERO, καθώς είχε γίνει ξεκάθαρο πως δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα σύνδεσης με την προηγούμενη δραστηριότητά μας και με την υπόλοιπη συλλογικότητα που επεδίωκε τη διατήρηση και προέκταση αυτής της δραστηριότητας.</p>
<div style="text-align: right;"><span style="font-weight: bold;">blaumachen</span><br />
Θεσσαλονίκη-Αθήνα, Καλοκαίρι του 2007</div>
<p><span style="font-style: italic;">Ευχαριστούμε τον Γιάννη για τις παρατηρήσεις του στην κριτική του έργου του Καστοριάδη, τον Αχιλλέα για τη συνεισφορά στην έρευνα για τη συγγραφή της «Κρυφής γοητείας» και στην επιμέλεια της μετάφρασης του κειμένου του Αμαντέο Μπορντίγκα «Κόμμα και Τάξη», την Κατερίνα για τη συνεισφορά της στην «Κρυφή γοητεία» με τις μεταφράσεις από κείμενα των Café Morgenland και τον Werner Bonefeld για την αποστολή υλικού, χρήσιμου για την συγγραφή του εν λόγω κειμένου, το Γιώργο και τον Αντρέα για τις γενικότερες κριτικές παρατηρήσεις τους. Ευχαριστούμε όσους και όσες βοήθησαν με τον τρόπο τους να εκδοθεί αυτό το τεύχος. Όλα τα κείμενα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα και χωρίς την ένδειξη της προέλευσης τους. Δεν υπάρχει copyright. Οποιαδήποτε κερδοσκοπική χρήση ή παραποίηση τους θα μας βρει ενάντιους.</span></p>
<p>_________________</p>
<p>[1]. «Ο εθνικισμός αντανακλά την επιφανειακή ταύτιση των συμφερόντων που υπάρχει ανάμε­σα στην εθνική αστική τάξη μιας χώρας και το προλεταριάτο της, όσο διατηρούνται οι καπιτα­λιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ταύτιση συμφερόντων διότι η αξιοποίηση και η πραγματοποίηση του κεφαλαίου παρέχει τόσο στους καπιταλιστές όσο και στους εργάτες μια πηγή εισοδήματος με την οποία, ως ανεξάρτητα υποκείμενα σε μια αγορά νομικά διαχωρισμένη από τα μέσα παραγωγής, μπορούν να αγοράζουν εμπορεύματα για να ικανοποιούν τις ανάγκες τους (αν και με έναν αλλοτριωμένο τρόπο). Επιφανειακή επειδή, αν και δεν εμφανίζεται άμεσα ως τέτοια, είναι μια διαδικασία ταξικής εκμετάλλευσης και συνεπώς ανταγωνισμού. Στο βαθμό που η αστική τάξη οργανώνεται σε εθνικό επίπεδο και εξακολουθεί να έχει νόημα να μιλάμε για εθνικές οικονομίες, το προλεταριάτο είναι μια παγκόσμια τάξη διαιρεμένη σε εθνική βάση. Όσο παραμένουμε ηττημένοι, δηλ. όσο υπάρχει η μορφή-αξία, τόσο ο εθνικισμός θα τρέφεται από αυτή τη διαίρεση. Το κεφάλαιο μπορεί να είναι ενιαίο αλλά είναι μια διαφοροποιημένη ενότητα, η συνοχή της οποίας συγκροτείται μέσω του ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο. Ο ανταγωνισμός που υπάρχει στην παγκόσμια αγορά βασίζεται στη μείωση του κόστους των εμπορευμάτων. Ως εκ τούτου, η αποδοχή του “εθνικού συμφέροντος” και η πραγματοποίηση θυσιών προς όφελος της εθνικής αστικής τάξης μπορεί να σημαίνει μεν την αύξηση της εκ­μετάλλευσης της εργατικής τάξης, την υποταγή σε έναν καθημερινό θάνατο ή σε έναν πραγ­ματικό θάνατο ως κρέας για τα κανόνια, αλλά αυξάνει επίσης την ανταγωνιστικότητα του εθνικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά κάνοντας την πραγματοποίησή του πιο πιθανή, πράγμα που συμβάλλει στην εξασφάλιση του μελλοντικού εισοδήματος και των δύο τάξεων». <a href="http://www.geocities.com/aufheben2/auf_2_yugo.html">Yugoslavia Unravelled: Class Decomposition in the ‘New World Order’</a>, Aufheben, τεύχος 2, 1993.</p>
<p>[2]. Και όχι μόνο στον Μαρξ αλλά και στο Socialisme ou Barbarie και τους Καταστασιακούς, την εργατική αυτονομία, Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τους Aufheben, τους Wildcat, τον Χόλογουεϊ, τον Κλήβερ κ.α.</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/blaumachen/pdfs/pdfs/Blaumachen_Issue_2.pdf">Κατεβάστε ολόκληρο το δεύτερο τεύχος του περιοδικού Blaumachen σε μορφή PDF</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2007/06/blaumachen-2-editorial/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η κρυφή γοητεία του εισαγόμενου αντιγερμανισμού</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2007/06/on-greek-antideutch/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2007/06/on-greek-antideutch/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 01 Jun 2007 19:28:13 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>
		<category><![CDATA[αντιγερμανισμός]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεμος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=37</guid>
		<description><![CDATA[O αριστερός αντισημιτισμός και ο φιλελεύθερος αντιγερμανισμός είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: Πρόκειται για πολιτικές θέσεις που στηρίζουν το κεφάλαιο στις διάφορες μορφές του. Όταν η κοινωνική σύγκρουση των τάξεων διαμεσολαβείται από το πολιτικό στοιχείο (τη σύγκρουση φραξιών του κεφαλαίου), τότε το κεφάλαιο ως δυναμική κοινωνική σχέση ενδυναμώνεται. Εκείνο που αποδυναμώνεται είναι το [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>O αριστερός αντισημιτισμός και ο φιλελεύθερος αντιγερμανισμός είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: Πρόκειται για πολιτικές θέσεις που στηρίζουν το κεφάλαιο στις διάφορες μορφές του. Όταν η κοινωνική σύγκρουση των τάξεων διαμεσολαβείται από το πολιτικό στοιχείο (τη σύγκρουση φραξιών του κεφαλαίου), τότε το κεφάλαιο ως δυναμική κοινωνική σχέση ενδυναμώνεται. Εκείνο που αποδυναμώνεται είναι το προλεταριάτο. Οι δημοκράτες βοηθούν αυτή την αποδυνάμωση είτε είναι αντι-ιμπεριαλιστές και συνεπώς τάσσονται με τον Δαβίδ του κεφαλαίου (το παλαιστινιακό κράτος) είτε είναι μεταλλαγμένοι φιλελεύθεροι και τάσσονται με τον Γολιάθ, του κεφαλαίου πάντα.</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/blaumachen/pdfs/pdfs/Antideutsche_in_Greece.pdf">Κατεβάστε το κείμενο σε μορφή PDF</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2007/06/on-greek-antideutch/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Blaumachen #1, editorial</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/06/blaumachen-1-editorial/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/06/blaumachen-1-editorial/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 23 Jun 2006 20:24:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>
		<category><![CDATA[Blaumachen #1]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=102</guid>
		<description><![CDATA[Το έργο που θα σας περιγράψουμε το γνωρίζετε εσείς όπως και εμείς. Μην ψάχνετε τους ήρωες. Είστε εσείς, όπως είμαστε κι εμείς. Στο μεγάλο θέατρο της ζωής δεν υπάρχουν θεατές. Υπάρχει μέρα και νύχτα, άνθρωποι και πολιτείες και μέσα σε όλα αυτά ένας αδιάκοπος πόλεμος.
Λεόν ντε Ζαμό
Κοιτάμε γύρω μας και βλέπουμε έναν κόσμο πέρα από [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div style="text-align: right;"><span style="font-style: italic;">Το έργο που θα σας περιγράψουμε το γνωρίζετε εσείς όπως και εμείς. Μην ψάχνετε τους ήρωες. Είστε εσείς, όπως είμαστε κι εμείς. Στο μεγάλο θέατρο της ζωής δεν υπάρχουν θεατές. Υπάρχει μέρα και νύχτα, άνθρωποι και πολιτείες και μέσα σε όλα αυτά ένας αδιάκοπος πόλεμος.</span><br />
Λεόν ντε Ζαμό</div>
<p>Κοιτάμε γύρω μας και βλέπουμε έναν κόσμο πέρα από τον έλεγχό μας. Πλήθη ανθρώπων τρέχουμε να προλάβουμε τη ζωή, πανικόβλητοι, στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον. Από το ένα λεπτό στο επόμενο, είμαστε αναγκασμένοι να πουλάμε τα ζωντανά κομμάτια του εαυτού μας ένα-ένα και να αγοράζουμε τα νεκρά κομμάτια άλλων. Οι όροι του κάθε-μέρα, οι επιθυμίες μας, θυσιάζονται για να εξασφαλιστεί μια τεμαχισμένη και αλλότρια εκδοχή τους. Το ανθρώπινο δράμα παίρνει τη μορφή ενός πολέμου που διεξάγεται από όλους ενάντια σε όλους.</p>
<p>Πίσω όμως από το θεαματικό πέπλο, εκεί όπου υφαίνεται ουσιαστικά η πλοκή της Ιστορίας, η μάχη αποκαλύπτεται με άλλους όρους. Το σύνολο των πρωταγωνιστών, το κοινωνικό σώμα, σχίζεται από μια δυναμική σύγκρουση. Τη σύγκρουση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι κάτι παγωμένο και αμετάβλητο αλλά κάτι που μέσα στον ιστορικό χρόνο μεταβάλλεται, αλλάζει μορφές, οξύνεται ή αμβλύνεται και συνεχίζει να υπάρχει όσο δεν καταργείται η σχέση κεφάλαιο, δηλαδή όσο η εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση, που εμφανίζονται ως καθολικότητα της εμπορευματικής μορφής, διατηρούνται.</p>
<div style="text-align: center;">*</div>
<p>Ανήκουμε σε μια γενιά προλετάριων που μεγάλωσε κατά τη σύντομη περίοδο της ανόδου και της πτώσης (της καρικατούρας) του κράτους πρόνοιας στην Ελλάδα. Ήμασταν μικροί ακόμα όταν το ανατολικό μπλοκ (του κεφαλαίου) κατέρρευσε. Μαζί του, κατέρρευσε για πολλούς και κάθε ελπίδα για αλλαγή αυτού του κόσμου. Μεγαλώσαμε σε μια εποχή που ο καπιταλισμός (και η δημοκρατία του) επιβεβαίωνε τον εαυτό του ως το μοναδικό θριαμβευτή πάνω στον πλανήτη. Δεν αργήσαμε, όμως, να καταλάβουμε ότι πίσω από τις δημοκρατικές φλυαρίες και τις λαμπερές εικόνες του θεάματος δουλεύουν καλά τα σφαγεία. Ο καπιταλισμός δεν ξεπέρασε το αίμα, τον πόλεμο και τη βρωμιά αυτού του κόσμου και δε μετατράπηκε σ’ έναν κόσμο καθαρό και άυλο, σ’ έναν αποστειρωμένο κόσμο συμβόλων και σημασιών.</p>
<p>Η χρεοκοπία του λενινισμού και των «κομμουνιστικών» κομμάτων δε συνοδεύτηκε, δυστυχώς, από μια επαναδιαπραγμάτευση της κομμουνιστικής θεωρίας. Αντίθετα, αυτό που βλέπουμε να επικρατεί στους (υποτιθέμενους ή μη) ριζοσπαστικούς κύκλους, πέρα από την αποσπασματική διατήρηση ή αναβίωση παραδοσιακών λενινιστικών αντιλήψεων (όπως είναι ο αντι-ιμπεριαλισμός), είναι μια lifestyle προσπάθεια «εξόδου» από τη ζοφερή καπιταλιστική πραγματικότητα και η στροφή προς την «πολιτική της ταυτότητας». Παράλληλα, η στρατηγική της απορρύθμισης που ακολουθεί το κεφάλαιο, ωθεί τους προλετάριους σε (απομονωμένους και σύντομους) αμυντικούς αγώνες, οι οποίοι στοιχειώνονται από τη σοσιαλδημοκρατική φαντασίωση. Ακόμη κι αυτή η απεγνωσμένη κίνηση είναι ξεπερασμένη, καθώς ό,τι προσπαθεί σήμερα το κεφάλαιο να αποτυπώσει θεσμικά παγιώνεται μέρα με τη μέρα στην προλεταριακή εμπειρία από την ήττα των αγώνων της δεκαετίας του 1970 και έπειτα (στην Ελλάδα η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά).</p>
<p>Επειδή ασφυκτιούμε, ως υποκείμενα αντιμέτωπα μ’ αυτή την αντικειμενική πραγματικότητα, αισθανόμαστε ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για επανεπεξεργασία των θεωρητικών μας εργαλείων. Το περιοδικό Βlaumachen αποτελεί μια απόπειρα προς αυτή την κατεύθυνση.</p>
<div style="text-align: center;">*</div>
<p>Οι σκέψεις που καταθέτουμε παρακάτω γράφονται τη στιγμή που χιλιάδες φοιτητές (και όχι μόνο) βρίσκονται στους δρόμους των περισσότερων μεγάλων πόλεων της χώρας, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τελεί υπό κατάληψη. Ό,τι λέμε, το λέμε μέσα από αυτό το κίνημα και απευθύνεται άμεσα σ’ αυτό.</p>
<p>Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα γι’ αυτόν τον αγώνα αν πιστεύουμε ότι η κατάθεση του νέου θεσμικού πλαισίου είναι το μοναδικό πρόβλημα για το νεανικό προλεταριάτο που καταλαμβάνει τα πανεπιστήμια, παρατάει το διάβασμα για τις εξετάσεις, κατεβαίνει στο δρόμο και στήνει τις δικές του γιορτές. Αντίθετα, ζούμε μια κοινωνική έκρηξη στην οποία εκφράζεται η συσσωρευμένη οργή, η άρνηση της όλο και περισσότερο εντατικοποιημένης καθημερινότητας στα αμφιθέατρα και στα εργαστήρια, της μιζέριας των απεριόριστα περιορισμένων επιλογών που μας προσφέρει το θέαμα, της υπόσχεσης ενός μέλλοντος που δεν έχει τίποτα άλλο από ακόμη περισσότερη δουλειά, ακόμη περισσότερη ανασφάλεια, ακόμη περισσότερο φόβο. Η τόσο κάθετη και αποφασιστική εναντίωση στο νέο νόμο-πλαίσιο εκφράζει την απάντηση του νεανικού προλεταριάτου στις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες: <span style="font-weight: bold;">δε φταίμε εμείς που δεν καλύπτονται οι κοινωνικές ανάγκες, δε θα πληρώσουμε εμείς, δε θα τρέχουμε εμείς.</span> Ωστόσο, αυτή η άρνηση είναι αποσπασματική και (τουλάχιστον μέχρι τώρα) δεν ενοποιείται σε μια ριζοσπαστική κριτική του υπάρχοντος. Αυτό που βλέπουμε μέχρι τώρα να αναδύεται ως κυρίαρχη τάση αυτού του κινήματος, τάση που η αριστερά ενισχύει και ανατροφοδοτεί συνεχώς, είναι η άμυνα στη θεσμική έκφραση της αναδιάρθρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή η κατάφαση σε μια προηγούμενη μορφή ρύθμισης των ταξικών σχέσεων. Αυτό ακριβώς εκφράζουν συνθήματα όπως «Δημόσια Δωρεάν Παιδεία», «Θέλουμε δουλειά και όχι ανεργία», «Το μέλλον ανήκει στον κόσμο της δουλειάς».</p>
