<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Blaumachen &#187; Featured</title>
	<atom:link href="http://www.blaumachen.gr/category/featured/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://www.blaumachen.gr</link>
	<description>journal</description>
	<lastBuildDate>Thu, 22 Dec 2011 20:25:27 +0000</lastBuildDate>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>http://wordpress.org/?v=3.3.1</generator>
		<item>
		<title>Πώς μπορεί κανείς ακόμα να θέτει αιτήματα όταν κανένα αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Dec 2011 19:57:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=674</guid>
		<description><![CDATA[Σχετικά με τους απέλπιδες αγώνες στη Γαλλία. (Μετάφραση από το διεθνές περιοδικό SIC)]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;"><a href="http://www.communisation.net/How-one-can-still-put-forward?PHPSESSID=10386d4f170d67911ebd86d7d6ad8f3f"><em>(Μετάφραση από το διεθνές περιοδικό SIC)</em></a></p>
<h3>Σχετικά με τους απέλπιδες αγώνες στη Γαλλία</h3>
<p><strong>Εισαγωγή</strong></p>
<p>Sullair Europe, Sodimatex, Siemens… Η πρακτική των προλετάριων να κρατούν ομήρους τα αφεντικά τους ή να απειλούν ότι θα ανατινάξουν τα εργοστάσιά τους επανεμφανίστηκαν το 2009, μετά από ένα σύντομο κύμα στις αρχές του αιώνα, και έχει από τότε γίνει κάτι σαν μόδα. Μπορούμε μέχρι στιγμής να μετρήσουμε τουλάχιστον 20 περιπτώσεις από την αρχή του 2010.</p>
<p>Αυτό που συνέβη στη Siemens είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό του πλαισίου μέσα στο οποίο αναδύονται τέτοιες πρακτικές αγώνα. Τον Σεπτέμβριο του 2009, η διοίκηση αυτής της μεταλλουργικής βιομηχανίας ανακοίνωσε 470 απολύσεις στο εργοστάσιο του Montbrisson όπως και το οριστικό κλείσιμο του εργοστασίου του Saint-Chamond. Εν όψει της συμφωνίας που θα υπογραφόταν στις 12 Φεβρουαρίου, τα συνδικάτα ετοίμασαν μια αντιπρόταση, ώστε να σωθούν κάποιες θέσεις εργασίας, αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν πουθενά. «Η διεύθυνση πλέον δεν ακούει», σημείωσε ένας εργαζόμενος. Οι εργάτες στη συνέχεια οργάνωσαν διαδηλώσεις, μπλόκαραν δρόμους και κατέβηκαν σε απεργίες στο εργοστάσιο του Montbrisson, αλλά οι προσπάθειές τους απέβησαν άκαρπες. Τελικά, την Δευτέρα 1η Μάρτη του 2010, οι εργαζόμενοι του Saint-Chamond έπιασαν ομήρους δυο στελέχη της εταιρείας με σκοπό να πιέσουν για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων. Οι εργαζόμενοι ανακοίνωσαν ότι οι κινήσεις τους «ήταν κατ’εντολή του συνόλου του προσωπικού», ως απάντηση «στο μπλοκάρισμα των διαπραγματεύσεων». Σε τηλεφωνική επικοινωνία, τα στελέχη περιέγραψαν την κατάστασή τους ως εξής: «[Οι εργαζόμενοι] μας ενημέρωσαν ότι θα παραμείνουμε κρατούμενοι για όσο διάστημα οι διαπραγματεύσεις δεν θα έχουν την πρόοδο που αυτοί επιθυμούν, ειδικά σε ό,τι αφορά την αύξηση της αποζημίωσης πέραν του ελαχίστου ορίου που ορίζει ο νόμος, για όσους έχουν απολυθεί.» Αφού παρέμειναν κλειδωμένοι για ένα βράδυ, αφέθησαν ελεύθεροι και την επόμενη μέρα επιτεύχθηκε συμφωνία με την διοίκηση, η οποία επιβεβαίωσε το κλείσιμο του ενός εργοστασίου, μείωσε τον αριθμό των θέσεων εργασίας που θα χάνονταν κατά 15 και έκανε δεκτή μια αύξηση στην αποζημίωση από τα 25.000 στα 45.000 ευρώ.</p>
<p>Περιπτώσεις απειλών ανατίναξης του εργοστασίου επαναλήφθηκαν επίσης κατά τη διάρκεια του 2010, ακολουθώντας το παράδειγμα του New Fabris τον προηγούμενο χρόνο, ενός αγώνα που επέτρεψε στους εργαζόμενους να λάβουν αποζημίωση πάνω του νόμιμου ορίου της τάξης των 12.000 ευρώ. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε το 2010 στη Sodimatex, μια εταιρεία κατασκευής εξαρτημάτων για αυτοκίνητα, και τον ίδιο μήνα επαναλήφθηκε στο τυπογραφείο Brodard Graphique και στην Poly Implant Prothèse, εταιρεία κατασκευής προσθετικών στήθους από σιλικόνη, όπου στις 12 Απριλίου του 2010 οι εργαζόμενοι απείλησαν να βάλουν φωτιά στις εγκαταστάσεις. Ο Eric Mariaccia, εκπρόσωπος του σωματείου CFDT δήλωσε τα εξής: «Έχουμε ετοιμάσει βόμβες μολότωφ και τοποθετήσαμε εξαιρετικά εύφλεκτα υλικά στην είσοδο του εργοστασίου». Οι εργάτες σκόρπισαν επίσης πολλές χιλιάδες προσθετικών μπροστά από το εργοστάσιο και έβαλαν φωτιά σε λάστιχα αυτοκινήτων.</p>
<p>Ενώ η χρήση τέτοιων μεθόδων μοιάζει αδιανόητη σε άλλες δυτικές χώρες, στη Γαλλία θεωρούνται αποδεκτές από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.<a title="" href="#_ftn1"><sup>[1]</sup></a>Εκτός της χώρας, τέτοια περιστατικά συχνά θεωρούνται έκφραση «μιας γαλλικής νοοτροπίας» και μιας εξεγερτικής παράδοσης που χρονολογείται από τη Γαλλική επανάσταση του 1789. Αν η ηλιθιότητα μιας τέτοιας οπτικής είναι προφανής, οι λόγοι που βρίσκονται πίσω από μια τέτοια ιδιαιτερότητα δεν μπορούν να εξηγηθούν χωρίς τη μελέτη των συγκεκριμένων περιπτώσεων –τόσο των πιο πρόσφατων όσο και των παλαιότερων– αλλά και χωρίς την ανάλυση της εξέλιξης των διαμεσολαβήσεων που εγκαθιδρύθηκαν μεταξύ των τάξεων στη Γαλλία μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.</p>
<p>Τα ερωτήματα στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε, μελετώντας αυτές τις στιγμές είναι: Γιατί αυτές οι μορφές παράνομου αγώνα επανεμφανίζονται σήμερα; Γιατί στη Γαλλία; Και γιατί μόνο στο πλαίσιο σχεδίου απολύσεων και αποζημιώσεων;</p>
<p><strong>Παράνομοι αγώνες στη Γαλλία</strong></p>
<p>Αν και περιπτώσεις απαγωγής αφεντικών ή φυσικής βίας εναντίων εργοδοτών είχαν εμφανιστεί την εποχή του Λαϊκού Μετώπου του 1936, παρέμειναν εξαιρετικά σπάνιες στα μετέπειτα «Τριάντα Χρυσά» χρόνια της ανάπτυξης, από το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι πριν το Μάη του 1968. Στα λίγα περιστατικά που εμφανίστηκαν σε αυτήν την περίοδο, όπως στην Peugeot στο Sochaux το 1961 (προπηλακισμός του εργοδότη), ή το 1967 στο Ducellieux (απαγωγή), δεν βρήκαμε καμία περίπτωση που να οφειλόταν σε κλείσιμο εργοστασίου. Εκείνες οι μορφές δράσης είχαν γίνει με σκεπτικό να κερδηθούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αυξήσεις μισθών<a title="" href="#_ftn2"><sup>[2]</sup></a>.</p>
<p>Το Μάη του 1968 έχουμε την πρώτη εμφάνιση ενός κύματος απαγωγών αφεντικών (τουλάχιστον 11 περιπτώσεις από τις 14 έως τις 20 Μαΐου) οι οποίες συνεχίζονται και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Αλλά καθώς η οικονομική κατάσταση στη Γαλλία ήταν ακόμη σχετικά καλή, τουλάχιστον μέχρι το πετρελαϊκό σοκ του 1973, οι απαγωγές αφεντικών χρησιμοποιούνταν ακόμη κυρίως στα πλαίσια αύξησης των μισθών. Το 1971, στο εργοστάσιο Egelec-Somarel, οι εργαζόμενοι αιχμαλώτισαν δύο αφεντικά μέσα στο εργοστάσιο και τους κράτησαν εκεί 24 ώρες με σκοπό να αυξήσουν τους μισθό τους κατά 50 σέντς την ώρα. Στο Flixecourt, στην Somme, οι εργαζόμενοι κράτησαν αιχμάλωτο τον διευθυντή προσωπικού και τέσσερα στελέχη για να πετύχουν αύξηση μισθού και συνταξιοδότηση στα 60. Στην εταιρεία Le Joint Français, στο Saint Brieux, τρεις διευθυντές κρατήθηκαν για 24 ώρες. Οι εργάτες απαιτούσαν αύξηση στα 70 σεντς την ώρα και 13ο μισθό. Οι Μαοϊκές ομάδες που είχαν μπει στα εργοστάσια εκείνη την περίοδο έπαιξαν ρόλο στην επιλογή αυτού του τρόπου δράσης και μερικές φορές ήταν αποκλειστικά αυτές που αναλάμβαναν την όλη δράση (το 1972 ένα στέλεχος της Renault κρατήθηκε σε ομηρία από μέλη της Gauche Prolétarienne.) Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι αυτές οι δράσεις είναι δύσκολο να συγκριθούν με τους «απέλπιδες αγώνες» που είδαμε να εμφανίζονται στην βιομηχανία του χάλυβα κατά το τέλος της ίδιας δεκαετίας.<a title="" href="#_ftn3"><sup>[3]</sup></a></p>
<p>Δεν είναι παρά στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, οπότε και η ανεργία άρχισε πλέον να αποτελεί πραγματικότητα για όλη τη χώρα, που οι απαγωγές αφεντικών έγιναν μια μορφή αγώνα που αφορούσε συγκεκριμένα τα κλεισίματα εργοστασίων. Εκείνη την περίοδο ξεσπάνε αγώνες πολύ βίαιοι, που συχνά διαρκούν χρόνια, εμπλέκουν μεγάλο αριθμό εργατών σε ολόκληρες περιφέρειες, και υποστηρίζονται με δράσεις αλληλεγγύης εντός και εκτός των περιφερειών αυτών.</p>
<p>Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, μια ευρωπαϊκή συμφωνία για την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας του χάλυβα απείλησε εκατοντάδες θέσεις εργασίας στην περιοχή της Lorraine. Σ΄αυτό το πλαίσιο, σε ένα εργοστάσιο στην πόλη Longwy, 300 από τους 1800 εργαζομένους απήγαγαν και κράτησαν ομήρους τον διευθυντή και δύο στελέχη, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στην οποία θα παίρνονταν αποφάσεις σχετικά με τις απολύσεις. Όταν η αστυνομία επενέβη για να απελευθερώσει τον διευθυντή, οι εργάτες της χαλυβουργίας απάντησαν με επίθεση στο αστυνομικό τμήμα της πόλης. Ο αγώνας τους διήρκησε πέντε μήνες, εμπεριείχε μεγάλη γκάμα μέσων δράσης (απεργία, ελεύθερο ραδιόφωνο, καταστροφή υλικών υποδομής) και κινητοποίησε ολόκληρη την περιφέρεια. Τελικά, οι εργάτες κέρδισαν, μεταξύ άλλων, πρόωρη συνταξιοδότηση στα 50, με σύνταξη από 84 έως 90% του μισθού.<a title="" href="#_ftn4"><sup>[4]</sup></a></p>
<p>Στην Pointe de Givet, στις 9 Ιουλίου του 1982, εργάτες κράτησαν όμηρο τον διευθυντή για 48 ώρες, ως διαμαρτυρία ενάντια στο κλείσιμο του εργοστασίου στο Chiers in Vireux, στις Αρδένες. Ο αγώνας των εργατών κράτησε σχεδόν 2 χρόνια, παράλληλα με έναν αγώνα ενάντια στην κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στην περιοχή. Βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία λάμβαναν χώρα κάθε μήνα (με μολότωφ, ακόμα και πυροβολισμούς) αλλά και βίαιες δράσεις όπως ο εμπρησμός του πύργου ιδιοκτησίας του διευθυντή, καταλήψεις τραπεζών και πλιάτσικο στο Θησαυροφυλάκιο. Μετά από αγώνα αρκετών χρόνων, οι εργάτες κέρδισαν ένα «ιστορικό» πακέτο αποχώρησης που επέτρεψε σε κάποιους να κρατήσουν τους μισθούς τους για δέκα ακόμα χρόνια.<a title="" href="#_ftn5"><sup>[5]</sup></a></p>
<p>Μετά το 1982 και για είκοσι περίπου χρόνια, οι απαγωγές αφεντικών και οι απειλές για καταστροφή εργοστασίων δεν εμφανίζονται σχεδόν καθόλου. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη έκπληξη που προκάλεσαν οι ενέργειες των εργατών στις Cellatex και Moulinex στις αρχές της δεκαετίας του 2000.</p>
<p>Τον Ιούλιο του 2000, το κλείσιμο του εργοστασίου της Cellatex, στο Givet (Αρδέννες) εγκαινίασε την επιστροφή των βίαιων κοινωνικών συγκρούσεων. Αφού η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση, οι εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο. Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν έγιναν με την κυβέρνηση. Όταν στις 17 Ιουλίου, ο νομάρχης των Αρδεννών ανακοίνωσε την προσφορά του για το ποσό της αποζημίωσης, η αντίδραση ήταν βίαιη. Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας οι εργάτες έριξαν 5.000 λίτρα θειικό οξύ στο κοντινό ποτάμι ενώ μέσα στους χώρους του εργοστάσιου παρέμεναν ακόμη 47.000 λίτρα τα οποία απείλησαν ότι ήταν έτοιμοι να τα ρίξουν και αυτά, οποιαδήποτε στιγμή. Η πρόταση που τους είχε γίνει ήταν 2.500 φράγκα αντί για 1.500 που ήταν το ελάχιστο νόμιμο ποσό. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η νομαρχία ανακοίνωσε ότι καλεί νέα συνάντηση για διαπραγματεύσεις και ζήτησε από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να σταματήσουν τις ενέργειες των εργατών. Τελικά οι εργάτες πέτυχαν αποζημίωση 80.000 φράγκων, πολύ πάνω από το κατώτερο νόμιμο όριο (περίπου ίσο με τους μισθούς ενός ολόκληρου χρόνου).<a title="" href="#_ftn6"><sup>[6]</sup></a></p>
<p>Στις 19 Νοεμβρίου του 2001, μετά από 2 μήνες κατάληψης του εργοστασίου (που ήταν να κλείσει μόνιμα και να απολυθούν 1.100 άτομα), οι εργάτες στην Cormelle, ένα από τα εργοστάσια της εταιρίας Moulinex, έλαβαν ασυνήθιστα μέτρα ώστε να τραβήξουν την προσοχή των μίντια. Από τις 11 Σεπτέμβρη ένα πανό κρεμόταν έξω από το εργοστάσιο που έγραφε «Όχι στο κλείσιμο – Ή λεφτά ή μπαμ». Αυτή τη φορά οι εργάτες προσπάθησαν να αποδείξουν ότι δεν αστειεύονταν. Έβαλαν φωτιά σε μια μικρή αποθήκη και άρχισαν να κουβαλούν φιάλες γκαζιού και βαρέλια με θειικό οξύ στην οροφή της. Στην πυροσβεστική που κατέφθασε δεν επέτρεψαν την είσοδο. Μια ομάδα εργατριών σκαρφαλωμένων στην πύλη της εισόδου άρχισε να φωνάζει «Πυροσβέστες φωτιά, καίγεται η Moulinex!». Μια από αυτές συνέχισε: «Σας είχαμε προειδοποιήσει, έχουν περάσει ακριβώς 2 μήνες που περιμένουμε για κάτι συγκεκριμένο. Για τις ιδιωτικές κλινικές δεν δυσκολεύονται να βρουν λεφτά. Για μας όμως τίποτα. Μετά από 30 χρόνια σ’ αυτό το μέρος, ο μισθός μας είναι 6.500 φράγκα και τώρα μας διώχνουν με 50.000 αποζημίωση. Δεν το συζητάμε καν». Ο αστυνομικός διευθυντής απευθύνει έκκληση στους εργάτες: «Μην αφήνετε να καεί το εργοστάσιό σας. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται στο Παρίσι. Φανείτε λογικοί». Ένας άντρας απαντά: «Αν το Παρίσι δεν προσφέρει τίποτα, θα κλιμακώσουμε τον αγώνα κάνοντας σαμποτάζ. Τότε θα μας ακούσουν. Στιςι ειδήσεις δεν μιλούν ποτέ για εμάς». Την επόμενη μέρα γίνεται νέα προσφορά στους εκπροσώπους του σωματείου με πολύ μεγαλύτερη αποζημίωση: 80.000 φράγκα σε όλους. Την εβδομάδα που ακολουθεί υπογράφεται η συμφωνία με την πλειοψηφία των συνδικάτων. Σε αντίθεση με τη Cellatex, η οικονομική αποζημίωση κυμαίνεται από 30.000 έως 80.000 φράγκα, ανάλογα με την παλαιότητα του κάθε εργαζομένου.<a title="" href="#_ftn7"><sup>[7]</sup></a></p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι παρά το 2009, με την κρίση, που παρατηρούμε ένα πραγματικό κύμα από απαγωγές αφεντικών: 6 περιπτώσεις τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2009 και μετά άλλες 4 τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Πρέπει να τονιστεί ότι οι αναδιαρθρώσεις και τα κλεισίματα εργοστασίων αυξήθηκαν από το τέλος του 2008. Έτσι, σύμφωνα με μια ομάδα διαχείρισης κρίσεων του υπουργείου οικονομικών, από την αρχή του 2009 μέχρι τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, υπήρξαν 1.662 σχέδια εθελουσίας εξόδου έναντι μόλις 1.049 για όλο το 2008 και 957 για όλο το 2007.<a title="" href="#_ftn8"><sup>[8]</sup></a> Από τον Ιανουάριο του 2010 οι απαγωγές αφεντικών ξανάρχισαν. Υπήρξε μία περίπτωση μέσα στο μήνα, τρείς τον Φεβρουάριο, περισσότερες από τέσσερις το Μάρτιο, τέσσερις τον Απρίλη συν τρεις απειλές για ανατίναξη εργοστασίου, τρείς απαγωγές τον Μάη και μία τον Ιούνη. Η πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων αφορούσαν εταιρείες υπεργολαβιών από τις οποίες πολλές ανήκαν σε ξένους ομίλους, γεγονός που δυσχεραίνει την εύρεση συνομιλητή. Όλες οι υποθέσεις αφορούσαν πλάνα απολύσεων ή αναδιάρθρωσης και έλαβαν χώρα σε περιοχές όπου οι δυνατότητες για εύρεση άλλης θέσης εργασίας είναι ελάχιστες.</p>
<p>Αυτές οι απαγωγές σπάνια διαρκούσαν περισσότερο από μια νύχτα. Κι όμως, πάντοτε οδηγούσαν στην επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όποιο και αν ήταν το τελικό αποτέλεσμα. Γενικά, στο τέλος των διαπραγματεύσεων, οι θέσεις εργασίας που απειλούνταν δεν σώζονταν, αλλά οι αποζημιώσεις που δίνονταν ήταν πολύ υψηλότερες από αυτές που όριζε ο νόμος. Οι υπάλληλοι στην Continental, οι οποίοι, εκτός από το να απαγάγουν το αφεντικό τους, λεηλάτησαν την Υπονομαρχία, κέρδισαν 50.000 ευρώ αποζημίωση, γεγονός που έπεισε και άλλους να ακολουθήσουν τις μεθόδους τους. Την ανακοίνωση της πληρωμής αυτού του ποσού ακολούθησαν νέες απαγωγές αφεντικών. Τα ΜΜΕ έπαιξαν σημαντικό ρόλο σ’ αυτές τις συγκρούσεις. Συχνά, ήταν οι εργάτες που τα ειδοποιούσαν μόλις απήγαγαν κάποιο αφεντικό και τους εξέφραζαν τα παράπονά τους ενώ η διοίκηση παρέμενε σιωπηλή πάνω στο θέμα. Η υποστήριξη της κοινής γνώμης αναγκάσε το κράτος να παρέμβει δημόσια, το οποίο συχνά ανάγκαζε τους αντιπροσώπους των ξένων ομίλων να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.</p>
<p>Οι περιπτώσεις όπου υπήρξε απειλή για ανατίναξη του εργοστασίου αποδείχθηκαν εξίσου αποτελεσματικές, ιδίως μετά από το παράδειγμα της New Fabris το 2009. Στις 12 Ιουλίου αυτής της χρονιάς, οι εργαζόμενοι της συγκεκριμένης εταιρείας που εξειδικεύεται στην τήξη αλουμινίου για την αυτοκινητοβιομηχανία (υπεργολάβος της Renault και της PSA), τοποθέτησαν φιάλες υγραερίου στο εργοστάσιο και έκαναν τις προθέσεις τους απολύτως σαφείς: «Θα ανατινάξουμε τα πάντα αν δεν μας δοθούν αποζημιώσεις ύψους 30.000 ευρώ πάνω του νομίμου ανωτάτου ορίου». Σε σύγκριση με τους εργάτες του Rencast, που βρέθηκαν στην ίδια θέση και προχώρησαν στην καταστροφή εξαρτημάτων που προορίζονταν για την Renault ρίχνοντάς τα πίσω στα καμίνια, οι εργάτες στην New Fabris κλιμάκωσαν την απειλή τους κατά ένα επίπεδο. Αν και δεν προχώρησαν στην υλοποίηση των απειλών τους, οι 366 εργάτες πέτυχαν να πάρουν ένα μπόνους αποχώρησης 12.000 ευρώ, πέρα από την νόμιμη αποζημίωσή τους.</p>
<p>Από την άλλη, στο πλαίσιο των πλάνων απολύσεων, δεν υπήρξαν σχεδόν καθόλου περιπτώσεις όπου οι εργάτες προσπάθησαν να αυτοδιαχειριστούν την παραγωγή. Έγιναν πολλές αναφορές στην περίπτωση του εργοστασίου της Philips στο Dreux, όπου οι εργαζόμενοι επανεκκίνησαν την παραγωγή «υπό εργατικό έλεγχο» αφότου πληροφορήθηκαν το κλείσιμο του εργοστασίου τους που κατασκεύαζε οθόνες τηλεόρασης. Παρ’ όλα αυτά, τα προϊόντα που παράχθηκαν δεν προορίστηκαν για πώληση αλλά κλειδώθηκαν σε μια αποθήκη ώστε να χρησιμοποιηθούν σαν «διαπραγματευτικό χαρτί».<a title="" href="#_ftn9"><sup>[9]</sup></a> Δέκα μέρες μετά, η διοίκηση επενέβη με δικαστικούς επιμελητές και απείλησε με απολύσεις. Οι εργαζόμενοι επέστρεψαν τις τηλεοράσεις και αυτό ήταν το τέλος αυτού του πειράματος «αυτοδιαχείρισης».<a title="" href="#_ftn10"><sup>[10]</sup></a></p>
<p>Ανάμεσα στις εταιρείες που επηρεάστηκαν από βίαιες δράσεις το 2010, υπάρχουν αρκετοί υπεργολάβοι της αυτοκινητοβιομηχανίας (Proma France, Sodimatex, EAK), αλλά και δύο μεταλλουργικές εταιρίες (Akers, Siemens), μια εταιρία παραγωγής ανελκυστήρων (Renolift-Meyzieu), άλλη μια κατασκευής εφαρμογών πεπιεσμένου αέρα για την BTP και τη βιομηχανία (Sullair-Europe), μια κατασκευαστική ενθεμάτων στήθους από σιλικόνη (Poly Implant Prothèse), ένα εργοστάσιο κατασκευής χάλκινου σύρματος (Usine Essex), μια αρτοβιομηχανία (New Society bread), μια εταιρία βιομηχανικής συντήρησης (Isotherma) και μια εταιρεία τηλεσκοπικών ανυψωτικών (Bobcat). Επηρεάζεται όμως όλο και περισσότερο και ο τομέας των υπηρεσιών. Φέτος (2010), για να αναφερθούμε μόνο σε περιπτώσεις που απασχόλησαν τα ΜΜΕ, απαγωγές αφεντικών έλαβαν χώρα σε μια εταιρεία παρακολούθησης (Vigimark Surveillance), μια τράπεζα (Caisse d’Epargne), τέσσερα νοσοκομεία (Cochin, Emile-Roux, Henri-Mondor και Foix-Jean Rostand), δύο τυπογραφεία (Brodard Graphique και Hélio-Corbeil) και ένα μαγαζί επίπλων (Pier Import). Ο δε τυπογράφος Yvan Lesniak, διευθύνων Σύμβουλος στην Circle Printers, φαίνεται να έχει απαχθεί 7 φορές συνολικά και περιγράφει την ατμόσφαιρα που επικρατεί κάθε φορά που πρέπει να ανακοινώσει ένα πλάνο απολύσεων: «Όταν κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης αρχίζεις να βλέπεις σταυρούς, φέρετρα, αγχόνες, το ομοίωμά σου να κρέμεται από ένα δέντρο, όταν σε έχουν επικηρύξει με φωτογραφία και την επιγραφή ‘καταζητείται’, και πρέπει μετά από όλα αυτά να μπεις μέσα στο κτίριο, το ξέρεις πια ότι ρισκάρεις». Αν και γενικά τα αφεντικά δεν υφίστανται κακοποίηση, η εχθρότητα είναι συχνά χειροπιαστή: «Μου πέταξαν σάπιες ντομάτες στο πρόσωπο, αυγά, με έφτυσαν, με εμπόδισαν να κοιμηθώ. […] Έπρεπε να ζητήσω την άδεια για να πάω στην τουαλέτα, με έβρισαν, διέσχισα ένα φράχτη μίσους, ανθρώπων επιθετικών».<a title="" href="#_ftn11"><sup>[11]</sup></a> Κάποιοι εργοδότες κατέληξαν να συνοδεύονται από δικαστικούς κλητήρες στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και οργανώθηκαν για πολλούς από αυτούς μαθήματα πρόληψης απαγωγών από ειδική ομάδα της χωροφυλακής. Είναι γεγονός ότι η πλειονότητα των απαγωγών και των απειλών ανατίναξης είναι αυθόρμητες, ξεκινούν και οργανώνονται από τη βάση. Για παράδειγμα, ένας αντιπρόσωπος του συνδικάτου της CGT στην Caterpillar, ο Pierre Piccarreta, που έπαιξε το ρόλο του εκπρόσωπου τύπου στην αρχή του αγώνα, δεν ήταν ενήμερος ακόμη και όταν η απαγωγή του αφεντικού είχε ήδη ξεκινήσει και ενημερώθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης που είχε σε άλλο εργοστάσιο. Ο γραμματέας του συνδικάτου του εργοστασίου δήλωσε ότι «έτσι κι αλλιώς, καθ’ολη τη διάρκεια του αγώνα η βάση μας διηύθυνε, αυτή έπαιρνε τις αποφάσεις.»<a title="" href="#_ftn12"><sup>[12]</sup></a>.Για τον Jean-Claude Ducatte, ιδρυτή της Epsy, εταιρίας συμβούλων και ειδικού στην επιχειρηματική στρατηγική, είναι σαφές ότι «στις 9 από τις 10 περιπτώσεις, είναι τα σωματεία που τρέχουν πίσω από τους εργαζομένους οι οποίοι αφήνουν τον θυμό τους να ξεσπάσει.»<a title="" href="#_ftn13"><sup>[13]</sup></a></p>
<p>Και όταν οι συνδικαλιστές της βάσης συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτές τις παράνομες δράσεις, το κάνουν διαχωρίζοντας ολοφάνερα τη θέση τους από τη γραμμή που κατεβάζουν τα κεντρικά συνδικάτα. Για παράδειγμα, ο Xavier Mathieu, αντιπρόσωπος της CGT στην Continental, που εμφανίστηκε πολύ στα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του αγώνα, αποκάλεσε δημόσια τον Bernard Thibault, γενικό γραμματέα της CGT, «racaille» και παράσιτο. Πρέπει να τονιστεί ότι τα κεντρικά συνδικάτα, είτε η CGT, η CFDT, ή το FO, επιθυμούν να επικεντρωθούν στην υπεράσπιση των θέσεων εργασίας και όχι στα αιτήματα για μεγαλύτερες αποζημιώσεις και δηλώνουν ότι δεν εγκρίνουν τρόπους δράσης όπως οι απαγωγές αφεντικών και οι απειλές ανατίναξης του εργοστασίου, αν και δεν μπορούν να τις καταδικάσουν δημόσια. Κατά τη διάρκεια της διαμάχης στην New Fabris, η Maryse Dumas (CGT) δήλωσε στον ραδιοσταθμό Europe 1: «Αντιλαμβάνομαι ότι οι εργαζόμενοι πιστεύουν πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ακουστούν. Αυτά είναι τρόποι δράσης που δεν θα συμβούλευα τους εργαζομένους να ακολουθήσουν καθώς τις περισσότερες φορές οδηγούν σε αδιέξοδο.»</p>
<p>Έτσι, οι συνδικαλιστές βάσης, για να μην παρακαμφθούν εντελώς, είναι αναγκασμένοι να διατηρήσουν μια κριτική στάση απέναντι στους αντιπροσώπους τους. Είναι γεγονός ότι δυσκολεύονται ιδιαίτερα να αποδείξουν την νομιμοποίησή τους, καθώς στον ιδιωτικό τομέα μόλις το 5.2% των εργαζομένων είναι οργανωμένοι στα συνδικάτα. Οι δομές που σε άλλες χώρες καταστέλλουν τους αγώνες και δεν τους επιτρέπουν να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο αντιπαράθεσης έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα στη Γαλλία, και η αιτία αυτής της γαλλικής ιδιαιτερότητας πρέπει να αναζητηθεί στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε το φορντιστικό μοντέλο στη χώρα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.</p>
<p><strong>Ο Φορντισμός και η γαλλική του ιδιαιτερότητα</strong></p>
<p>Ο Φορντισμός είναι μια μορφή της εκμεταλλευτικής σχέσης η οποία προέρχεται από την μεγαλύτερη ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αυτή η μορφή βασίζεται κυρίως στην άντληση σχετικής υπεραξίας, η οποία εξαρτάται από την κατανάλωση των εργατών. Για να μπορέσει να μειωθεί το κόστος αναπαραγωγής της τάξης, και ακολούθως το κομμάτι της αναγκαίας εργασίας σε σχέση με την υπερ-εργασία, τα κόστη των εμπορευμάτων που εισέρχονται σε αυτήν την αναπαραγωγή πρέπει να μειωθούν, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω της μαζικής παραγωγής τους, κάτι που έγινε εφικτό μέσω μιας σημαντικής αύξησης της παραγωγικότητας. Έτσι οι εργάτες μπορούν να αγοράσουν περισσότερα εμπορεύματα, καθώς το κόστος τους έχει μειωθεί σημαντικά, και μια αύξηση στους πραγματικούς μισθούς γίνεται δυνατή παρά το ότι το μερίδιο του μισθού μειώνεται σε σχέση με την προστιθέμενη αξία. Επιπλέον, σε μια εποχή που ο διεθνής ανταγωνισμός ήταν ακόμη περιορισμένος, η αύξηση στους μισθούς είχε άμεσο θετικό αντίκτυπο στην εγχώρια ζήτηση, ωφελώντας τις εγχώριες εταιρείες που ήθελαν να πουλήσουν τα νέα προϊόντα στην αγορά. Στο πλαίσιο του Φορντισμού <em>τα μισθολογικά αιτήματα έχουν λειτουργικό ρόλο στη συσσώρευση του κεφαλαίου σε εθνικό επίπεδο.</em></p>