<p>Οι νομοθετικές αλλαγές που πετάνε εκτός πανεπιστημίου τους απείθαρχους και «αιώνιους» φοιτητές και οι απολύσεις εργατών και εργατριών από τα εργοστάσια, επειδή «δεν ήταν αρκετά παραγωγικοί»[1], είναι κομμάτια της ίδιας αναδιάρθρωσης των σχέσεων εκμετάλλευσης. Ο αγώνας για να μπλοκαριστεί ένας νόμος ή να αποτραπούν μαζικές απολύσεις είναι σημαντικός, αλλά όσο παραμένει στα όρια του «θέλουμε δημόσια (δηλαδή κρατική) παιδεία» ή του «η επιχείρηση είναι κερδοφόρα και δεν πρέπει να κλείσει», δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη λογική που επιβάλλει το κεφάλαιο. Οι αγώνες εμπεριέχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν προς την κατεύθυνση της επιβολής των αναγκών μας. Από τη στιγμή που δεν το καταφέρνουν, κάθε νίκη μας καταλήγει να είναι αφενός μια παροδική βελτίωση των όρων της ζωής μας και αφετέρου μια παρακαταθήκη που πρέπει να ξεπεραστεί στο μέλλον, αφού η εγγενής τάση του κεφαλαίου είναι πάντα να χειροτερεύει αυτούς τους όρους, να εντατικοποιεί την εκμετάλλευσή μας. Άλλωστε, ό,τι ζούμε σήμερα είναι η αποτύπωση στιγμών της ταξικής πάλης του παρελθόντος στο παρόν.</p>
<p>Δε μας ενδιαφέρει εδώ να αντικρούσουμε το ΚΚΕ, τις οργανώσεις της άκρας αριστεράς και τους διάφορους πολύχρωμους σοσιαλιστές, <span style="font-style: italic;">«τα προγράμματα των οποίων απλώς εκσυγχρονίζουν και εκδημοκρατίζουν όλα τα υπαρκτά χαρακτηριστικά του παρόντος κόσμου»</span>[2]. Όντας κομμάτι αυτού του κινήματος, θεωρούμε ότι πρέπει να ξεπεράσουμε την αμυντική θέση στην οποία βρισκόμαστε (με την οποία το πολύ-πολύ θα μπορούσαμε να καταφέρουμε το προσωρινό πάγωμα του νόμου) και, <span style="font-weight: bold;">θέτοντας την ίδια την εργασία σε κριτική, να πραγματοποιήσουμε εκείνο το ποιοτικό άλμα που θα μας κάνει πραγματικά επικίνδυνους. Ας θυμηθούμε ότι εκείνο το Μάη που η τάξη μας τρομοκράτησε πραγματικά το κεφάλαιο, στους τοίχους του Παρισιού ήταν παντού γραμμένα: Ne travaillez jamais και Abolition du travail aliene</span>[3].</p>
<p>Ως μια μικρή συνεισφορά προς αυτή την κατεύθυνση, δημοσιεύουμε το κείμενο του Τζον Χόλογουεϊ, <span style="font-weight: bold;">«Κρίση, Φετιχισμός, Ταξική Σύνθεση»</span>, το οποίο εντάσσεται στην προσπάθεια επεξεργασίας μιας ριζοσπαστικής μεθόδου ανάγνωσης της πραγματικότητας, καθώς και το δικό μας κείμενο <span style="font-weight: bold;">«Μα καλά, υπάρχουν ακόμη κομμουνιστές στις μέρες μας;»</span>, όπου συνοπτικά εξηγούμε τι σημαίνει για μας προλεταριάτο και κομμουνισμός.</p>
<div style="text-align: center;">*</div>
<p>Η άλλη όψη του νομίσματος της κατάφασης στην εργασία είναι η προσκόλληση στη δημοκρατία, η οποία θεωρείται ο ιδανικός τρόπος οργάνωσης. Έτσι, οποιαδήποτε πρόταση ή πρακτική τείνει να ξεπεράσει τα όρια των διάφορων ειδικών της πολιτικής, καταγγέλλεται ως αντιδημοκρατική. Αυτή η κατάσταση προσπαθεί να κρατήσει τη συζήτηση που αναπτύσσεται εντός του κινήματος στο επίπεδο της οργάνωσης και της διαδικασίας με την οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις, αποφεύγοντας να θέσει το θεμελιώδες ερώτημα του <span style="font-weight: bold;">τί </span>είναι αυτό που οργανώνουμε. Η δημοκρατία λειτουργεί ως βασικός τρόπος αποτροπής των αυτόνομων πρωτοβουλιών των αγωνιζόμενων. Ένα κίνημα που είναι πραγματικά δυνατό δεν έχει να φοβηθεί τις μειοψηφίες που δήθεν μπορεί να δράσουν «προβοκατόρικα». Αν οι πρακτικές αυτών των μειοψηφιών είναι προς όφελος του κινήματος, προς την κατεύθυνση της ριζοσπαστικοποίησης του, τότε θα καρποφορήσουν και θα διαχυθούν. Αν είναι εναντίον του, θα χαθούν. Όμως, η έλλειψη κριτικής της πολιτικής (και άρα της δημοκρατίας) είναι βασικός λόγος που ωθεί τους αγωνιζόμενους στο να μην ξεπερνάνε την πεπατημένη. Ακριβώς αυτή η έλλειψη είναι που διατηρεί το διαχωρισμό ανάμεσα στους «γνώστες των πραγμάτων» και σε αυτούς που ακολουθούν.</p>
<p>Οι δημοκράτες αντιτείνουν πως όλα τα προβλήματα πηγάζουν από το ότι η υπαρκτή δημοκρατία είναι «αστική» και προτείνουν μια «πραγματική» δημοκρατία[4], όπου οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από όλους σε γενικές συνελεύσεις. Ωστόσο, η διαχείριση της ζωής μας από διευθυντικά στελέχη ή γραφειοκράτες είναι μόνο μία όψη της απαλλοτρίωσής μας. <span style="font-weight: bold;">Το μονοπώλιο της λήψης αποφάσεων από ένα προνομιούχο στρώμα στελεχών ή πολιτικών δεν είναι η αιτία αλλά το αποτέλεσμα της ύπαρξης του κεφαλαίου, της μισθωτής εργασίας και της εμπορευματικής ανταλλαγής.<br />
</span><br />
Αναπαράγοντας τον κόσμο του διαχωρισμού, αυτοί οι γνήσιοι δημοκράτες ανάγουν τη στιγμή της λήψης αποφάσεων στη σημαντικότερη στιγμή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Τρέφουν το δημοκρατικό όνειρο της πραγματοποίησης των ιδανικών της ελευθερίας και της ισότητας, χωρίς τη νόθευση της ταξικής σύγκρουσης και της βίας του κράτους, δηλαδή επιθυμούν έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Πρόκειται για μια ανοησία, γιατί η ανταλλακτική αξία -ή το χρηματικό σύστημα- <span style="font-weight: bold;">είναι</span> το σύστημα της ισότητας και της ελευθερίας και οι διαταραχές του, που τόσο πληγώνουν τα δημοκρατικά ιδανικά, είναι εγγενείς σ’ αυτό το σύστημα που αντικρίζει μόνο άτομα (με τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους) και εμπορεύματα/υπηρεσίες (που ικανοποιούν αυτά τα συμφέροντα). Αυτό το δημοκρατικό όνειρο δεν κατανοεί την απόσταση ανάμεσα <span style="font-style: italic;">«στην πραγματική και την ιδεατή μορφή της αστικής κοινωνίας, και άρα θέλει να αναλάβει το περιττό έργο να πραγματώσει ξανά την ίδια την ιδεατή έκφραση &#8211; που δεν είναι, πραγματικά, παρά το είδωλο της πραγματικότητας»</span>[5].</p>
<p>Στο πλαίσιο της κριτικής στη δημοκρατία ως πολιτικής μορφής του κεφαλαίου, δημοσιεύουμε <span style="font-weight: bold;">«Το σημείο κατάρρευσης της δημοκρατικής ιδεολογίας»</span>, μεταφρασμένο από το γαλλικό κομμουνιστικό περιοδικό Le-Brise Glace.</p>
<div style="text-align: center;">*</div>
<p>Στο παρόν τεύχος, αναδημοσιεύουμε επίσης δύο κείμενα που μοιράσαμε στις πορείες ενάντια στο νόμο-πλαίσιο που πραγματοποιήθηκαν σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα τον Ιούνιο του 2006. Το κείμενο <span style="font-weight: bold;">«Έχουμε κατάληψη, όχι δημοκρατία»</span> γράφτηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το ξεκίνημα του κινήματος και στόχευε στην κριτική των συγκεκριμένων αδυναμιών που τότε διαπιστώναμε. Το <span style="font-weight: bold;">«Να γίνουν οι καταλήψεις οδοφράγματα στο χρόνο»</span> γράφτηκε όταν το κίνημα είχε πάρει μαζικό χαρακτήρα. Σκοπός του ήταν αφενός να θέσει σε κριτική τη στάση των αριστερών παρατάξεων και οργανώσεων και τη θρησκευτική προσκόλληση τους στην εργασία. Ταυτόχρονα, θέτει το ζήτημα του κοινωνικού μισθού, συνεισφέροντας στην κατεύθυνση του ξεπεράσματος των αιτημάτων για αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης των πανεπιστημίων και προτείνοντας την αποσύνδεση της ικανοποίησης των αναγκών μας από τον εκβιασμό της εργασίας. Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν και μοιράστηκαν σε συνεργασία με άλλους συντρόφους, γι’ αυτό το λόγο φέρουν διαφορετικές υπογραφές.</p>
<div style="text-align: center;">*</div>
<p>Τέλος το κείμενο <span style="font-weight: bold;">«Σχετικά με το κοινωνικό φύλο και τα όρια του φεμινισμού»</span>, στοχεύει στην κριτική μιας όψης της «πολιτικής της ταυτότητας» που έχει γίνει πολύ της μόδας σε διάφορους ριζοσπαστικούς (ή μη) κύκλους. Θεωρώντας πως η υποτίμηση και καταπίεση των γυναικών αποτελεί βασικό διαχωρισμό ανάμεσα στους προλετάριους και όχι το αποτέλεσμα μιας διιστορικής πατριαρχικής δομής, θέλουμε να συνεισφέρουμε στην κριτική αυτού του διαχωρισμού -που τόσο πολύ βολεύει το κεφάλαιο- από μια κομμουνιστική σκοπιά.</p>
<p><span style="font-style: italic;">Ευχαριστούμε τον Ορέστη, το Γιώργο, την Κατερίνα, το Γιάννη και όσες και όσους με τον τρόπο τους βοήθησαν στο να εκδοθεί αυτό το τεύχος. Όλα τα κείμενα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα και χωρίς την ένδειξη της προέλευσής τους. Δεν υπάρχει copyright. Οποιαδήποτε κερδοσκοπική χρήση τους ή παραποίησή τους θα μας βρει ενάντιους.</span></p>
<div style="text-align: right;"><span style="font-weight: bold;">Blaumachen </span><br />
Θεσσαλονίκη, καλοκαίρι του 2006</div>
<p><span style="font-size: x-small;">[1] Η παραγωγικότητα είναι παραγωγικότητα του κεφαλαίου, δηλαδή μέτρο της κερδοφορίας του κεφαλαίου υπό συγκεκριμένες συνθήκες.  Η φράση «δεν είστε παραγωγικοί», ενώ φαινομενικά σημαίνει «δεν καλύπτετε τις κοινωνικές ανάγκες με τη δραστηριότητα σας», είναι στην πραγματικότητα λογοκριμένη η φράση «δεν είστε παραγωγικοί για το κεφάλαιο». Η απάτη αυτή είναι μία από τις πολλές και εξυπηρετεί την ιδεολογική ταύτιση του κεφαλαίου με την κοινωνία.</span></p>
<p>[2] Ζιλ Ντωβέ, <span style="font-style: italic;">Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος</span>, εκδόσεις Κόκκινο Νήμα,2001.</p>
<p>[3] «Μη δουλεύετε ποτέ» και «Κατάργηση της αλλοτριωμένης εργασίας»</p>
<p><span style="font-size: x-small;">[4] Λίγη σημασία έχει το αν αυτή η «πραγματική» δημοκρατία ονομάζεται «άμεση», «περιεκτική», «συμμετοχική», «εργατική» ή κοινωνική και ατομική αυτονομία, αφού όλα τα ονόματα αναφέρονται στο ίδιο πράγμα, στην καθολικοποίηση της δημοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο.</span></p>
<p>[5] Καρλ Μαρξ (1857), <span style="font-style: italic;">Grundrisse</span>, Τόμος Β’, εκδόσεις Στοχαστής.</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/blaumachen/pdfs/pdfs/Blaumachen_1st_issue_June_of_2006.pdf">Κατεβάστε ολόκληρο το πρώτο τεύχος του περιοδικού Blaumachen σε μορφή PDF</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/06/blaumachen-1-editorial/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Σχετικά με την κοινωνική σχέση φύλο και τα όρια του φεμινισμού</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/06/about-gender-and-the-limits-of-feminism/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/06/about-gender-and-the-limits-of-feminism/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 22 Jun 2006 20:11:19 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=261</guid>
		<description><![CDATA[Σκοπός αυτού του κειμένου είναι αφενός να δείξει ότι η στρατηγική του κομματιού του φεμινιστικού κινήματος, που αντιλαμβάνεται το ζήτημα φύλο ως ένα διαχωρισμένο ζήτημα ή ως ένα ζήτημα αυτονομίας του ατόμου, είναι μια στρατηγική που συνεισφέρει στη διαχείριση του καπιταλισμού και αφετέρου να προτείνει ότι μόνο μια γενικευμένη άρνηση της κοινωνικής σχέσης κεφάλαιο μπορεί [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Σκοπός αυτού του κειμένου είναι αφενός να δείξει ότι η στρατηγική του κομματιού του φεμινιστικού κινήματος, που αντιλαμβάνεται το ζήτημα φύλο ως ένα διαχωρισμένο ζήτημα ή ως ένα ζήτημα αυτονομίας του ατόμου, είναι μια στρατηγική που συνεισφέρει στη διαχείριση του καπιταλισμού και αφετέρου να προτείνει ότι μόνο μια γενικευμένη άρνηση της κοινωνικής σχέσης κεφάλαιο μπορεί να αποτελέσει πρακτική λύση και στο ζήτημα του φύλου όπως και σε κάθε όψη του κοινωνικού ζητήματος.</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/wp-content/uploads/2009/10/Blaumachen-About-gender-and-the-limits-of-feminism.pdf">Κατεβάστε το κείμενο του πρώτου τεύχους του περιοδικού Blaumachen σε μορφή PDF</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/06/about-gender-and-the-limits-of-feminism/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μα καλά, υπάρχουν ακόμα κομμουνιστές στις μέρες μας;</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/06/are-there-any-communists-left-nowadays/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/06/are-there-any-communists-left-nowadays/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 20 Jun 2006 17:02:31 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>