<p>Σε αυτό το στάδιο, τέτοιου είδους διεκδικήσεις μπορούν να ικανοποιηθούν από το κεφάλαιο, φτάνει να μην θέτουν υπό αμφισβήτηση τις νέες εργασιακές συνθήκες που κρίνονται απαραίτητες για τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας. Παρομοίως, οι συνεχείς επαναστατικοί μετασχηματισμοί στην εργασιακή διαδικασία μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από τους εργάτες από τη στιγμή που οι μισθοί τους αυξάνονται. Οι συλλογικές συμβάσεις παίζουν εδώ σημαντικό ρόλο καθώς θεσπίζουν αυτές τις συνθήκες σε εθνικό επίπεδο.</p>
<p>Στις ΗΠΑ οι συλλογικές συμβάσεις εμφανίζονται την περίοδο του μεσοπολέμου. Μια σημαντική χρονιά ήταν το 1935 όταν τέθηκε σε ισχύ το <em>Wagner Act</em>. Ο νόμος αυτός αναγνώριζε επισήμως την ύπαρξη και τη λειτουργία των εργατικών συνδικάτων και απαγόρευε στους εργοδότες να παρενοχλούν τους εργάτες όταν συμμετείχαν σε κάποιο συνδικάτο ή σε κάποια κινητοποίηση. Τα επόμενα χρόνια οι εργάτες είχαν πολλά και σημαντικά οφέλη στους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες. Αμέσως μετά όμως το τέλος του 2ου ΠΠ, ένα νέο κύμα αγώνων σάρωσε τη χώρα, με μαζικές απεργίες το 1945 και το 1946. Η καπιταλιστική τάξη απάντησε προωθώντας νέα νομοθεσία το 1947, το <em>Taft-Hartley Act</em>, που χαλιναγώγησε τη δύναμη των συνδικάτων. Έκτοτε οι συλλογικές συμβάσεις εξελίχθηκαν με έναν όλο και πιο συγκεντρωτικό και σχεδιασμένο τρόπο, προσανατολισμένο στις απαιτήσεις της παραγωγής και της κερδοφορίας. Οι εργοδότες εξασφάλισαν ότι οι απεργίες δεν θα απειλούσαν τους μετασχηματισμούς της εργασιακής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που συνεπάγονταν την εντατικοποίησή της. Την ίδια στιγμή, θεσπίστηκαν μισθολόγια που αφορούσαν εκτεταμένες χρονικές περιόδους, ικανές να επιτρέψουν τον σχεδιασμό μελλοντικών επενδύσεων – συνθήκη απαραίτητη για την σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας. Σε αντίθεση με την περίοδο πριν την καθιέρωση των συλλογικών συμβάσεων, οπότε και οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν στη διάρκεια περιόδων ύφεσης της συσσώρευσης (λόγω της υποτίμησης των καταναλωτικών αγαθών), ο πραγματικός μισθός μπορούσε τώρα να κινηθεί στην ίδια κατεύθυνση με την συσσώρευση.<a title="" href="#_ftn14"><sup>[14]</sup></a></p>
<p>Στη Σουηδία, λίγα χρόνια πριν τον 2ο ΠΠ αλλά και αμέσως μετά, εμφανίστηκαν νέες θεσμικές σχέσεις οι οποίες προώθησαν την θέσπιση κεντρικών συλλογικών συμβάσεων. Υπό την απειλή της κρατικής παρέμβασης στις εργασιακές διαμάχες, οι οποίες ήταν πολύ σκληρές στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘20, η LO, η μεγαλύτερη εργατική συνομοσπονδία, και η SAF, η συνομοσπονδία των εργοδοτών της Σουηδίας, σύναψαν μεταξύ τους διάφορες συμφωνίες, με σημαντικότερη αυτήν του Saltsjöbaden το 1938. Η τελευταία δημιούργησε ένα μοναδικό μοντέλο αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, που χαρακτηριζόταν από ελάχιστες συγκρούσεις, συνεχείς αυξήσεις μισθών για τους εργάτες και παραγωγικότητας για την βιομηχανία. Η σταθερότητα αυτής της σχέσης οφειλόταν στο γεγονός ότι οι εργοδότες μπορούσαν να βασίζονται στην συγκεντρωτική συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία θα κατέστειλλε τα τοπικά συνδικαλιστικά κινήματα ώστε να μην απειλούν την κερδοφορία των εταιριών, στη βάση δηλαδή μιας συνδικαλιστικής πειθαρχίας που εφαρμοζόταν κάθετα.</p>
<p>Σε σύγκριση με το Σουηδικό μοντέλο, όπου η οργάνωση των συνδικάτων ήταν ιδιαιτέρως συγκεντρωτική, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών οργανωνόταν σε αυτά. Ως εκ τούτου, τα συνδικάτα διαπραγματεύονταν από θέση ισχύος συμφωνίες που αφορούσαν όλους τους εργάτες. Τα Γαλλικά συνδικάτα φαίνεται ότι βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση την περίοδο μετά τον 2ο ΠΠ. Εξαιρετικά πολιτικοποιημένα και σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, είχαν λίγα μέλη και δεν αντιπροσωπεύονταν επαρκώς μέσα στις εταιρείες. Συνδικάτα και εργοδότες δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σχετικά με τις διαδικασίες διαπραγματεύσεων και έτσι τα αιτήματα των εργατών γινόντουσαν δεκτά μόνο μετά από σκληρούς αγώνες (αγώνες που συχνά οδηγούνταν στην υιοθέτηση παράνομων πρακτικών), και καθώς οι ισορροπίες δυνάμεων άλλαζαν οι συγκρούσεις εύκολα επανεμφανίζονταν. Οι εργάτες κέρδιζαν τις διεκδικήσεις τους μετά από ισχυρή κινητοποίηση της βάσης, και αυτό αποτελεί σημαντική ιδιαιτερότητα της ταξικής πάλης στη Γαλλία (κάτι που όμως δεν σημαίνει ότι τα κέρδη των εργατών στη Γαλλία ήταν μεγαλύτερα από αυτά που πέτυχαν με ειρηνικούς τρόπους οι εργάτες σε άλλες χώρες). Αν και υπήρχαν συλλογικές συμβάσεις, αρχικά αυτές αφορούσαν μόνο τις εταιρείες που τις υπέγραφαν και δεν επεκτείνονταν σε κλαδικό επίπεδο. Η αποτυχία των συνδικάτων να επεκτείνουν αυτές τις συμφωνίες σε εθνικό επίπεδο εξηγεί επίσης άλλη μία ιδιορρυθμία της γαλλικής περίπτωσης: τον σημαντικό ρόλο που έπαιζε το κράτος στην γενίκευση και διασφάλιση των αποτελεσμάτων των διεκδικήσεων. Το 1950, ο νόμος της 11ης Φεβρουαρίου σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις έδωσε στον Υπουργό Εργασίας την εξουσία να επεκτείνει τους όρους μιας συλλογικής σύμβασης σε άλλους κλάδους.<a title="" href="#_ftn15"><sup>[15]</sup></a> Πρακτικά, όλες οι Γαλλικές εταιρείες υπόκειντο σε μια συλλογική σύμβαση ανεξαρτήτως της δραστηριότητάς τους και του μεγέθους τους, παρέχοντας έτσι σε όλους τους Γάλλους εργαζόμενους σχετικά ομοιογενείς συνθήκες. Ήταν επίσης το κράτος που εισήγαγε έναν εγγυημένο κατώτατο μισθό, το SMIG, το 1950, σε αντίθεση με τις σκανδιναβικές χώρες όπου ένας κατώτατος μισθός ήταν εγγυημένος de facto από τα συνδικάτα χωρίς κρατική παρέμβαση. Έτσι στη Γαλλία, το κράτος έπαιξε έναν κεντρικό ρόλο στην διασφάλιση μιας σταθερής ανόδου των μισθών και της ομογενοποίησης των αποτελεσμάτων της.</p>
<p>Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και στη Γαλλία, εκείνη την περίοδο τα αιτήματα κινούνταν κυρίως γύρω από το θέμα του μισθού. Ακόμα και όταν συνοδεύονταν από άλλα αιτήματα για τις εργασιακές συνθήκες, η ικανοποίηση όσων αφορούσαν το μισθό έβαζε τέλος στις συγκρούσεις.<a title="" href="#_ftn16"><sup>[16]</sup></a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center">* * *</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είδαμε λοιπόν ότι ο τρόπος που αναπτύχθηκε η ταξική πάλη στην Γαλλία κατά τη διάρκεια του Φορντισμού, δεν εξαιρούσε την ύπαρξη συγκεκριμένων μορφών αγώνα, οι οποίες έφταναν κάποιες φορές, αν και σπάνια, μέχρι τη χρήση παράνομων πρακτικών, όπως δείξαμε στο προηγούμενο κομμάτι. Η χρήση της απαγωγής μπορεί έτσι να γίνει κατανοητή σαν συνέχιση του τρόπου με τον οποίο διεξάγονταν οι αγώνες που αφορούσαν τον μισθό στη Γαλλία. Και παρά το ότι αυτός ο τρόπος δράσης αποκτά περιθωριακό χαρακτήρα σε όλη την περίοδο του Φορντισμού, εκτός της περιόδου κρίσης του, παραμένει στο ρεπερτόριο της συλλογικής δράσης της τάξης.</p>
<p align="left"><strong>Η κρίση του Φορντισμού και η αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</strong></p>
<p>Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 κι έπειτα, η παραγωγή σχετικής υπεραξίας σκόνταφτε όλο και περισσότερο στις ίδιες τις αντιφάσεις της. Η τεράστια αύξηση παραγωγικότητας που επετεύχθη με την εισαγωγή της αλυσίδας παραγωγής στην εργασία, γινόταν ολοένα και δυσκολότερο να διατηρηθεί. Η επέκταση της αυτοματοποίησης απαιτούσε συνεχώς περισσότερες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο, κάτι που σήμαινε την ανάγκη για συνεχή επέκταση των αγορών ενώ την ίδια στιγμή οι κίνδυνοι της υποτίμησης του σταθερού κεφαλαίου αυξάνονταν. Το ίδιο το τεϋλορικό μοντέλο εργασιακής διαδικασίας αντιμετώπιζε τεχνικά προβλήματα που γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρα. Η εντατικοποίηση της εργασίας και ο ακραίος κατακερματισμός της παραγωγικής διαδικασίας επέφεραν μια σειρά από αρνητικές συνέπειες, όπως η δυσκολία να διατηρηθεί ένας κανονικός ρυθμός εργασίας. Η νευρική εξουθένωση, λόγω του εντατικού και ομογενούς ρυθμού εργασίας, οδήγησε σε αύξηση των ελαττωματικών προϊόντων, των ατυχημάτων και της συχνής και απρόβλεπτης απουσίας από τη δουλειά. Αυτό το τελευταίο ανάγκαζε την διοίκηση να προσλαμβάνει πρόσθετη εργατική δύναμη προς αναπλήρωση των κενών που δημιουργούνταν, καθώς οι διακοπές και οι καθυστερήσεις στην αλυσίδα παραγωγής είχαν επιπτώσεις σε ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία. Όταν οι εργασιακές συνθήκες γίνονται δυσβάστακτες, η ίδια η παρουσία ενός μεγάλου αριθμού εργατών συγκεντρωμένων σε ένα εργοστάσιο ενθαρρύνει το συλλογικό αγώνα στους χώρους παραγωγής.<a title="" href="#_ftn17"><sup>[17]</sup></a> Μετά τα μεγάλα κύματα αγώνα στα τέλη των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, μια αναδιάρθρωση της οργάνωσης της εργασίας έγινε απαραίτητη προκειμένου να γκρεμιστούν αυτά τα προπύργια των εργατών.</p>
<p>Η αναδιάρθρωση όμως θα συνεπαγόταν μια ανατροπή όλης της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Για να ξεπεραστούν οι περιορισμοί στην συσσώρευση που εμφανίστηκαν κατά την κρίση του Φορντισμού, η αναδιάρθρωση στόχευσε στην διάλυση κάθε εμποδίου για την ομαλή λειτουργία της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Όχι μόνο αποδιάρθρωσε τα μεγάλα εργοστάσια και τις μονάδες εργασίας, με την εισαγωγή της υπεργολαβίας, της ευέλικτης αγοράς εργασίας και της προσωρινής και μερικής απασχόλησης -που συμβαδίζει με την είσοδο όλο και περισσότερων γυναικών στην αγορά εργασίας-, οι οποίες αναπτύσσονται με θεαματικό ρυθμό,<a title="" href="#_ftn18"><sup>[18]</sup></a> <em>αλλά εξαφάνισε και την ίδια τη σύνδεση ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας και τις αυξήσεις μισθών. </em>Αυτή η αποσύνδεση προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση της αξιοποίησης του κεφαλαίου και την τεράστια επέκταση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας.<a title="" href="#_ftn19"><sup>[19]</sup></a></p>
<p><strong>Το αθέμιτο των μισθολογικών διεκδικήσεων</strong></p>
<p>Από τότε που η αξιοποίηση του κεφαλαίου λαμβάνει πλέον χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, ο ενάρετος κύκλος των αυξήσεων των μισθών και αύξησης της ζήτησης σε εθνικό επίπεδο εξαφανίζεται. «Από τη στιγμή που η συνοχή του Φορντικού τρόπου ρύθμισης βρίσκεται στη σχέση μεταξύ παραγωγικότητας και διανομής σε εθνικό επίπεδο», στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, «η παραγωγή και η διανομή της αξίας αποσυνδέονται από τον τόπο προέλευσης».<a title="" href="#_ftn20"><sup>[20]</sup></a> «Επειδή τα συμφέροντα των πολυεθνικών δε συμπίπτουν πια με αυτά της χώρας προέλευσής τους, η συλλογική διαπραγμάτευση παύει να είναι ο κεντρικός παράγοντας/μοχλός στο σύστημα της εθνικής μακρο-οικονομικής ρύθμισης.»<a title="" href="#_ftn21"><sup>[21]</sup></a></p>
<p>Οι ίδιοι λόγοι που επιτρέπουν στις εταιρίες μιας χώρας όπως η Γαλλία να μεταφέρουν την παραγωγή σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη, ωθούν ταυτόχρονα στην ισχυρή συμπίεση των μισθών των εργαζόμενων στις χώρες του κέντρου, ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπουν την όλο και αυξανόμενη εισροή φθηνών προϊόντων. Το πάγωμα των μισθών, λοιπόν, αντισταθμίζεται εν μέρει από τη μείωση του κόστους των μέσων διαβίωσης. Επομένως, το μερίδιο που καταλαμβάνουν τα εισαγόμενα προϊόντα στη συνολική κατανάλωση των εργατών μεγαλώνει συνεχώς και αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία ενώ το επίπεδο του μισθού αποκτά όλο και λιγότερη επιρροή στη ζήτηση για εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Εφεξής ο μισθός γίνεται ένα απλό κόστος που πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο. Οποιαδήποτε διεκδίκηση για συνολικές αυξήσεις μισθών, απευθυνόμενη στο κεφάλαιο σε εθνικό επίπεδο, γίνεται λοιπόν αδύνατον να ικανοποιηθεί, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε σε αμφισβήτηση την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Εφόσον, σε αντίθεση με τη Φορντική περίοδο, τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να γίνει σε τοπικό επίπεδο και στη συνέχεια να επεκταθεί και στον υπόλοιπο τομέα, καθίσταται δύσκολο για μια μόνο επιχείρηση να αυξήσει τους μισθούς χωρίς να χάσει την ανταγωνιστικότητά της στην αγορά. Οι εργαζόμενοι που παλεύουν για μια τέτοια αύξηση μισθού δεν μπορούν να αγνοήσουν το γεγονός ότι κάνοντας αυτό, αυξάνονται οι πιθανότητες για την επιχείρηση να μεταφερθεί ή να χρεοκοπήσει.</p>
<p>Οι αγώνες ενάντια στα κλεισίματα των εργοστασίων αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι εργάτες δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν και μπορούν να διεκδικήσουν παράταση του χρόνου που παίρνουν μισθό με τη μορφή αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να ανησυχούν για τη μελλοντική υγεία της επιχείρησής τους. Οι εργαζόμενοι που δούλευαν σε επιχειρήσεις όπου απαγωγές αφεντικών και άλλες παράνομες δράσεις θα λάμβαναν χώρα αργότερα, σε πολλές περιπτώσεις είχαν αρχικά αποδεχτεί τη χειροτέρευση των εργασιακών συνθηκών και μερικές φορές και περικοπές μισθού με την ελπίδα ότι όλα αυτά θα απέτρεπαν το κλείσιμο της επιχείρησης.<a title="" href="#_ftn22"><sup>[22]</sup></a> Αλλά όταν αυτό γίνεται αναπόφευκτο, ο θυμός για το ότι συναίνεσαν σε όλα αυτά για το τίποτα, και η γνώση ότι κανείς δεν έχει πια τίποτα να χάσει, μεταφράζεται σε απεγνωσμένες μορφές αγώνα, όπου είναι ξεκάθαρο ότι δεν απασχολεί πια κανέναν η μελλοντική υγεία της επιχείρησης, και ότι όλες οι υποσχέσεις για επανένταξη δε θα αντικαταστήσουν το μοναδικό πράγμα που παραμένει χειροπιαστό: τα λεφτά. Αυτοί οι αγώνες αποδειχθήκαν νικηφόροι, μόνο στο μέτρο που οι εργαζόμενοι που ενεπλάκησαν έλαβαν τελικά επιδόματα πολύ πέρα από αυτά που ορίζει ο νόμος. Έτσι, σύμφωνα με την Christine Ducros και τον Jean-Yves Guérin, οι εργαζόμενοι που καταφεύγουν σε τέτοιες μορφές δράσεων λαμβάνουν αποζημίωση κατά μέσο όρο τέσσερις φορές υψηλότερη από τη νόμιμη, συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Εδώ, ο αποσπασματικός χαρακτήρας των αγώνων δεν αποτελεί σημάδι αδυναμίας τους, αλλά είναι μάλλον αυτό που τους επέτρεψε να κερδίσουν, καθώς η γενίκευσή τους θα τους καθιστούσε μη αποδεκτούς από την καπιταλιστική τάξη.</p>
<p>Οι συγκρούσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια αυτών των αγώνων ανάμεσα στη βάση και τα κεντρικά συνδικάτα, δεν είναι η επανάληψη της παλιάς αντίθεσης ανάμεσα στους εργάτες που υπερασπίζονταν την αυτονομία τους και των συνδικάτων που διαμεσολαβούν τη σχέση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Αυτό που οι εργαζόμενοι θέλουν στην πραγματικότητα είναι υψηλότερες αποζημιώσεις αλλά για να τις αποκτήσουν πρέπει να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, και αυτός είναι επίσης και ο στόχος των συνδικάτων βάσης τα οποία όμως δεν μπορούν να επιτελέσουν κανένα ρόλο όταν οι εργοδότες αρνούνται κάθε διαπραγμάτευση. Οι παράνομες μορφές αγώνα γίνονται τελικά ο μοναδικός ρεαλιστικός τρόπος για την επανάληψη των διαπραγματέυσεων. Τα κεντρικά συνδικάτα, από τη μεριά τους, είναι αναγκασμένα να συνυπολογίσουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές απασχόλησης του εργατικού δυναμικού στο σύνολό του, αλλά οι εργαζομένοι που αντιμετωπίζουν το κλείσιμο του χώρου εργασίας τους, δεκάρα δε δίνουν για το μακροπρόθεσμο.</p>
<p>Ωστόσο, πρόκειται μονάχα για μια μικρή μειοψηφία που έχει καταφύγει σε τέτοιες δράσεις, και παρόλο που οι περιπτώσεις που συζητάμε εδώ μπορεί να φαίνονται πολλές συγκριτικά με την παντελή τους απουσία σε άλλες χώρες, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε όλα τα κλεισίματα εργοστασίων στα οποία τέτοιου τύπου δράσεις δε συνέβησαν ποτέ. Επιπλέον, ακόμη κι αν τέτοιου είδους δράσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ριζοσπαστικές, δεν υπάρχει τίποτα το ριζοσπαστικό σε αυτό που διεκδικούν. Και τα χρήματα που έχουν καταφέρει να κερδίσουν, τα οποία φαίνονται σημαντικά μόνο σε σύγκριση με την ισχνή αποζημίωση που καθορίζεται από το νόμο, δεν μπορούν να καθυστερήσουν επ’ αόριστον την επιστροφή στις χαρές της αγοράς εργασίας (αλλά ποιός θα προσλάμβανε κάποιον που είναι γνωστό ότι έχει απαγάγει το πρώην αφεντικό του;).</p>
<p>Το ενδιαφέρον σε αυτούς τους αγώνες, επομένως, δεν είναι το γεγονός ότι θα αποτελούσαν τους σπόρους ενός νέου εργατικού κινήματος, αλλά ότι αναδεικνύουν αυτό με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι οι σημερινοί αγώνες στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό. Στην είδηση ότι το εργοστάσιό τους πρόκειται να κλείσει, οι εργάτες δεν επιζητούν την επανεκκίνηση και αυτοδιαχείριση της παραγωγής. Μακράν του να θεωρούν το χώρο εργασίας τους ως κάτι που θα ήθελαν να επανοικειοποιηθούν, τον στοχοποιούν. Το ταξικό ανήκειν δε σχηματίζει πλέον τη βάση μιας εργατικής ταυτότητας πάνω στην οποία θα μπορούσε να χτιστεί μια νέα κοινωνία. Οι προλετάριοι δεν μπορούν να ξεπεράσουν το ταξικό τους ανήκειν αλλά μέσα στους αγώνες το βιώνουν σαν ένα τοίχο που ορθώνεται μπροστά τους. Το να προχωρήσουν πέρα από αυτό το όριο θα σήμαινε να καταργήσουν τον εαυτό τους ως τάξη ενώ την ίδια στιγμή να καταργήσουν όλες τις άλλες τάξεις: κομμουνιστικοποίηση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="right"><strong>Jeanne Neton &amp; Peter Åström</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<div>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref1"><sup>[1]</sup></a> Την άνοιξη του 2009 μια έρευνα έδειξε ότι σχεδόν ένας στους δύο Γάλλους πολίτες (45%) θεωρούσε ότι το να απαγάγεις το αφεντικό σου είναι κάτι «αποδεκτό» στην περίπτωση κλεισίματος του εργοστασίου. Δες “Sondage choc sur les séquestrations de patrons”, <em>Le Parisien</em>. Ολόκληρη η έρευνα υπάρχει στο www.csa-fr.com/dataset/data2009/opi20090402-l- opinion-des-francais-sur-les-sequestrations-de-patrons.pdf</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref2"><sup>[2]</sup></a> Δες <em>Le Monde</em>, Νοέμβριος 11, 12, 14, 16, 1961, και Xavier Vigna, <em>L’insubordination ouvrière dans les années 68. Essai d’histoire politique des usines</em>, Presses universitaires de Rennes, Rennes 2007, σ. 103.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref3"><sup>[3]</sup></a> Δες Christine Ducros et Jean-Yves Guérin, <em>Le management de la colère</em>, Éditions Max Milo, Paris 2010, pp. 173–174.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref4"><sup>[4]</sup></a> Δες Le Monde Diplomatique, October 1997, www.monde-diplomatique.fr/1997/10/RIMBERT/9295 (in French).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref5"><sup>[5]</sup></a> Δες το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ <em>Ça leur coûtera cher</em> που βρίσκεται στο</p>
<p>http://reposito.internetdown.org/videosetsons/vireux/ (στα Γαλλικά).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref6"><sup>[6]</sup></a> <em>Le Monde</em>, 19 Ιουλίου, 2000.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref7"><sup>[7]</sup></a> <em>Le Monde</em>, 14 Νοεμβρίου, 2001 και <em>Libération</em>, 19 Νοεμβρίου, 2001.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref8"><sup>[8]</sup></a> Δες Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 9.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref9"><sup>[9]</sup></a> Σύμφωνα με σχόλια από τον Manu Georget, εκπροσώπου μιας διαφωνούσας πτέρυγας του συνδικάτου της CGT, που έδρασε σαν επίσημος συνομιλητής κατά τη διάρκεια του αγώνα: http://onvaulxmieuxqueca.ouvaton.org/spip.php?article444&amp;calendrier_mois=09&amp;calendrier_annee=2010 (in French).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref10"><sup>[10]</sup></a> Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τί προοπτικές αυτοδιαχείρισης υπήρχαν πραγματικά από τη στιγμή που τα προϊόντα που παράχθηκαν δεν προσφέρονταν για «ακτιβιστική πώληση» (κάτι που έγινε με τα ρολόγια που παράχθηκαν στην Lip την δεκαετία του 70 και πωλούνταν σε όλη τη Γαλλία σε περίπτερα αλληλεγγύης προς ενίσχυση του αγώνα). Και αν οι οθόνες πλάσμα μιας μάρκας όπως η Philips δεν προσφέρονται για τέτοιου είδους πώληση, τι να πούμε για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων που παράγονται από ένα εργοστάσιο υπεργολαβίας της Renault;</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref11"><sup>[11]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 77.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref12"><sup>[12]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 142.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref13"><sup>[13]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 149.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref14"><sup>[14]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 202.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref15"><sup>[15]</sup></a> Benjamin Coriat, “Wage labor, capital accumulation, and the crisis 1968–82”, in Mark Kesselman &amp; Guy Groux (red.), <em>The French workers’ movement. </em><em>Economic crisis and political change</em>, London 1984, σ. 22.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref16"><sup>[16]</sup></a> “Όπως ο Erbès Seguin […] έχει με οξυδέρκεια παρατηρήσει […] για όλη την περίοδο που μας αφορά εδώ, οι μισθοί έπαιζαν τον ρόλο ενός είδους γενικού υποκατάστατου για όλα τα άλλα αιτήματα των εργατών. Για παράδειγμα η εισαγωγή της νυχτερινής βάρδιας έγινε σε πολλές περιπτώσεις δεκτή με αντάλλαγμα μισθολογικές παραχωρήσεις από τη μεριά των αφεντικών”. – Benjamin Coriat, ο.π., σ. 23.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref17"><sup>[17]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 120f.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref18"><sup>[18]</sup></a> “Από το 1983 μέχρι 2003, οι αριθμοί των εργαζομένων σε καθεστώς υπενοικίασης αυξήθηκαν από τις 113.000 στις 361.000 (+316 %), αυτών που εργάζονταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου (CDD) από τις 263.000 στις 1.624.000 (+ 517 %) και των υποαπασχολούμενων (part-time κλπ.) από τις 148.000 στις 1.186.000, όταν στην ίδια περίοδο οι αριθμοί των σταθερών θέσεων εργασίας (συμβόλαια αορίστου χρόνου (CDI) ή οργανικές θέσεις στο δημόσιο) ανέβηκαν μόλις από τις 16.804.000 στις 18.847.000 (+ 12%)” – Laurent Maudruit, “Les nouvelles métamorphoses de la question sociale”, <em>Le Monde</em>, 7 Απριλίου, 2005.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref19"><sup>[19]</sup></a> Κάποιοι θα μπορούσαν να αντιτείνουν φυσικά ότι ο καπιταλισμός ήταν πάντοτε παγκόσμιος, αλλά η διαδικασία που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια και παρήγαγε έναν <em>παγκόσμιο κύκλο συσσώρευσης</em> είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από το διεθνές εμπόριο <em>μεταξύ</em> των χωρών. Η ανάπτυξη των πολυεθνικών εταιρειών είναι αδιαχώριστη από το φαινόμενο των μετεγκαταστάσεων . Στην περίπτωση της Γαλλίας, όπως και σε άλλες δυτικές χώρες, αυτό ξεκίνησε τη δεκαετία του ‘70 με την υφαντουργική βιομηχανία. (Δες τα παραδείγματα των εταιρειών Kindy και Bidermann στο <em>L’expansion</em> no. 691, November 2004, που αναφέρονται στο: http://www.m-lasserre.com/educpop/dossierdelocs/DusecteurindustrielaceluidelaR&amp;D.htm)</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref20"><sup>[20]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 418.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref21"><sup>[21]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 417</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref22"><sup>[22]</sup></a> Δες Henri Simon, “À Givet, une nouvelle forme de la lutte de classe?”, <em>Échange et mouvement </em>no. 94, 2000.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>The ‘Indignados’ Movement in Greece</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/the-%e2%80%98indignados%e2%80%99-movement-in-greece/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/the-%e2%80%98indignados%e2%80%99-movement-in-greece/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 24 Nov 2011 16:56:12 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[in English]]></category>
		<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=654</guid>
		<description><![CDATA[What is at stake? Over the last few months, the immediate concern for the European Union and the Greek state has been to finalise the terms for the additional financing – 12 billion euros – required to service the Greek state’s debt repayments. The Medium Term Economic Program (the updated version of the ‘Memorandum of [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<h2>What is at stake?</h2>
<div>
<p>Over the last few months, the immediate concern for the European Union and the Greek state has been to finalise the terms for the additional financing – 12 billion euros – required to service the Greek state’s debt repayments. The Medium Term Economic Program (the updated version of the ‘Memorandum of Understanding’ with the EU–IMF–ECB ‘Troika’) was finally voted for on June 29. Further funding of about 30 billion euros will be required next year, and even more in 2013. The Greek state missed budget targets set last year when the imf and Eurozone provided a 110 billion euro loan package, to be delivered in tranches. The centrepiece of the new bailout package is a privatisation drive that is predicted to raise 50 billion euros by 2015. State-owned power and water companies, ports, banks, the former telecommunications monopoly (OTE), the train operator, and other companies such as OPAP, the largest European lottery and sports betting firm, will be included in the sell-off, which means an even greater reduction in the indirect wage and the deterioration of living conditions in general, as well as a permanent and substantial loss of revenue for the State budget, ‘necessitating’ an even bigger deterioration in living standards and so on. In addition, there will be further spending cuts – more than 6 billion euros within twelve months, equivalent to 2.8 percent of Greek GDP – and regressive tax hikes targeting the reproduction of the domestic working class. This will mean wage cuts up to 30%. The trade-union confederation of public sector workers – ADEDY – estimated that the average overall cut initiated by last year’s package of measures would reach 40–45% of public sector workers’ salaries by the end of the present year.</p>
<p>This is the continuation of a <em>horizontal</em> attack against the wage – the level of the reproduction of the working class – which started in 2009. It also encompasses various petit-bourgeois and wage earning middle strata, in particular through tax hikes and the opening up of protected professions, measures which tendentially change the structure of Greek society (namely, its overgrown petit-bourgeois sector). The state subsidies for the survival of the surplus workforce tend to disappear and the result is the proliferation of informal labour and poverty. Proletarians (and rapidly proletarianised middle and petit-bourgeois strata) have no other option but to work, mostly informally, in order to survive, and at the same time find it impossible to find a job or gain an income that would cover the cost of reproduction of their labour power. The official unemployment rate in March 2011 was 16.2% compared to 11.6% in March 2010 and 15.9% in February 2011, while it was 42.5% for 15–24 year-olds and 22.6% for 25–34 year-olds. Capital declares that it cannot afford the survival of the proletariat and makes it clear that a significant part of the latter is useless (in terms of the valorisation of capital), and more importantly, that the desired recovery does not include any re-integration into production of this over-abundant part of the proletariat.</p>
<p>The ‘Greek issue’ is not a Greek problem. Alan Greenspan commented on June 17 that ‘Greece’s debt crisis has the potential to push the us into another recession’. A couple of weeks earlier, ECB executive board member Lorenzo Bini Smaghi said to the <em>Financial Times</em> that ‘a debt restructuring, or exiting the euro, would be like the death penalty’, adding that ‘anyone who imagined the impact would be containable are like those who in mid-September 2008 were saying the markets had been fully prepared for the failure of Lehman Brothers’. On June 22, Federal Reserve chairman Ben Bernanke warned:</p>
<blockquote>
<div>If there were a failure to resolve that (Greek debt) situation it would pose threats to the European financial system, the global financial system, and to European political unity.</div>
</blockquote>
<p>The different approaches between the various European national capitalist formations apparently reflect their respective interests in a period of intensified inter-capitalist competition:</p>
<blockquote>
<div>The ECB and the French banks are among the worst exposed to a Greek debt restructuring, while the German banks would take a far smaller ‘haircut’, and moreover would likely expect to be subsidised for any losses by the government of Chancellor Angela Merkel. The perceived advantage in a Greek restructuring as far as Germany and its smaller Eurozone allies are concerned is that the move could potentially reduce the amount of their public funds funnelled into the banks of France and other rival powers.<sup><a id="fnt__1" name="fnt__1" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__1"></a>1</sup></div>
</blockquote>
<p>So the various competing fractions of capital seek to prevent and, if that proves impossible, effectively contain the shock waves that a potential default of the Greek state will send through the global financial system. And even more so, as it is not only Greece; Portugal, Ireland and Spain are ready to follow (not to mention the huge accumulated public debt of the USA and UK). Such a development would cause an even more acute plunge in the global economy, transforming the current sovereign debt crisis into a major currency crisis and, ultimately, a crisis of value. Essentially, what is at stake in the present moment is the endeavour on the part of the bourgeoisie to avoid a massive devaluation of financial capital, that is to say, to halt the destructive re-affirmation of the law of value within the capitalist crisis. This is, in other words, the endeavour to preserve the present mode of global accumulation by accelerating the core dynamics of restructured capitalism itself: attack against the wage and all the guarantees of the reproduction of the working class, de-legitimisation of the negotiation of the price of labour power, precarisation, zoning of global capitalist accumulation and intensified competition between the various peripheries of accumulation, further financialisation and the effort to valorise financial capital (mainly in sectors associated with the reproduction of labour power and the distribution of produced surplus value – exploitation of public assets, restructuring of pension schemes, etc). However, this effort to increase the rate of surplus value (rate of exploitation) accelerates at the same time all the contradictions in the above dynamics – contradictions that ended up in the current crisis – making them even more explosive.</p>
</div>
<h2 id="the-indignados-in-greece">The ‘indignados’ in Greece</h2>
<div>
<p>On May 25, in a series of demonstrations and gatherings in various Greek cities, tens of thousands took to the streets to make a demand for ‘all politicians to go’. In Athens, approximately 20,000 took to Syntagma square (the central square opposite Parliament House); in Thessaloniki, approximately 5,000 gathered in front of the White Tower. A lot of people gathered in Patras, Volos, Chania, Ioannina, Larisa and other cities. In the notes that follow, the focus will be on Athens, as this is where the bulk of the events took place and the dynamics/limits of this movement were most evident.</p>
<p>Below, we cite some minutes of the first open assembly held at Syntagma square on May 25, which are quite representative of the mood prevalent among the protesters:</p>
<blockquote>
<div>
<p>Any politician who commits injustices, anyone not respecting popular demands, must go to their home or to prison. Their democracy can guarantee neither equality nor justice.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We should not be satisfied with being consumers or customers, we should be satisfied with being good and responsible citizens.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<p>We should look at this issue – of our robbed lives – globally. We should connect with anything similar happening across the world. It is not only the politicians who are to blame, it is all of us with our individualistic behaviour.</p>
<p>&nbsp;</p>
<div>
<p>We must continue with consistency the revolts of the Arabic world, to lift ourselves above homelands and nations.We must start formulating demands; for politics to change, for the government to go – let’s co-shape our own proposals.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The health system collapses; there are no more disposable materials; people in hospitals are in danger; they [politicians] are abandoning us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Democracy began from here, in Athens. Politics is not something bad. To improve it, let’s take it back into our own hands.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The problems are common and they are what unites us. We should not allow [political] banners, or whatever chooses to divide us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The Spanish people gave us the idea and the cue. We must co-ordinate with the rest of the debt-ridden South, we must mobilise. The Spanish people have shown us the way.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>They slander civil servants, teachers, lecturers, doctors. Justice is not the 500 euro [salaries]. They deprive us of dignity.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Greece is at the edge of the cliff and the money of the country is already abroad. They robbed us, and continue to do so.<sup><a id="fnt__2" name="fnt__2" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__2"></a>2</sup></p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</blockquote>
<p>And this is the resolution by one of the early open assemblies at Syntagma square:</p>
<blockquote>
<div>
<p>For a long time now, decisions have been made for us, without us.We are workers, unemployed, pensioners, youth who came to Syntagma to struggle for our lives and our futures.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We are here because we know that the solution to our problems can only come from us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We invite all Athenians, the workers, the unemployed and the youth to Syntagma, and the entire society to fill up the squares and to take life into their hands.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>There, in the squares, we shall co-shape all our demands.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We call all workers who will be striking in the coming period to end up and remain at Syntagma.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We will not leave the squares before those who led us here leave: Governments, the Troika, Banks, Memorandums and everyone who exploits us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We say that the debt is not ours.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>DIRECT DEMOCRACY NOW !</p>
<p>EQUALITY – JUSTICE – DIGNITY !</p>
<p>The only defeated struggle is the one that was never fought!<sup><a id="fnt__3" name="fnt__3" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__3"></a>3</sup></p>
</div>
</blockquote>
<p>For more than a month, a few thousand people had been gathering daily in Syntagma square. The square was occupied 24/7, but the bulk of the protesters would turn up in the evening, after work, which was when the assemblies took place as well. On weekends, the number of demonstrators multiplied, peaking at hundreds of thousands on June 5. It was a diverse, inter-class crowd of workers (to a large extent public sector workers), unemployed, students, pensioners, self-employed, shopkeepers, and other petit-bourgeois strata. The social composition of the crowd also had a spatial expression in Syntagma square: in the ‘upper part’ of the square, closer to Parliament House, it was much more petit-bourgeois – this is where one would see the majority of Greek flags and some (far) rightist groups – while in the ‘lower part’ the presence of young students, workers and unemployed was far more significant. Interestingly, the presence of high school kids, immigrants, and lumpen proletarians – who were involved in the most aggressive actions during the December 2008 riots – was not significant. However, the much broader composition and the more massive character of this movement indicate the deepening of a generalised social crisis in the time that has passed since late 2008. In addition, unlike December 2008, the daily presence of this motley crowd in the centre of Athens and other cities did not cause any major disruption to ‘business as usual’. It remained far from practically upsetting the distribution of commodities/circulation of capital, not to mention production. For some shops, especially food companies and cafes, ‘indignados’ were a blessing. It did not produce any questioning of social roles within the division of labour either: lawyers would participate in committees intended to question the legitimacy of the austerity programme, doctors would offer their services for free, the unemployed would clean the square, and the homeless would be satisfied at having found a temporary substitute for charity.</p>
<p>As is evident from some of the minutes cited above (and obviously from its very name), the ‘indignados’ movement in Greece was inspired by the Spanish ‘indignados’ and the revolts in North Africa, especially Egypt and the calls from Tahrir square for a democratic reform of the state. Unlike Spain, however, in Greece the movement was born on the eve of an anticipated conflict – over a new package of austerity measures – within an ongoing major social crisis epitomised by the ‘Memorandum of Understanding’, so it acquired a concrete ‘target’: that the Medium Term Economic Program not be put to vote (‘we do not owe – we shall not sell – we shall not pay’ was a very popular slogan on posters), although the general feeling was not that of negotiating with the government, but that ‘they must all leave now’, in a rejection not only of PASOK but of the whole political establishment. This is why there was a strong appeal of the images from Tunisia, Egypt, or Argentina and the humiliating departure of prime ministers. Similar to North Africa and Spain, Facebook and other ‘social media’ networks, as well as mobile phones, had a very significant role in the coming together of the crowd, especially for younger protesters, while from the outset the publicity for the events in the mainstream media became itself a ‘call to arms’ (the media suppressed their ‘enthusiasm’ only after the first general strike, on June 15).</p>
</div>
<h2>Real democracy and the rise of a new bureaucracy</h2>
<div>
<p>Echoing the Spanish ‘indignados’, the movement in Greece called for ‘real democracy now’, and various militants/ideologues who found themselves within the crowd would each fantasise/proclaim their own version of democracy. The call for ‘real democracy now’, both in Spain and in Greece, is the manifestation of the crisis of politics/representation, which itself is the result of the negotiation of the price of labour power having become a-systemic, and even more so in the setting of the current capitalist crisis. However, both these movements articulated a democratic critique of democracy, that is, a political critique of politics; they were born in an impasse.</p>
<p>From the beginning, it was about ‘taking our lives into our own hands’ since the ones who are supposed to make decisions for us do not represent us anymore, while the question of ‘what are we to do with our lives’ was repressed. The banning of party-political identities was intended to create a public space where everyone could join in, speak and decide together. And indeed various open assemblies, which formally are such spaces, were created, initially in the central squares and after a point in various neighbourhoods of Athens. The latter were in part the revitalisation of the local assemblies which had sprung up during the December 2008 riots, and in part a rather unsuccessful attempt to impose a central direction on local assemblies which were already active, as in the case of the Athenian district of Vyronas. But the political ‘overcoming’ of politics can only create a new bureaucracy.</p>
<p>The new bureaucracy of the assemblies – which hosted leftist MPs or ex-MPs, militants, high ranking unionists, local council members, left-nationalist journalists, ‘sensitive’ artists, and so on, who had just left their party/political banners and logos behind – was actually a coalition of the parliamentary left (syriza, but not the CP, which was not involved in the events) with extra-parliamentary leftist parties/groups (after a point, bitter, but still a coalition). The presence of many younger protesters – students, or ex-students and workers/unemployed (in Greece, passing through university does not mean that one is destined to join the middle strata, even less so over the last decade) – in the ‘lower part’ of Syntagma square and the assemblies in the various districts of Athens and outside the capital facilitated the domination of the assemblies by the leftists, since the latter traditionally have strong links with universities. Within the first week, this bureaucracy was already prevalent and propagated the existence and expansion of the assemblies – proclaiming them a ‘workshop in democracy’ – as an end in itself. From this point on it represented and tried to maintain the framework within which the internal dynamics and conflicts of the movement developed. For the bureaucracy, everything could be discussed as long as it did not radically question the line of those who controlled the assemblies, because this would call into question the assemblies themselves, and therefore democracy. And who wants to be against democracy?</p>
<p>The ‘real democratic’ discourse was the almost total absence of practical actions in the ‘indignados’ movement. Leaving aside the three days of general strike and the spontaneous attacks against politicians here and there that had been taking place for a while in Greece – manifesting a diffuse, accumulated rage on the part of the working class and proletarianised petit-bourgeois and middle strata – there were no important actions organised by the assemblies, neither the central nor the local ones, or even more informal groupings of protesters (with the exception of some interventions in unemployment offices organised by the Group of Workers and Unemployed). Even the sabotaging of ticket machines twice in Syntagma underground station was organised by the so-called ‘I don’t pay’ movement which pre-existed the gatherings in the squares. The bureaucracy of the assemblies, for its part, did its best to block any such actions. The various ‘thematic groups’ which were created during the first days of the movement, to the extent that they did not wind up merely as practical executers of the assembly’s decisions (photocopying and handing-out leaflets etc) vanished in non-practice. It is true that swearing at politicians and cops outside Parliament, spending time with so many other people, eating, drinking, dancing, chatting, and sleeping together is a nice feeling, and a break with the normality of everyday life. However, this movement lacked the practical actions and the imagination that the December 2008 riots or even the 2006–7 student movement produced.</p>
<p>A major emphasis of the democratism of the movement and its bureaucracy was the condemnation of proletarian violence, and in this sense it once again echoed the Spanish movement. This democratism identifies violence with an increasingly authoritarian state, against which it counterposes a ‘true democracy’ that will be able to resolve conflicts in a peaceful, civilised manner. It sees proletarians as treated unfairly, not as exploited. It sees citizens instead of classes. Contradictorily, these same citizens attack politicians whenever they happen to encounter them. However, as will become evident below, there was a shift in this internal dynamic of the movement after the confrontations with the police on June 15, a shift that led to the major clashes on June 28 and 29. This shift affirmed the class character of the present conflict and the proletarian component of the movement, and this was most clearly manifested at the moment of its virtual death.</p>
</div>
<h2>No flags but the Greek flag</h2>
<div>
<p>The banning of all political flags and banners from gatherings in the squares left only one banner unchallenged: the Greek national flag, the banner of a class compromise. Democracy is always a national democracy, in the last instance.</p>
<p>Greek flags were mostly seen in the ‘upper part’ of Syntagma square, where (far) rightist groupings were also present. But it was precisely their presence that testified to the nationalism which permeated the nature of the ‘indignados’ movement. Nationalism was the ground on which the left and the right wings (territorialised in the ‘lower’ and ‘upper’ parts of Syntagma square) rubbed shoulders. (Far) right nationalism proper found its other half in the Stalinist, anti-imperialist nationalism of the Left and far Left. As a leftist academic (Panagiotis Sotiris) put it:</p>
<blockquote>
<div>Even the mass use of Greek flags in the rallies, a practice that some segments of the Left misread as ‘nationalism’, is an expression of the need for popular sovereignty, social cohesion and collective social dignity.</div>
</blockquote>
<p>Even protesters coming from the anarchist/anti-authoritarian milieu could not but tolerate this diffuse nationalism, at least before June 15:</p>
<blockquote>
<div>In my opinion they are not nazis in the classic sense, they are just old-fashioned far-rightists with a nerve that does not correspond to their small number. As such, any targeting against them, which one speaker suggested, was rightly considered pointless. It would be tragic if our side began a tactic of bullying and exclusion. These people were simply unable to shape events, they are simply non existent, and they will either be unavoidably incorporated into the body of the real procedures of the movement (assemblies, etc.) or they will leave on their own.</div>
</blockquote>
<p>In the first days of the events, there were some attacks against immigrants and some incidents of bullying by fascists/(far) rightists. However, there were anti-nationalist, anti-racist tendencies as well, multiplied after June 15, which prevented further such incidents and welcomed the few immigrants that found themselves in the events. This contradictory co-existence gave way to physically violent confrontations in late June, especially during the two-day general strike.</p>