		<category><![CDATA[Blaumachen #1]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=140</guid>
		<description><![CDATA[Το κεφάλαιο, καθώς υπάγει το σύνολο της κοινωνικής ζωής στον πλανήτη, τείνει να μετατρέπει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα σε εργασία και συνεπώς κάθε προϊόν αυτής της δραστηριότητας σε εμπόρευμα, και με τους μεγάλους διαμεσολαβητές του, το χρήμα και το κράτος, αλλοτριώνει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων. Ταυτόχρονα, δημιουργεί την ίδια του την [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Το κεφάλαιο, καθώς υπάγει το σύνολο της κοινωνικής ζωής στον πλανήτη, τείνει να μετατρέπει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα σε εργασία και συνεπώς κάθε προϊόν αυτής της δραστηριότητας σε εμπόρευμα, και με τους μεγάλους διαμεσολαβητές του, το χρήμα και το κράτος, αλλοτριώνει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων. Ταυτόχρονα, δημιουργεί την ίδια του την άρνηση στο προλεταριάτο. Ωστόσο, «οι προλετάριοι δεν ‘είναι’ επαναστάτες όπως ο ουρανός ‘είναι’ γαλάζιος, επειδή ‘είναι’ μισθωτοί και εκμεταλλευόμενοι, ούτε ‘είναι’ η διάλυση των υπάρχουσων συνθηκών. Στην αυτο-μεταμόρφωσή τους συγκροτούν τον εαυτό τους από αυτό που είναι, σε επαναστατική τάξη». Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, είναι: πώς μπορεί το προλεταριάτο, ενεργώντας ως τάξη που ανήκει σ’ αυτόν τον τρόπο παραγωγής, στην αντίθεσή του με το κεφάλαιο εντός της καπιταλιστικής σχέσης, να καταργήσει τις τάξεις και να κομμουνιστικοποιήσει τη ζωή;</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/wp-content/uploads/2006/06/Communists-still-exist.pdf">Το κείμενο σε μορφή pdf</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/06/are-there-any-communists-left-nowadays/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Precarity: Νέες υποκειμενικότητες και μοντέρνοι μύθοι</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/04/precarity-new-subjectivities-and-modern-myths/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/04/precarity-new-subjectivities-and-modern-myths/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 18 Apr 2006 20:14:43 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=98</guid>
		<description><![CDATA[ 
Οι προϋποθέσεις από τις οποίες ξεκινάμε δεν είναι αυθαίρετες, δεν είναι δόγματα, αλλά πραγματικές προϋποθέσεις, από τις οποίες μπορούν να δημιουργηθούν αφαιρέσεις μόνο στη φαντασία. Είναι τα πραγματικά υποκείμενα, η δραστηριότητά τους και οι υλικές συνθήκες της ζωής τους, τόσο αυτές που βρίσκουν ήδη έτοιμες όσο και αυτές που παράγουν με τη δραστηριότητά τους. [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><span> </span></p>
<div style="text-align: right;"><span style="font-style: italic;">Οι προϋποθέσεις από τις οποίες ξεκινάμε δεν είναι αυθαίρετες, δεν είναι δόγματα, αλλά πραγματικές προϋποθέσεις, από τις οποίες μπορούν να δημιουργηθούν αφαιρέσεις μόνο στη φαντασία. Είναι τα πραγματικά υποκείμενα, η δραστηριότητά τους και οι υλικές συνθήκες της ζωής τους, τόσο αυτές που βρίσκουν ήδη έτοιμες όσο και αυτές που παράγουν με τη δραστηριότητά τους. Έτσι, αυτές οι προϋποθέσεις μπορούν να επαληθευθούν με έναν καθαρά εμπειρικό τρόπο.</span></div>
<div style="text-align: right;">Κ. Μαρξ, Φ. Έγκελς &#8211; Η Γερμανική Ιδεολογία</div>
<p>Παρακολουθώντας την ενασχόληση της αντιεξουσιαστικής επιθεώρησης «<span style="font-weight: bold;">Black Out στο κοινωνικό εργοστάσιο</span>» με την «<span style="font-style: italic;">έννοια του πρεκαριάτου</span>» διαβάσαμε το κείμενο «<a href="http://www.blackout.gr/keimena.php?id=31" target="_blank">Precarity: Νέες υποκειμενικότητες και παραδοσιακοί μύθοι</a>» που υπογράφει ο Μίμης και περιλαμβάνεται στο τεύχος 5 (Δεκέμβριος 2005). Προσδοκώντας να συνεισφέρουμε στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει, επιλέγουμε να εστιάσουμε στο κείμενο αυτό, καθώς πιστεύουμε πως συμπυκνώνει τις αντιφάσεις του τρόπου με τον οποίο έχει μεταφερθεί στον ελληνικό χώρο η συζήτηση σχετικά με την επισφαλή εργασία και την ανάδυση ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου γύρω απ&#8217; αυτήν.<br />
H κεντρική ιδέα του κειμένου είναι πως ο καπιταλισμός δεν είναι ένας «<span style="font-style: italic;">μηχανισμός παραγωγής υπεραξίας για το κεφάλαιο</span>», αλλά ένα «<span style="font-style: italic;">ολοκληρωμένο σύστημα κυριαρχίας</span>», «<span style="font-style: italic;">μια εξουσιαστική σχέση</span>» ή ένας «<span style="font-style: italic;">καταναγκασμός</span>». Το κείμενο αδυνατεί να καθορίσει σε τι διαφέρει ο καπιταλισμός από τις άλλες μορφές ταξικής κυριαρχίας -κάτι που θεωρούμε ότι κάνει η «<span style="font-style: italic;">ρηχή</span>» ταξική ανάλυση- γιατί τον αντιλαμβάνεται σαν «<span style="font-style: italic;">εξουσία</span>», δηλαδή με γενικό και αφηρημένο τρόπο. Ταυτόχρονα όμως, χρησιμοποιεί κατηγορίες ταξικης ανάλυσης, κυρίως δανειζόμενο μετα-αυτόνομη φρασεολογία αλλά με έναν δαστρεβλωμένο τρόπο. Παρά την χρήση αυτής της φρασεολογίας υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις απόψεις που εκθέτει ο Μίμης και στις απόψεις του Negri και των μετα-αυτόνομων, όπως και ο ίδιος άλλωστε παραδέχεται. Μόνο που αυτή η απόσταση δεν πηγάζει από μια κριτική αντιπαράθεση με τις απόψεις της μετα-αυτονομίας, αλλά από τη διαστρεβλωμένη χρήση εννοιών όπως «<span style="font-style: italic;">αυτοαξιοποίηση</span>», «<span style="font-style: italic;">άυλη εργασία</span>», «<span style="font-style: italic;">πλεόνασμα κοινωνικών δεξιοτήτων</span>» κλπ. Το κείμενο του Μίμη κινείται σε έναν υπερ-ιστορικό και ιδεολογικό χωρόχρονο μιας και θεωρεί πως υπάρχει μια θετική «<span style="font-style: italic;">συνεργατική ανθρώπινη δραστηριότητα</span>» η οποία βρίσκεται εκτός της καπιταλιστικής αγοράς και όταν εντάσσεται σε αυτήν παράγει απλώς «<span style="font-style: italic;">το πολιτιστικό περιεχόμενο του προϊόντος</span>», ενώ όταν δεν καταφέρνει το κεφάλαιο να την βάλει στο χέρι, παράγει κοινωνικά κινήματα που αμφισβητούν «<span style="font-style: italic;">όλους τους θεσμούς της κοινωνίας</span>». Πραγματοποιώντας αυτή την υπερ-ιστορική παραδοχή διαγράφει σε λίγες γραμμές τις απόψεις των «<span style="font-style: italic;">αυτόνομων μαρξιστών</span>» χωρίς να μπει στον κόπο να εξετάσει τις συγκεκριμένες απόψεις στο συγκεκριμένο ιστορικό τους πλαίσιο. Τις έννοιες που δανείζεται από τον «<span style="font-style: italic;">αυτόνομο μαρξισμό</span>» τις συνδυάζει μαζί με άλλες -«<span style="font-style: italic;">ετερονομία</span>», «<span style="font-style: italic;">δημιουργία νοημάτων ζωής</span>»- καταλήγοντας σε ιδεολογικές ασάφειες του τύπου: «<span style="font-style: italic;">απόλυτος στόχος είναι η συλλογικοποίηση της ζωής ευρύτερα</span>» ή «<span style="font-style: italic;">να φτιάξουμε δίκτυα που να οικειοποιούνται το πλεόνασμα των κοινωνικών δεξιοτήτων που ο καπιταλισμός μετατρέπει σε εμπόρευμα παραγόμενο με όρους προσωρινότητας</span>».<br />
Η απουσία έρευνας γύρω από την επισφαλή εργασία στην Ελλάδα και συγκεκριμένων ιστορικών αναφορών αποτελούν βασική έλλειψη του κειμένου του Μίμη. Ωστόσο, θίγεται μια πλειάδα ζητημάτων. Θα επικεντρώσουμε σε μερικά κομβικά σημεία, τα οποία συνιστούν κατά την γνώμη μας τη ραχοκοκαλιά της επιχειρηματολογίας του, παραθέτοντας ταυτόχρονα τα δικά μας κριτικά σχόλια. Τα αποσπάσματα και οι φράσεις εντός εισαγωγικών και με πλάγια γραφή είναι από το εν λόγω κείμενο, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.</p>
<ul>
<li><span style="font-style: italic;">«Το πρεκαριάτο δεν είναι το νέο επαναστατικό υποκείμενο. Δεν πρόκειται να υποκαταστήσει εκμοντερνισμένα την αγωνία ενός αριστερού, αριστερίστικου ή και αναρχικού χώρου να φτιάξει έναν νέο αχυράνθρωπο. Δεν πρόκειται να φτιάξουμε αφαιρέσεις και να τις επενδύσουμε με προσδοκίες και νομοτέλειες που πολύ απλά δεν έχουν. <span style="text-decoration: underline;">Διερευνούμε φιγούρες και κοινωνικές σχέσεις που γίνονται ολοένα και πιο πλειοψηφικές</span>»</span></li>
</ul>
<p>και πολύ παρακάτω:</p>
<ul style="font-style: italic;">
<li>«Πλειοψηφικές όχι γιατί είναι περισσότεροι, αλλά γιατί <span style="text-decoration: underline;">φέρνουν νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά για το πώς έχει σημασία να ζούμε.</span> Τι έχει αξία στο μεταμοντέρνο φασισμό που ζούμε»</li>
</ul>
<p>(οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας, όπως και στα παρακάτω αποσπάσματα)</p>
<p>Αν και το κείμενο του Μίμη δεν αναφέρεται στην κοινωνική επανάσταση σε κανένα σημείο του και άρα η έννοια του επαναστατικού υποκειμένου του είναι άχρηστη ή ακατανόητη, το «πρεκαριάτο» και οι «νέες υποκειμενικότητες» φορτίζονται με θετικό τρόπο. Και από την στιγμή που σύμφωνα με τον συγγραφέα δεν αποτελούν επαναστατικό υποκείμενο, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς γιατί αναδεικνύονται. Η μόνη συνεπής ως προς το πνεύμα του κειμένου απάντηση στην οποία μπορούμε να καταλήξουμε, είναι πως το πρεκαριάτο για τον γράφοντα είναι ένα είδος εναλλακτικού υποκειμένου. Μια «<span style="font-style: italic;">φιγούρα</span>» που ενσαρκώνει μια νέα αντικουλτούρα. Ο Μίμης ξεχνάει πως η ίδια η παράδοση από την οποία προέρχεται η κατηγορία του «πρεκαριάτου», δηλαδή η ιταλική αυτονομία, χαρακτηρίστηκε από τη συνεχή αναζήτηση ενός κομματιού της εργατικής τάξης που να συμπυκνώνει χαρακτηριστικά πρωτοπορίας, δηλαδή να κατέχει ένα <span style="font-weight: bold;">στρατηγικά</span> κεντρικό ρόλο στην κίνηση προς την επαναστατική αλλαγή. Στο κείμενο, ενώ οι «νέες υποκειμενικότητες» παρουσιάζονται ως θετικότητα, ταυτόχρονα πραγματοποιείται επίθεση στην ανάλυση της πραγματικότητας με βάση τη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι το πρεκαριάτο πηγάζει από μια ανάγνωση αυτής ακριβώς της σύγκρουσης. Ότι συνίσταται από εκείνο το κομμάτι του προλεταριάτου το οποίο ζει κάτω από συνθήκες προσωρινότητας, ανασφάλειας, ευελιξίας, κινητικότητας, χαρακτηριστικών δηλαδή που αποτελούν την αλλοτριωμένη και επιβεβλημένη από το κεφάλαιο, μορφή των αιτημάτων των αγώνων ενάντια στην εργασία των δεκαετιών 1960-1970<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[1]</span>. Ταυτόχρονα το «πρεκαριάτο» παρουσιάζεται με την ψευδή εικόνα ενός «parade» που δεν ασχολείται με άμεσα αιτήματα αλλά με τη δημιουργία νέων μορφών επικοινωνίας, δικτύων αυτο-αξιοποίησης ή αντιεξουσιαστικών συλλογικοτήτων.</p>
<ul>
<li><span style="font-style: italic;">«H έκρηξη της <span style="text-decoration: underline;">κατανάλωσης</span>, η διείσδυση του <span style="text-decoration: underline;">εμπορεύματος</span> από τον έρωτα μέχρι τη διασκέδαση και τη μεταφυσική δεν συνηγορεί μόνο <span style="text-decoration: underline;">στην ανάγκη του κεφαλαίου να βγάλει υπεραξία από αυτές τις πτυχές της κοινωνικής ζωής.</span>»</span></li>
</ul>
<p>Οι όροι του κειμένου, κατανάλωση, εμπόρευμα, υπεραξία φαίνεται πως κατανοούνται ως ξεχωριστές κατηγορίες και όχι ως μορφές του κεφαλαίου, δηλαδή μιας ανταγωνιστικής κοινωνικής σχέσης που αυτο-παρουσιάζεται σαν διαχωρισμένη. Το κεφάλαιο δεν εμφανίζεται μόνο με τη μορφή της υπεραξίας, όπως το ορίζει ο συγγραφέας του άρθρου. Η δικτατορία της αξίας, της διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων από πράγματα (υλικά και άυλα), από το χρήμα, <span style="font-weight: bold;">είναι</span> «<span style="font-style: italic;">η διείσδυση του εμπορεύματος…στις πτυχές της κοινωνικής ζωής</span>». Τα πράγματα αυτά όμως δεν είναι κάτι άλλο από νεκρή εργασία, από αλλοτριωμένη ανθρώπινη δραστηριότητα. Είναι η επέκταση της εργασίας και άρα της διαμεσολάβησης της αξίας, σε ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του φάσματος των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Για να γίνει ο έρωτας, η διασκέδαση, η μεταφυσική εμπόρευμα πρέπει να υπαχθούν στο κεφάλαιο.</p>
<ul style="font-style: italic;">
<li>«Ακόμη περισσότερο, δε σημαίνει μόνο την αναγκαιότητα να μετατοπιστεί η παραγωγή σε υπηρεσίες επειδή η  βιομηχανική παραγωγή αυτοματοποιείται ή μεταναστεύει όπως με μερικό τρόπο ερμηνεύει ο Negri και λοιποί εργατιστές διανοούμενοι. Κυρίως αποτελεί τη μόνη διέξοδο ,ώστε η κυριαρχία να συνεχίσει να διατηρείται στον αφρό.»</li>
</ul>
<p>Και σε άλλο σημείο:</p>
<ul>
<li><span style="font-style: italic;">«Για να το συμμαζέψουμε λίγο το πράγμα, όταν αναφερόμαστε σε <span style="text-decoration: underline;">γνωσιακούς εργάτες</span> δεν εννοούμε μόνο όσους εργάζονται ως προγραμματιστές για παράδειγμα, αλλά κυρίως <span style="text-decoration: underline;">το γενικότερο σύνολο των μορφών εργασίας που εμπεριέχουν αναπόδραστες ανθρώπινες κοινωνικές δεξιότητες και χωρίς αυτές δεν μπορούν να λειτουργήσουν.»</span></span></li>
</ul>
<p>Παρότι το κείμενο εμφανίζεται κριτικό απέναντι στις απόψεις του Negri, τελικά τις αναπαράγει διαστρεβλωμένα. Εξηγούμαστε: η έμφαση σε ένα κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας -την άυλη παραγωγή- όπου η κοινωνική συνεργασία εμφανίζεται σαν μια κοινωνικοποιημένη παραγωγική δύναμη, έκφραση του κοινωνικού ατόμου, ως ένα συλλογικό πλεόνασμα άϋλου πλούτου, το οποίο προσπαθεί να καθυποτάξει το κεφάλαιο, είναι βασική θέση του Negri. Μόνο που ο Negri αναγνωρίζει πως το «πλεόνασμα κοινωνικών δεξιοτήτων» είναι δημιούργημα της ίδιας της καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[2]</span>.<br />
Το βασικό αντικείμενο της παραγωγής, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν είναι η παραγωγή (υλικών) αγαθών αλλά η παραγωγή υποκειμενικότητας, κοινωνικών αντιλήψεων, στάσεων, γνώσεων, κάτι που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο <span style="font-style: italic;">«επικοινωνιακό» </span>και <span style="font-style: italic;">«πολιτισμικό» </span>περιεχόμενο της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτή η άποψη αφενός λαμβάνει ως δεδομένη μια υποτιθέμενη μετάβαση σε μια πραγματικότητα που κυριαρχεί η άυλη εργασία, ενώ στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας άυλη και υλική παραγωγή συνιστούν πάντα αλληλοεμπλεκόμενες διαδικασίες<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[3]</span>. Αφετέρου, αυτή η ίδια η έμφαση στην άυλη παραγωγή, ως ηγεμονική στην παραγωγική διαδικασία, εστιάζει στη μορφή και στο αντικείμενο της εργασίας, ενώ <span style="font-style: italic;">«αυτό που έχει σημασία δεν είναι το αντικείμενο της εργασίας αλλά οι κοινωνικές σχέσεις και οι ανταγωνισμοί που αναπτύσσονται μέσα στην εργασιακή διαδικασία, το εάν και κατά πόσο συγκροτούνται όροι καπιταλιστικής εκμετάλλευσης»<span style="color: #00cc00;">[4]</span></span>. Προσδίδεται ένα καταφατικό περιεχόμενο στο συγκεκριμένο κομμάτι της παραγωγής, αφήνοντας έτσι ακέραιο αυτό στο οποίο υποτίθεται πως επιτίθεται: <span style="font-weight: bold;">την κατάφαση της εργασίας</span>. Η αλλοτριωτική φύση της εργασίας, που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής συνεπάγεται, πάει περίπατο μπροστά σε έναν υποτιθέμενο πλουραλιστικό πλούτο που αυτόνομα παράγει αυτή η νέα μορφή υποκειμενικότητας: το πρεκαριάτο.<br />
Θεωρώντας, όπως και οι μετα-αυτόνομοι, ότι η άυλη εργασία είναι εγγενώς αυτόνομη από τον έλεγχο του κεφαλαίου και υποκείμενη στην αυτοδιαχείριση, το κείμενο του Μίμη καταλήγει επίσης στην επιβεβαίωση της εργασίας. Μόνο που του διαφεύγει ότι το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση, είτε εμφανίζεται μέσω μιας άμεσης, στυγνής και ορατής προσταγής, είτε με το δημοκρατικό του πρόσωπο, είναι πάντα δημοκρατικό. Αυτοπαρουσιάζεται ως σύγκλιση ελεύθερων ατομικών αποφάσεων και πράξεων. Η ύπαρξη αυτονομίας σε συγκεκριμένες δραστηριότητες δεν συνεπάγεται και την αυτονομία τους από το κεφάλαιο, αλλά το ακριβώς αντίθετο: οι «<span style="font-style: italic;">γνωσιακοί εργάτες</span>» μπορεί να ταυτίζονται τόσο πολύ με το σκοπό και τα συμφέροντα της δουλειάς, που μετατρέπονται σε μάνατζερ του εαυτού τους. Το ότι αυτή η παραγωγή υποτίθεται ότι δεν γίνεται υπό τους όρους του κεφαλαίου, αλλά αυτόνομα<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[5]</span> καταλήγει σε μια αντίληψη του κεφαλαίου και της εργασίας ως ξεχωριστές οντότητες. Έτσι η δυνατότητα αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, μακριά από την προσταγή του καπιταλιστή, φαντάζει σαν απελευθέρωση από το κεφάλαιο. Στα μάτια της αυτοδιαχειριστικής ιδεολογίας, η απαλλοτρίωση που πραγματοποιεί το κεφάλαιο δεν είναι ορατή. Όσο αυτοδιαχειριζόμενη και (αμεσο)δημοκρατική κι αν είναι μια επιχείρηση δεν παύει να είναι μια επιχείρηση, ένας βασικός θεσμός της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η αυτοδιαχειριστική ιδεολογία δεν βλέπει πως η υπαγωγή στις απρόσωπες δυνάμεις της αγοράς είναι το δημοκρατικό πρόσωπο του κεφαλαίου που πατάει πάνω στην ατομική μας ελευθερία, υποκειμενικότητα, βούληση να εργαζόμαστε και να ανταλλάσσουμε ως ίσα άτομα. Οι εργάτες και εργάτριες που εργάζονται σε μια τέτοια επιχείρηση, στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν έναν μισθό που θα καλύπτει τις ανάγκες τους καταλήγουν να (αυτο)διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή τους.<br />
Το κείμενο δεν ορίζει επαρκώς ποιοι είναι και σε ποιους χώρους βρίσκονται οι «<span style="font-style: italic;">γνωσιακοί εργάτες</span>» αλλά μια ανάγνωση των χαρακτηριστικών που τους προσδίδονται μπορεί κάλλιστα να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για το χώρο της διαφήμισης, του μάρκετινγκ, της τέχνης, των ΜΜΕ ή της διανόησης<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[6]</span>.</p>
<ul>
<li><span style="font-style: italic;">«<span style="text-decoration: underline;">Οι εργαζόμενοι, σε άυλες μορφές παραγωγής</span> κατά κύριο λόγο, <span style="text-decoration: underline;">παράγουν</span> υποκειμενικότητα, ένα τρόπο και ένα περιβάλλον για να δομούνται οι κοινωνικές σχέσεις στο πεδίο της κοινωνικότητας, της επικοινωνίας, της πολιτισμικής σφαίρας. Δημιουργούν το πολιτισμικό περιεχόμενο του προϊόντος. <span style="text-decoration: underline;">Το πλαίσιο της κοινωνικής σχέσης που θα εκτυλιχθεί η ικανοποίηση μιας κοινωνικής ανάγκης. Δευτερευόντως είναι παραγωγοί κεφαλαίου</span>».</span></li>
</ul>
<p>Εύλογα αναρωτιόμαστε: γιατί αυτοί οι εργασιακοί τομείς είναι δευτερευόντως παραγωγοί κεφαλαίου, από τη στιγμή που «<span style="font-style: italic;">η πολιτισμική σφαίρα</span>» είναι ένα πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο ή από την στιγμή που η επικοινωνία γίνεται αντικείμενο της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή εμπορευματοποιείται; Αυτό που συμβαίνει, είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που το κείμενο του Μίμη περιγράφει: επειδή είναι πρωτευόντως παραγωγοί κεφαλαίου, οι εργαζόμενοι στην πολιτισμική σφαίρα αναπαράγουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες ως ανάγκη και επιθυμία του εμπορικού σήματος. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον πολιτιστικό τομέα της καπιταλιστικής παραγωγής ως τον κατ&#8217; εξοχήν τομέα που <span style="font-weight: bold;">δεν παράγει απλά ένα αντικείμενο για τον άνθρωπο αλλά και έναν άνθρωπο για το αντικείμενο.</span><br />
Επίσης θα θέλαμε να ρωτήσουμε τα εξής:<br />
Ποια μορφή εργασίας δεν εμπεριέχει «<span style="font-style: italic;">αναπόδραστες ανθρώπινες κοινωνικές δεξιότητες</span>»; Από την απλούστερη χειρωνακτική εργασία σε μια αλυσίδα παραγωγής μέχρι την πιο σύνθετη διανοητική εργασία σε ένα ερευνητικό κέντρο για παράδειγμα, το κεφάλαιο αναλύει και οργανώνει την επικοινωνία και την συνεργασία μέσω μελετών, που σκοπό έχουν να ορθολογικοποιήσουν και να κάνουν πιο παραγωγική την εργασία<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[7]</span>. Η διάσπαση του ανθρώπου σε χέρια και σε μυαλό είναι κομμάτι της γλώσσας του κεφαλαίου. Το να τονίζουμε μια υποτιθέμενη διανοητική εργασία ως δυνητικά απελευθερωτική είναι η άλλη όψη του νομίσματος του σταλινισμού και ολόκληρης της ορθόδοξης παράδοσης της Τρίτης Διεθνούς<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[8]</span>, η οποία τόνιζε τη χειρωνακτική εργασία ως τον κινητήρα της απελευθέρωσης <strong>του εργάτη</strong> (και όχι του ανθρώπου!).<br />
Ποια είναι αυτή «<span style="font-style: italic;">η κυριαρχία που διατηρείται στον αφρό</span>», αν όχι η ταξική κυριαρχία με τους όρους της μορφής-κεφάλαιο;</p>
<ul style="font-style: italic;">
<li>«Η δεκαετία του &#8216;70 με τα λεγόμενα κινήματα της αμφισβήτησης συμπύκνωσε και συγκέντρωσε, έστω και θολά, μια κριτική όλων των θεσμών της κοινωνίας. Από το ρόλο της γυναίκας, την οικογένεια, τη θρησκεία, τον έρωτα, το νόημα της εργασίας. <span style="text-decoration: underline;">Η κριτική αυτή φάνταζε απειλητική και για τους δύο πόλους της αντιπαράθεσης, τον μαρξισμό (παραδοσιακό ή αυτόνομο) και τον καπιταλισμό.»</span></li>
</ul>
<p>Το πρώτο σφάλμα σε αυτό το σημείο είναι πως θεωρείται δεδομένη η αυτονομία των διάφορων κοινωνικών σφαιρών της ζωής: οικονομία, πολιτική, οικογένεια, έρωτας, εργασία. Μυστικοποιείται έτσι ο πραγματικά διαχωρισμένος κόσμος του κεφαλαίου και οι συνδέσεις ανάμεσα στις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται. Ο διαχωρισμός του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής του, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε παραγωγή και αναπαραγωγή, ο δημοκρατικός διαχωρισμός της κοινωνίας σε άτομα-πολίτες, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε χρόνο εργασίας και ελεύθερο χρόνο (για την οικογένεια, το παιχνίδι, τον έρωτα), είναι βασικές προϋποθέσεις για την ανάδυση της καπιταλιστικής σχέσης. Οι διαχωρισμοί αυτοί κάνουν την ανθρώπινη δραστηριότητα να εμφανίζεται με διαφορετικές -φαινομενικά ασύνδετες- μορφές. Παίρνουν την μορφή παγιωμένων θεσμών και πραγμάτων, όπως το κράτος και το χρήμα. Ζούμε σε έναν κόσμο που η διαδικασία παραγωγής κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο. Γι&#8217; αυτό οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων παίρνουν την μορφή των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων. <span style="font-style: italic;">Ο κυρίαρχος ρόλος του εμπορεύματος ως διαμεσολαβητή των κοινωνικών σχέσεων δεν είναι διαχωρισμένος από τη φύση της εκμετάλλευσης. Αντίθετα, το γεγονός ότι η εκμετάλλευση στην καπιταλιστική κοινωνία βασίζεται στην αγορά και στην πώληση της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος είναι αυτό που προκαλεί τη γενίκευση των εμπορευματικών σχέσεων<span style="color: #00cc00;">[9]</span>.</span> Πολιτική και οικονομία δεν είναι παρά μορφές της ταξικής κυριαρχίας. Η αλλοτρίωση μας ως φορείς του εμπορεύματος εργατική δύναμη έχει άμεση συνέπεια την αλλοτρίωση των οικογενειακών ή διαπροσωπικών σχέσεων. Η πρακτική κριτική του κεφαλαίου, η όξυνση της ταξικής πάλης είναι αυτή που απομυστικοποιεί τις κυρίαρχες σχέσεις, είναι αυτή που φτιάχνει το νήμα ανάμεσα στις διαχωρισμένες μορφές, δημιουργώντας την κοινότητα του αγώνα ενάντια στην κοινότητα του κεφαλαίου.<br />