<p>An effort to interpret the nationalisation of the movement in Greece must take into account: a) the social structure (overgrown petit-bourgeoisie) and the history of class struggle in Greece (national liberation movement during the German occupation in wwii, civil war, recent seven-year dictatorship, identified by the Left as American-imposed), which has given birth to and maintained very significant anti-imperialist reflexes in Greek society; b) the fact that the austerity measures are perceived as imposed by foreign powers/interests, in a view that mistakes the rule of largely financial, and by nature international, capital for a rule of foreign, more powerful nations and their interests on ‘our’ sovereign nation and its people. This gives rise to fantasies that the Greek state’s break with the eurozone can permit a self-sustained development which will comply with the interests and needs of Greek people; c) the position of the Greek state in the global hierarchy of capitalist national formations (we saw the presence of national flags both in Egypt and Greece – although in Greece they were not as prevalent as in Egypt – but not in Spain), which is related to the above; d) the migration crisis in Greece which occurs in a context where an already over-abundant surplus population is increasing further, which is just one part of a European and ultimately global migration crisis:</p>
<blockquote>
<div>At the same time, there is an uncontainable migration crisis. Tens of thousands of Afghans, Iraqis, Pakistanis, Bengalis, Somalis and North Africans are packed into crumbling buildings owned by slumlords, mostly Greek, who double as traffickers. Around Omonia Square, migrants search in rubbish for bottles, cables, clothing, anything to sell. The charity Médecins du Monde has declared a humanitarian emergency; in the lobby of its small clinic young men wait for hours […]. Like the debt, the migration crisis has a European dimension. Greece is a main entry point for people trying to reach the EU from the Middle East, South Asia and Africa; 150,000 entered the country without papers in 2010 alone. Most of them cross the Turkish border, where the government plans to build a seven-mile wall; hundreds are detained there in conditions unfit for animals. Few want to stay in Greece, but under pressure from the EU the government has tightened controls over the exit points, turning the country into a giant lobster trap to keep migrants from reaching London, Paris or Berlin. According to the 2008 Dublin ii Regulation, refugees have to apply for asylum in the first EU country they reach; Greece has 54,000 pending asylum applications and an approval rate of 0.3 percent.<sup><a id="fnt__4" name="fnt__4" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__4"></a>4</sup></div>
</blockquote>
<p>It must be stressed that this migration crisis is territorialised in the city centre of Athens, where whole neighbourhoods have been transformed into ghettos/no-go areas, dominated by unemployment, petty crime, drugs and prostitution. This in turn has led to a proliferation of far-right/fascist groups in the area, many of which organise daily attacks against immigrants, in many cases together with the police, and they echo the concerns of the Greek petit-bourgeoisie of central Athens who see themselves vanishing in the ongoing recession and the depreciation of their neighbourhoods due to a growing lumpen population and associated crime.</p>
<blockquote>
<div>With mass irregular migration and immiseration comes crime, both petty and organised, run by Greeks as well as foreigners. Athens was once seen as Europe’s safest capital; last year there were 145 armed robberies in a single week. The city has become a mecca for illegal weapons: you can get a ‘used’ Beretta for around 800 euros or a .357 Magnum for a mere 500. Racist violence is on the rise, as are revenge killings and turf wars. Five dismembered brown-skinned bodies have been found since Christmas at one municipal dump. Even at midday, formerly prosperous streets are lined with women in hot pants and high heels, most of them African; their pimps stay in the shadows. Heroin is cheaper here than anywhere else in Europe. As the authorities abdicate from policing parts of the city, the task of ‘keeping order’ is assumed by vigilantes affiliated with the neofascist party Chrysi Avgi, or Golden Dawn, which last year won its first seat on the City Council. Chrysi Avgi patrols large areas of Athens, with the explicit or tacit support of many Greek residents and often of the police, staging pogroms against migrants and pitched battles with bands of anarchists who oppose them; on May 19 more than 200 people rampaged through the center, smashing shop windows and kicking or beating every dark-skinned man they saw while the police stood by. A young sympathiser described the group’s activities to me, proudly lifting his shirt to show a scar on his back inflicted, he said, by an Afghan with a knife. ‘We go into the basements where they have illegal mosques to check their papers, clear them out. They could be Al Qaeda; they could be anything. It’s not chance that they’re Muslims; they’re coming on purpose to undermine the country. There’s a plan, a secret funding mechanism, and there’s no state to protect us. The police are on the side of the migrants. We had to liberate Attica Square with our fists. The migrants were washing their clothes, their children, in the fountain; they were sleeping and praying in the square. It offends me to see them praying in the square.’ This spring a 21-year-old Bengali was stabbed to death in ‘revenge’ for the murder of a Greek expectant father knifed on the street for his camera. Two Afghans have been charged with the killing of the Greek; no one has been arrested for the Bengali’s murder.<sup><a id="fnt__5" name="fnt__5" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__5"></a>5</sup></div>
</blockquote>
</div>
<h2>The general strikes</h2>
<div>
<p>The three days of general strike placed the ‘indignados’ movement on the level of a central conflict between the working class and the state, and put its role as an inconvenient but tolerable citizen protest into question. On the one hand, the square occupations (especially Syntagma) territorialised this conflict, provided it with an actual space to defend, but on the other hand this prohibited the diffusion of the clashes throughout central Athens.</p>
<p>On June 15, the demonstration in Athens was huge (probably more than 200,000 people). There was a presence of the more petit-bourgeois ‘upper part’ of Syntagma square and with it of right-wing nationalist tendencies. The clashes with the police lasted for some hours and they were supported by a high proportion of the protesters, a part of whom were practically involved. The number of demonstrators was so big that the police had some difficulties controlling the situation, although very few people were properly armed to fight. Many participants described an impressive feeling of solidarity and determination among the demonstrators. The dominant slogans until then, like ‘thieves’ or ‘all politicians to go’, gave way to more anti-police and anti-state ones. June 15 was the first time a break with the pacifist, non-violent discourse of the ‘indignados’ movement emerged. The heavy repression by the state disillusioned many ‘indignados’; from then on, the pacifist calls by the leftist bureaucracy started to sound more and more grotesque, although the discourse about ‘hooded agent provocateurs’ by the Left and the media lasted to the end. In addition, the proposal by PASOK for a coalition government which would encompass all the big parliamentary parties, and the reformation of the board of ministers made clear that they lacked the luxury to negotiate any of the new austerity measures.</p>
<p>On June 28, the first day of the 48 hour general strike and the day that the voting process for the Medium Term Economic Program started in the Parliament, the demonstrators were far fewer (20–30,000) and displayed a much narrower social composition, with mainly the most militant proletarian parts participating. Already in the preceding days, the gatherings in Syntagma square were much smaller and less lively than before and everybody felt the 48 hour general strike would be the most violent final act of the movement. It is indicative of the shift in the dynamics of the movement that the clashes on June 28 started after a 1,000 strong bloc attacked a group of 20–30 fascists who were beaten heavily and only saved by the police. On June 29, the demonstrators were 40–50,000. Initially, there were some unsuccessful attempts by protesters to block the entrance of mps to the Parliament. Later, after the blocs of the demonstrators were attacked by the police, various small groups of them found themselves involved in clashes in different parts of the area around the Parliament and the University of Athens. In both days, a lot of people took part in clashes, not just anarchists, and even more were willing to support them with their presence. The tactics of the police this time were evidently to clear the square and put an end to the occupation, which resulted in large quantities of teargas and protesters sent to hospital.</p>
<p>An interesting thing to note is that in all three days of general strike there were few attacks against property; the target was mainly the police. There were some incidents where protesters trying to attack luxury hotels and banks were booed. Also interesting is the fact that there were very few Molotov cocktails used, since many in the anarchist/anti-authoritarian milieu did not want a repetition of what had happened on 5 May 2010, when three people died after a bank was set alight during a big demonstration in central Athens. Apart from the three days of general strike, there were seven-day intermittent strikes in the state power company and the port of Piraeus, none of which was connected to the ‘indignados’ movement, however. The field of production seemed very distant.</p>
<p>The day after June 29 many small demonstrations and some occupations against the heavy repression took place in various cities, while Syntagma square had already been re-occupied the previous night. However, there was a dominant feeling of defeat and disappointment as the ‘Memorandum’ was voted, and it seemed little could be done about it. But at the same time there was a lot of anger against the police and politicians, diffused through much of Greek society.</p>
</div>
<h2>The contradictory dynamics of the movement</h2>
<div>
<p>Above were described the prevalent trends of the movement, the essential characteristics of its nature, which provided the context within which all its <em>internal</em> contradictions developed over time. One must maintain an understanding of the <em>temporal</em> character of the dynamics of the movement and its contradictions. It is important to stress again that the first general strike on June 15 was a turning point that accelerated the unfolding of the contradictions, intensifying them, while the number of protesters in the squares was decreasing.</p>
<p>Even from the beginning, the gap between the ‘upper’ and ‘lower’ parts of Syntagma square was evident. As said above, the ‘upper part’ was composed to a significant extent by a petit-bourgeois element that sees itself in danger of vanishing (which means thrown into the proletarian class) by aggressive tax hikes, rising inflation, and policies like the opening up of protected professions within the context of an ongoing recession which squeezes the market and business opportunities. In the ‘lower part’ there was a significant presence of students, workers and unemployed who actually face budget cuts and the privatisation/commercialisation of public assets as a further squeeze on their income (direct or indirect) and a scrapping of job opportunities in the public sector. Practically, these ‘lower part’ protesters were involved in the assemblies, while most of the ‘upper part’ ones would leave around 9pm, when the assembly was about to start.</p>
<p>The conflictual class interests among the protesters were smoothed by the fact that the ‘Memorandum’ means a direct deterioration in living conditions for everyone. Hence, for a while, all coexisted under the umbrella of democratism/nationalism. At the level of political identities, this umbrella produced the weird picture of anarchists and far-rightists jointly throwing stones at the police on June 15.</p>
<p>However, the incursion of proletarian violence on June 15, and the subsequent police repression, brought the class character of the conflict to the forefront. This led to a gradual shrinking in the size of the movement and of its petit-bourgeois elements. The prevailing mood towards violence gradually changed, and this was manifested in the multiplication of voices raised against the pacifist calls of the leftist bureaucracy after June 15, and in the extended clashes during the 48 hour general strike. Within the ‘lower part’ in Syntagma, groupings such as the Group of Workers and Unemployed and other tendencies would now increasingly challenge the domination of the new bureaucrats. The tolerance of (far) rightists and fascists gave way to verbal and physical attacks, a 200 strong demo on June 27 shouting antifascist slogans, and the beating up of fascist groups in the June 28 demonstration. After June 29, the general feeling was that everyone had to take sides: ‘with us or with the police?’ Even the union confederation representing public sector workers called for a demo ‘against the repression of the workers’ movement’ on June 30.</p>
</div>
<h2>What was it all about?</h2>
<div>
<p>The ‘indignados’ movement in Greece was a massive, populous, inter-class movement, and – although the temporal unfolding of its internal contradictory dynamics must not be forgotten – this defined its very nature, unlike the December 2008 riots which were a minoritarian movement incorporating high school kids, young precarious workers and immigrants – namely, those who have no future <em>par excellence</em> – in the frontline. The large numbers of protesters reflect a deep social crisis that affects wide strata of the population, proletarian and otherwise. The massive, inter-class character of the movement resulted in the contradictory and conflictual diversity of the crowd.</p>
<p>The democratic discourse of the movement was an inter-class response to a major political crisis, against a state which is becoming authoritarian. This democratic discourse is very much associated with the penetration of the middle strata (mostly the young generation, the would-be middle strata) and the petit-bourgeois into the class struggle, but it can only be transitory because of the severity of the crisis. This was also the case, shaped obviously by different particularities, both in Spain and the Arab world. This democratic discourse <em>is not</em>, however, the radical democratism of the ‘90s and early 2000s, the radical democratism of the antiglobalisation movement. The difference is that no visions of an alternative society, of a capitalism with a human face, exist anymore. This makes of this democratic discourse <em>a mere form</em> which is missing the content of an alternative way of living and reproducing oneself. This is manifested in the absence of any questioning of the established social roles, in the absence of wage demands, in the all too easy abstract condemnation of financial capital, in the fact that the ‘lifestyle of the squares’ cannot be appealing outside them. Radical democratism is well and truly dead.</p>
<p>The ‘indignados’ movement was the struggle of proletarians and rapidly proletarianised middle and petit-bourgeois strata whose reproduction is blocked, who are becoming poor, a struggle waged at the level of politics – that is – outside production. Faced with the generalisation of the absence of future in the progress of the current crisis and the intensification of the dynamics of the restructuring, protesters cannot practically imagine any way out, any concrete way in which their lives could be different, so they put forward a mere form, real democracy, which however much it can represent all their aspirations for a better life, remains an empty form. In this respect, this movement might appear as the flip side of the coin of the December 2008 riots.</p>
<p>The voting of a new bailout and new austerity measures provided the movement with a specific target, a demand, something to struggle for. This target was concretised in the relation between the ‘indignados’ and the general strikes, with the latter placing the movement at the level of a <em>social</em> conflict between the working class and the state. This caused a shift in the internal dynamics of the movement and at the same time posed an end date for it, defining what the protesters could expect as a victory or a defeat. Finally, the movement was defeated. And although some gatherings and small scale actions continue, with mostly the militants involved now, it seems that everyone is waiting for the summer holidays to confirm its end.</p>
<p>What was made evident by the conflict over the new austerity measures is that the bourgeoisie has no space for manoeuvres and no will for negotiations. As the deputy Prime Minister Theodore Pangalos put it on June 27, ‘without [the austerity package] the country will be broke by mid-July and if that happens, we are likely to see tanks on the streets of Athens to protect the banks’. What is left for the management of the population is the police, as was clearly demonstrated on June 29, or even the army. What was also made evident by the ‘indignados’ movement is that the turn of the republic towards an authoritarian formalisation of the repressive management of the population will tend to have a ‘national socialist’ <em>tone</em>. However, it is highly doubtful that we will see a ‘national socialist’ Greek state capitalism, as the present mode of accumulation in its crisis provides no basis for it, since the nationalist material integration of a part of the working class is out of the question, while at the same time there is no such thing as an autonomous Greek capital anymore. Any forecasts are very risky at the moment. We suppose everything will be determined by the development of the global crisis (predicted currency crises) and the coming unfolding of the class struggle. The next target of the government is a new higher education act which aims to radically ‘modernise’ the university system in the country, while a discussion on the inadequacy of the recently voted austerity package and the practical possibility of default or the restructuring of the debt is already taking place in the daily press.</p>
<p style="text-align: right;"><em>Rocamadur, July 2011</em></p>
<p style="text-align: left;">_______________________________________________________</p>
<div>
<div><a id="fn__1" name="fn__1" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__1"></a>1. Patrick O’Connor, <em>World Socialist Website</em>, 31 May 2011.</div>
<div><a id="fn__2" name="fn__2" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__2"></a>2. Minutes from the Open Assembly of Syntagma Square, 25 May 2011. <a title="http://www.occupiedlondon.org" href="http://www.occupiedlondon.org/">http://www.occupiedlondon.org</a>.</div>
<div><a id="fn__3" name="fn__3" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__3"></a>3. Resolution by the Popular Assembly of Syntagma square, 28 May 2011.</div>
<div><a id="fn__4" name="fn__4" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__4"></a>4. Maria Margaronis, ‘Greece in debt, eurozone in crisis’, <em>The Nation</em>, 28 June 2011.</div>
<div><a id="fn__5" name="fn__5" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__5"></a>5. Maria Margaronis, ‘Greece in debt, eurozone in crisis’.</div>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/the-%e2%80%98indignados%e2%80%99-movement-in-greece/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η τωρινή στιγμή</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 16 Nov 2011 12:38:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=645</guid>
		<description><![CDATA[Στην πορεία του επαναστατικού αγώνα, η κατάργηση του κράτους, της ανταλλαγής, του καταμερισμού εργασίας και κάθε μορφής ιδιοκτησίας, η επέκταση της χαριστικότητας σαν ενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας, με άλλα λόγια η κατάργηση των τάξεων, είναι «μέτρα» που καταργούν το κεφάλαιο και που επιβάλλονται από τις ίδιες τις ανάγκες της πάλης εναντίον της καπιταλιστικής τάξης. Η [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Στην πορεία του επαναστατικού αγώνα, η κατάργηση του κράτους, της ανταλλαγής, του καταμερισμού εργασίας και κάθε μορφής ιδιοκτησίας, η επέκταση της χαριστικότητας σαν ενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας, με άλλα λόγια η κατάργηση των τάξεων, είναι «μέτρα» που καταργούν το κεφάλαιο και που επιβάλλονται από τις ίδιες τις ανάγκες της πάλης εναντίον της καπιταλιστικής τάξης. Η επανάσταση είναι κομμουνιστικοποίηση· τον κομμουνισμό δεν τον έχει σαν σκοπό και αποτέλεσμα, αλλά σαν περιεχόμενο.</p>
<p>Η κομμουνιστικοποίηση και ο κομμουνισμός είναι πράγματα του μέλλοντος, αλλά <em>πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά στο παρόν<em>. </em></em>Η κομμουνιστικοποίηση προαναγγέλλεται στους τωρινούς αγώνες όποτε το προλεταριάτο προσκρούει στην ίδια του την ύπαρξη ως τάξης, μέσα στην ταξική του δράση κατά του κεφαλαίου εντός της σχέσης εκμετάλλευσης, μέσα στην ίδια την πορεία αυτών των αγώνων· όποτε η ίδια η ύπαρξη του προλεταριάτου παράγεται σαν κάτι ξένο στο οποίο το προλεταριάτο προσκρούει στο πλαίσιο της πάλης του ως τάξης, σαν αντικειμενικός καταναγκασμός εξωτερικευμένος στην ίδια την ύπαρξη του κεφαλαίου. <em>Το πρόβλημα είναι πια η ταξική πάλη στο εσωτερικό της</em>. Εκείνο που οι αγώνες προαναγγέλλουν μέσα στον σημερινό κύκλο αγώνων, όποτε το ίδιο το γεγονός της δράσης του προλεταριάτου ως τάξης εμφανίζεται σαν εξωτερικός καταναγκασμός, σαν όριο που χρειάζεται να ξεπεραστεί, είναι το περιεχόμενο της μελλοντικής επανάστασης.</p>
<p>Τα βασικά στοιχεία μιας θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης τοποθετούνται στο παρόν, ειδάλλως το να μιλάμε για κομμουνιστικοποίηση είναι μια ανούσια δραστηριότητα πολιτικής φαντασίας. Το να αντιλαμβανόμαστε την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση έγκειται στην τωρινή κατανόηση του γεγονότος ότι το να αγωνιζόμαστε σαν τάξη αποτελεί το όριο της ταξικής πάλης. Αυτό είναι το κρίσιμο βήμα. Το να κάνουμε το βήμα αυτό είναι ο μοναδικός τρόπος να μιλήσουμε σήμερα για την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση με τρόπο που να συνδέεται με τους τωρινούς αγώνες.</p>
<h2>Νέα κεντρικότητα της μισθολογικής διεκδίκησης: η διεκδίκηση για τον μισθό είναι αθέμιτη</h2>
<p>Με την κρίση του «φορντιστικού καθεστώτος συσσώρευσης» και το ξεπέρασμά του μέσα στην αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στις δεκαετίες του 1970 και ’80, η μισθολογική διεκδίκηση γίνεται βαθμιαία, μέσα στη σχέση προλεταριάτου και κεφαλαίου, <em>αθέμιτη</em> και ακόμα «εκτός συστήματος»<sup>1</sup>. Το «μοίρασμα του πλούτου», εκτός από θεμελιωδώς συγκρουσιακό ζήτημα μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, έγινε και <em>ταμπού</em>.</p>