Το δεύτερο σφάλμα, έχει να κάνει με την κατηγορία που εξαπολύει το κείμενο στους μαρξιστές (παραδοσιακούς και αυτόνομους) ότι υποβιβάζουν τον καπιταλισμό σε οικονομικό σύστημα και αντιπαραθέτουν τον μαρξισμό ως ένα άλλο οικονομικό σύστημα. Καταρχήν, στον καπιταλισμό δεν αντιπαρατίθεται μια ιδεολογία ή μια θεωρία αλλά ένα πραγματικό κίνημα που καταργεί τις υπάρχουσες συνθήκες. Δεύτερο, υπάρχουν μαρξιστές (Λένιν, Στάλιν και απόγονοι) που δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν με τον καπιταλισμό. Από εκεί και πέρα, το γιατί τα νέα κινήματα φαντάζουν απειλητικά για μια συγκεκριμένη μορφή του μαρξισμού (τον αυτόνομο), τη στιγμή που κάποια από αυτά εκφράστηκαν μέσω αυτού, παραμένει ένα ανεξήγητο γεγονός, που ο Μίμης δεν μπαίνει στον κόπο να φωτίσει.<br />
Οι αντικειμενικές δυσκολίες και η υποκειμενική αδυναμία των αγώνων να αναζητήσουν τα συνεκτικά τους στοιχεία, τις διασυνδέσεις ανάμεσα στις μορφές, ήταν αυτή που έγινε χάσμα μέσα από το οποίο μπόρεσε να διεισδύσει το κεφάλαιο. Ικανοποιώντας επιμέρους αιτήματα, δίνοντας προσωρινές λύσεις κατάφερε να ενσωματώσει αυτή την «<span style="font-style: italic;">υπερσυσσώρευση ριζικής κριτικής</span>». Ακριβώς αυτός ο εναλλακτισμός που εκθειάζει το κείμενο του Μίμη, ήταν ο νέος ρεφορμισμός της καθημερινής ζωής, που οδήγησε στην κατάσταση της ήττας, της αποσύνθεσης και του διαχωρισμού στην οποία βρισκόμαστε σήμερα.<br />
Αν πάλι με τον όρο μαρξισμός υπονοείται η ταξική ανάλυση ή η χρήση των κατηγοριών που εισήγαγε ο Μαρξ σαν εργαλεία για την κατανόηση και την καταστροφή του κόσμου του κεφαλαίου, τότε πραγματικά θα περιμέναμε έστω μια αναφορά σε κάποιο ριζοσπαστικό κομμάτι των «<span style="font-style: italic;">κινημάτων αμφισβήτησης</span>» που δεν αντιμετώπιζε τον κόσμο από μια ταξική σκοπιά ή που δεν χρησιμοποίησε κάποια από τις κατηγορίες της μαρξικής κριτικής του κόσμου του κεφαλαίου, ώστε να πάρουμε μια γεύση αυτής της άλλης σκοπιάς<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[10]</span>.</p>
<ul style="font-style: italic;">
<li>«Η προσπάθεια να ερμηνευθούν όλα τα πεδία του προβληματισμού που μπήκαν εκείνη την εποχή με βάση την υπεραξία που αντλούν τα αφεντικά δεν ήταν διόλου τυχαία. Η αμφισβήτηση του ρόλου της γυναίκας ως του <span style="text-decoration: underline;">κοινωνικού μασέρ του κουρασμένου ταξικού αγωνιστή</span>[11] απαντήθηκε, από αυτή την τάση με την εξωφρενική λογική του μισθού για την νοικοκυρά. Δηλαδή παραβλέπουμε την εξουσιαστική σχέση, τους ρόλους και τους καταναγκασμούς στο εσωτερικό της σύγκρουσης άνδρα γυναίκας βαφτίζοντας την ταξικό υποκείμενο που της κόβουμε και μισθό από πάνω προς όφελος τελικά της σύγκρουσης εργασίας κεφαλαίου.»</li>
</ul>
<p>Δεν υπάρχει καταλληλότερος τρόπος να αντλήσει κανείς συμπεράσματα για το περιεχόμενο του λόγου ενός αγωνιζόμενου υποκειμένου, από τα ίδια του τα λόγια. Από την κατάθεση της ανάλυσής του. Ήταν οι ίδιες οι γυναίκες του κινήματος που εξέφρασαν με ταξικούς όρους την αλλοτρίωση και την εκμετάλλευση που υφίστανται <span style="font-weight: bold;">σαν κομμάτι του προλεταριάτου.</span> Το αίτημα «Μισθός για την οικιακή εργασία» ήταν ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο οι γυναίκες του κινήματος προσπάθησαν να αναδείξουν την εναντίωσή τους στον κοινωνικό τους ρόλο. Να αναγνωριστεί η δραστηριότητά τους αυτή όχι σαν ένα φυσικό χαρακτηριστικό της θηλυκότητας αλλά σαν αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή απλήρωτη εργασία που αναπαράγει το κεφάλαιο σαν ταξική κυριαρχία. Δεν παρέβλεψαν καθόλου «<span style="font-style: italic;">την εξουσιαστική σχέση, τους ρόλους και τους καταναγκασμούς στο εσωτερικό της σύγκρουσης άνδρα γυναίκα</span>», απλά τους αντιμετώπισαν ως <span style="font-weight: bold;">διαχωρισμούς εντός του προλεταριάτου</span> και κινήθηκαν προς το ξεπέρασμά τους. <span style="font-weight: bold;">Όχι προς την σύγκρουση των φύλων</span>, που ευνοεί τη διαίρεση, τον αποπροσανατολισμό, τη μυστικοποίηση και τελικά τη δημοκρατική διευθέτηση που παρατηρούμε σήμερα, <span style="font-weight: bold;">αλλά προς τη σύγκρουση των τάξεων</span>.<br />
Παραθέτουμε παρακάτω ενδεικτικά κάποια αποσπάσματα από το κείμενο της Sylvia Federici «Μισθός <span style="font-weight: bold;">ενάντια</span> στην οικιακή εργασία» του 1973:</p>
<p><span style="font-style: italic;"> «Είναι το αίτημα με το οποίο η φύση μας τελειώνει κι ο αγώνας μας αρχίζει, γιατί το να ζητάμε μισθό για την οικιακή εργασία, σημαίνει πως αρνούμαστε αυτή την εργασία σαν έκφραση της φύσης μας και επομένως ότι αρνούμαστε ακριβώς το θηλυκό ρόλο που έχει σκαρφιστεί το κεφάλαιο για εμάς.»</span><br style="font-style: italic;" /><span style="font-style: italic;"> «Θα πρέπει όμως να είναι ξεκάθαρο το ότι όταν αγωνιζόμαστε για ένα μισθό, δεν αγωνιζόμαστε να μπούμε στις καπιταλιστικές σχέσεις, γιατί ποτέ δεν είμαστε έξω από αυτές. Αγωνιζόμαστε να χαλάσουμε το σχέδιο του Κεφαλαίου για τις γυναίκες, που είναι μια βασική στιγμή αυτού του προγραμματισμένου καταμερισμού της εργασίας και της κοινωνικής δύναμης μέσα στην εργατική τάξη, διαμέσου της οποίας μπόρεσε το κεφάλαιο να διατηρήσει τη δύναμή του. Επομένως, ο μισθός για την οικιακή εργασία είναι ένα επαναστατικό αίτημα όχι επειδή καταστρέφει το κεφάλαιο από μόνο του αλλά επειδή επιτίθεται στο κεφάλαιο και το υποχρεώνει να αναδιαρθρώσει τις κοινωνικές σχέσεις με όρους πιο ευνοϊκούς για μας και συνακόλουθα πιο ευνοϊκούς για την ενότητα της τάξης».</span></p>
<p>Έχουμε κάθε διάθεση να μπούμε σε μια συζήτηση πάνω στο ζήτημα του κοινωνικού μισθού, εξετάζοντας το ιστορικό του πλαίσιο, τη δύναμη του αιτήματος, τις αδυναμίες και τα όριά του, το κατά πόσο κατάφερε αυτό που επιδίωκε, δηλαδή την ενοποίηση ενός κομματιού της τάξης που ήταν (και είναι ακόμα ως ένα βαθμό) κρυμμένο, απαξιωμένο και διασπασμένο. Δεν μπορούμε να δεχτούμε όμως τους απαξιωτικούς όρους του κειμένου αυτού, που μάλιστα κατατίθενται με μια απίστευτη ελαφρότητα, χωρίς (απ&#8217; ότι καταλαβαίνουμε) να έχουν διαβαστεί καν τα κείμενα των αγωνιστριών που προώθησαν το αίτημα του κοινωνικού μισθού.</p>
<ul style="font-style: italic;">
<li>«Η κωδικοποίηση του πρεκαριάτου <span style="text-decoration: underline;">ως μια στρατηγική του κινήματος</span> πηγάζει από ένα σύμπαν ερμηνειών, αναλύσεων και συμπεριφορών που εμφανίστηκαν από το τέλος των κινημάτων της αμφισβήτησης και μετά. Ένα κεντρικό σημείο είναι οι μετασχηματισμοί στην εργασία,[…]»</li>
</ul>
<p>Σε αυτό το σημείο ξανά εμφανίζεται η κεντρικότητα που αποδίδεται στο πρεκαριάτο, «<span style="font-style: italic;">ως μια στρατηγική του κινήματος</span>». Μια τέτοια αντίληψη δεν είναι παρά η μετατόπιση της στενής αντίληψης ότι στο προλεταριάτο υπάρχει πάντα ένα κομμάτι -με κεντρικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία- που εμφανίζει χαρακτηριστικά πρωτοπορίας. Η όλη συζήτηση γύρω από το πρεκαριάτο δεν επιδιώκει να κρατήσει στην προλεταριακή μνήμη τα «λάθη» του εργατισμού και την κριτική (και αυτοκριτική πολλές φορές) σχετικά μ&#8217; αυτά. Τα ίδια «λάθη» που έγιναν πριν 30 και 40 χρόνια επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσια. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι οι λέξεις στρατηγική και τακτική δεν είναι καθόλου αθώες στο «<span style="font-style: italic;">σύμπαν ερμηνειών, αναλύσεων</span>» γενικά και στην παράδοση της αυτονομίας συγκεκριμένα. Έχουν μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική ρίζα και αυτή δεν είναι άλλη από τον λενινισμό. Για να απαντήσουμε προτιμούμε να αναπαράγουμε την αυτοκριτική του Marco Revelli (1982):</p>
<p><span style="font-style: italic;">«Αντιμέτωποι με αυτή την ετερογενή αλλά συμπαγή ανθρώπινη ολότητα, αναγκαστήκαμε να παραδεχτούμε τη σχηματική φύση της ανάλυσης μας, η οποία τεμάχιζε τα διάφορα στρώματα της εργατικής δύναμης σε «ειδικευμένους εργάτες», «μαζικούς εργάτες», «κοινωνικούς εργάτες», «διάχυτους εργάτες» κτλ, χωρίς να συλλαμβάνει τα χιλιάδες σύνθετα νήματα που ύφαιναν το δίκτυο της εργατικής τάξης, νήματα που μετέφεραν την εμπειρία και τη γλώσσα των παλιών, πεπειραμένων κομματιών στους άπειρους νέους μετανάστες (μεταδίδοντας την κληρονομιά εμπειριών που ποτέ δεν καθυποτάχθηκαν πλήρως) ή επέτρεπαν στους νέους προλετάριους της μητρόπολης να πάνε «πέρα» από την εργασία, ακριβώς επειδή η περιοχή πίσω από τη γραμμή του μετώπου ήταν καλά οχυρωμένη από τη δύναμη μιας εργατικής τάξης που είχε γαλουχηθεί και διαμορφωθεί μέσα στην εργασία»<span style="color: #00cc00;">[12]</span></span>.</p>
<p>Πιστεύουμε πως η άποψη του κειμένου του Μίμη δεν απέχει και πολύ από την απλοϊκή αντίληψη πως το προλεταριάτο είναι οι βιομηχανικοί εργάτες, όπως πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν. Από την μετάγγιση τελικά του λενινισμού σε ένα νεο-αντικουλτουριάρικο σώμα.<br />
Αν και ο συγγραφέας του κειμένου συνεχώς επιτίθεται στα αναλυτικά εργαλεία της ταξικής ανάλυσης, δεν παύει να αντλεί τα επιχειρήματά του για την ανάδυση των «<span style="font-style: italic;">νέων φιγούρων</span>» (όπως το πρεκαριάτο) από «<span style="font-style: italic;">την πασιφανή ρηχότητα</span>» που τη χαρακτηρίζει. Ένα ολόκληρο «<span style="font-style: italic;">σύμπαν ερμηνειών, αναλύσεων και συμπεριφορών</span>» έρχεται να προστεθεί από δίπλα, χωρίς ποτέ αυτό το σύμπαν να αποδομείται ή να εξηγείται παρά μόνο και πάλι με όρους εμπορεύματος. Χαρακτηριστικό, είναι το παρακάτω απόσπασμα:</p>
<ul>
<li>&#8220;<span style="font-style: italic;">Με βάση τα παραπάνω, ερμηνείες που τοποθέτησαν την επέκταση των εμπορευματικών σχέσεων σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής, ως μια μορφή εργασίας με την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη να αντικαθιστά αυτή του εργάτη μάζα (θεωρία του κοινωνικού εργοστασίου)<span style="color: #00cc00;">[13] </span>δεν μπόρεσαν να διεισδύσουν στην ρίζα των μετασχηματισμών. Προσπάθησαν να απλουστεύσουν το άλμα της κυριαρχίας σε κάθε σημείο της ζωής, υποβάλλοντας έναν ηγεμονικό ρόλο στο κομμάτι της εργασίας. Σε ένα μπαρ για παράδειγμα, βάζει ως κεντρική την εργασιακή θέση όσων δουλεύουν και υποβαθμίζει τους καταναλωτές σε απλούς αναπαραγωγούς. Αντιθέτως, μας φαίνεται -εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσουμε σε τέτοιες αναγωγές και ιεραρχήσεις από τη στιγμή που <span style="text-decoration: underline;">σε χώρους που κατ&#8217; εξοχήν παράγουν σημασίες επικοινωνίας, κοινωνικότητας, <span style="font-weight: bold;">με όρους εμπορεύματος</span>, ακόμη και ο εργαζόμενος υιοθετεί στυλ και ταυτότητες που επηρεάζονται περισσότερο από τον κοινωνικό χαρακτήρα του χώρου παρά από την σύγκρουση αφεντικού εργάτη.</span>&#8221; </span></li>
</ul>
<p>Και η υποσημείωση 3 αναφέρει σχετικά με τον «<span style="font-style: italic;">κοινωνικό χαρακτήρα του χώρου</span>»:</p>
<ul style="font-style: italic;">
<li>«Ο <span style="text-decoration: underline;">κοινωνικός χαρακτήρας</span> σε ένα πρώτο χρόνο κάποιες φορές μπορεί να <span style="text-decoration: underline;">συμπεριλαμβάνει μια μορφή ψυχολογικής βίας</span> που να επιβάλει μια κοινωνικότητα που με την επανάληψη και την συνήθεια ενσωματώνεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού.»</li>
</ul>