<p>Η επίθεση στον μισθό δεν αποτελεί ένα αναλλοίωτο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού το οποίο διαρκώς επιδεινώνεται: ενώ το κεφάλαιο είναι αξία εν κινήσει, και άρα η εκμετάλλευση της εργασίας είναι ο ίδιος ο ορισμός του, η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία μέσα στη συνολική διαδικασία αναπαραγωγής είναι πάντοτε ιστορικά συγκεκριμένη. Στην προηγούμενη φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η εκμετάλλευση αυτή παρήγε τους όρους πραγματοποίησής της <em>που ήταν τότε οι βέλτιστοι από την ίδια τη σκοπιά της αξιοποίησης του κεφαλαίου</em>. Αυτό περιλάμβανε όλα όσα έκαναν την αναπαραγωγή του προλεταριάτου προσδιοριστικό στοιχείο της αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου: δημόσιος χαρακτήρας παρεχόμενων υπηρεσιών, περιχαράκωση της συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο, έρπων πληθωρισμός που «σβήνει» την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, «μοίρασμα των οφελών από την αύξηση της παραγωγικότητας». Απ’ όλα αυτά προέκυπτε μια συγκρότηση και θεμιτότητα, μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, του προλεταριάτου ως εθνικού συνομιλητή σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, και μάλιστα από τη σκοπιά του ίδιου του κεφαλαίου. Από τη σοσιαλδημοκρατία έως το συμβουλιακό ρεύμα, εκείνο που διαμορφωνόταν ήταν η <em>εργατική ταυτότητα</em>.</p>
<p>Στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό (του οποίου τώρα γνωρίζουμε την κρίση), η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπέστη μια <em>διπλή αποσύνδεση</em>. Αφενός, αποσύνδεση ανάμεσα στην αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Αφετέρου, αποσύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση και τον μισθό σαν εισόδημα.</p>
<p>Όσον αφορά την πρώτη αποσύνδεση: εμφανίζεται αρχικά σαν γεωγραφικός χωρισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε ζώνες – καπιταλιστικά υπερκέντρα τα οποία συγκεντρώνουν τις λειτουργίες που καταλαμβάνουν την ανώτερη βαθμίδα στην ιεραρχία της οργάνωσης των επιχειρήσεων (χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, υψηλή τεχνολογία, κέντρα ερευνών κτλ.)· δευτερεύουσες ζώνες με δραστηριότητες που απαιτούν ενδιάμεσες τεχνολογίες, ζώνες οι οποίες συγκεντρώνουν την υλικοτεχνική υποστήριξη και την εμπορική διοχέτευση και έχουν ασαφή όρια από τις περιφέρειες που επιτελούν τις δραστηριότητες συναρμολόγησης, συχνά μέσω ανάθεσης σε υποκατασκευαστές· τέλος, ζώνες κρίσεων και «κοινωνικές χωματερές», όπου ανθεί μια ολόκληρη παραοικονομία βασισμένη σε προϊόντα νόμιμα ή μη. Ενώ η αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι ενοποιημένη διαμέσου του χωρισμού σε ζώνες, δεν συμβαίνει το ίδιο με την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Καθεμιά από τις ζώνες αυτές έχει ιδιαίτερες διευθετήσεις αναπαραγωγής. Στον πρώτο κόσμο: μικρά στρώματα υψηλόμισθων, με ιδιωτικοποίηση των κοινωνικοασφαλιστικών κινδύνων, συνδεδεμένα με φράξιες της εργασιακής δύναμης όπου διατηρούνται ορισμένες πτυχές του «φορντισμού» και με άλλες, ολοένα πολυπληθέστερες, που υπόκεινται σε έναν «νέο συμβιβασμό» με περιεχόμενο τη <em>συνολική αγορά της εργασιακής δύναμης</em><sup>2</sup>. Στον δεύτερο κόσμο: ρύθμιση μέσω χαμηλών μισθών που επιβάλλονται από την ισχυρή πίεση των εσωτερικών μεταναστεύσεων και τη μεγάλη επισφάλεια της απασχόλησης, λίγο-πολύ σταθερές νησίδες διεθνούς υπεργολαβικής ανάθεσης, ελάχιστη ή καμία εγγύηση για τους κοινωνικοασφαλιστικούς κινδύνους, μεταναστεύσεις εργασίας. Στον τρίτο κόσμο: ανθρωπιστικές βοήθειες, διάφορα λαθρεμπόρια, αγροτική επιβίωση, ρύθμιση μέσα από κάθε είδους μαφίες και λίγο-πολύ μικροσκοπικούς πολέμους αλλά και με αναβίωση των τοπικών και εθνοτικών μορφών αλληλεγγύης. Αυτός ο χωρισμός σε ζώνες δεν μπορεί παρά να έχει μορφή φράκταλ: κάθε βαθμίδα της κλίμακας, από τον κόσμο μέχρι τη συνοικία, αναπαράγει αυτή την τριχοτόμηση. Υπάρχει πλήρης αποσύνδεση ανάμεσα στην παγκόσμια αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης που ανταποκρίνεται στην αξιοποίηση αυτή. Ανάμεσα στα δύο, η αμοιβαία σχέση αυστηρής ισοδυναμίας ανάμεσα στη μαζική παραγωγή και τις διευθετήσεις αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, ισοδυναμία που όριζε τον φορντισμό, εξαφανίστηκε<sup>3</sup>.</p>
<p>Ο χωρισμός σε ζώνες είναι ένας λειτουργικός προσδιορισμός του κεφαλαίου: το ζητούμενο είναι να διατηρηθούν, παρά τη ρήξη μεταξύ των δύο, επεκτεινόμενες διεθνείς αγορές και μια πλανητική επέκταση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, κι αυτό <em>πέρα από κάθε αναγκαία σχέση σε έναν προκαθορισμένο κοινό χώρο αναπαραγωγής</em>.</p>
<p>Η ρήξη μιας αναγκαίας σχέσης ανάμεσα στην αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης διαρρηγνύει τους χώρους συνεκτικής αναπαραγωγής με την περιφερειακή ή και εθνική τους οριοθέτηση. Η αποσύνδεση παράγει τη διασταύρωση και την επ’ άπειρον επανάληψή της. Οι περιοχές που ορίζονται σαν «ενδιάμεσες» είναι οι πιο ενδιαφέρουσες, επειδή ακριβώς είναι εκείνες με τον εντονότερο συγχρωτισμό. Το ζητούμενο είναι <em>να διαχωριστούν, αφενός, η αναπαραγωγή και κυκλοφορία του κεφαλαίου και, αφετέρου, η αναπαραγωγή και κυκλοφορία της εργασιακής δύναμης</em>.</p>
<p>Όσον αφορά τη δεύτερη αποσύνδεση: η διαρκής αύξηση των χρεών, που ευνοείται από μια πολιτική χαμηλών επιτοκίων, επιτρέπει να αυξάνονται οι δαπάνες των «νοικοκυριών» ταχύτερα από τα εισοδήματά τους. Ο ανταγωνισμός, που μειώνει τις τιμές μόνο υπό τον όρο ότι θα μειώνει τους μισθούς τους, συνοδεύεται από τη δουλεία του χρέους, το οποίο έχει γίνει εξίσου απαραίτητο με το εισόδημα για την επιβίωση<sup>4</sup>.</p>
<p>«Η αύξηση του πλούτου των νοικοκυριών, η οποία συνοδεύεται από εντεινόμενη κοινωνική ανισότητα, είναι ο ρυθμιστής, επειδή στηρίζει τη ζήτηση η οποία επικυρώνει τη χρηματοοικονομική απόδοση του κεφαλαίου. Αλλά η αύξηση αυτού του πλούτου δεν είναι δυνατή χωρίς την πιστωτική επέκταση που αυξάνει τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Γι’ αυτό οι πιστωτικές καταχρήσεις αντανακλώνται στις διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι εντάσεις που ενυπάρχουν σε αυτή τη ρύθμιση εκδηλώνονται με χρηματοπιστωτικές κρίσεις, όχι με πληθωριστικές εξάρσεις. Η αναιμική αύξηση της μεγάλης πλειοψηφίας των μισθολογικών εισοδημάτων αφενός, και οι αντιπληθωριστικές πιέσεις στις τιμές από τον ανταγωνισμό των αναδυόμενων χωρών αφετέρου, καθηλώνουν τη διάδοση των τοπικά οριοθετημένων πληθωριστικών πιέσεων. […] Η βιωσιμότητα της χρέωσης γίνεται επίκεντρο αυτού του τρόπου ρύθμισης, του οποίου η λογική συνίσταται στη μετατόπιση του μακροοικονομικού κινδύνου προς τα νοικοκυριά. […] Όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα προσαρμόστηκε [σωστότερα: είχε προσαρμοστεί – σ.σ.] στη λειτουργία μιας οικονομίας στην οποία το χρέος των νοικοκυριών αποτελεί την κυριότερη πηγή της ζήτησης» (Aglietta και Berrebi, <em>Désordres dans le capitalisme mondial</em>, εκδ. Odile Jacob, σελ. 56-57-60-62).</p>
<p>Ένα τέτοιο σύστημα σχέσεων μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης θεμελιώνεται σε τεράστιες μισθολογικές διαφοροποιήσεις και τις ενισχύει, αλλά δεν ξεχνάει και τους φτωχούς, όπως μας δείχνει η κρίση των <em>subprimes</em> (ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης) και η αύξηση της υπερχρέωσης σε όλες τις χώρες. Μέσα στη διαδοχή των χρηματοπιστωτικών κρίσεων οι οποίες, εδώ και μια εικοσαετία περίπου, ρυθμίζουν τον τωρινό τρόπο αξιοποίησης του κεφαλαίου, η κρίση των <em>subprimes</em> είναι η πρώτη που είχε την αφετηρία της, όχι σε χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία αναφερόμενα σε επενδύσεις σε κεφάλαιο, αλλά στην κατανάλωση των νοικοκυριών και, πιο συγκεκριμένα, των φτωχότερων νοικοκυριών. Με αυτή την έννοια, πρόκειται για ιδιαίτερη κρίση της «μισθωτής» σχέσης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, στον οποίο καθοριστικό στοιχείο ήταν (και παραμένει) η συνεχής μείωση του μεριδίου των μισθών στον παραγόμενο πλούτο, τόσο στις κεντρικές όσο και στις αναδυόμενες χώρες. Μεταξύ άλλων, αυτό διαφοροποιεί την κρίση αυτή από την κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1960, όταν είχε προηγηθεί αύξηση του μεριδίου των μισθών<sup> 5</sup>. Κάθε έξοδος από κρίση προϋποθέτει μαζική απαξίωση κεφαλαίου και άνοδο του ποσοστού εκμετάλλευσης, και το τελευταίο μεταφράζεται μεταξύ άλλων σε συμπίεση του μισθού. Στην παρούσα κρίση, αυτή η συμπίεση του μισθού ήδη εμπεριεχόταν διαρθρωτικά στη φάση που προηγήθηκε, και αυτός είναι ο λόγος που, για να προσδιορίσουμε ειδικά την κρίση αυτή, θα μιλήσουμε για κρίση της μισθωτής σχέσης.</p>
<p>Ο μισθός δεν είναι πια στοιχείο της συνολικής ρύθμισης του καπιταλισμού: υπάρχει αποσύνδεση ανάμεσα στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και την αξιοποίηση του κεφαλαίου· υπάρχει αποσύνδεση ανάμεσα στο εισόδημα και την κατανάλωση, μέσω της μαζικής χρηματοπιστωτικής κινητοποίησης των μισθολογικών εισοδημάτων (τα χρέη και τα συνταξιοδοτικά ταμεία υποκαθιστούν τον άμεσο και έμμεσο μισθό και συντείνουν στον αποκλεισμό του από τον τρόπο ρύθμισης)· η κατάτμηση της εργασιακής δύναμης γίνεται λειτουργικό χαρακτηριστικό αυτού του μισθολογικού καθεστώτος. Η επισφάλεια δεν είναι μόνο το μέρος εκείνο της απασχόλησης που μπορεί να χαρακτηριστεί επισφαλές με τη στενή έννοια. Έχοντας τώρα ενσωματωθεί σε όλους τους κλάδους δραστηριότητας, αποτελεί βέβαια «απειλή» για όλες τις λεγόμενες «σταθερές» θέσεις εργασίας. Οι σταθερές θέσεις εργασίας αποκτούν τα χαρακτηριστικά της επισφάλειας, όπως ιδίως την ελαστικότητα, την κινητικότητα, τη διαρκή διαθεσιμότητα, την εξωτερική ανάθεση εργασιών που καθιστά επισφαλή ακόμα και τη «σταθερή» απασχόληση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και τη λειτουργία βάσει επιμέρους στόχων στις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο κατάλογος των συμπτωμάτων που παρουσιάζει η διάδοση της επισφάλειας στις <em>τυπικά</em> σταθερές θέσεις εργασίας είναι μεγάλος.</p>
<p>Υπάρχει σήμερα στη μισθολογική διεκδίκηση μια δυναμική την οποία αυτή δεν μπορούσε να έχει πριν. Δυναμική <em>εσωτερική</em>, η οποία της δίνεται από το <em>σύνολο</em> της σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όπως προέκυψε από την αναδιάρθρωση και όπως τώρα μπαίνει σε κρίση. Η σημασία της μισθολογικής διεκδίκησης έχει αλλάξει. Στο αποκορύφωμα του προηγούμενου κύκλου αγώνων, οι οπεραϊστές έβλεπαν στη μισθολογική διεκδίκηση την εργατική αυτοκατάφαση, ενώ την άρνηση της εργασίας την αντιλαμβάνονταν σαν θρίαμβο της «κοινωνικής εργασίας». Το περιεχόμενο αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο από αντιστροφή, ενάντια στο κεφάλαιο, της σπουδαιότητας της εργασίας της εργατικής τάξης, όπως η τάξη αυτή οριζόταν και επιβεβαιωνόταν στην πρώτη αυτή φάση της πραγματικής υπαγωγής (βλ. πιο κάτω μια σημείωση σχετικά με την τυπική και την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο). Δεν επρόκειτο μόνο για πλήρη απασχόληση· η θέση που το κεφάλαιο είχε ορίσει για την εργασία μέσα στην ίδια του την αναπαραγωγή όριζε την ικανότητα του προλεταριάτου να κάνει τη θέση αυτή όπλο κατά του κεφαλαίου.</p>
<p>Βέβαια, η κατανομή της εργάσιμης ημέρας μεταξύ αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας πάντοτε ορίζει την πάλη των τάξεων. Τώρα όμως, στο πλαίσιο του αγώνα γύρω από αυτή την κατανομή, συμβαίνει το παράδοξο ότι, μέσα σε εκείνο ακριβώς που ορίζει το προλεταριάτο, στο πιο ενδόμυχο είναι του, σαν τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής <em>και τίποτε άλλο</em>, εμφανίζεται πρακτικά και συγκρουσιακά ότι η ταξική του ύπαρξη γίνεται για το προλεταριάτο το όριο του ίδιου του του αγώνα ως τάξης. Εκεί έγκειται ο <em>τωρινός</em> κεντρικός χαρακτήρας της μισθολογικής διεκδίκησης στην πάλη των τάξεων. Μέσα στην πιο κοινότοπη εξέλιξη της μισθολογικής διεκδίκησης, το προλεταριάτο βλέπει την ύπαρξή του ως τάξης να αντικειμενοποιείται σαν κάτι που του είναι ξένο, στον βαθμό που η ίδια η καπιταλιστική σχέση θέτει το προλεταριάτο <em>στο εσωτερικό της</em> σαν <em>έναν ξένο</em>.</p>
<p>Οι προλετάριοι δεν βρίσκουν στο κεφάλαιο, δηλαδή στη σχέση τους με τον εαυτό τους<sup>6</sup>, παρά μόνο όλες τις διαιρέσεις της μισθωτής εργασίας και της ανταλλαγής, και καμία οργανωτική ή πολιτική μορφή, καμία διεκδίκηση, δεν μπορεί πια να υπερβεί αυτή τη διαίρεση. Μέσα στην ίδια τη δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η διεκδίκηση εμφανιζόταν σαν συναλλαγή προσαρμοσμένη στους μετασχηματισμούς της σχέσης εκμετάλλευσης: η θεμιτότητά της θεμελιωνόταν στον αναγκαίο δεσμό ανάμεσα στους μετασχηματισμούς της παραγωγικής διαδικασίας και τις συνθήκες της αναπαραγωγής. Η αναδιάρθρωση που καθορίζει τη μορφή της σχέσης στον τωρινό κύκλο αγώνων σάρωσε αυτή την ανάγκη, στερώντας από τη διεκδίκηση τη θεμιτότητα που της προσέδιδε ο προηγούμενος κύκλος αγώνων. Η διεκδίκηση δεν δομεί πια μια σχέση με το κεφάλαιο η οποία εμπεριέχει την ικανότητα του προλεταριάτου να βρει μέσα του την ίδια του τη βάση, την ίδια του τη συγκρότηση, την ίδια του την πραγματικότητα, πάνω στο θεμέλιο μιας εργατικής ταυτότητας την οποία επιβεβαίωνε η αναπαραγωγή του κεφαλαίου μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες της. Το προλεταριάτο αναγνωρίζει το κεφάλαιο σαν τον λόγο ύπαρξής του, σαν την ίδια του την ύπαρξη ορθωμένη απέναντί του, <em>σαν τη μοναδική αναγκαιότητα της δικής του ύπαρξης</em>. Το προλεταριάτο βλέπει εφεξής την ύπαρξή του ως τάξης να αντικειμενοποιείται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σαν κάτι που του είναι ξένο και που οδηγείται να το αμφισβητήσει.</p>
<p>Υπάρχει σήμερα μια διαρθρωτική συνύφανση ανάμεσα, αφενός, στην αντίθεση του προλεταριάτου προς το κεφάλαιο (κάτι που εμπεριέχει τη διεκδίκηση) και, αφετέρου, την αυτοαμφισβήτησή του ως τάξης που δεν είναι τίποτε άλλο από τη σχέση της με το κεφάλαιο. Για την καπιταλιστική τάξη η διεκδικητική απεργία δεν είναι πια θεμιτή, αντίθετα απ&#8217; ό,τι ίσχυε σε μια εσωτερική και εν πολλοίς εθνική συγκρουσιακή διαδικασία συσσώρευσης που αποκλήθηκε «φορντιστική».</p>
<p>Αυτή τη συνύφανση ανάμεσα στη διεκδίκηση και την αυτοαμφισβήτηση των προλετάριων ως προλετάριων, που χαρακτηρίζει τον τωρινό κύκλο αγώνων και συνοψίζεται στο ταξικό ανήκειν σαν γενικό όριο των αγώνων στον τωρινό κύκλο, την ξαναβρίσκουμε με ειδικό τρόπο μέχρι και στην κατ’ εξοχήν διεκδίκηση: τη μισθολογική διεκδίκηση. Στην περίπτωση αυτή, η διεκδίκηση δεν εξαφανίζεται· την αλλαγή της σημασίας της πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στην ίδια. Με τη σημερινή κρίση, η μισθολογική διεκδίκηση έχει γίνει ένα αντιφατικό σύστημα: ο μισθός είναι απαραίτητος <em>και</em> αποσυνδεδεμένος· στο έπακρο συμπιεσμένος σαν εισόδημα <em>και</em> κεντρικός σαν κατανάλωση και χρηματοπιστωτική κυκλοφορία· η μισθολογική διεκδίκηση ενοποιείται σαν δράση μιας κοινωνικής εργασιακής δύναμης που είναι παγκόσμια και, ακριβώς γι&#8217; αυτό, κατατμημένη και χωρισμένη σε ζώνες.</p>
<h2>Η κρίση</h2>
<p>Η τωρινή κρίση πρέπει να χαρακτηριστεί ιστορικά και ειδικά μέσα στην ιδιομορφία της σαν <em>κρίση της μισθωτής σχέσης</em>. Πάντα μπορούμε να ανάγουμε όλες τις κρίσεις στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και να αντιμετωπίζουμε τις μορφές εμφάνισης απλώς και μόνο σαν επιφάσεις που θα μπορούσαμε, στη θεμελιώδη ανάλυση, να τις αφήσουμε στην άκρη μην πολυξέροντας τι να τις κάνουμε. Έτσι όμως θα ξεχνούσαμε ότι οι μορφές εμφάνισης είναι το σύνολο της πραγματικότητας και ότι η ουσία (η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) είναι μια έννοια, ένα «νοητικό συγκεκριμένο». Η ίδια η έννοια της κρίσης είναι αδιανόητη χωρίς τις μορφές εμφάνισής της, παράγεται μέσα τους, δεν είναι μια «αληθινή πραγματικότητα» που κρύβεται κάτω απ’ αυτές.</p>
<p>Η τωρινή κρίση ξέσπασε επειδή ορισμένοι προλετάριοι δεν μπορούσαν πια να πληρώνουν τα δάνειά τους. Ξέσπασε εξαιτίας της ίδιας της μισθωτής σχέσης που θεμελίωνε τη χρηματιστικοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας: συμπίεση μισθών σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη «δημιουργία αξίας»· παγκόσμιος ανταγωνισμός του εργατικού δυναμικού. Η εκμετάλλευση του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα είναι η κρυμμένη όψη και η προϋπόθεση της παγκοσμιοποίησης και της αναπαραγωγής αυτού του κεφαλαίου που τείνει σε έναν απόλυτο βαθμό αφαίρεσης. Εκείνο που άλλαξε στην τωρινή περίοδο είναι η κλίμακα του πεδίου μέσα στο οποίο ασκείται αυτή η πίεση: τιμή αναφοράς όλων των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής δύναμης, έγινε η παγκόσμια κατώτατη τιμή. Κάτι που σημαίνει δραστική μείωση αν όχι εξαφάνιση –μέσω της πειθαρχίας που επιβάλλεται από το χρηματιστικό κεφάλαιο και μορφοποιεί το παραγωγικό κεφάλαιο– των αποδεκτών διαφορών στα ποσοστά κέρδους. Η επιζήτηση του μέγιστου κέρδους δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά, με το τέλος της παραλληλίας μεταξύ αύξησης της παραγωγικότητας και αύξησης των μισθών, άλλαξε το μισθολογικό πρότυπο καθώς και ο χώρος αναλογικής κατανομής του κέρδους μέσα στον οποίο ασκείται η πίεση αυτή: η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου είναι πάνω απ’ όλα ήττα των εργατών απέναντι στο κεφάλαιο<sup>7</sup>. Η συμπίεση των μισθών είναι αναγκαία όχι μόνο επειδή η επιζήτηση της μέγιστης υπερεργασίας αποτελεί γενική διαρθρωτική αναγκαιότητα (πάντοτε ιστορικά συγκεκριμένη) του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά και ειδικότερα επειδή αποτελεί λειτουργική προϋπόθεση στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό για να αποφευχθεί η διάδοση πληθωριστικών πιέσεων σε ένα σύστημα συσσώρευσης που βασίζεται στη συνεχή τροφοδοσία σε ρευστότητα. Με την κρίση των <em>subprimes</em>, αυτή ακριβώς η λειτουργική αναγκαιότητα επανεμφανίζεται με αρνητικό τρόπο στο εσωτερικό του ιστορικού τρόπου συσσώρευσης του κεφαλαίου. Εκείνο που βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής κρίσης είναι η μισθωτή σχέση. Η τωρινή κρίση είναι η απαρχή της φάσης ανατροπής των προσδιοριστικών στοιχείων και της δυναμικής του καπιταλισμού όπως αυτός προέκυψε από την αναδιάρθρωση των δεκαετιών του 1970 και 1980. Εκείνο που διαρρηγνύεται σήμερα, και που μετατρέπεται σε εμπόδια και σε προωθητικούς παράγοντες της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, είναι ακριβώς ό,τι είχε συγκροτήσει τη δυναμική του συστήματος (συνύφανση της χρηματιστικοποίησης του παραγωγικού κεφαλαίου και της διπλής αποσύνδεσης του μισθού).</p>
<p>Όλες οι αντιφάσεις διαπλέκονται μετά το 2005 για να οδηγήσουν στο ξέσπασμα της τωρινής κρίσης. Πρώτα απ’ όλα, η αύξηση της κατανάλωσης χάρη στην αύξηση του χρέους, ενώ οι μισθοί λιμνάζουν ή εμφανίζουν πενιχρή αύξηση· έπειτα, η αύξηση των πάγιων επενδύσεων των επιχειρήσεων χάρη σε ένα ποσοστό κέρδους με ελαφρώς ανοδική τάση μετά το 2002<sup>8</sup>, που με τη σειρά της βασίζεται στη συμπίεση των μισθών. Υπάρχει ταυτόχρονα υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και υπερπαραγωγή εμπορευμάτων: υπερσυσσώρευση επειδή υπάρχει υποκατανάλωση· υποκατανάλωση επειδή υπάρχει υπερσυσσώρευση.</p>
<p>Οι προλετάριοι ποτέ δεν καταναλώνουν μέρος της υπεραξίας, αντίθετα απ’ ό,τι υπονοούν οι θεωρίες της υποκατανάλωσης οι οποίες αντιπαραθέτουν την πτώση ή στασιμότητα των μισθών και την πραγματοποίηση της προκύπτουσας αυξανόμενης υπεραξίας. Το μυστικό έγκειται στον υπερβολικά μεγάλο μετασχηματισμό εισοδήματος σε σταθερό κεφάλαιο, μέσω του οποίου η παραγωγή αυξάνεται ποσοτικά ενώ το ποσοστό κέρδους εμφανίζει πτωτική τάση μαζί με την καταναλωτική ικανότητα της κοινωνίας. Η εργατική κατανάλωση μπλοκάρεται, συγκριτικά με την αυξανόμενη παραγωγή, επειδή υπερβολικά πολύ εισόδημα μετασχηματίστηκε σε σταθερό κεφάλαιο (σε τελική ανάλυση η παραγωγή μέσων παραγωγής δεν μπορεί παρά να υπηρετεί την τελική κατανάλωση)· υπερβολικά πολύ εισόδημα μετασχηματίστηκε σε σταθερό κεφάλαιο επειδή σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η μέγιστη παραγωγή υπεραξίας και η σχετική μείωση της εργατικής κατανάλωσης. Η μείωση αυτή μπλοκάρει τότε την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα μπλοκάρεται ο μετασχηματισμός της αυξημένης υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο εξαιτίας, αφενός, του μικρού βαθμού αύξησης της εκμετάλλευσης που θα μπορούσε να προκύψει και, αφετέρου, του ήδη επιτευχθέντος βαθμού μείωσης της εργατικής κατανάλωσης, η οποία δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί παρά μόνο με μια επιτάχυνση του μετασχηματισμού εισοδήματος σε κεφάλαιο.</p>
<p>Πρόκειται για κρίση της μισθωτής σχέσης, ως ικανότητας αξιοποίησης του κεφαλαίου και ως ικανότητας αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Για να μην αφήσουμε στην άκρη τις μορφές εμφάνισης και για να προσδιορίσουμε ειδικά την τωρινή κρίση, χρειάζεται να ενοποιηθεί η θεωρία των κρίσεων<sup>9</sup>. Πρόκειται για μια κρίση στην οποία επιβεβαιώνεται η ταυτότητα υπερσυσσώρευσης και υποκατανάλωσης, κρίση της μισθωτής σχέσης και της αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, κρίση στην οποία το προλεταριάτο, ενάντια και μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, βρίσκεται αντιμέτωπο με την ίδια του την ύπαρξη και δράση ως τάξης με τη μορφή ορίου προς υπέρβαση.</p>
<p>Πέρα από την έννοια της «τελικής κρίσης του καπιταλισμού», η οποία στερείται νοήματος σε θεωρητικό επίπεδο, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε σχετικά με τη φύση αυτής της κρίσης: πρόκειται άραγε για την τελική κρίση <em>αυτής της φάσης συσσώρευσης</em><em>; </em>Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε μια αρνητική απάντηση.</p>
<p>Πρόκειται όντως για διαρθρωτική κρίση αυτής της φάσης συσσώρευσης, για διαρθρωτική κρίση την οποία χαρακτηρίζουμε ειδικά σαν κρίση της μισθωτής σχέσης. Αλλά αυτή η διαρθρωτική κρίση προετοιμάζει μια κρίση της νομισματικής δημιουργίας (κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τις ειδικές μορφές της φάσης συσσώρευσης που χαρακτηρίζεται από τη χρηματιστικοποίηση της αξιοποίησης και τις διαρθρωτικές νομισματικές αλλαγές που εγκαινιάστηκαν το 1971), η οποία, μέσα στην κρίση της μισθωτής σχέσης στην οποία εγγράφεται, διατηρεί και υπερβαίνει αυτή την τελευταία και γίνεται <em>κρίση της αξίας</em>. Κρίση της ανθρώπινης δραστηριότητας ως ποσοτικά σταθμίσιμης με κοινό μέτρο.</p>
<p>Η κρίση της νομισματικής δημιουργίας και η κρίση της μισθωτής σχέσης συγκροτούνται αμοιβαία η μια μέσα στην άλλη. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η αξία δεν είναι η γενικευμένη κοινωνική μορφή των προϊόντων στην ανταλλαγή παρά μόνο επειδή είναι αξία εν κινήσει, επειδή δεν χάνεται ποτέ χάρη στην ανταλλαγή με την εργασιακή δύναμη. Η κρίση της νομισματικής δημιουργίας, κρίση του χρήματος ως αυτονομημένης μορφής της αξίας, δεν είναι μόνο κρίση της κυκλοφορίας, των ανταλλαγών, αλλά και κρίση της ανταλλαγής εμπορευμάτων στον βαθμό που τα εμπορεύματα αυτά είναι κεφάλαιο, δηλαδή φορείς υπεραξίας, πλεονάζοντος χρόνου εργασίας. Μια κρίση της νομισματικής δημιουργίας που επέρχεται ιστορικά σαν κρίση της μισθωτής σχέσης, ή μια κρίση της μισθωτής σχέσης σαν νομισματική κρίση, είναι κρίση της αξίας ως κεφαλαίου ή του κεφαλαίου ως αξίας, δηλαδή, για να το συνοψίσουμε, είναι κρίση της αξίας εν κινήσει: η μοναδική κρίση της αξίας. Η σύζευξη αυτή δεν ενυπήρχε από καταβολής κόσμου στην έννοια του κεφαλαίου, αλλά συντελείται σαν κρίση μιας συγκεκριμένης φάσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ενότητα της κρίσης της νομισματικής δημιουργίας που ενσωματώνει την κρίση της μισθωτής σχέσης προσδιορίζει τότε –σαν κρίση της αξίας– ότι το συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενό της είναι το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει. Όπως εκτίθεται στο μακροσκελές απόσπασμα που ακολουθεί, το να αποτελεί αντίφαση εν κινήσει είναι για το κεφάλαιο η ίδια η δυναμική του, αλλά η δυναμική αυτή, <em>όταν διακρίνεται στα άμεσα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης</em>,<em> </em>γίνεται η αντίφαση του παιχνιδιού που καταργεί τον κανόνα του.</p>
<p>«Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της <em>αξιακής σχέσης</em> και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία. Προϋπόθεσή της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου. Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή ­–η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή από την εφαρμογή αυτής της επιστήμης στην παραγωγή. […] Δεν παρεμβάλλει πια ο εργάτης το τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο σαν ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο αντικείμενο και τον εαυτό του· αντίθετα, παρεμβάλλει τη φυσική διαδικασία –που την μετατρέπει σε βιομηχανική– σαν μέσο ανάμεσα στον εαυτό του και την ανόργανη φύση, που την εξουσιάζει. Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντά της.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Σ’ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ’ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Η <em>κλοπή του ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος,</em> παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ’ αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει –αναγκαστικά– ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης. Η <em>υπερεργασία των πολλών</em> έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η <em>μη-εργασία των λίγων</em> έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία.</p>
<p>»Από τη μια μεριά λοιπόν ξυπνά όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε γι’ αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο θέλει να τις μετρήσει με τον χρόνο εργασίας, και να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις –που κι οι δυο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου– εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα, και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τους υλικούς όρους για να το ανατινάξουν.» (Μαρξ, <em>Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας</em>, μετ. Δ. Διβάρης, εκδ. Στοχαστής, τόμος Β&#8217;, σελ. 538-9).</p>
<p>Το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει γίνεται ο γενικότερος τρόπος για να χαρακτηριστεί η δραστηριότητα του προλεταριάτου στην κρίση αυτή, όταν το προλεταριάτο, μέσα στους αγώνες του, παράγει την ίδια του την ταξική ύπαρξη σαν όριο της ταξικής του δραστηριότητας.</p>
<h2>Τέλος της παλιάς σχηματοποίησης των ορίων: τέλος του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού, τέλος του ακτιβισμού</h2>
<p>Η δράση του προλεταριάτου ως τάξης είναι το ίδιο το όριο της ταξικής πάλης: να ποιο είναι, στη σχέση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου που προέκυψε από την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσω της κρίσης της δεκαετίας του 1970, το γενικότερο προσδιοριστικό στοιχείο του τωρινού κύκλου αγώνων. Ενώ το όριο καθαυτό εξακολουθεί να υφίσταται, οι σχηματοποιήσεις του υπόκεινται σε εξέλιξη ή και σε εξαφάνιση. Η εκρηκτική σύνδεση της κρίσης της μισθωτής σχέσης και του αθέμιτου της μισθολογικής διεκδίκησης, που βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής στιγμής, επιφέρει το τέλος του εναλλακτισμού, με τη μορφή τόσο του ακτιβισμού (κίνημα άμεσης δράσης) όσο και του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού<sup>10</sup> (που συνδέονται ιστορικά μεταξύ τους). Δεν υπάρχει πια ένας άλλος εφικτός κόσμος εδώ και τώρα, ούτε πάνω στη βάση της εργασίας που προσαρμόζει το κεφάλαιο στον εαυτό της, ούτε πάνω στη βάση της κριτικής της εργασίας ως προαπαιτούμενου και προϋπόθεσης για την κατάργηση του κεφαλαίου. Η τωρινή κρίση, που είναι κατά ειδικό τρόπο κρίση της μισθωτής σχέσης, τα έκανε όλα αυτά παρωχημένα.</p>
<p>Αν πάρουμε για παράδειγμα τις μεγάλες κινητοποιήσεις κατά των συνόδων κορυφής στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι τάσεις που δραστηριοποιούνται εκεί, έστω κι αν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλες σαν ριζοσπαστικοδημοκρατικές, οδηγούνται στη συνύπαρξη ή και στην αλληλοδιείσδυση: Μπλακ Μπλοκ, Κομπάς και <em>Tutte bianche</em> στη Γένοβα, παρά τις σοβαρές τριβές· επιμελητεία και υποδομές που παρέχονται από το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας· το Inpeg που προβλέπει τη θέση του Μπλακ Μπλοκ στην Πράγα, κτλ. Επρόκειτο απλώς για μια μεταβατική φάση στην πορεία του τωρινού κύκλου αγώνων.</p>
<p><em>Μια σελίδα έχει γυρίσει</em>:</p>
<ul>
<li>Το τέλος των μεγάλων διαδηλώσεων κατά των συνόδων κορυφής σημαίνει την παρακμή του ακτιβισμού, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτεται με τον τρόπο αυτό η στενή σύνδεσή του με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό.</li>
<li>Η επιτυχία που γνώρισαν στους κύκλους αυτούς οι θεωρίες για μια στρατηγική «αποσκίρτησης» (αναδίπλωση σε «βάσεις των μετόπισθεν», προετοιμασία και οργάνωση της μυθικής διακοπής των ροών) επιβεβαίωσε την <em>οριστική</em> μεταστροφή τους προς τον εναλλακτισμό.</li>
<li>Στις ταραχές της Ελλάδας, οι κύκλοι αυτοί συνάντησαν το εγγενές όριό τους ακριβώς τη στιγμή όπου δεν μπορούσαν πια να είναι «εναλλακτικοί» και «ακτιβιστές».</li>
<li>Η ολοένα μεγαλύτερη βιαιότητα με την οποία η κρίση άρχισε να πλήττει τους «16 – 25χρονους» θα «αποεναλλακτικοποιήσει» τους «εναλλακτικούς κύκλους», για τους οποίους θα αντιστραφεί η σχέση που ξεκινούσε από «ερωτήματα σχετικά με τον κομμουνισμό» για να καταλήξει στον αγώνα κατά του καπιταλισμού.</li>
<li>Ακόμα σημαντικότερο: η γενική απεργία και οι ταραχές στη Γουαδελούπη και στη Μαρτινίκα, και οι αγώνες –παντού– κατά των απολύσεων και υπέρ του μισθού σημαίνουν ότι η διεκδίκηση για τον μισθό, δηλαδή γύρω από την εκμετάλλευση με την πιο τετριμμένη μορφή της, είναι το πεδίο όπου προετοιμάζεται η εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση του ίδιου του ορισμού του ως τάξης.</li>
</ul>
<p>Ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός σχηματοποιούσε τα όρια αυτού του κύκλου αγώνων ακριβώς με το να μετατρέπει το κεφάλαιο σε αξεπέραστο ορίζοντα της εργασίας· ο εναλλακτικός ακτιβισμός αυτονομούσε τη δυναμική αυτού του κύκλου μετατρέποντας την αμφισβήτηση της προλεταριακής συνθήκης σε προαπαιτούμενο, σε προϋπόθεση της κριτικής του κεφαλαίου. Και για τους δύο «ένας άλλος κόσμος ήταν εφικτός» απέναντι ή ενάντια στον σημερινό κόσμο.</p>
<p>Ο ακτιβισμός ήταν η αυτονόμηση της δυναμικής αυτού του κύκλου, με όλες τις ιδεολογικές αναδιατυπώσεις που αυτό συνεπαγόταν. Η δράση του προλεταριάτου ως τάξης και η αυτοαμφισβήτησή του ως τάξης, δύο όροι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι σε μια ταξική αντίφαση, διαχωρίζονταν· πρόκειται για το αν το προλεταριάτο συναντά στον ίδιο τον ταξικό χαρακτήρα της δράσης του το όριο της δράσης του ως τάξης. Ο εναλλακτισμός αντικαθιστά μια αντιφατική διεργασία εσωτερικής παραγωγής της υπέρβασης. Η αμφισβήτηση του ταξικού ανήκειν ήταν κάτι που έπρεπε να πραγματοποιηθεί <em>απέναντι</em> στο κεφάλαιο και όχι κάτι εγγενές στην αντίφαση την οποία συνιστά η εκμετάλλευση. Με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό ή με τον ακτιβισμό, μια άλλη ζωή ήταν εφικτή στον βαθμό που η υπέρβαση του κεφαλαίου βιωνόταν, γινόταν έμπρακτη δραστηριότητα, σαν το άλλο σκέλος μιας διάζευξης της οποίας το πρώτο ήταν το κεφάλαιο.</p>
<p>Το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη χωρίς επιβεβαίωση του εαυτού της μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου (απ’ όπου προβάλλει συχνά η παραδειγματική κατάσταση του νεαρού ανέργου), το γεγονός ότι είναι μια τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής που βρίσκεται σε αντίφαση μαζί του, αυτονομούνταν σε ουσία, σε τρόπο ύπαρξης. Έτσι απορριπτόταν, σαν κάτι εξωτερικό, το εγγενές όριο αυτής της αντιφατικής σχέσης που ορίζει τον νέο κύκλο αγώνων: ο ορισμός της τάξης αποκλειστικά και μόνο μέσα στην αντιφατική της σχέση με το κεφάλαιο.</p>
<p>Σ’ αυτό τον κύκλο αγώνων, έπειτα από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, η αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου τοποθετείται στο επίπεδο της συνολικής αναπαραγωγής, άρα και της αμοιβαίας αναπαραγωγής των τάξεων. Η αντίφαση αυτή δεν εμπεριέχει πια καμία αυτοτελή επιβεβαίωση του προλεταριάτου: τέλος του προγραμματισμού, τέλος της εργατικής ταυτότητας, τέλος εκείνου που άλλοι αποκαλούν «παλιό εργατικό κίνημα». Σ’ αυτή τη δομή της αντίφασης, το προλεταριάτο μπορεί, μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο η οποία είναι αμοιβαία συνεπαγωγή με αυτό (η εκμετάλλευση), να αμφισβητήσει τον εαυτό του σαν τάξη. Από εδώ προκύπτει ότι η κατάργηση του κεφαλαίου είναι και δική του κατάργηση, κατάργηση όλων των τάξεων και κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας.</p>
<p>Ωστόσο, αυτή η επαναστατική (κομμουνιστική) δυναμική του τωρινού κύκλου εμπεριέχει άμεσα, εγγενώς, σαν όριό της αυτό που δεν θα της επέτρεπε ούτε καν να υπάρξει. Το προλεταριάτο παράγει όλη του την ύπαρξη ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο, σε μια σχέση με το κεφάλαιο η οποία δεν επιβεβαιώνει πια για το προλεταριάτο, μέσα σ’ αυτήν ακριβώς την καπιταλιστική σχέση, μια σχέση με τον εαυτό του: την εργατική ταυτότητα. Μέχρι την τωρινή εκρηκτική σύνδεση, η κατάσταση αυτή μετέτρεπε τον τωρινό κύκλο σε <em>μια συνεχή ένταση ανάμεσα, αφενός, στην αυτονόμηση της δυναμικής του, την αμφισβήτηση από το προλεταριάτο της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης, και, αφετέρου, την αναγνώριση ολόκληρης της ύπαρξής του μέσα στις κατηγορίες του κεφαλαίου</em>. Την ένταση αυτή μορφοποιούσαν ο ακτιβισμός από τη μια μεριά και ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός από την άλλη. Άσπονδοι φίλοι αλλά ζωτικά συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο, στον βαθμό που ο καθένας τους, αποτελώντας αυτονόμηση των στοιχείων μίας και της αυτής ολότητας, δεν μπορούσε να υπάρξει παρά μόνο σε σχέση με το αρνητικό <em>του</em>. Αυτό έστω κι αν στον ακτιβισμό αναγνωρίζουμε την επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου και στον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό τη μορφοποίηση των ορίων των αγώνων ως αξεπέραστων φραγμών για τους ίδιους τους αγώνες.</p>
<p>Με τον ακτιβισμό, η δυναμική αυτού του κύκλου αμφισβήτησης από το προλεταριάτο της ίδιας της ύπαρξής του ως τάξης έθετε και κατανοούσε τον εαυτό της αυτονομούμενη, με όλες τις συνακόλουθες ιδεολογικές αναδιατυπώσεις. Το ταξικό ανήκειν θεωρούνταν στην πράξη σαν κάτι ήδη ξεπερασμένο επειδή, μέσα στην ακτιβιστική πρακτική, το ίδιο το κεφάλαιο ετίθετο σαν αλλοτρίωση, πλασματικότητα, σύμβολο, εξωτερικότητα. Οι εξεγερμένοι μπορούσαν να αυτοαποκαλούνται «προλετάριοι» επειδή το να είσαι προλετάριος δεν ήταν πια παρά μόνο ένα σημάδι, το όνομα που δινόταν σε μια πρακτική η οποία αυτοχαρακτηριζόταν άρνηση του κεφαλαίου: «είμαστε προλετάριοι επειδή είμαστε ενάντια στο κεφάλαιο». Επρόκειτο επίσης και για όλη τη θετικότητα του ακτιβισμού μέσα στην αναγκαία σύνδεση και αντιπαράθεσή του με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό.</p>
<p>Η εξαφάνιση του ακτιβισμού που έρρεπε προς τον εναλλακτισμό, και του ακτιβισμού γενικά, συναρτάται με την ανάπτυξη άμεσων αγώνων στους οποίους η εμφάνιση του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού απορρέει από τους ίδιους τους αγώνες σαν αγώνες του προλεταριάτου μέσα στη συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο και όχι σαν αυτονόμηση απέναντί του.</p>
<h2>Τα τωρινά όρια: δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· η αστυνομία, η πειθαρχία</h2>
<p>Στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπέστη μια <em>διπλή αποσύνδεση</em> (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως), η οποία συγκροτεί τη μισθολογική διεκδίκηση σαν διαρθρωτικά αθέμιτη σ’ αυτή την περίοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι μόνο αντίθετη στη μέγιστη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό η μισθολογική διεκδίκηση έγινε το πεδίο όπου προετοιμάζεται η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού, και μάλιστα <em>στον πυρήνα του</em>: στη μισθωτή σχέση, μέσω της οποίας η υλική/ κοινωνική ύπαρξη του προλεταριάτου εξαρτάται από το κεφάλαιο.</p>
<p>Η έκφραση αυτού του ορίου θα είναι τώρα διπλή: δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· ο ταξικός χαρακτήρας του αγώνα σαν όριο είναι η αστυνομία.</p>
<p>Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, πρόκειται για την εργατική βία ενάντια στις αποφάσεις της καπιταλιστικής τάξης, βία με την οποία η εργατική τάξη ζητάει να υπάρχει το κεφάλαιο για την ίδια. Αν ποτέ το κεφάλαιο διανοηθεί να μην  υπάρχει γι’ αυτήν, η εργατική τάξη δεν είναι πια τίποτα. Για να υπάρξει, η εργατική τάξη διεκδικεί, ενάντια στο κεφάλαιο, την καπιταλιστική σχέση. Δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· τέτοιος είναι, μέσα στην ταξική πάλη, ο ταξικός χαρακτήρας του αγώνα σαν όριο. Το ζητούμενο θα είναι η λυσσαλέα υπεράσπιση των συνθηκών ύπαρξης της εργατικής τάξης, όχι η διεκδίκηση της διαχείρισής τους ή της κυριαρχίας πάνω σ’ αυτές. Ίσως δούμε να αναπτύσσεται ένας συνδικαλισμός βάσης, πολύ επιθετικός αλλά πολύ ασταθής και με σποραδικές εξάρσεις, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να σταθεροποιηθεί μέσα στη διαπραγμάτευση. Ένας τέτοιος συνδικαλισμός βάσης θα βρίσκεται πολύ κοντά σε όλες τις μορφές αυτοοργάνωσης· και ο μεν και οι δε θα εκφράζουν και θα επιζητούν να σχηματοποιήσουν αυτό το όριο της ταξικής πάλης που έγκειται στο ίδιο το γεγονός του αγώνα του προλεταριάτου ως τάξης.</p>
<p>Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος: η αστυνομία είναι εκείνη που μας λέει ότι δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση. Πρόκειται βέβαια για τη δύναμη στην οποία, σε τελική ανάλυση, ανάγεται η σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου· αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο, επειδή ακριβώς πρόκειται για σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής. <em>Η αστυνομία είναι επίσης, απέναντί μας, η ίδια μας η ταξική ύπαρξη σαν όριο</em>. Αν το κυριότερο αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας είναι η αναπαραγωγή της συνάντησης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, δεν είναι ωστόσο ευνόητο ότι από τη συνάντηση αυτή προκύπτει αυτομάτως η πρώτη στιγμή της ανταλλαγής μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης). Παντού η πειθάρχηση της εργασιακής δύναμης, απέναντι σε έναν προλετάριο που <em>σαν προλετάριος</em> ξανάγινε φτωχός, είναι το περιεχόμενο της ημερήσιας διάταξης της καπιταλιστικής τάξης. Η αναπαραγωγή της συνάντησης μεταξύ εργασιακής δύναμης και κεφαλαίου γίνεται θέμα πειθαρχίας<sup>11</sup>.</p>
<p>Στον τωρινό κύκλο αγώνων, το να δρα σαν τάξη έγινε, μέσα στην ίδια την ταξική δραστηριότητα του προλεταριάτου, το όριο αυτής της δραστηριότητας. <em>Το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός</em><em> είναι η δομή εκείνη της αντίφασης στην οποία το να δρα σαν τάξη είναι ακριβώς το όριο της δραστηριότητας του προλεταριάτου που έχει γίνει διακύβευμα</em><em> της ταξικής πάλης</em>. Το ότι, για το προλεταριάτο, το να δρα σαν τάξη είναι το όριο της ταξικής του δράσης αποτελεί τώρα μια αντικειμενική κατάσταση της ταξικής πάλης· το ότι το όριο αυτό συγκροτείται σαν τέτοιο μέσα στους αγώνες και γίνεται το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός, αποτελεί <em>διακύβευμα μέσα στους αγώνες αυτούς</em>: επίπεδο της σύγκρουσης με το κεφάλαιο· συγκρούσεις στο εσωτερικό των αγώνων. Ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της τωρινής αντίφασης μεταξύ των τάξεων, αλλά είναι κάθε φορά η ιδιαίτερη πρακτική ενός αγώνα σε μια δεδομένη στιγμή και μέσα σε δεδομένες συνθήκες.</p>
<h2>Η απόκλιση: ορισμός, παραδείγματα</h2>
<p>Αφού το προλεταριάτο δεν επιβεβαιώνεται ποτέ στην ταξική κατάστασή του από την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης της οποίας αποτελεί τον έναν πόλο, δεν μπορεί να θριαμβεύσει με το να γίνει ο απόλυτος πόλος της κοινωνίας. Επειδή ακριβώς το προλεταριάτο είναι μη-κεφάλαιο, επειδή είναι η διάλυση όλων των υπαρχουσών συνθηκών (εργασία, ανταλλαγή, καταμερισμός εργασίας, ιδιοκτησία) μέσα στις συνθήκες αυτές και όχι απέναντί τους, η αντίφαση την οποία συνιστά η εκμετάλλευση μπορεί να πάρει αυτή τη μορφή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού. Το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός είναι τότε εγγενώς ένα περιεχόμενο, δηλαδή μια πρακτική. Σαν μη-κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει εκεί το περιεχόμενο της επαναστατικής δράσης του με τη μορφή κομμουνιστικών μέτρων: κατάργηση της ιδιοκτησίας, του καταμερισμού της εργασίας, της ανταλλαγής, της αξίας. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι τίποτε άλλο από τα κομμουνιστικά μέτρα που εφαρμόζονται σαν απλά μέτρα αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο. Τα μέτρα αυτά είναι η ίδια η πραγματικότητα της παραγωγής, μέσα στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού.</p>
<p>Το ότι η επανάσταση είναι η κατάργηση όλων των τάξεων υπάρχει σαν επίκαιρο γεγονός στο ότι η δράση του προλεταριάτου ως τάξης είναι, για την ίδια τη δράση, ένα όριο. Η κατάργηση αυτή δεν είναι στόχος που τίθεται, δεν είναι ένας ορισμός της επανάστασης σαν νόρμα προς επίτευξη, αλλά είναι ένα τωρινό περιεχόμενο μέσα στην ίδια την ταξική πάλη. Πρόκειται για το «επίφοβο κρίσιμο βήμα» στην ιστορική κατανόηση και στην πρακτική των τωρινών αγώνων. Το να παραγάγει το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό σημαίνει για το προλεταριάτο ότι έρχεται σε σύγκρουση με την προηγούμενη κατάστασή του· δεν είναι «απελευθέρωση», δεν είναι «αυτονομία».</p>
<p>Η αυτοοργάνωση και το περιεχόμενό της, η αυτονομία, δεν μπορούν να ανατρέψουν τις καπιταλιστικές σχέσεις. Όταν το προλεταριάτο αυτοοργανώνεται –και στις μέρες μας ελάχιστοι αγώνες δεν είναι αυτοοργανωμένοι–, συχνά στο πλαίσιο ενός περισσότερο ή λιγότερο συγκρουσιακού καταμερισμού καθηκόντων με τα συνδικάτα, έρχεται σε ρήξη με την προηγούμενη κατάστασή του, αλλά, στην πράξη και κυρίως στην ιδεολογία της αυτονομίας, η ρήξη αυτή δεν είναι στην καλύτερη περίπτωση παρά «απελευθέρωσή» του, αναδιοργάνωση της ύπαρξής του, της δραστηριότητάς του, πάνω στη βάση του τι είναι το προλεταριάτο μέσα σ’ αυτή την κοινωνία: αναδιοργάνωση ονειρεμένη και πάντα απογοητευτική για τους ιδεολόγους της αυτονομίας, οι οποίοι συμμερίζονται με τους ιδεολόγους της δημοκρατίας το ότι δικαιολογούν τις αποτυχίες με τη μη σύμπτωση ανάμεσα στην πραγματικότητα και το ιδεατό σχήμα. Η αυτονομία είναι αυτονομία <em>του προλεταριάτου</em> και όχι καταστροφή της προηγούμενης κατάστασής του. Η αυτονομία του προλεταριάτου είναι οξύμωρο σχήμα. Αν το προλεταριάτο παραμείνει αυτοοργανωμένο, αν δεν ξεπεράσει το στάδιο αυτό, δεν μπορεί παρά να ηττηθεί, αφού δεν έχει υπερβεί τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων δεν έχει καμία σχέση με ένα αυτόνομο προλεταριάτο. <em>Η αυτονομία καθηλώνεται στην κατάργηση των μεσολαβήσεων, ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι ο λόγος που υπάρχουν μεσολαβήσεις: το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη</em>. Χρειάζεται να ενδιαφερθούμε για το περιεχόμενο της επανάστασης, και αυτό αδυνατεί να το κάνει η θεωρία που λογαριάζει την αυτοοργάνωση για <em>αρχινισμένη διαδικασία</em> της επανάστασης, επειδή πρόκειται ακριβώς για εκείνο που η αυτοοργάνωση δεν μπορεί να είναι. Αυτή η κριτική της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας έχει ενδιαφέρον και κρίσιμο περιεχόμενο μόνο αν μιλάμε για την τωρινή ταξική πάλη, μόνο αν ταυτόχρονα εκείνο που χαρακτηρίζουμε, μέσα στην ταξική πάλη, σαν αντίφαση και όριο των τωρινών ταξικών αγώνων είναι το γεγονός ότι το προλεταριάτο αγωνίζεται σαν τάξη.</p>
<p>Το προλεταριάτο βρίσκει, μέσα σε ό,τι αυτό είναι ενάντια στο κεφάλαιο, την ικανότητα να κομμουνιστικοποιήσει την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την ίδια του την ταξική φύση σαν εξωτερικευμένη μέσα στο κεφάλαιο. Με την παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού μπορούμε, ξεκινώντας από τους τωρινούς αγώνες, να κατανοήσουμε <em>το σημείο μεταστροφής της ταξικής πάλης</em><em>, την υπέρβασή της, σαν παραγόμενη υπέρβαση</em>: μέσα στην πάλη της κατά του κεφαλαίου, η τάξη στρέφεται ενάντια στον εαυτό της, δηλαδή αντιμετωπίζει την ίδια της την ύπαρξη, όλα όσα την ορίζουν στη σχέση της με το κεφάλαιο (και η τάξη δεν είναι άλλο από τη σχέση αυτή), σαν όριο της δράσης της. Οι προλετάριοι δεν απελευθερώνουν την «αληθινή ατομικότητά» τους που την αρνείται το κεφάλαιο· η επαναστατική πρακτική είναι ακριβώς η σύμπτωση ανάμεσα στην αλλαγή των περιστάσεων και την ανθρώπινη δραστηριότητα ή αυτομετασχηματισμό. Αυτή ακριβώς η μεταστροφή και η θεωρία της αποτελούν, <em>στο παρόν</em>, τη δυνατότητα της επανάστασης ως κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>Η αναδιάρθρωση της αντιφατικής σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου σημαίνει θεμελιωδώς ότι ο τωρινός κύκλος αγώνων ορίζεται από το γεγονός ότι η αντίφαση μεταξύ των τάξεων διαπλέκεται στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής τους· κι αυτό σημαίνει ότι, μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει απέναντί του και αντιμάχεται την ίδια του τη συγκρότηση και ύπαρξη ως τάξης. Πρόκειται επομένως για την εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, για το τέλος του εργατικού κινήματος και για τη συνακόλουθη χρεωκοπία της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας ως επαναστατικής προοπτικής. Επειδή ακριβώς η προοπτική της επανάστασης δεν συνάπτεται με την επιβεβαίωση της τάξης, δεν μπορεί και να συνάπτεται με την αυτοοργάνωση.</p>
<p>Το να δρα σήμερα το προλεταριάτο σαν τάξη σημαίνει, αφενός, ότι έχει σαν μοναδικό ορίζοντα το κεφάλαιο και τις κατηγορίες της αναπαραγωγής του και, αφετέρου και ταυτόσημα, ότι βρίσκεται σε αντίφαση με την ίδια του την αναπαραγωγή ως τάξης, ότι τη θέτει σε αμφισβήτηση. Αυτή η σύγκρουση, αυτή η <em>απόκλιση</em> στη δράση του προλεταριάτου είναι το περιεχόμενο και το διακύβευμα της ταξικής πάλης. Από τους καθημερινούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη. Αλλά η ρήξη αυτή προαναγγέλλεται στην καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης κάθε φορά που, μέσα στους αγώνες αυτούς, το ταξικό ανήκειν εμφανίζεται σαν εξωτερικός καταναγκασμός αντικειμενοποιημένος στο κεφάλαιο μέσα στην ίδια την εξέλιξη της ταξικής δραστηριότητας του προλεταριάτου.</p>
<p>Η ταξική δράση δημιουργεί στο εσωτερικό της μια <em>απόκλιση</em> μέσω πρακτικών που εξωτερικεύουν τον ίδιο τους τον ταξικό χαρακτήρα σαν καταναγκασμό που αντικειμενοποιείται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Δεν μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα σαν εργάτες αν παραμένουμε εργάτες. Αυτή η σύγκρουση του προλεταριάτου με την ίδια του την ταξική συγκρότηση είναι τώρα το περιεχόμενο της ταξικής πάλης· το <em>διακύβευμα</em> της ταξικής πάλης είναι η εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης καθώς και όλων των τάξεων. Πάνω σ&#8217; αυτήν ακριβώς τη βάση μπορούμε να μιλάμε σήμερα για κομμουνισμό, και να μιλάμε στο παρόν.</p>
<p>Σήμερα η επανάσταση εξαρτάται από την υπέρβαση μιας καταστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το ότι αποτελεί τάξη είναι για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο ταξικός του αγώνας πρέπει να υπερπηδήσει/ καταργήσει.</p>
<p>Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής σχέσης και του διεκδικητικού αγώνα, σαν προαπαιτούμενο για την επαναστατική του δραστηριότητα. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα με την οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Μια φράξια του προλεταριάτου, ξεπερνώντας τον διεκδικητικό χαρακτήρα του αγώνα του, θα πάρει μέτρα κομμουνιστικοποίησης και θα δρομολογήσει έτσι την ενοποίηση του προλεταριάτου, η οποία δεν θα διαφέρει από την ενοποίηση της ανθρωπότητας, δηλαδή από τη δημιουργία της <em>ως του συνόλου των σχέσεων που τα άτομα συνάπτουν μεταξύ τους μέσα στη μοναδικότητά τους</em>.</p>
<p>Από τους διεκδικητικούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη, ποιοτικό άλμα, αλλά η ρήξη αυτή δεν είναι ένα θαύμα, ούτε είναι μια απλή διαπίστωση του προλεταριάτου ότι το μόνο που μπορεί πια να γίνει είναι η επανάσταση γιατί όλα τα άλλα έχουν αποτύχει. Το σύνθημα «Μια μόνο λύση, η επανάσταση» αποτελεί συμμετρική ανοησία σε σχέση με την επαναστατική δυναμική της διεκδικητικής πάλης. Η ρήξη αυτή παράγεται κατά θετικό τρόπο με την εξέλιξη του κύκλου αγώνων που προηγείται, και μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του. Η ρήξη αυτή <em>προαναγγέλλεται</em> με τον πολλαπλασιασμό των <em>αποκλίσεων</em> στο εσωτερικό της ταξικής πάλης ανάμεσα, αφενός, στην εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο και, αφετέρου, την αναπαραγωγή του κεφαλαίου την οποία συνεπάγεται το ίδιο το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη. Η έννοια της απόκλισης προσδιορίζει τη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, μια δυναμική που υφίσταται με εμπειρικά διαπιστώσιμο τρόπο.</p>