<p>Σε σχέση με τα υπογραμμισμένα, θα ρωτήσουμε: Από πού διαμορφώνεται ο «<span style="font-style: italic;">κοινωνικός χαρακτήρας του χώρου</span>»; Ποιος ασκεί αυτή την «<span style="font-style: italic;">μορφή ψυχολογικής βίας</span>» και κυρίως ποιος επιβάλει «<span style="font-style: italic;">μια κοινωνικότητα που…</span>»; Ποιος; Είναι ή όχι η μορφή εμπόρευμα που έχει καθίσει για τα καλά πάνω σ&#8217; αυτές τις «<span style="font-style: italic;">σημασίες</span>» και κουβαλώντας μέσα της την αλλοτρίωση και την νεκρή εργασία, φέρει εξ&#8217; ορισμού μέσα της την καπιταλιστική βαρβαρότητα, την εκμετάλλευση και τη βία; Είναι ή όχι το «<span style="font-style: italic;">στυλ και οι ταυτότητες</span>» εμπορεύματα και αυτά τα ίδια; Και αν είναι εμπορεύματα, τότε πουλιούνται και αγοράζονται. Το θέμα είναι όμως ότι το στυλ δεν το πουλάει ο εργαζόμενος, αλλά το αφεντικό του, αφού πρώτα έχει αγοράσει τον εργαζόμενο και άρα το «<span style="font-style: italic;">στυλ και οι ταυτότητες»</span> είναι τώρα δική του ιδιοκτησία. Πως αλλιώς λέγεται αυτό αν όχι <span style="font-weight: bold;">άντληση υπεραξίας</span>; Άρα, τι διάολο είναι ο «<span style="font-style: italic;">κοινωνικός χαρακτήρας του χώρου</span>», παρά μια άμεση ένδειξη της αλλοτρίωσης, της εμπορευματικής του φύσης; Το εμπόρευμα εμπεριέχει την βία της εκμετάλλευσης.<br />
Πάντως όποιος και όποια έχουν δουλέψει στο bar ή στο service γνωρίζει καλά πως πρόκειται για μια σκατοδουλειά, εξαντλητική, βαρετή και κακοπληρωμένη. Κανένα στυλ και καμιά ταυτότητα δεν αλλοιώνουν αυτό το αντικειμενικό γεγονός που χαράσσεται πάνω στο σώμα και το μυαλό αυτής ή αυτού που δουλεύει.</p>
<ul style="font-style: italic;">
<li>«Ε, το να λέει <span style="text-decoration: underline;">κάποιος ή κάποια ή ακόμα χειρότερα πολιτικοί χώροι</span> ότι τα πάντα έχουν γίνει εργασία, άθελα τους ελπίζουμε, ταυτίζεται με την κίνηση της κυριαρχίας να τα εντάξει όλα στο σχήμα της εργασίας. Να μετριούνται τα πάντα με <span style="text-decoration: underline;">όρους παραγωγικότητας</span>. Το σχήμα αυτό στοχεύει να αποικίσει κάθε πτυχή της ζωής μας. Αναπολεί, όχι άδικα, τις εποχές που τα πράγματα ήταν απλά ή έστω έτσι νόμιζε ότι ήταν. Τότε που η ηγεμονία του λενινισμού είχε διαμορφώσει ένα κλίμα αυτάρκειας για τους αγωνιζόμενους εργάτες. Την <span style="text-decoration: underline;">ψυχεδελική εξίσωση εργατικού αγώνα και επαναστατικής διαδικασίας</span>. Σήμερα ο εργατισμός επανέρχεται μασκαρεμένος σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή του λέγοντας ότι όλα πια έχουν γίνει εργασία. Διευρύνοντας τα όρια της τάξης για να τους χωρέσει όλους, να τους ομογενοποιήσει.»</li>
</ul>
<p>Καταρχήν θα θέλαμε να ρωτήσουμε σε ποιους πολιτικούς χώρους ή έστω σε ποιες απόψεις αναφέρεται το κείμενο. Από πού αντλείται, δηλαδή, το συμπέρασμα ότι κάποιοι/ες πιστεύουν ότι τα πάντα «<span style="font-style: italic;">έχουν γίνει εργασία»</span>; Στη συνέχεια θα θέλαμε να κατανοήσουμε τι εννοείται με τη φράση «<span style="font-style: italic;">Να μετριούνται με όρους παραγωγικότητας</span>». Η παραγωγικότητα είναι ο βαθμός άντλησης υπεραξίας και άρα ο βαθμός εκμεταλλευσιμότητας της εργατικής δύναμης. Πρόκειται δηλαδή για μια ακόμη μυστικοποιημένη οικονομική έννοια που πίσω της υπάρχει η ταξική πάλη. Αν η παραγωγικότητα αυξάνεται αυτό σημαίνει ότι η εκμετάλλευση της εργασίας εντείνεται, οι αντιστάσεις και οι αγώνες του προλεταριάτου βρίσκονται σε ύφεση, και αντίστροφα. Το να κατανοεί κανείς την παραγωγικότητα της εργασίας ως μια ακόμα έκφραση του ταξικού ανταγωνισμού δεν συνεπάγεται πως «<span style="font-style: italic;">ταυτίζεται με την κίνηση της κυριαρχίας</span>», αλλά το αντίθετο. Ότι προσπαθεί να απομυστικοποιήσει τις φετιχοποιημένες μορφές της.<br />
Αυτό που «<span style="font-style: italic;">στοχεύει να αποικίσει κάθε πτυχή της ζωής μας</span>» είναι το κεφάλαιο, ως κοινωνική σχέση, ως διάλυση οποιασδήποτε κοινότητας βρίσκεται έξω από την κοινότητα του χρήματος. Αυτό που αναφέρεται ως «<span style="font-style: italic;">ένταξη στο σχήμα της εργασίας</span>» είναι μια μερική ανάγνωση του τι πραγματικά συμβαίνει. Ακόμα και δραστηριότητες που δεν υπάγονται άμεσα στην μισθωτή σχέση, παίρνουν τον χαρακτήρα της εργασίας. Για παράδειγμα, η δραστηριότητα των φοιτητών ή των νοικοκυρών<span style="color: #00cc00; font-style: italic;">[14]</span>. Το κεφάλαιο δεν τείνει να μισθώσει όλες τις δραστηριότητες ακριβώς επειδή ένα μέρος τους το συμφέρει να παραμένουν απλήρωτες. Από την άλλη όμως τις εντάσσει στην επικράτεια του, μέσω των διαδικασιών κυκλοφορίας και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.<br />
Η «<span style="font-style: italic;">διεύρυνση των ορίων της τάξης</span>» έγινε εξαιτίας της εμφάνισης νέων υποκειμένων αγώνα και όχι από μια ιδεολογική εκ των προτέρων κατασκευή. Ακριβώς επειδή το κεφάλαιο δεν είναι απλά μια οικονομική σχέση αλλά υπάγει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων στην κυριαρχία του. Όταν μιλάμε για υποκείμενο αγώνα, οφείλουμε να δούμε την ιστορική του κίνηση, τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του. Στο παρόν κείμενο συμβαίνει το αντίθετο. Κατασκευάζεται το «πρεκαριάτο» και η πραγματικότητα υπάγεται σε αυτή την ιδεολογική κατασκευή.</p>
<p>Δυο λόγια για το πρόταγμα του κειμένου, που συμπυκνώνεται κυρίως στο τελευταίο μέρος του. Το κείμενο καταλήγει σε μια αντικουλτουριάρικη-αυτοδιαχειριστική και πάνω από όλα εναλλακτική ιδεολογία χωρίς να λαμβάνει υπόψη του πως τα όρια της έχουν φανεί ήδη στους αγώνες του παρελθόντος. Εκθειάζει τις νέες υποκειμενικότητες, τα στυλ, την πολιτική της ταυτότητας, σερβίροντας μια μεταμοντέρνα αντικουλτούρα. Αδυνατεί να δει πως «<span style="font-style: italic;">μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο της γενικευμένης αφαίρεσης, όπου οι <span style="font-weight: bold;">συγκεκριμένες εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις</span> διαμεσολαβούνται από εικόνες και υποσχέσεις ευτυχίας, αυτό που έχει σημασία δεν είναι πια η χρησιμότητα του εμπορεύματος αλλά οι  “εμπειρίες”, τα “νοήματα” και τα “συναισθήματα” με τα οποία το τυλίγει η διαφήμιση. Η διαφήμιση, δηλαδή <span style="font-weight: bold;">ο λόγος του κεφαλαίου</span> που αφομοίωσε την επαναστατική γλώσσα, τη γλώσσα “της απελευθέρωσης των επιθυμιών”, οργανώνει συστηματικά την ανατροπή του παρόντος προς όφελος ενός φαινομενικά διαφορετικού μέλλοντος, το οποίο στην πραγματικότητα είναι αναπαραγωγή του υπάρχοντος»<span style="color: #00cc00;">[15]</span></span><span style="color: #00cc00;">.</span><br />
Αν και συμμεριζόμαστε την αγωνία του συγγραφέα για την ύφεση δυναμικών κοινωνικών αγώνων που κριτικάρουν πρακτικά τις υπάρχουσες συνθήκες, πιστεύουμε πως η προσπάθεια να μεταγγιστούν στην ελληνική πραγματικότητα οι ιδέες και οι πρακτικές ενός κομματιού του προλεταριακού κινήματος που εμφανίστηκε στην Ιταλία γίνεται με έναν αδέξιο τρόπο. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι πως αν και το κεφάλαιο είναι παγκόσμιο, οι συνθήκες που επιβάλλει δεν είναι αναγκαίο να είναι ταυτόσημες αλλά να δημιουργούν ένα οργανικό όλον. Οι συνθήκες αυτές διαμορφώνονται από την σύνθεση και τους αγώνες του εκάστοτε κομματιού του προλεταριάτου, θεωρώντας πως δυστυχώς είναι λίγες εκείνες οι φορές που το προλεταριάτο κατάφερε να σπάσει τα εθνικά του όρια. Νομίζουμε πως οφείλουμε να δούμε το πώς οι συνθήκες ευελιξίας, κινητικότητας, ανασφάλειας της εργασίας επιμερίζονται στην ελληνική πραγματικότητα. Η έρευνα των συνθηκών που μας επιβάλλει το κεφάλαιο σκοπό έχει να ακονίζει τα εργαλεία μας προς μια κατεύθυνση ξεπεράσματος των ορίων που συνάντησε η τάξη μας στο παρελθόν, προς την προσπάθεια κατάργησης των αναμεταξύ μας διαχωρισμών, προς την κατάργηση της προλεταριακής συνθήκης και άρα του κεφαλαίου.</p>
<div style="text-align: right;"><span style="font-weight: bold; font-style: italic;">Blaumachen και φίλοι, Απρίλιος 2006</span></div>
<p><span style="font-weight: bold; font-style: italic; text-decoration: underline;"><br />
σημειώσεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[1]</span> Άλλωστε και η ίδια η λέξη precariat (= precarity + proletariat) είναι εξόχως δηλωτική.<br />
[2] Negri και Hardt, <em>Η Εργασία του Διόνυσου</em>, <em>Αυτοκρατορία</em>.<br />
[3] Ας σκεφτεί κανείς για παράδειγμα πως παράγεται ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ή πως λειτουργεί ένα τηλεφωνικό κέντρο.<br />
[4] Καρλ Μαρξ, <em>Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής</em>.<br />
[5] Λες και υπάρχει εργασιακή διαδικασία που δεν απαιτεί παρελθούσα, νεκρή εργασία για να πραγματοποιηθεί.<br />
[6] Εξαιρώντας την πληροφορική, τις τηλεπικοινωνίες, την επιστημονική έρευνα κλπ, όπως υπονοεί το κείμενο.<br />
[7] Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε μεγαλύτερο βαθμό μετά το πείραμα Hawthorne στη Western Electric (1930) η βιομηχανική κοινωνιολογία και ψυχολογία στράφηκε σε μελέτες μικρών ομάδων και της υποκειμενικής κατάστασης των εργατών. Σκοπός αυτής της επικέντρωσης στην υποκειμενική στάση των εργατών ήταν η αύξηση της παραγωγικότητας. To κεφάλαιο πέρα από τα υλικά και τις μηχανές ασχολείται ιδιαιτέρως με τα ίδια τα υποκείμενα και την όλο και καλύτερη προσομοίωση τους με τις μηχανές.<br />
[8] Παράδοση με την οποία ο Μίμης δεν θέλει να έχει καμία σχέση. Ούτε εμείς. Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε ότι αυτή η παράδοση άρχισε να χτίζεται ήδη από τη Δεύτερη Διεθνή μέσα από τους αγώνες του προλεταριάτου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Πριν την απορίψουμε όμως οφείλουμε να προσπαθήσουμε να ερμηνεύοσυμε την προέλευσή της.<br />
[9] John Holloway, <em>Κρίση, Φετιχισμός, Ταξική Σύνθεση</em>.<br />
[10] Γνωρίζουμε ότι υπήρχαν πολιτικές συνιστώσες του κινήματος της δεκαετίας του &#8216;70 που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την ανάδυση νέων κοινωνικών υποκειμένων χωρίς να χρησιμοποιούν ταξικούς όρους. Ευτυχώς, τελευταία κυκλοφορούν αρκετά έντυπα στην πόλη μας που φροντίζουν να μας το θυμίζουν! Αυτό που πραγματικά θα θέλαμε να δούμε είναι καταρχήν πως συνδυάζονται αυτές οι αναλύσεις με την ανάλυση των μετα-αυτόνομων για τη διανοητική εργασία, την επισφαλή εργασία κλπ (πέρα από την ασαφή υπενθύμιση της ύπαρξής τους, όπως γίνεται στο κείμενο του Μίμη) και τελικά, αν συνδέονται αυτές οι θεωρίες με την καταστροφή του καπιταλισμού και την ανθρώπινη απελευθέρωση.<br />
[11] «Ασαφείς συλλήψεις της ενοχής, της καθολικής καταπίεσης των γυναικών από τους άντρες, της καταπίεσης “του καθενός μας&#8221;, λειτουργούν ως εργαλεία ενός Εγώ που υποχωρεί μπροστά σε μιαν αποσυντιθέμενη κοινωνία. Ότι κα οι άνδρες, επίσης, υπέφεραν και πέθαναν στη σφαγή της ιστορίας μπορεί κανείς να το δεχτεί ή να το αρνηθεί, έτσι κι αλλιώς δεν έχει καμία σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι το άμεσο: προωθείται ένας οικονομιστικοειδής φεμινισμός, λες και η τυφλή υιοθέτηση όσων έκανε ή σκέφτηκε κάθε εργάτης βελτιώνεται αν γίνει τυφλή υιοθέτηση όσων έκανε ή σκέφτηκε κάθε γυναίκα». &#8211; Russel Jacoby, The <em>politics of subjectivity</em> (Η σημείωση δική μας)<br />
[12] Αναφέρεται στο Steve Wright, <em>Storming Heaven</em><br />
[13] Να σημειώσουμε εδώ ότι ο όρος «κοινωνικό εργοστάσιο» αναφέρεται στον υπότιτλο του εντύπου.<br />
[14] Στο ίδιο τεύχος του Black Out φιλοξενείται ένα κείμενο με τίτλο «για την μιζέρια των φοιτητικών τίτλων», το οποίο συμφωνεί με την άποψη που παραθέτουμε εδώ, μιας και βλέπει την όλο και μεγαλύτερη κοινότητα μεταξύ μισθωτής εργασίας και φοιτητικής «εργασίας».<br />
[15] Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τεύχος 11</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/04/precarity-new-subjectivities-and-modern-myths/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μικρές ιστορίες ανώνυμων ανθρώπων σε ένα μακρινό τόπο</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/03/on-belfast-strike/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/03/on-belfast-strike/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 01 Mar 2006 20:10:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=95</guid>