<p>Δύο σημεία συνοψίζουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του τωρινού κύκλου αγώνων:</p>
<ul>
<li>η εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σημαίνει το τέλος του εργατικού κινήματος και τη συνακόλουθη χρεωκοπία της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας ως επαναστατικής προοπτικής·</li>
<li>με την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η αντίφαση μεταξύ των τάξεων διαπλέκεται στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής τους. Μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, το προλεταριάτο θέτει σε αμφισβήτηση τον ίδιο του τον εαυτό.</li>
</ul>
<p>Οι διεκδικητικοί αγώνες έχουν χαρακτηριστικά που θα ήταν αδιανόητα πριν από τριάντα χρόνια.</p>
<p>Κατά τη διάρκεια των απεργιών του Δεκεμβρίου 1995 στη Γαλλία, στους αγώνες των «χωρίς χαρτιά», των ανέργων, των λιμενεργατών του Λίβερπουλ, της Cellatex, της Alstom, της Lu, του Marks&amp;Spencer, στην κοινωνική εξέγερση της Αργεντινής, στην εξέγερση της Αλγερίας, στην Ελλάδα, στη Γουαδελούπη κτλ., το ένα ή το άλλο χαρακτηριστικό εμφανίζεται, μέσα στην ίδια την πορεία του αγώνα, σαν όριο – όριο επειδή αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό (κοινωφελής υπηρεσία, εξεύρεση εργασίας, υπεράσπιση του μέσου εργασίας, άρνηση της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων, άρνηση της διαχείρισης με αμιγώς χρηματοοικονομικά κριτήρια, ανάκτηση των εργοστασίων, αυτοοργάνωση κτλ.), στο οποίο συχνά το κίνημα προσκρούει μέσα στις εντάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις της οπισθοχώρησής του, συνοψίζεται πάντα στο γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη και παραμένει τέτοια, κάτι που, αντίθετα από την προηγούμενη περίοδο, έχει γίνει αδύνατον να αποκτήσει θετική χροιά σαν προαναγγελία της επιβεβαίωσης της τάξης.</p>
<p>Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για πύρινες δηλώσεις ή για «ριζοσπαστικές» δράσεις· μπορεί να πρόκειται απλώς για όλες τις πρακτικές «φυγής» ή απόρριψης των προλετάριων απέναντι στην ίδια τους την κατάσταση. Στις τωρινές απεργίες για τις απολύσεις, συχνά και σε αυξανόμενο βαθμό, οι εργάτες δεν διεκδικούν πια τη διατήρηση της απασχόλησης αλλά αξιόλογες αποζημιώσεις. <em>Ενάντια στο κεφάλαιο, η εργασία δεν έχει μέλλον</em>. Οι αγώνες αποκτούν ανοιχτό χαρακτήρα, διεργοστασιακό, διεπιχειρησιακό ή διατομεακό, μερικές φορές σε σύνδεση με τους ανέργους της περιοχής· κι όσο για το τι βάζει στο στόχαστρο, ο αγώνας διεξάγεται εξίσου μέσα όσο και έξω από την επιχείρηση.</p>
<p>Ήδη στους αυτοκτονικούς αγώνες της Cellatex, στην απεργία του Vilvoorde και σε κάμποσες άλλες, γίνεται φανερό ότι το προλεταριάτο δεν είναι τίποτα αν χωριστεί από το κεφάλαιο και ότι δεν μπορεί να παραμείνει αυτό το τίποτα (το γεγονός ότι ζητάει τη συνάντησή του με το κεφάλαιο δεν αναιρεί το χάσμα που ανοίγει ο αγώνας, δεν αναιρεί ότι το προλεταριάτο αναγνωρίζει τον εαυτό του στο χάσμα αυτό αλλά και το αρνείται). Η αποδυνάμωση της εργασίας γίνεται η ίδια η δραστηριότητα του προλεταριάτου, τόσο με τραγικό τρόπο στους αγώνες του που δεν έχουν άμεσες προοπτικές (αυτοκτονικοί) και σε αυτοκαταστροφικές δραστηριότητες, όσο και σαν διεκδίκηση αυτής της αποδυνάμωσης, όπως στον αγώνα των ανέργων και επισφαλών τον χειμώνα του 1998 στη Γαλλία.</p>
<p>Η ανεργία δεν βρίσκεται πια δίπλα στην απασχόληση με ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή. Η κατάτμηση της εργασιακής δύναμης, η ευελιξία, οι εξωτερικές αναθέσεις εργασιών, η κινητικότητα, η μερική απασχόληση, η μαθητεία, τα σταζ, η αδήλωτη εργασία, όλα αυτά έχουν κάνει θολούς τους κάθε είδους διαχωρισμούς. Το τέλος της διχοτομίας μεταξύ εργασίας και ανεργίας είναι μια θεμελιώδης πτυχή σ’ αυτή τη ρευστότητα της αναπαραγωγής της συνάντησης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου η οποία θέτει την αντίφαση μεταξύ των τάξεων στο επίπεδο της αναπαραγωγής τους. Με τους αγώνες των ανέργων και των επισφαλών γίνεται σχεδόν καταφανές ότι η πάλη του προλεταριάτου δεν εμπεριέχει πια καμία επιβεβαίωσή του· αυτό δεν οφείλεται στην ανεργία καθαυτή, αλλά στην τωρινή της ενσωμάτωση στη σχέση εκμετάλλευσης.</p>
<p>Στο γαλλικό κίνημα του 1998, και γενικότερα στους αγώνες των ανέργων κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου αγώνων, <em>ο ορισμός των ανέργων τείνει να γίνει αφετηρία του ανασχηματισμού της μισθωτής απασχόλησης</em>. Η αναγκαιότητα για το κεφάλαιο να μετράει τα πάντα σε χρόνο εργασίας  και να θέτει την εκμετάλλευση της εργασίας σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου γι’ αυτό, είναι ταυτόχρονα αποδυνάμωση της άμεσης ζωντανής εργασίας σε σχέση με τις κοινωνικές δυνάμεις που συγκεντρώνει μέσα του το κεφάλαιο. Η εγγενής αυτή αντίφαση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μέσω της οποίας το κεφάλαιο γίνεται αντίφαση εν κινήσει, παίρνει τότε την ειδική μορφή του ορισμού της τάξης απέναντι στο κεφάλαιο, ενός ορισμού του οποίου η ανεργία αξιώνει να αποτελέσει την αφετηρία. Στους αγώνες των ανέργων και των επισφαλών, η πάλη του προλεταριάτου κατά του κεφαλαίου <em>ενστερνίζεται</em> την αντίφαση αυτή, τη διεκδικεί. Το ίδιο συμβαίνει και όταν οι απολυμένοι δεν απαιτούν δουλειά αλλά αποζημιώσεις.</p>
<p>Όταν εξάλλου γίνεται εμφανές, όπως κατά τις απεργίες του κλάδου των μεταφορών στην Ιταλία ή των εργατών της Φίατ στο Μέλφι, ότι η αυτονομία και η αυτοοργάνωση δεν είναι πια παρά η προοπτική του τίποτα, συγκροτείται η δυναμική αυτού του κύκλου και προετοιμάζεται η υπέρβαση του διεκδικητικού αγώνα πάνω στη βάση του διεκδικητικού αγώνα. <em>Το προλεταριάτο βρίσκεται αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον ορισμό ως τάξης, ο οποίος αυτονομείται από αυτό, του γίνεται ξένος</em>.</p>
<p>Τον Δεκέμβριο 2002 &#8211; Ιανουάριο 2003, στην απεργία της ACT στην Angers (υλικό πληροφορικής, θυγατρική της Bull) συνυπάρχουν μια διασυνδικαλιστική επιτροπή και μια επιτροπή αγώνα που «είναι σε μεγάλο βαθμό ανοιχτή, προέρχεται μάλλον από τη βάση». Τρεις γραμμές παραγωγής επαναλειτουργούν προσωρινά, αλλά αυτό δεν εμποδίζει μετά να πυρποληθούν έτοιμα προϊόντα. Έχει ενδιαφέρον να ξαναδούμε τη χρονολογία των γεγονότων. Το εργοστάσιο καταλαμβάνεται μετά την ανακοίνωση, στις 20 Δεκεμβρίου, της οριστικής διάλυσης της ACT (αφού προηγήθηκαν πολλές μανούβρες και αναβλητικές συζητήσεις). <em>Το εργοστάσιο καταλαμβάνεται, αλλά κανείς δεν ξέρει με ποιον σκοπό</em>. Στις 10 Ιανουαρίου η απεργιακή επιτροπή δέχεται να αναλάβει την παραγωγή ηλεκτρονικών καρτών που προορίζονται για έναν ιταλό κατασκευαστή εξοπλισμού. Στις 22 Ιανουαρίου παραδίδονται 200 κάρτες· στις 23 οι καταληψίες παίρνουν κάρτες από το στοκ και τις καίνε· στις 24 οι καταληψίες εκδιώκονται βίαια. Την ίδια περίοδο οι απολυμένοι μισθωτοί της Μουλινέξ, που πυρπολούν ένα κτίριο του εργοστασίου, εγγράφονται κι αυτοί στη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία ανάγει για το προλεταριάτο την ίδια του την ύπαρξη ως τάξης σε όριο της ταξικής του δράσης. Παρόμοια, το 2006 στο Σαβάρ του Μπανγκλαντές, 50 χλμ. στα βόρεια της Ντάκα, ύστερα από απλήρωτους μισθούς τριών μηνών, δύο εργοστάσια πυρπολούνται και άλλα εκατό ρημάζονται. Στην Αλγερία η παραμικρή μισθολογική διεκδίκηση μεταλλάσσεται σε εξέγερση, οι υπάρχουσες μορφές εκπροσώπησης απορρίπτονται χωρίς να σχηματίζονται καινούργιες και, πέρα από τους άμεσους πρωταγωνιστές της απεργίας και της διεκδίκησης, το διακύβευμα είναι όλες οι συνθήκες ζωής και αναπαραγωγής του προλεταριάτου.</p>
<p>Στην Κίνα και στην Ινδία δεν θα περάσουμε πια από τον πολλαπλασιασμό πολύμορφων διεκδικητικών δράσεων, που αγγίζουν όλες τις πτυχές της ζωής και της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, σε ένα ευρύ <em>εργατικό κίνημα</em>. Συχνά αυτές οι διεκδικητικές δράσεις στρέφονται «παραδόξως» στην καταστροφή των όρων εργασίας. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις εργατικού πληθυσμού της Ινδίας και της Κίνας εντάσσονται σε μια παγκόσμια κατάτμηση της εργασιακής δύναμης. Εξαιτίας τόσο του παγκόσμιου ορισμού τους όσο και του τρόπου ένταξής τους στην εθνική πραγματικότητα, δεν μπορούν να θεωρηθούν αναβίωση σε άλλους τόπους εκείνου που έχει εξαφανιστεί στη «Δύση». Εκείνο που όριζε την εργατική ταυτότητα και εκφραζόταν με το εργατικό κίνημα ήταν ένα κοινωνικό σύστημα ύπαρξης και αναπαραγωγής, όχι απλώς η ύπαρξη ποσοτικών υλικών χαρακτηριστικών<sup>12</sup>.</p>
<p>Στην Αργεντινή οι προλετάριοι αυτοοργανώνονται σαν άνεργοι της Mosconi, εργάτριες της Bruckman, κάτοικοι των παραγκουπόλεων κτλ., αλλά, καθώς αυτοοργανώνονται, προσκρούουν άμεσα σε αυτό που οι ίδιοι είναι – το οποίο, μέσα στον αγώνα, γίνεται αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί και το οποίο, μέσα στις πρακτικές λεπτομέρειες αυτών των μορφών αυτοοργάνωσης, έγινε όντως αντιληπτό σαν κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να βρει μέσα του την ικανότητα να δημιουργήσει άλλες διαπροσωπικές σχέσεις χωρίς να ανατρέψει και να αρνηθεί ό,τι το ίδιο είναι μέσα σε αυτή την κοινωνία, δηλαδή χωρίς να έρθει σε αντίθεση με την αυτονομία και τη δυναμική της. Στην Αργεντινή, με τον τρόπο με τον οποίο τέθηκαν σε λειτουργία οι παραγωγικές δραστηριότητες, με τους έμπρακτους τρόπους της διεξαγωγής τους, κλονίστηκαν τα προσδιοριστικά στοιχεία του προλεταριάτου ως τάξης αυτής της κοινωνίας (ιδιοκτησία, ανταλλαγή, καταμερισμός εργασίας, σχέση ανδρών-γυναικών κτλ.). Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο η επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση γίνεται αξιόπιστη.</p>
<p>Επιπλέον, η αυτοοργάνωση σαν γενικό όριο προς υπέρβαση εμφανίζεται στις διαμάχες μεταξύ αυτοοργανωμένων τομέων. Εκείνο που διαφαίνεται στις διαμάχες αυτές είναι ότι οι εργαζόμενοι που υπερασπίζουν τη σημερινή τους κατάσταση παραμένουν μέσα στις κατηγορίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι οποίες τους ορίζουν. Η ενοποίηση είναι ανέφικτη αν δεν είναι, ακριβώς, κατάργηση της αυοοργάνωσης· είναι εφικτή μόνο αν ο άνεργος, ο εργάτης της Ζανόν και ο καταληψίας σπιτιού δεν μπορούν πια να είναι άνεργος, εργάτης της Ζανόν ή καταληψίας σπιτιού. Είτε υπάρχει ενοποίηση, αλλά τότε υπάρχει και κατάργηση εκείνου ακριβώς που είναι αυτοοργανώσιμο, είτε υπάρχει αυτοοργάνωση, οπότε η ενοποίηση είναι ένα όνειρο που χάνεται μέσα στις διαμάχες τις οποίες συνεπάγεται η ποικιλομορφία των καταστάσεων.</p>
<p>Καθώς υπερασπίζεται τα άμεσα συμφέροντά του, το προλεταριάτο οδηγείται στην αυτοκατάργησή του, επειδή η δραστηριότητά του στο «ανακτημένο εργοστάσιο» δεν μπορεί πια να παραμείνει κλεισμένη στο «ανακτημένο εργοστάσιο», ούτε στην παράθεση, τον συντονισμό ή την ενότητα των «ανακτημένων εργοστασίων» ή ακόμα όλων όσων είναι αυτοοργανώσιμα.</p>
<p>Στη Γαλλία τον Νοέμβριο του 2005, στα λαϊκά προάστια, οι εξεγερμένοι δεν διεκδίκησαν τίποτα. Το περιεχόμενο της εξέγερσης του Νοεμβρίου ήταν η άρνηση των αιτίων της εξέγερσης: οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν στην ίδια τους την κατάσταση, έβαλαν στο στόχαστρο όλα όσα τους παράγουν και τους ορίζουν. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποιον φανταστικό ριζοσπαστισμό των “αλανιών των προαστίων”. Οφείλεται στον συνδυασμό δύο επίκαιρων αιτίων: αφενός, της ιδιαίτερης κατάστασης αυτής της φράξιας του προλεταριάτου και, αφετέρου, του γεγονότος ότι, εν γένει, <em>η διεκδίκηση δεν είναι πια αυτό που ήταν</em>. Οι εξεγερμένοι αποκάλυψαν και επιτέθηκαν στην <em>τωρινή κατάσταση του προλετάριου</em>: αυτής της εργασιακής δύναμης που έχει γίνει επισφαλής σε παγκόσμια κλίμακα. Κι αυτό έκανε αυτομάτως παρωχημένο, την ίδια τη στιγμή που θα μπορούσε να διατυπωθεί μια τέτοια διεκδίκηση, το να θέλει κανείς να είναι “κανονικός προλετάριος”.</p>
<p>Αυτή η συνύφανση ανάμεσα στη διεκδίκηση και την αυτοαμφισβήτηση των προλετάριων, που χαρακτηρίζει τον τωρινό κύκλο αγώνων και συνοψίζεται στο ταξικό ανήκειν σαν γενικό όριο αυτού του κύκλου, έφτασε στον παροξυσμό της στις ταραχές του Νοεμβρίου εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των πρωταγωνιστών τους. Η διεκδίκηση εξαφανίστηκε.</p>
<p>Τρεις μήνες μετά (την άνοιξη του 2006), κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στη σύμβαση πρώτης απασχόλησης (CPE), όλος ο κόσμος ήξερε ότι αυτό που θα μπορούσε να προκύψει από την απόσυρση της CPE ήταν στην καλύτερη περίπτωση, αν θριάμβευαν τα συνδικαλιστικά σχέδια, μια «ευελιξία με ασφάλεια» α-λα γαλλικά. Ποιος ήθελε κάτι τέτοιο; Σίγουρα όχι η πλειοψηφία των φοιτητών, των επισφαλών και των μαθητών που ήταν στον δρόμο. Κι όμως, αυτή θα ήταν η μόνη διέξοδος για ένα διεκδικητικό κίνημα. Μια διέξοδος που το κίνημα δεν μπορούσε ούτε καν να την πει στον εαυτό του. Σαν διεκδικητικό κίνημα, το κίνημα των φοιτητών δεν μπορούσε να κατανοήσει τον εαυτό του παρά μόνο μετατρεπόμενο σε γενικό κίνημα των επισφαλών, αλλά τότε είτε θα αυτοϋπονόμευε την ιδιαιτερότητά του, είτε δεν θα μπορούσε παρά να οδηγηθεί σε μια λιγότερο ή περισσότερο βίαιη αντιπαράθεση με όλους αυτούς που, μέσα στις ταραχές του Νοεμβρίου 2005, είχαν δείξει ότι αρνούνται να χρησιμεύσουν ως χειραγωγήσιμη μάζα. Η επιδίωξη της ικανοποίησης της διεκδίκησης μέσω της διεύρυνσής της υπονόμευε τη διεκδίκηση. Ποιος μπορούσε να πιστέψει στη σύνδεση με τους εξεγερμένους του Νοεμβρίου στη βάση μιας σύμβασης αορίστου χρόνου για όλους; Αφενός, η σύνδεση αυτή ήταν αντικειμενικά εγγεγραμμένη στον γενετικό κώδικα του κινήματος και, αφετέρου, η ίδια η <em>αναγκαιότητα</em> της σύνδεσης προκαλούσε μια σχέση αγάπης/ μίσους στο εσωτερικό του κινήματος, εξίσου αντικειμενική. Ο αγώνας ενάντια στη CPE ήταν <em>ένα διεκδικητικό κίνημα που για το ίδιο, σαν διεκδικητικό κίνημα, η ικανοποίηση της διεκδίκησης δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή</em>.</p>
<p>Οι ταραχές στην Ελλάδα και η γενική απεργία στη Γουαδελούπη είναι τα πιο πρόσφατα γεγονότα που χαρακτηρίζουν αυτό τον κύκλο αγώνων.</p>
<p>Στις ταραχές στην Ελλάδα, το προλεταριάτο δεν διεκδικεί τίποτα και, απέναντι στο κεφάλαιο, δεν θεωρεί τον εαυτό του θεμέλιο κανενός εναλλακτισμού· απλώς, μέσω ταραχών που παράγουν το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό και τη σχέση εκμετάλλευσης σαν σκέτη επιβολή, το προλεταριάτο δεν θέλει πια να είναι αυτό που είναι.</p>
<p>Αυτές οι ταραχές ήταν ένα ταξικό κίνημα και όχι μια απλή δράση ακτιβιστών (που κι αυτή θα ήταν ταξικό κίνημα), αλλά δεν ήταν ένας αγώνας μέσα σε ό,τι αποτελεί την ίδια τη μήτρα των τάξεων: <em>την παραγωγή</em>. Έτσι οι ταραχές κατόρθωσαν αυτό το θεμελιώδες, να παραγάγουν και να βάλουν στο στόχαστρο το ταξικό ανήκειν σαν καταναγκασμό, αλλά δεν μπόρεσαν να το κάνουν και να φτάσουν σε αυτό το σημείο παρά μόνο προσκρούοντας, σαν στο ίδιο τους το όριο, σε αυτό το <em>αόρατο φράγμα</em> της παραγωγής. Και ο τρόπος (στόχοι, εξέλιξη των ταραχών, σύνθεση των εξεγερμένων κτλ.) με τον οποίο το κίνημα παρήγαγε αυτόν τον εξωτερικό καταναγκασμό ήταν εγγενώς καθορισμένος από το όριο αυτό. Αυτή ήταν η αμφισημία του κινήματος.</p>
<p>Φοιτητές δίχως μέλλον, νεαροί μετανάστες, επισφαλείς εργαζόμενοι, όλοι είναι προλετάριοι οι οποίοι βιώνουν καθημερινά την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σαν εξαναγκασμό, έναν εξαναγκασμό που <em>εμπεριέχεται</em> σε αυτή την αναπαραγωγή επειδή είναι προλετάριοι, αλλά και οι οποίοι τη βιώνουν καθημερινά σαν <em>διαχωρισμένη</em> και τυχαία (συμπτωματική και μη αναγκαία) σε σχέση με την ίδια την παραγωγή. Αγωνίζονται μέσα στον εξαναγκασμό σαν διαχωρισμένη στιγμή και ταυτόχρονα αντιλαμβάνονται και βιώνουν αυτόν τον διαχωρισμό απλώς και μόνο σαν έλλειψη του ίδιου του αγώνα τους ενάντια σε αυτό τον τρόπο παραγωγής.</p>
<p>Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση το κίνημα παρήγαγε το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά μόνο πάνω σε αυτήν. Με αυτό τον τρόπο το κίνημα τοποθετείται στο επίπεδο του τωρινού κύκλου αγώνων και συνιστά μια καθοριστική ιστορική στιγμή του. Είναι η επίθεση στους θεσμούς και τις μορφές της κοινωνικής αναπαραγωγής, θεωρούμενες αυτοτελώς, η οποία από τη μια συγκρότησε το κίνημα και έγινε η δύναμή του, ενώ από την άλλη εξέφρασε και τα όρια του.</p>
<p>Στην Ελλάδα, είναι στο εσωτερικό αυτής της διαμόρφωσης της ταξικής πάλης, και της εμπεριεχόμενης αμφισημίας, που, για τους αγωνιζόμενους προλετάριους, το ταξικό τους ανήκειν, ο ίδιος τους ο ορισμός ως τάξης μέσα στη σχέση τους με το κεφάλαιο, παράχθηκε και εμφανίστηκε σαν εξωτερικός καταναγκασμός. Αμφισβητήθηκαν σαν προλετάριοι από την ίδια τους την πρακτική μέσα στον αγώνα τους, αλλά δεν το έκαναν παρά μόνο διαχωρίζοντας, στις επιθέσεις τους και στους στόχους τους, τις στιγμές και τους μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αναπαραγωγή και παραγωγή του κεφαλαίου παρέμειναν ξένες η μια από την άλλη.</p>
<p>Σήμερα η επανάσταση εξαρτάται από την υπέρβαση μιας καταστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το ότι αποτελεί τάξη είναι για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο ταξικός του αγώνας πρέπει να υπερπηδήσει/ καταργήσει. Οι ταραχές στην Ελλάδα ανέδειξαν αυτό το εμπόδιο, σχηματοποίησαν την αντίφαση <em>και έμειναν εκεί</em>. Αυτό ήταν το όριό τους, αλλά τώρα η αντίφαση τίθεται πια με πρακτικούς όρους γι’ αυτό τον κύκλο αγώνων μέσα στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό <em>και την κρίση του</em>.</p>
<p>Στη Γουαδελούπη, η υψηλή ανεργία και το μεγάλο μέρος του πληθυσμού που ζει από «εισοδήματα προνοίας» ή από την παραοικονομία κάνουν τη μισθολογική διεκδίκηση να είναι μια λογική αντινομία. Η αντίφαση αυτή δόμησε την πορεία των γεγονότων ανάμεσα σε ένα LKP επικεντρωμένο στους σταθερούς εργαζομένους (κυρίως δημόσιους υπαλλήλους), αλλά που προσπαθεί με τον πολλαπλασιασμό και την άπειρη πολυμορφία των διεκδικήσεων να συγκρατήσει συνενωμένους τους όρους της αντίφασης, και τον παραλογισμό της κεντρικής μισθολογικής διεκδίκησης για τους περισσότερους απ’ όσους βρίσκονταν στα οδοφράγματα, στις λεηλασίες και στις επιθέσεις εναντίον δημόσιων κτιρίων. Η διεκδίκηση αποσταθεροποιήθηκε μέσα στην ίδια την πορεία του αγώνα, αμφισβητήθηκε μαζί με την οργανωτική της μορφή, αλλά οι ιδιαίτερες μορφές της εκμετάλλευσης του συνόλου του πληθυσμού, κληρονομημένες από μια αποικιοκρατική ιστορία, εμπόδισαν την αντίφαση αυτή να ξεσπάσει με μεγαλύτερη βιαιότητα στο εσωτερικό του κινήματος (ας σημειωθεί ωστόσο ότι ο μόνος νεκρός ήταν ένας συνδικαλιστής που σκοτώθηκε σε ένα οδόφραγμα). Από την άποψη αυτή, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού ήταν περισσότερο ένα είδος σχιζοφρένειας παρά μια αληθινή παραγωγή στην πορεία του αγώνα, ήταν περισσότερο μια κοινωνιολογική κατάσταση παρά ένα διακύβευμα του αγώνα. Δεν υπήρξε συγκρουσιακή ανασύνθεση της τάξης γύρω από τους ανέργους και τους επισφαλείς, αλλά μάλλον βίοι παράλληλοι μισθωτών και ανέργων, με το LKP να καπελώνει με μεγάλη δυσκολία το σύνολο. Αυτό δεν εμπόδισε τη μισθολογική διεκδίκηση να προσκρούσει συνολικά σε αυτή τη σύνθεση των διαδηλωτών και να βρει εκεί το όριό της.</p>
<p>Η μισθολογική διεκδίκηση, που τη στήριζε η λίγο-πολύ σταθερή φράξια των μισθωτών, έβρισκε το όριό της στην ίδια τη μάζα των ανέργων και «βοηθούμενων» που είχαν παρασυρθεί στο κίνημα, αλλά δεν επρόκειτο απλώς για εξωτερικό όριο: οι μεν και οι δε δεν ήταν ξένοι που βρίσκονταν «πλάι-πλάι» κατά τύχη. Εκείνο που τους ένωνε ήταν η συνολική αγορά της εργασιακής δύναμης, στο πλαίσιο της οποίας πάντα έχει ήδη αγοραστεί μια συνολική εργασιακή δύναμη, όποια κι αν είναι η ατομική (ή ανά φράξιες) ανάλωσή της από το κεφάλαιο εν γένει έναντι ενός εισοδήματος στο οποίο οι μισθοί δραστηριότητας και άλλες μορφές εισοδημάτων αντισταθμίζονται. Η μισθολογική διεκδίκηση τροποποιείται ριζικά όταν δεν ισχύει πια η μορφή της ελεύθερης σύμβασης. Ο εργαζόμενος δεν μπορεί πια να σπάσει, με μια απελευθέρωση της εργασίας, την αλυσίδα που συνδέει τους όρους της αντιφατικής αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας.</p>
<p>Σ’ αυτό το «πλάι-πλάι» ενυπάρχει και το αθέμιτο της μισθολογικής διεκδίκησης: η διπλή αποσύνδεσή της. Αποσύνδεση σε σχέση με την αξιοποίηση και τη συσσώρευση του κεφαλαίου, για τις οποίες η μισθολογική διεκδίκηση έχει χάσει κάθε εσωτερική σημασία και δυναμική· αποσύνδεση μεταξύ, αφενός, μισθού και, αφετέρου, εισοδήματος και κατανάλωσης, μέσω της δανειοδότησης και όλων των υστερόχρονων ή προνοιακών εισοδημάτων. Η ίδια η σύνθεση των διαδηλωτών και εξεγερμένων εκφράζει ζωντανά και απτά αυτή τη διπλή αποσύνδεση. Ποιες μισθολογικές διεκδικήσεις μπορούν να έχουν οι αναρίθμητοι διαρθρωτικά άνεργοι; Θα ήταν λάθος να αναλύουμε την οργή σαν απόγνωση. Στην πορεία της μισθολογικής διεκδίκησης, η ανεργία είναι η αντίφαση υπερεργασίας/ αναγκαίας εργασίας, είναι το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει. Τότε ολόκληρη η μισθωτή σχέση προσαρμόζεται με βάση την ανεργία και τις «ιδιότυπες» μορφές απασχόλησης, μέχρι και η ίδια η μισθολογική διεκδίκηση, η πορεία της, όσοι συμμετέχουν σε αυτήν, οι δραστηριότητές της.</p>
<p>Ο εγκλωβισμός της μισθολογικής διεκδίκησης στην αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας είναι η ίδια η σύνθεση της εργατικής τάξης στη Γουαδελούπη και στους άλλους υπερπόντιους νομούς της Γαλλίας. Εκεί, αυτή η διαρθρωτική αντίφαση είναι η ίδια η σύνθεση της τάξης. Με αφετηρία τον μισθό, την ενδότερη σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο, στη Γουαδελούπη παίχτηκε στο εσωτερικό της μισθολογικής διεκδίκησης ένα σημαντικότερο έργο: η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως ορίου και εξωτερικότητας μέσα στην ίδια την ταξική πάλη.</p>
<p>Η τοποθέτηση της ανεργίας και της επισφάλειας στον πυρήνα της μισθωτής σχέσης· ο ορισμός της κατάστασης του αδήλωτου εργαζομένου ως γενικής κατάστασης της εργασιακής δύναμης· η τοποθέτηση –όπως με το κίνημα της άμεσης δράσης– της κοινωνικής αμεσότητας του ατόμου ως θεμελίου, που πρέπει να παραχθεί σαν βάση της αντίθεσης προς το κεφάλαιο· η πραγματοποίηση αυτοκτονικών αγώνων όπως στη Cellatex και αλλού την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2000 (Metaleurop –με κάποια επιφύλαξη–, Adelshoffen, Société Française Industrielle de Contrôle et d’Equipements, Bertrand Faure, Mossley, Bata, Moulinex, Daewoo-Orion, ACT – πρώην Bull)· η αναγωγή της ενότητας της τάξης σε μια αντικειμενικότητα που συγκροτείται μέσα στο κεφάλαιο, όπως με τον πολλαπλασιασμό των συλλογικοτήτων και με τα κύματα προσωρινών και εκ περιτροπής απεργιών (Γαλλία 2003, άγγλοι ταχυδρομικοί) – αυτά είναι, για καθέναν από αυτούς τους συγκεκριμένους αγώνες, περιεχόμενα που συγκροτούν τη δυναμική του τωρινού κύκλου <em>στο εσωτερικό και στην πορεία</em> των αγώνων. Στους περισσότερους τωρινούς αγώνες εμφανίζεται η επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο παράγει την ύπαρξή του ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο χωρίς καμία αυτοαναφορική δυνατότητα, που την καταστρέφουν οι ίδιοι οι αγώνες, άρα μια δυναμική που συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο αμφισβητεί τον εαυτό του σαν τάξη. Η δυναμική αυτή έχει όμως πάντα το εγγενές της όριο σε ό,τι ακριβώς την ορίζει σαν δυναμική: στη δράση του προλεταριάτου ως τάξης. Γι’ αυτό μιλάμε για δυναμική (για απόκλιση) στο εσωτερικό του ορίου.</p>