		<description><![CDATA[Μέσα στον τεράστιο όγκο πληροφοριών με τις οποίες μας βομβαρδίζουν καθημερινά τα media, πέσαμε πριν λίγο καιρό πάνω σε ένα γεγονός που μας τράβηξε την προσοχή, μια απεργία των εργατών στα βρετανικά ταχυδρομεία στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας. Έτσι, είπαμε να την ψάξουμε λίγο περισσότερο, με τις λίγες δυνατότητες που έχουμε μιας και τυχαίνει να [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Μέσα στον τεράστιο όγκο πληροφοριών με τις οποίες μας βομβαρδίζουν καθημερινά τα media, πέσαμε πριν λίγο καιρό πάνω σε ένα γεγονός που μας τράβηξε την προσοχή, μια απεργία των εργατών στα βρετανικά ταχυδρομεία στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας. Έτσι, είπαμε να την ψάξουμε λίγο περισσότερο, με τις λίγες δυνατότητες που έχουμε μιας και τυχαίνει να ζούμε μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Διακρίναμε, μέσα στη θολή εικόνα που έχουμε για την όλη κατάσταση, εκείνες τις εκφράσεις της ταξικής κοινότητας που μας έκαναν να αποφασίσουμε ότι αξίζει να κυκλοφορήσουμε αυτή την προλεταριακή εμπειρία αγώνα στην πόλη όπου εμείς ζούμε και αγωνιζόμαστε κάθε μέρα.<br />
Αρχικά οφείλουμε μάλλον να πούμε δύο λόγια για το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η απεργία των ταχυδρομικών υπαλλήλων. Η ταχυδρομική υπηρεσία στο Ηνωμένο Βασίλειο (η αντίστοιχη υπηρεσία των «Ελληνικών Ταχυδρομείων» δηλαδή) είναι τα «Βασιλικά Ταχυδρομεία» (Royal Mail). Ο όμιλος Royal Mail είναι δημόσια επιχείρηση υπό την ιδιοκτησία της κυβέρνησης. Αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς απασχολεί γύρω στις 200.000 άτομα. Η εταιρεία προς το παρόν είναι η κυρίαρχη στην ταχυδρομική βιομηχανία της χώρας και ο (μεικτός) τζίρος της ξεπερνάει τα 8 δισεκατομμύρια λίρες το χρόνο. Ωστόσο, το βρετανικό κράτος έχει ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια μια προσπάθεια απελευθέρωσης της αγοράς στο συγκεκριμένο τομέα. Η προσπάθεια αυτή εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο (για το οποίο υπάρχει και η αντίστοιχη οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) απορύθμισης του δημοσίου τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Ήδη κάποιες ξένες ταχυδρομικές υπηρεσίες, όπως η γερμανική και η ολλανδική, αρχίζουν να διεκδικούν ένα κομμάτι της αγοράς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι, τα Royal Mail βρίσκονται σε ένα μεταβατικό στάδιο. Μάλιστα, η εταιρεία αυτοπαρουσιάζεται ως εξής: «Σήμερα αναδιαρθρώνουμε την εταιρεία μας για να ανταποκριθούμε στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των πελατών μας και στις απαιτήσεις του ανταγωνισμού. Στόχος μας είναι να γίνουμε η ανώτερη ταχυδρομική υπηρεσία στον κόσμο». Αυτό που βρίσκεται πίσω από τα αστραφτερά λόγια των στελεχών της εταιρείας είναι η αναπροσαρμογή της δομής της, πάνω στην κίνηση προς την ιδιωτικοποίηση και το άνοιγμα της αγοράς. Από τη δική μας σκοπιά, αυτό μεταφράζεται σε αύξηση της παραγωγικότητας και ένταση του ελέγχου και της πειθάρχησης των εργατών, κάτι που επιβεβαιώσαμε από μαρτυρίες των τελευταίων ή άρθρα πολιτικών οργανώσεων σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες τα τελευταία χρόνια. Τα τελευταία χρόνια, ο ισχυρισμός ότι «πρέπει να είμαστε παραγωγικοί για να αντεπεξέλθουμε στον εντεινόμενο ανταγωνισμό» αποτελεί σταθερά ένα κομμάτι της εσωτερικής προπαγάνδας της διοίκησης. «Δεν υπάρχει άλλη επιλογή», υποστηρίζουν, στάση την οποία συμμερίζεται και το Σωματείο των Εργατών στις Επικοινωνίες (Communication Workers&#8217; Union &#8211; CWU), παρόλο που αυτό πρόσφατα ξεκίνησε μια καμπάνια ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και την απορύθμιση. Το CWU προσπαθεί αυτή τη στιγμή να διαπραγματευτεί το πάγωμα των απολύσεων, με αντάλλαγμα την εγγύηση για την αύξηση της παραγωγικότητας. Ο συμβιβασμός αυτός είναι, βέβαια, πολύ εύθραυστος, αφού η διοίκηση θα απαιτήσει στο άμεσο μέλλον ακόμα έναν κύκλο απολύσεων.<br />
Όσον αφορά τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού στα βρετανικά ταχυδρομεία, αυτή μάλλον εξαρτάται από τη συγκεκριμένη περιοχή της χώρας. Στο Λονδίνο και στα περισσότερα μεγάλα αστικά κέντρα, το εργατικό δυναμικό είναι ένα μίγμα Βρετανών και μεταναστών εργατών. Στην επαρχία η πλειοψηφία είναι λευκοί Βρετανοί. Το ίδιο ισχύει και για το Μπέλφαστ, όπου ο βασικός διαχωρισμός ανάμεσα στους εργάτες είναι αυτός ανάμεσα σε προτεστάντες και καθολικούς. Οι ταχυδρομικοί εργάτες αποτελούν ένα από τα μαχητικότερα κομμάτια του προλεταριάτου στο Ηνωμένο Βασίλειο, μαζί με τους σιδηροδρομικούς και τους εργάτες στο μετρό του Λονδίνου. Πολλές φορές έχουν παρακάμψει τη νομοθεσία ενάντια στις απεργίες (η οποία θεσπίστηκε από την κυβέρνηση της Θάτσερ και έχει διατηρηθεί αυτούσια από τους Εργατικούς) και έχουν προχωρήσει σε «παράνομες» απεργίες. Ωστόσο, η άποψη ενός συντρόφου που δουλεύει ως ταχυδρόμος στο Λονδίνο, είναι ότι οι δράσεις τους δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ξεκάθαρα ενάντια στη συνδικάτα, αφού παρόλο που έρχονται σε ρήξη με την κεντρική πολιτική του CWU, οδηγούνται πολλές φορές από τους συνδικαλιστές της βάσης.<br />
Σχετικά με το Μπέλφαστ, πρόκειται (όπως είναι γνωστό) για ένα εξαιρετικά διαιρεμένο κοινωνικό έδαφος. Η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή έχει πληθυσμό περίπου μισό εκατομμύριο. Από τα τέλη της δεκαετίας του &#8216;60, δεκαετία που χαρακτηρίστηκε από έντονη απο-βιομηχανοποίηση της περιοχής και τεράστια αύξηση της ανεργίας (γεγονός που πιστεύουμε ότι δεν είναι συμπτωματικό), είναι συχνές οι συμπλοκές ανάμεσα στο καθολικό και το προτεσταντικό κομμάτι του πληθυσμού. Η πόλη είναι διαχωρισμένη από δεκάδες εσωτερικά «σύνορα ειρήνης» (peace lines). Πρόκειται για σιδερένιους τοίχους, στην κορυφή των οποίων υπάρχει συρματόπλεγμα, που χωρίζουν τις προτεσταντικές από τις καθολικές περιοχές. Οι πύλες που επιτρέπουν τη διέλευση φυλάσσονται από την αστυνομία. Η ανεργία στην πόλη είναι σήμερα επίσημα γύρω στο 5%. Συνήθως, οι απεργίες στην περιοχή του Μπέλφαστ ξεκινάνε από τοπικά ζητήματα. Παρόλο που τα επίσημα συνδικάτα προσπαθούν τις περισσότερες φορές να τις περιορίσουν, υπάρχει μια παράδοση στο τοπικό προλεταριάτο να σταματάει οποιαδήποτε εργασία σχετίζεται με έναν τομέα που απεργεί.<br />
Κλείνοντας το εισαγωγικό κομμάτι, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι δεν είναι σκοπός μας εδώ να κάνουμε μια εκτεταμένη έρευνα πάνω στην κοινωνική-ιστορική συνθήκη του Ηνωμένου Βασιλείου (και συγκεκριμένα της Βόρειας Ιρλανδίας) και τον ταξικών αγώνων στη χώρα, για τους οποίος και η δικιά μας εικόνα είναι αρκετά ελλιπής. Παρουσιάσαμε απλά κάποια στοιχεία για να γίνει καλύτερα κατανοητό το πλαίσιο της απεργίας των εργατών στα ταχυδρομεία και η σημασία που εμείς είδαμε σ&#8217; αυτή.<br />
Γιατί λοιπόν να δημοσιεύσουμε ένα κείμενο στην Ελλάδα για μια απεργία που έγινε κάπου μακριά και κατά πάσα πιθανότητα κανένας δεν άκουσε τίποτα γι&#8217; αυτή; Θεωρούμε ότι μπορούμε πάντα να διδαχτούμε από τις προλεταριακές εμπειρίες αντίστασης και να προχωρήσουμε το δικό μας αγώνα μέσα από την κριτική των υποκειμενικών αδυναμιών και των ορίων των διαφόρων αγωνιζόμενων κομματιών της τάξης μας. Οι δυνάμεις μας είναι μικρές γι&#8217; αυτό αναγκαζόμαστε να επιλέγουμε <span style="font-weight: bold;">να κυκλοφορούμε</span> εκείνες της εμπειρίες που πιστεύουμε ότι συνεισφέρουν περισσότερο προς την κομμουνιστική κατεύθυνση. Ο αγώνας των εργατών στα ταχυδρομεία της Βόρειας Ιρλανδίας δεν ήταν καθαρός, όπως και κανένας άλλος. Εμπεριείχε όμως μια πολύ σημαντική κίνηση προς το ξεπέρασμα των διαχωρισμών της τάξης και μια (άρρητη και αντιφατική, είναι η αλήθεια) κριτική της πολιτικής, που είναι και τα στοιχεία που θέλουμε να αναδείξουμε εδώ. Εξάλλου, όπως το κεφάλαιο και η εκμετάλλευσή μας είναι παγκόσμια είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε παγκόσμια και την άρνηση αυτού του κόσμου. Ο αγώνας των ταχυδρόμων αποτελεί στιγμή ενός ευρύτερου πεδίου αγώνων που βλέπουμε να εξελίσσονται στη Γαλλία ενάντια στον CPE, στην Ελλάδα ενάντια στο κλείσιμο εργοστασίων και στην νέα εργασιακή και ασφαλιστική νομοθεσία, στις ΗΠΑ ενάντια στο νέο νόμο του κράτους για τη μεταναστευτική πολιτική. Με μια πρώτη ματιά οι αγώνες φαίνονται να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, εκείνο που διαπερνά αυτές τις στιγμές είναι μια παγκόσμια αντικειμενική συνθήκη, η αδυναμία του κεφαλαίου να ενσωματώσει πλέον υλικά, πολιτικά και ιδεολογικά μεγάλα κομμάτια της τάξης. Εκείνο που λείπει, που είναι εξάλλου και ο στόχος, είναι η υποκειμενική σύνδεση των αγωνιζόμενων προλετάριων. Να γίνει εκείνη η ποιοτική ρήξη που θα μετατοπίσει τους αγώνες από την επιδίωξη μιας (καλύτερης) θέσης στην κοινότητα του κεφαλαίου στη συνολική καταστροφή αυτής της κοινότητας. Η συζήτηση που μας ενδιαφέρει σαν κομμουνιστές προλετάριους είναι αυτή γύρω από τα υποκειμενικά και αντικειμενικά χαρακτηριστικά της νέας ταξικής σύνθεσης που κινούνται προς αυτή τη ρήξη.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Οι πρώτες σταγόνες…</span></p>
<p>Τα τελευταία χρόνια ο έλεγχος του εργατικού δυναμικού στα Royal Mail έχει ενταθεί ασφυκτικά, κάτι που όπως προαναφέραμε συμπεριλαμβάνεται στην τακτική της απορύθμισης. Το περιστατικό που πυροδότησε την απεργία ήταν η άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε δύο εργάτες της ταχυδρομικής αποθήκης στην οδό Tomb στο βόρειο Μπέλφαστ. Ο ένας από αυτούς πιάστηκε να καταγράφει τις περιπτώσεις τραμπουκισμού από τη διοίκηση. Στις 31 του Γενάρη, 200 εργάτες στη συγκεκριμένη αποθήκη παράτησαν τη δουλειά τους και κατέβηκαν σε απεργία χωρίς την έγκριση του CWU. Το αίτημα των απεργών ήταν η διενέργεια έρευνας από ανεξάρτητο φορέα σχετικά με την τακτική της διοίκησης και τις πειθαρχικές διαδικασίες. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που οι εργάτες αντέδρασαν στην τακτική της διοίκησης των Royal Mail. Παρόμοιες κινήσεις χωρίς την έγκριση του σωματείου είχαν λάβει χώρα τον περασμένο Φεβρουάριο και Σεπτέμβριο <span style="color: #0033ff;">[1]</span>.<br />
Η άμεση αντίδραση της διοίκησης των Royal Mail ήταν να δηλώσει ότι δεν θα προχωρήσει σε καμία διαπραγμάτευση εφόσον η απεργία είναι παράνομη, από τη στιγμή που δεν έχει την έγκριση του σωματείου. Το CWU θα έπρεπε να αναγκάσει τους εργάτες να επιστρέψουν στη δουλειά.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">…και η καταιγίδα</span></p>
<p>Σε ένδειξη αλληλεγγύης στους απεργούς και ως απάντηση στη στάση των Royal Mail, μέχρι τις 3 του Φλεβάρη είχαν εμπλακεί στην απεργία και οι εργάτες του νότιου και του δυτικού τομέα του Μπέλφαστ. Στις 4 Φλεβάρη προχώρησαν σε απεργία και οι εργάτες του ταχυδρομικού γραφείου στην περιοχή Mallusk, με αποτέλεσμα οι παραδόσεις του ταχυδρομείου να σταματήσουν σχεδόν σε όλη την πόλη και σε μεγάλο κομμάτι της Βόρειας Ιρλανδίας. Τα Royal Mail διατήρησαν την ίδια στάση και μάλιστα μετέφεραν 50 διοικητικά στελέχη από διάφορες περιοχές της Αγγλίας στο Μπέλφαστ για να αντικαταστήσουν τους απεργούς, ώστε να συνεχιστεί η παράδοση του ταχυδρομείου, τουλάχιστον στις επιχειρήσεις της περιοχής. Η επέκταση της απεργίας στο γραφείο στο Mallusk αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για τα Royal Mail και όταν οι εργάτες μπλόκαραν το δρόμο προς το ταχυδρομικό γραφείο για να σταματήσει η μεταφορά του ταχυδρομείου από τους απεργοσπάστες, καλέστηκε η PSNI (Αστυνομική Υπηρεσία της Βόρειας Ιρλανδίας) και το μπλόκο διαλύθηκε.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Οι διαχωρισμοί…</span></p>
<p>Γενικά η στάση του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος ήταν αυτή της μη εμπλοκής, καθώς οποιαδήποτε σύνδεση μπορεί να τους οδηγούσε στο να δεχτούν κατηγορίες, εξαιτίας των αντι-απεργιακών νόμων του Βρετανικού κράτους.<br />
Το CWU πήρε αμέσως τις αποστάσεις του, ξεκαθαρίζοντας ότι δε θα στηρίξει μια απεργία που είναι παράνομη. Προσπάθησε πολλές φορές να επαναφέρει τους εργάτες στη δουλειά. Όπως δήλωσε ένας αντιπρόσωπός του, «η επίσημη γραμμή του CWU είναι ότι αυτή δεν είναι δική μας μάχη και δε θα εμπλακούμε όσο η απεργία παραμένει ανεπίσημη». Παρόλο που σε καμία στιγμή το CWU δε στήριξε την απεργία, προσπάθησε να διατηρήσει μια διαμεσολαβητική στάση, δηλώνοντας ότι η διοίκηση των Royal Mail θα έπρεπε να διαπραγματευτεί με τους εργάτες. Η ανάγκη να διατηρήσει μια δίοδο επαφής με τους εργάτες ενισχύθηκε και από τις πιέσεις των Royal Mail, καθώς κατά τη διάρκεια της απεργίας απειλήθηκαν προσωπικά 4 αντιπρόσωποι του σωματείου ότι θα τιμωρηθούν με πρόστιμο ή ακόμα και θα χάσουν τη δουλειά τους αν δεν καταφέρουν να αναγκάσουν τους απεργούς να επιστρέψουν στα πόστα τους. Το CWU διατήρησε επίσης πυροσβεστικό ρόλο όσον αφορά τυχόν επέκταση της απεργίας και σε άλλα ταχυδρομικά γραφεία της χώρας <span style="color: #3366ff;">[2]</span>. Πάντως, υπήρχαν μέλη της βάσης του CWU που στήριξαν την απεργία.<br />
Το Γενικό Συνδικάτο της Μεγάλης Βρετανίας (General Municipal Boilermakers &#8211; GMB) κράτησε παρόμοιες αποστάσεις, ανακοινώνοντας μάλιστα στο BBC ότι οι λόγοι για τους οποίους γίνεται οι απεργία είναι πλαστοί και ότι αυτή έχει γίνει πολύ καταστροφική (sinister). Η λέξη «sinister» δεν είναι αθώα για τους κατοίκους της Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς έχει συνδεθεί με τη δράση παραστρατιωτικών ομάδων. Ωστόσο, διάφορα συνδικάτα βάσης όπως και τοπικά σωματεία στήριξαν την απεργία, πολλές φορές και υλικά. Για παράδειγμα το Belfast and Districts Trades Union Council δημιούργησε μια ομάδα υποστήριξης των απεργών, η οποία στη συνέχεια πλαισιώθηκε από συνδικαλιστές άλλων κλάδων (πυροσβέστες για παράδειγμα), μέλη του Organise! <span style="color: #3366ff;">[3]</span> και του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (Socialist Workers Party &#8211; SWP) <span style="color: #3366ff;">[4]</span>. Η ομάδα υποστήριξης συγκέντρωσε χρήματα για τη στήριξη της απεργίας και προπαγάνδισε τα αιτήματα των ταχυδρόμων.<br />
Η τακτική των Royal Mail από την άλλη πλευρά ήταν να χρησιμοποιήσει τα οξυμένα αντανακλαστικά του διαχωρισμού στο προλεταριάτο της Βόρειας Ιρλανδίας. Φυσικά, τα τοπικά και εθνικά media είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Κάθε ανακοίνωση της διοίκησης της εταιρείας τόνιζε τον παράνομο χαρακτήρα της απεργίας και τις δυσκολίες που αυτή προκαλούσε στην εξυπηρέτηση του πληθυσμού <span style="color: #3366ff;">[5]</span>. Ο εργάτης που κρατούσε τις σημειώσεις των τραμπουκισμών κατηγορήθηκε ότι κατέγραφε τις πινακίδες των στελεχών της διοίκησης με στόχο να τους απειλήσει. Επίσης αφέθηκε να διαρρεύσει στα media ότι οι απεργοί απείλησαν τηλεφωνικά έναν εργαζόμενο που δε συμμετείχε στην απεργία. Βέβαια τίποτα δεν επιβεβαιώθηκε. Μάλιστα, οι απεργοί εργάτες χαρακτήρισαν επικίνδυνα τα παιχνίδια της διοίκησης. Κρίνοντας από το παρελθόν, μάλλον έχει μια βάση αυτή η δήλωση. Το 2002, μια ομάδα παραστρατιωτικών (Loyalists <span style="color: #3366ff;">[6]</span>) πυροβόλησε και σκότωσε έναν καθολικό εργάτη στα ταχυδρομεία καθώς πήγαινε στη δουλειά του. Άλλοι καθολικοί εργάτες απειλήθηκαν επίσης. Τελικά, αυτή η προσπάθεια διαίρεσης απαντήθηκε με μια πορεία 20000 ανθρώπων στο κέντρο του Μπέλφαστ.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">…και η έμπρακτη κριτική τους</span></p>
<p>Αυτό που θεωρήσαμε ως το σημαντικότερο στοιχείο της απεργίας (και το οποίο μας έκανε να ασχοληθούμε παραπάνω) ήταν η ενωμένη δράση καθολικών και προτεσταντών προλετάριων. Η ταξική αυτή αλληλεγγύη, μέσα στην προσπάθεια αντίστασης στις κοινές συνθήκες εκμετάλλευσης, αποτέλεσε την υλική κριτική στο διαχωρισμό (που μάλιστα στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη αποτελεί πραγματικά ένα σχίσμα στο προλεταριάτο), κριτική η οποία κορυφώθηκε στις 14 του Φλεβάρη. 500 ταχυδρόμοι διοργάνωσαν αυτόνομα πορεία στην οποία συμμετείχαν πάνω από 3000 άτομα. Κινήθηκε προς το κέντρο της πόλης περνώντας από την προτεσταντική οδό Shankill στην καθολική οδό Falls (πρόκειται για δρόμους-σύμβολα του θρησκευτικού διαχωρισμού του Μπέλφαστ). Στη διαδρομή η πορεία πέρασε διαμέσου του «συνόρου ειρήνης» στην οδό Lanark, η οποία αποτελεί ένα υλικό και συμβολικό σύνορο ανάμεσα σε δύο συνοικίες που μοιάζουν να είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι. Η πορεία βρήκε πολύ μεγάλη στήριξη από τον κόσμο της πόλης, ενώ ταυτόχρονα ήταν μια κίνηση κοινωνικοποίησης του αγώνα. Εδώ εντοπίζουμε ακόμα ένα ουσιαστικό στοιχείο της απεργίας, το γεγονός ότι τέθηκε ρητά και επιδιώχθηκε να απαντηθεί το ζήτημα της εξόδου του αγώνα από το χώρο εργασίας, ώστε αυτός να διεξαχθεί στο κοινωνικό έδαφος της πόλης. Πιστεύουμε ότι είναι προτιμότερο να δούμε τις προλεταριακές αρνήσεις στα λόγια των ίδιων των εργατών:<br />
«Η πορεία αποτέλεσε τεράστια ώθηση για το ηθικό μας. Ήταν ιστορικής σημασίας. Δεν έχω ξαναβρεθεί στο Shankill. Πάνε πάνω από 70 χρόνια από τότε που οι εργάτες έκαναν ενωμένοι πορεία και στους δύο δρόμους».<br />
«Γιατί μας φοβούνται τόσο; Είμαι καθολικός από την οδό Falls, αλλά όταν περπατούσαμε στο Shankill, ο κόσμος ζητωκραύγαζε &#8211; καθολικοί και προτεστάντες μαζί».<br />
«Οι εργάτες έχουν πάντα την πρωτοβουλία ενάντια στο φανατισμό, όχι οι πολιτικοί. Εμείς βρισκόμαστε στη γραμμή του πυρός των επιθέσεων και των παρενοχλήσεων, τη στιγμή που οι πολιτικοί μπορούν να κρύβονται στα γραφεία τους».<br />
«Στην πραγματικότητα ο (θρησκευτικός) σεχταρισμός δημιουργεί διαχωρισμούς ανάμεσα στους εργάτες και αυτοί οι διαχωρισμοί επιτρέπουν στα αφεντικά και τους πολιτικούς να μας επιτίθενται».<br />
«Στις κοινότητές μας, στα διαχωρισμένα γκέτο μας νιώθουμε απομονωμένοι και αδύναμοι. Αλλά καθώς περνάμε στη δράση δηλώνουμε κάτι διαφορετικό. Δείχνουμε τη δύναμή μας ως εργάτες &#8211; οι προτεστάντες εργάτες δίπλα στους καθολικούς εργάτες, οι άντρες δίπλα στις γυναίκες».</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Ναι, δεν έχουμε μπανάνες: οι προλετάριοι ενωμένοι στο Μπέλφαστ το 1932</span></p>
<p>Η τελευταία φορά (πριν από μια παρόμοια πορεία των πυροσβεστών το 2002-2003) που προτεστάντες και καθολικοί εργάτες κάνανε μαζί πορεία διαμέσου του Falls και του Shankill ήταν το 1932. Εκείνη τη χρονιά, εξαιτίας της ύφεσης, υπήρξε μια κατακόρυφη αύξηση των απολύσεων και της ανεργίας. Οι εργάτες βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας αυξήσεις των μισθών, κατάργηση της εργασίας κατ&#8217; αποκοπή, κατάργηση του μισθού με το κομμάτι και απολαβές για τις εξωτερικές εργασίες όσο προβλεπόταν από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Στις 3 του Οκτώβρη του 1932, 2000 εργάτες αρνήθηκαν να δουλέψουν και πραγματοποιήθηκε μια πορεία 20000 ανθρώπων που πέρασε μέσω των Falls και Shankill. Οι μόνοι ουδέτεροι στίχοι που γνώριζαν και οι δύο κοινότητες ήταν το «Yes, we have no bananas», οι οποίοι επαναλαμβάνονταν συνεχώς. Η εφημερίδα Irish Worker&#8217;s Voice (Η φωνή του Ιρλανδού εργάτη) είχε γράψει τότε: «Αυτή ήταν η εργατική τάξη &#8211; όχι τα πολιτικά κόμματα ή οι θρησκευτικές κλίκες. Οι παλιές διαφορές και προκαταλήψεις εξαφανίστηκαν, διαλύθηκαν μέσα στην κοινή δυστυχία και την κοινή ανάγκη». Η κυβέρνηση της Βόρειας Ιρλανδίας απάντησε ανακηρύσσοντας την επόμενη διαδήλωση παράνομη. Όταν αυτή πραγματοποιήθηκε, η αστυνομία επιτέθηκε στους διαδηλωτές σκοτώνοντας 2 άτομα και τραυματίζοντας άλλα 100. Κατά τη διάρκεια της κηδείας των νεκρών εργατών δεκάδες χιλιάδες προλετάριων γέμισαν τους δρόμους του Μπέλφαστ. Τελικά, κατακτήθηκε μια αύξηση του μισθού από 8 σε 20 σελίνια την εβδομάδα.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Η επόμενη μέρα ξανά στη δουλειά</span></p>
<p>Οι ταχυδρομικοί υπάλληλοι έληξαν την απεργία τους στις 17 του Φλεβάρη, αφού η διοίκηση των Royal Mail αποφάσισε να συνθηκολογήσει. Οι εργάτες κέρδισαν το αρχικό τους αίτημα για μια ανεξάρτητη έρευνα των εργασιακών σχέσεων στην εταιρεία και ταυτόχρονα έσπασαν το συμβιβασμό για 12 μήνες χωρίς απεργία. Εκείνο όμως για το οποίο πραγματικά αγωνίστηκαν δεν ήταν το ένα ή το άλλο συγκεκριμένο αίτημα, αλλά η <span style="font-weight: bold;">αξιοπρέπειά </span>τους. Αυτό μας έδειξαν καταρχήν οι μαρτυρίες των ίδιων που μπορέσαμε να βρούμε. Αυτό μας έδειξε επίσης και το γεγονός ότι από κάποια φάση και μετά, ένα από τα κεντρικά αιτήματα της απεργίας έγινε η μη ποινικοποίηση των ίδιων των εργατών που συμμετέχουν στην απεργία. Το SWP και τα διάφορα μικρότερα γκρουπούσκουλα της αριστεράς θεώρησαν κατά τη διάρκεια του αγώνα ότι η νίκη των ταχυδρόμων θα ήταν η κατάκτηση του αιτήματος της ανεξάρτητης έρευνας. Για εμάς, το ουσιαστικό περιεχόμενο της όλης κινητοποίησης βρίσκεται στις τάσεις που είδαμε προς τη συγκρότηση μιας ταξικής κοινότητας αγώνα, προς το ξεπέρασμα του διαχωρισμού και ταυτόχρονα στην άρρητη κριτική της πολιτικής και της διαμεσολάβησης που φάνηκε και στις μαρτυρίες που παραθέσαμε παραπάνω. Το ζήτημα δεν είναι να εξασφαλίσουμε μια δημοκρατικότερη διαχείριση της πώλησης των εαυτών μας <span style="color: #3366ff;">[7]</span>, μιας και η ίδια η προλεταριακή μας ύπαρξη σημαίνει αναξιοπρέπεια και εκμετάλλευση. Δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη ζωή μας όσο ο κόσμος του κεφαλαίου δεν ξηλώνεται από τη ρίζα του. Όπως δήλωσε και ένας από τους απεργούς ταχυδρόμους, «σήμερα, ακόμα δεν έχουμε μπανάνες»!</p>
<div style="text-align: right;"><span style="font-style: italic;">Blaumachen</span><br />
Μάρτης του 2006</div>
<p><span style="font-style: italic;">Ευχαριστούμε τον Niels και το Γιώργο για τη βοήθειά τους στη συγκέντρωση του υλικού γι’ αυτό το κείμενο.</span></p>
<p><span style="font-weight: bold;"><span style="font-size: medium;">Σημειώσεις</span></span><br />
<span style="color: #3366ff;"> </span></p>
<p><span style="color: #3366ff;">[1]</span> Επίσης, να σημειώσουμε ότι παράνομες απεργίες στον τομέα των ταχυδρομείων είχαν προηγηθεί το 2001, στην οποία συμμετείχαν 3000 ταχυδρομικοί στη βορειοδυτική Αγγλία, το 2003,  η οποία επεκτάθηκε σε 16 πόλεις και για 17 ημέρες στο Όξφορντ το Μάρτη του 2004.<br />
<span style="color: #3366ff;">[2]</span> Η απεργία δεν εξαπλώθηκε σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ιρλανδίας και της Μεγάλης Βρετανίας πέρα από το Μπέλφαστ.<br />
<span style="color: #3366ff;">[3]</span> Ιρλανδική αναρχική οργάνωση που εκδίδει το Working Class Resistance.<br />
<span style="color: #3366ff;">[4]</span> Πρόκειται για το ισχυρότερο τροτσκιστικό κόμμα στον κόσμο εν ζωή (ας ελπίσουμε ότι θα πεθάνει σύντομα).<br />
<span style="color: #3366ff;">[5]</span> Σε μια περίπτωση, τα media τόνισαν την παρεμπόδιση της σωστής λειτουργίας ενός νοσοκομείου της πόλης εξαιτίας της απεργίας στα ταχυδρομεία.<br />
<span style="color: #3366ff;">[6]</span> Ο όρος «loyalist» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά αναφορικά με την Ιρλανδία το 1790 και αναφερόταν σε εκείνους τους προτεστάντες που αντιδρούσαν στη χειραφέτηση των καθολικών. Στη σύγχρονη Βόρεια Ιρλανδία αναφέρεται στους ένθερμους οπαδούς της πολιτικής ένωσης της Μεγάλης Βρετανίας με τη Βόρεια Ιρλανδία. Ο όρος όμως συνηθίζεται να αναφέρεται (με τη διαμεσολάβηση των media) στις ακραίες πτέρυγες των «ενωτικών» που διαπράττουν δολοφονίες ή απειλές δολοφονίας προς υπεράσπιση της κοινότητάς τους. Υπάρχουν κάποιες παραστρατιωτικές ομάδες που χαρακτηρίζονται ως loyalists, όπως η Ulster Defense Association (UDA), η Ulster Freedom Fighters (UFF), η Loyalist Volunteer Force (LVF) και η Ulster Volunteer Force (UVF).<br />
<span style="color: #3366ff;">[7]</span> Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα αγωνιστούμε για να κατακτήσουμε όσα μπορούμε περισσότερα στο καθημερινό πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/03/on-belfast-strike/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