<p>Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής σχέσης και του διεκδικητικού αγώνα, σαν προαπαιτούμενο για την επαναστατική της δραστηριότητα. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα με την οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Η κατάργηση του κεφαλαίου σημαίνει αυτομάτως ότι ο προλετάριος αρνείται τον εαυτό του σαν εργαζόμενο και όχι ότι αυτοοργανώνεται σαν τέτοιος· πρόκειται για ένα κίνημα κατάργησης των επιχειρήσεων, των εργοστασίων, του προϊόντος, της ανταλλαγής (με όλες τις μορφές της).</p>
<p>Το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι επαναστατικό παρά μόνο αναγνωρίζοντας τον εαυτό του σαν τάξη· αυτό συμβαίνει σε κάθε σύγκρουση και, κατά μείζονα λόγο, όταν η ύπαρξή του ως τάξης θα είναι, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, η κατάσταση με την οποία θα χρειαστεί να συγκρουστεί. Δεν πρέπει ωστόσο να παρανοούμε το περιεχόμενο αυτής της «αναγνώρισης». Το να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαν τάξη δεν θα είναι για το προλεταριάτο «επιστροφή στον εαυτό του» αλλά πλήρης εξωστρέφεια, <em>η αυτοαναγνώρισή του ως κατηγορίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</em>. Το τι είμαστε σαν τάξη δεν είναι, κατά άμεσο τρόπο, τίποτε άλλο από τη σχέση μας με το κεφάλαιο. Η «αναγνώριση» αυτή θα είναι εκ των πραγμάτων μια πρακτική αναγνώριση, μέσα στη σύγκρουση· όχι αναγνώριση του εαυτού μας για τον εαυτό μας, αλλά αναγνώριση του κεφαλαίου.</p>
<h2>Η εκμετάλλευση: ένα παιχνίδι που καταργεί τον κανόνα του</h2>
<p>Το αθέμιτο της μισθολογικής διεκδίκησης σε μια κρίση που είναι ειδικά κρίση της μισθωτής σχέσης αποτελεί <em>την αντίφαση και τη δυναμική της τωρινής στιγμής</em>· μέσα στις ίδιες τις δραστηριότητες του προλεταριάτου ως τάξης, εμπεριέχει όλες τις αμφισβητήσεις του ταξικού ανήκειν ως ορίου της ταξικής πάλης. Επανέρχονται τότε σε κεντρική θέση ο ορισμός του προλεταριάτου και ο ορισμός της εκμετάλλευσης ως της αντίφασής του με το κεφάλαιο.</p>
<p>Όταν το να αγωνίζεται το προλεταριάτο σαν τάξη έχει γίνει το ίδιο το εσωτερικό όριο της ταξικής πάλης του, αυτό σημαίνει ότι, μέσα στον πυρήνα της εκμετάλλευσης και της παραγωγής υπεραξίας, θεμελιώνεται το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης σαν ζήτημα του παρόντος, επίκαιρο. Όχι μόνο δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση, αλλά δεν είμαστε τίποτα έξω από την <em>αντίφαση</em> της μισθωτής σχέσης· αυτό τα αλλάζει όλα, και μέσω αυτού μπορούν να αλλάξουν όλα. Τα ζεύγη εκμετάλλευση/ αλλοτρίωση, αμοιβαία συνεπαγωγή/ κυριαρχία, τάξεις/ άτομα, παραγωγική εργασία/ «διάχυτη αξιοποίηση», προορίζονται να γίνουν αντικείμενα πολεμικής και θεωρητικών και πρακτικών διχογνωμιών. Με το να τίθεται η πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σαν η πραγματική εξέλιξη της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου καταργούνται οι αμφισημίες ανάμεσα στους όρους αυτών των αντινομιών. Μια υποτίμηση ή και αγνόηση της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο μέσα στη διαδικασία εκμετάλλευσης δικαιολογεί, αφενός, τον θεωρητικό «αμεσοτισμό» που εκφράζεται με την καταγγελία<sup>13</sup> και, αφετέρου, μια αντίληψη της πρακτικής ως επέμβασης (βλ. το ζήτημα του ακτιβισμού).</p>
<p>Το προλεταριάτο και το κεφάλαιο αποτελούν τους όρους μιας αντίφασης και συνεπώς δεν μπορούν να οριστούν όπως θα ήταν μόνα τους έξω από την αντίφαση αυτή<sup>14</sup>. Η αντίφαση αυτή είναι η ενότητά τους και η αμοιβαία αναπαραγωγή τους. Σαν αμοιβαία <em>ανα-παραγωγή</em>, η αντίφαση παράγει μια ιδιαίτερη χρονικότητα που είναι η ιστορική διεργασία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο χρόνος είναι εσωτερικός στην αντίφαση, είναι μια <em>διάρκεια</em>, και όχι ένα απριόρι που την περιβάλλει και που μέσα του αυτή θα έπρεπε να εκτυλιχθεί, να πραγματωθεί<sup>15</sup>. Σαν αναπαραγωγή, η αντίφαση δεν θέτει αντιμέτωπους δύο ισότιμους όρους, είναι ασύμμετρη σχέση: το κεφάλαιο υπάγει την εργασία. Κατά συνέπεια, η πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η <em>πραγματική εξέλιξη</em> της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου· η αντίφαση <em>υπόκειται</em> στη <em>δική της</em> ιστορία, όχι σε συνθήκες. Από εκεί πηγάζει και η ταυτότητα ανάμεσα σε ό,τι κάνει το προλεταριάτο τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής και ό,τι το κάνει επαναστατική τάξη. Εδώ έχουμε τόσο την κριτική κάθε επαναστατικής φύσης όσο και την κριτική κάθε «αμεσοτισμού» του κομμουνισμού. Κριτική της απελευθέρωσης της εργασίας και της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου ως τάξης που γίνεται κυρίαρχη· κριτική του ακτιβισμού και του εναλλακτισμού.</p>
<p>Η τάξη δεν υπάρχει δύο φορές, μία σαν αναπαραγωγός του κεφαλαίου ο οποίος αγωνίζεται μέσα στα όρια αυτής της αναπαραγωγής και άλλη μία σαν τάση προς τον κομμουνισμό. Μέσω της πτώσης του ποσοστού κέρδους, η εκμετάλλευση είναι <em>μια διεργασία που βρίσκεται συνεχώς σε αντίφαση με την ίδια της την αναπαραγωγή</em>: η κινούμενη πραγματικότητα της εκμετάλλευσης είναι αντίφαση για τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής των οποίων αποτελεί το περιεχόμενο και την κίνηση. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η εργασία υπάρχει κοινωνικά, η αξιοποίηση, αποτελεί την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Οριζόμενο από την εκμετάλλευση, το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίθεση με την αναγκαία κοινωνική ύπαρξη της εργασίας του ως κεφαλαίου, δηλαδή ως αξίας αυτονομημένης και η οποία δεν παραμένει τέτοια παρά μόνο εφόσον αξιοποιείται: <em>η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι αντίφαση μεταξύ των τάξεων. </em>Το προλεταριάτο βρίσκεται διαρκώς σε αντίφαση με τον ίδιο του τον ορισμό ως τάξης: η ανάγκη της αναπαραγωγής του είναι κάτι που το βρίσκει απέναντί του να αντιπροσωπεύεται από το κεφάλαιο – από το κεφάλαιο για το οποίο το προλεταριάτο <em>είναι</em> <em>συνεχώς αναγκαίο και πάντα περισσεύει</em>: πρόκειται για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, για την αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας<sup>16</sup> (που γίνεται αντίφαση της αναγκαίας εργασίας), για το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει (βλ. πιο πάνω). Πρόκειται, με δυο λόγια, για την αντίφαση της παραγωγικής εργασίας: «<em>Παραγωγική εργασία</em> είναι μόνο μία συντομευμένη έκφραση για την όλη σχέση και τον τρόπο, με τον οποίο εμφανίζεται η ικανότητα εργασίας και η εργασία στο καπιταλιστικό προτσές παραγωγής» (Μαρξ, <em>Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]</em><em>, εκδ. Α/συνέχεια, σελ. 134-5</em>).</p>
<p>Η εκμετάλλευση είναι το περίεργο αυτό παιχνίδι όπου κερδίζει πάντα ο ίδιος (επειδή η εκμετάλλευση είναι υπαγωγή)· ταυτόχρονα, και για τον ίδιο λόγο, <em>είναι ένα παιχνίδι που βρίσκεται σε αντίφαση με τον κανόνα του και μια ένταση προς την κατάργηση αυτού του κανόνα</em>. Το αντικείμενο σαν ολότητα, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, <em>βρίσκεται σε αντίφαση με τον εαυτό του μέσα από την αντίφαση των στοιχείων του</em>, επειδή αυτή η αντίφαση με το άλλο είναι για κάθε στοιχείο αντίφαση με τον εαυτό του, στον βαθμό που το άλλο είναι το <em>δικό του</em> άλλο. Στην αντίφαση την οποία αποτελεί η εκμετάλλευση, εκείνο που μας δίνει την υπέρβαση είναι η μη συμμετρικότητά της. <em>Όταν λέμε ότι η εκμετάλλευση είναι για τον εαυτό της μια αντίφαση, ορίζουμε την κατάσταση και την επαναστατική δραστηριότητα του προλεταριάτου</em>. Η πάλη των τάξεων είναι ένα παιχνίδι που μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση του κανόνα του, επειδή μέσα στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, δηλαδή στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας, δεν έχουμε πια να κάνουμε με μια διαδικασία «μόνο του κεφαλαίου» αλλά με την πάλη των τάξεων. Ο κομμουνισμός είναι η αντιφατική κίνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η διεργασία της απαρχαίωσής του. Η υπέρβαση περιλαμβάνεται σαν το ίδιο το περιεχόμενο της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, στις πιο άμεσες μορφές της πάλης των τάξεων.</p>
<p>Ο μη παραγωγικός εργαζόμενος πουλάει κι αυτός την εργασιακή του δύναμη και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον καπιταλιστή του, για τον οποίο ο βαθμός εκμετάλλευσης θα καθορίσει το τμήμα της αξίας (την υπεραξία) που θα μπορέσει να ιδιοποιηθεί σαν κέρδος. Αλλά από την ίδια την παραγωγική εργασία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το προλεταριάτο δεν περιορίζεται στους παραγωγικούς εργαζομένους. Πράγματι, πρώτον, είναι στην ίδια τη φύση της υπεραξίας να υφίσταται σαν κέρδος, μεταξύ άλλων και για τα ίδια τα παραγωγικά κεφάλαια· δεύτερον, για τον ίδιο αυτό λόγο, είναι ολόκληρη η καπιταλιστική τάξη που εκμεταλλεύεται ολόκληρη την εργατική τάξη, ενώ ο προλετάριος ανήκει στην καπιταλιστική τάξη πριν πουλήσει τον εαυτό του στο τάδε ή στο δείνα αφεντικό. Όμως η συνολική κοινωνική εργασία την οποία το κεφάλαιο δημιουργεί καθώς την ιδιοποιείται (η κοινωνική εργασία δεν προϋπάρχει μέσα στον προλετάριο ούτε στο σύνολο της τάξης πριν από την ιδιοποίησή της) δεν αποτελεί μια ομοιογενή μάζα χωρίς διακρίσεις, διαμεσολαβήσεις και ιεραρχία, δεν αποτελεί μια ολότητα που κάθε μέρος της εμπεριέχει όλους τους καθορισμούς της ολότητας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ένα κεντρικό ζήτημα: ενώ κάθε προλετάριος έχει τυπικά ταυτόσημη σχέση με το ιδιαίτερο κεφάλαιο που τον εκμεταλλεύεται, η σχέση του με το κοινωνικό κεφάλαιο διαφέρει ανάλογα με το αν ο ίδιος είναι ή όχι παραγωγικός εργαζόμενος (δεν πρόκειται για θέμα συνείδησης αλλά για μια αντικειμενική κατάσταση). Αν, στο κέντρο της πάλης των τάξεων, δεν υπήρχε η αντίφαση την οποία αντιπροσωπεύει η παραγωγική εργασία, για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής <em>και για το προλεταριάτο</em>, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για επανάσταση (η επανάσταση θα ήταν κάτι εξωγενές σε σχέση με τον τρόπο παραγωγής, στην καλύτερη περίπτωση μια ουτοπία, στη χειρότερη τίποτα).</p>
<p>Ενώ το προλεταριάτο δεν περιορίζεται στην τάξη των εργαζομένων που παράγουν υπεραξία, <em>εκείνο που το δομεί είναι η αντίφαση την οποία αποτελεί η παραγωγική εργασία</em>. Η παραγωγική εργασία (που παράγει υπεραξία, δηλαδή κεφάλαιο) είναι η ζωντανή και αντικειμενική αντίφαση αυτού του τρόπου παραγωγής. Δεν πρόκειται για μια φύση που έχει προσδεθεί σε πρόσωπα: ο ίδιος εργαζόμενος μπορεί να εκτελεί ορισμένες παραγωγικές και ορισμένες μη παραγωγικές εργασίες· ο παραγωγικός χαρακτήρας της εργασίας μπορεί να οριστεί στο επίπεδο του συλλογικού εργαζομένου· ο ίδιος (προσωρινός) εργαζόμενος μπορεί, από τη μια εβδομάδα στην άλλη, να περνάει από μια παραγωγική σε μια μη παραγωγική εργασία. Αλλά η σχέση του συνόλου του προλεταριάτου με το κεφάλαιο δομείται από την αντιφατική κατάσταση της παραγωγικής εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Το ζήτημα είναι να ξέρουμε, πάντα με βάση την ιστορία και τη συγκυρία, τον τρόπο με τον οποίο αυτή η θεμελιώδης (καταστατική) αντίφαση δομεί σε μια δεδομένη στιγμή την πάλη των τάξεων, γνωρίζοντας ότι είναι στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να μην εμφανίζεται ξεκάθαρα η αντίφαση αυτή, αφού η υπεραξία μετατρέπεται εξ ορισμού σε κέρδος και το κεφάλαιο είναι αξία εν κινήσει. Η μοναχική ώρα του έσχατου καθοριστικού στοιχείου δεν έρχεται ποτέ.</p>
<p>Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραγωγικοί εργαζόμενοι είναι επαναστάτες εκ φύσεως και μονίμως. Οι τάξεις δεν είναι αθροίσματα ατόμων, το προλεταριάτο και η καπιταλιστική τάξη αποτελούν τους κοινωνικούς πόλους της αντίφασης –πτώση του ποσοστού κέρδους ή παραγωγική εργασία– που δομεί το σύνολο της κοινωνίας. Η ιδιαίτερη σχέση της παραγωγικής εργασίας με το κοινωνικό κεφάλαιο (ιδιαίτερη σε σχέση με κάθε άλλη εργασία που υπόκειται σε εκμετάλλευση) δεν παγιώνεται σαν ουσία των παραγωγικών εργαζομένων. Ωστόσο, μέσα στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας που δομεί <em>το σύνολο της κοινωνίας</em> και τη διαιρεί σε πόλους αντιτιθέμενων τάξεων, οι παραγωγικοί εργαζόμενοι βρίσκονται σε μια μοναδική κατάσταση. Όταν μπλοκάρουν την παραγωγή αξίας <em>και υπεραξίας</em>, οι άνθρωποι που ζουν στο κέντρο της εσωτερικής σύγκρουσης του κεφαλαίου ως αντίφασης εν κινήσει δεν «μπλοκάρουν» απλώς. Μέσα στη μοναδική δράση τους, η οποία δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο αλλά απλώς την εμπλοκή τους στον αγώνα, η αντίφαση που δομεί το σύνολο της κοινωνίας σαν πάλη των τάξεων επιστρέφει στον εαυτό της, στην ίδια της τη συνθήκη, επειδή η σχέση εκμετάλλευσης δεν συνδέει τον παραγωγικό εργαζόμενο με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, αλλά άμεσα, στη σχέση του με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, τον συνδέει με το κοινωνικό κεφάλαιο. Εκείνο που, κατά πραγματικό τρόπο, συγκαλύπτεται συνεχώς μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, όχι μόνο σαν εσωτερική αντίφαση της αναπαραγωγής (την οποία εννοούμε εδώ σαν ενότητα της παραγωγής και της κυκλοφορίας) αλλά και σαν <em>εκείνο που κάνει να υπάρχει η ίδια η αντίφαση</em>: <em>η εργασία σαν ουσία της αξίας η οποία, στο πλαίσιο του κεφαλαίου, είναι αξία μόνο σαν αξία εν κινήσει</em>. Μέσα στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας –αντίφαση υπερεργασίας/ αναγκαίας εργασίας, δηλαδή αντίφαση της αναγκαίας εργασίας, δηλαδή αντίφαση της παραγωγικής εργασίας με τον εαυτό της στο πλαίσιο της αντίφασής της με το κεφάλαιο– το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει είναι αντίφαση μεταξύ τάξεων, είναι ταξική πάλη: η αντίφαση (η εκμετάλλευση) επανέρχεται στον εαυτό της, <em>στην ίδια της τη συνθήκη</em>.</p>
<p>Η επανάσταση θα ξεκινήσει το δικό της έργο όταν οι εργάτες θα βγαίνουν από τα εργοστάσια για να τα καταργήσουν, επιτιθέμενοι στον πυρήνα της παραγωγής αξίας· η επανάσταση θα προσκρούσει στην αυτοοργάνωση, στην αυτονομία και σε οτιδήποτε μπορεί να συνδέεται με τη «συμβουλιακή» πρακτική, σε οτιδήποτε θα μπορούσε να μας οδηγήσει να αναδιοργανώσουμε «με υπεύθυνο τρόπο» την παραγωγή. Η επανάστασή μας είναι η επανάσταση της εποχής όπου η αντίφαση μεταξύ των τάξεων τοποθετείται στο επίπεδο της αμοιβαίας συνεπαγωγής τους και της αναπαραγωγής τους. Και «ο πιο αδύναμος κρίκος» αυτής της αντίφασης, της εκμετάλλευσης, που συνδέει τις τάξεις μεταξύ τους, τοποθετείται στις στιγμές της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, εκεί όπου ακριβώς, μακράν από το να βρίσκει επιβεβαίωση, ο ορισμός του προλεταριάτου ως τάξης της παραγωγικής εργασίας εμφανίζεται πάντα (και ολοένα περισσότερο μέσα στις σύγχρονες μορφές της αναπαραγωγής) σαν τυχαίος και περιστασιακός, όχι μόνο για κάθε προλετάριο ειδικά, αλλά διαρθρωτικά για το σύνολο της τάξης. Αλλά αν η πάλη των τάξεων παραμείνει κίνημα στο επίπεδο της αναπαραγωγής, δεν θα έχει ενσωματώσει τον ίδιο της τον λόγο ύπαρξης, την παραγωγή. <em>Εδώ βρίσκεται σήμερα το επανεμφανιζόμενο όριο όλων των ταραχών και των «εξεγέρσεων», αυτό που σε επίπεδο γεγονότων τις ορίζει σαν «μειοψηφικές». </em>Η επανάσταση θα πρέπει να περικυκλώσει την παραγωγή για να την καταργήσει σαν ιδιαίτερη στιγμή των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και, με τον τρόπο αυτό, να καταργήσει την εργασία καταργώντας τη μισθωτή εργασία. Εδώ εντοπίζεται ο καθοριστικός ρόλος της παραγωγικής εργασίας και αυτών οι οποίοι σε μια δεδομένη στιγμή είναι οι άμεσοι φορείς της αντίφασης της παραγωγικής εργασίας, επειδή τη βιώνουν στην ίδια τους την ύπαρξη για το κεφάλαιο σαν ταυτόχρονα αναγκαία και περιττή. Κατέχουν <em>αντικειμενικά</em> τη δυνατότητα να μετατρέψουν αυτή την επίθεση σε αντίφαση για το ίδιο το κεφάλαιο, να αναστρέψουν ενάντια στον εαυτό της και ενάντια στον εαυτό τους την αντίφαση που αποτελεί η εκμετάλλευση. Ο δρόμος της κατάργησης της εκμετάλλευσης περνάει από την ίδια την εκμετάλλευση· όπως το κεφάλαιο, έτσι και η επανάσταση είναι κι αυτή μια αντικειμενική διαδικασία.</p>
<p>Ακόμα κι αν ορίσουμε την τρέχουσα κρίση, στο γίγνεσθαί της, σαν κρίση της αξίας, η κρίση δεν παύει να είναι σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο. Η ίδια η επανάσταση είναι το «μπλοκάρισμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής· το «μπλοκάρισμα» δεν είναι προαπαιτούμενο της επανάστασης. Το προλεταριάτο καταργεί τις τάξεις μέσα στην επανάσταση, με μέτρα που παίρνονται στη διάρκεια μιας κρίσης η οποία <em>γίνεται</em> επαναστατική κρίση και η οποία <em>γίνεται</em>, σαν τέτοια, το μπλοκάρισμα της συσσώρευσης. Δεν υπάρχει κατάσταση, δεν υπάρχει κρίση, που, αν την αντιληφθούμε μονομερώς, να είναι χωρίς διέξοδο για το κεφάλαιο. Η κρίση της σχέσης εκμετάλλευσης διαπιστώνεται στο προλεταριάτο και στο κεφάλαιο, σαν επιδίωξη μιας επιδείνωσης της εκμετάλλευσης και σαν αντίσταση στην επιδείνωση αυτή. Αυτή ακριβώς η αντίσταση, στην απτή της εξέλιξη, δείχνει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, ότι ενάντια στο προλεταριάτο, <em>και εξαιτίας της δραστηριότητάς του</em>, δεν μπορεί να αναδιαρθρωθεί, να συγκροτήσει έναν ανώτερο τρόπο αξιοποίησης.</p>
<p>Τα πράγματα πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε ιστορικά και ποιοτικά. Κάθε κρίση είναι μια ορισμένη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ των τάξεων και των αντίστοιχων πρακτικών τους. Εκεί ακριβώς ο προηγούμενος κύκλος αγώνων γίνεται καθοριστικός· εκείνο που μπορεί να μπλοκάρει την καπιταλιστική αναπαραγωγή είναι ένας τύπος πρακτικής που εμφανίζεται στην πορεία της κρίσης. Ίσαμε τότε όλες οι κρίσεις, ακόμα και οι σφοδρότερες, είναι πάντα στιγμές της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ποτέ δεν υπάρχει σχέδιο, εκείνο που υπάρχει, από την ίδια τη φύση του κεφαλαίου, είναι μια διαδικασία αξιοποίησης/ απαξίωσης: η κρίση, από μόνη της, είναι άνοιγμα προς μιαν αναδιάρθρωση. Ένας τύπος πρακτικών που εμφανίζονται μέσα στην κρίση είναι αυτό που μετατρέπει την κρίση σε επανάσταση, δηλαδή σε «τελική κρίση»<sup>17</sup>. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσα στην κρίση, οι προηγούμενες συνθήκες της αξιοποίησης, και του κύκλου αγώνων, γίνονται καθοριστικές: αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου η οποία ορίζεται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της σχέσης τους· εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που να επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου· ταυτότητα ανάμεσα στην ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης και την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Δηλαδή δραστηριότητες απόκλισης στο ίδιο το εσωτερικό της ταξικής δραστηριότητας, στο εσωτερικό των αγώνων.</p>
<p>Μέσα στην κρίση, στην πορεία αυτών των αγώνων, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού μέσα στο κεφάλαιο είναι το ποιοτικό άλμα, η υπέρβαση της ταξικής δράσης ως ορίου, αλλά μια παραγόμενη υπέρβαση που κάθε άλλο παρά είναι άσχετη με την προηγούμενη πορεία του κύκλου αγώνων, που δεν θα μπορούσε ούτε καν να υπάρξει χωρίς αυτήν. Η υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων του είναι, απλούστατα, αυτό που οδηγεί το προλεταριάτο να περάσει σε κάτι άλλο: στην κατάργηση του κυρίαρχου συστήματος.</p>
<p>Η δραστηριότητα του προλεταριάτου μπορεί να γίνει, στους στόχους της και στην πορεία των μέτρων αγώνα κατά της εκμετάλλευσης, έμπρακτη επίθεση ενάντια στα προσδιοριστικά στοιχεία της εκμετάλλευσης τη στιγμή ακριβώς που η αντίφαση μεταξύ των τάξεων μετατρέπεται από στιγμή της αμοιβαίας συνεπαγωγής σε εξωτερίκευση του ταξικού ανήκειν. Υπάρχει μια στιγμή όπου όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία, όλες οι αντιφατικές διεργασίες, όλες οι ιστορικές σημασίες δεν αρκούν πια, αν δεν θέτουν ότι την επαναστατική ρήξη την παράγει η πάλη του προλεταριάτου μέσα στη <em>δική της</em> δυναμική.</p>
<p>Και πάλι όμως η επανάσταση μπορεί να αποτύχει, να ηττηθεί· η επέκταση των μέτρων κομμουνιστικοποίησης δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων. Πρόκειται για μέτρα που παίρνονται ενάντια στο κεφάλαιο, πράγμα που σημαίνει ότι η αναπαραγωγή του ή τα θεμέλιά της –η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης έστω και με «ανορθόδοξες» μορφές, η ανταλλαγή, κάποιες μορφές στοιχειώδους κοινωνικής πρόνοιας οργανωμένης από κράτη, ή άλλες θεσμικές ανασυνθέσεις– βρίσκονται πάντα εκεί μέσα στην κατ’ εξοχήν καταστροφική κατάσταση (καταστροφική με την έννοια ότι τίποτα δεν ριζώνει για να συγκροτήσει σύστημα) την οποία αποτελεί η επανάσταση. Είναι αλήθεια ότι η δυναμική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι αντίφαση για εκείνο ακριβώς του οποίου αποτελεί τη δυναμική (ένα παιχνίδι που μπορεί να αμφισβητήσει τον ίδιο του τον κανόνα), αλλά παραμένει επίσης, για τον ίδιο λόγο, η δυναμική του.</p>
<p>Η επανάσταση εγγράφεται εκεί σαν μια συγκυρία πιθανή ως προς τη μελλοντική επέλευσή της, αναγκαία ως προς τη σημερινή θεώρηση των ταξικών αγώνων των οποίων η συγκυρία αυτή είναι αποτέλεσμα. Η ίδια η κομμουνιστικοποίηση είναι ένα σύνολο δραστηριοτήτων ενάντια στην καπιταλιστική αναπαραγωγή· με αυτή την έννοια η νίκη της δεν ενυπάρχει μέσα της, αλλά η κομμουνιστικοποίηση αναπτύσσει και τις δικές της αντιφάσεις. Η απλούστερη από τις αντιφάσεις αυτές είναι ότι αναπτύσσει μορφές κοινωνικοποίησης που την καθηλώνουν σαν τοπική αναπαραγωγή, αυτοδιαχείριση επιβίωσης, νόθες μορφές ανταλλαγών. Αυτές οι μορφές κοινωνικοποίησης, αυτοδιαχείρισης, που ενδέχεται να εμφανιστούν δεν είναι αντεπανάσταση· μπορεί να αποτελέσουν γρανάζια της αντεπανάστασης, αλλά δεν είναι η ίδια η αντεπανάσταση. Η αντεπανάσταση είναι πάντοτε ειδικά καπιταλιστική· αυτές οι «αυτοδιαχειριστικές» μορφές που ενδέχεται να χρησιμεύσουν σαν γρανάζια θα σαρωθούν, και μάλιστα βίαια, από την αντεπανάσταση την οποία θα έχουν βοηθήσει να αναλάβει τα ηνία.</p>
<p>Αλλά υπάρχει μια ακόμα σοβαρότερη εσωτερική αντίφαση της επαναστατικής διαδικασίας, που σχετίζεται με την ίδια τη διαδικασία ενοποίησης του προλεταριάτου μέσα στην κατάργησή του. Μια κρίση της αξίας μπορεί, ξεκινώντας από τον καπιταλιστικό πυρήνα της, την κρίση της εργασίας που παράγει υπεραξία, να είναι για το προλεταριάτο μια πάλη κατά του κεφαλαίου μέσα στην οποία απορροφά, ενάντια στην καπιταλιστική τάξη, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Πρόκειται για τη διαδικασία κατάργησής του μέσα στην κατάργηση της ανταλλαγής, στην οποία αναγκάζονται να συμμετάσχουν κάθε είδους περιφερειακά στρώματα και φτωχοί που δεν είναι στην κυριολεξία προλετάριοι. Με αυτή τη διαδικασία ενοποίησης παρασύρονται στο κίνημα τεράστιες μάζες προλετάριων που δεν είναι εργάτες. Με άλλα λόγια, η αντίφαση που επιφέρει την κατάργηση της αξίας είναι η αντίφαση του κεφαλαίου ως αντίφασης εν κινήσει (βλ. πιο πάνω), αλλά η αντίφαση αυτή σαν ζωντανή δύναμη είναι η αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας, δηλαδή το προλεταριάτο με τη στενή έννοια της εργατικής τάξης. Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση ενοποιείται το προλεταριάτο μέσα στην κατάργηση της αξίας· πάνω σε αυτή τη βάση θα πρέπει να συμπεριλάβει, να παρασύρει, μια τεράστια μάζα κατεστραμμένων αγροτών, προλετάριων της παραοικονομίας κτλ., οι οποίοι είναι βέβαια ενταγμένοι στον παγκόσμιο κύκλο του κεφαλαίου, υφίστανται εκμετάλλευση, αλλά σαν <em>μετέχοντες σε ανταλλαγή</em>. Δεν βιώνουν την αντίφαση της αξίας σαν αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας, επομένως δεν βιώνουν άμεσα την ανάγκη της υπέρβασής της. Η μιζέρια και η ακραία ένδεια δεν είναι από μόνες τους αναγκαιότητα και εξαναγκασμός για επαναστατικότητα. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει εκεί μια εκφοβιστική μάζα για υλική και κοινωνική χειραγώγηση. Εκεί βρίσκεται επίσης και η δυνατότητα πολλών βάρβαρων μικροπολέμων.</p>
<p>Η κομμουνιστική επανάσταση είναι πάνω απ’ όλα μια κατάσταση εντροπίας· όλες οι κοινωνικές διαμορφώσεις (οι μορφές που συγκροτούσαν κοινωνία) αρχίζουν να πέφτουν στο κενό, και μάλιστα επανεμφανίζονται καταστάσεις παλαιότερες, αντιφάσεις που θεωρούνταν ξεπερασμένες, που σχετίζονται με προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο να προοιωνιζόμαστε την πιθανή εμφάνιση, μέσα στην κρίση και εξαιτίας των χαρακτηριστικών του κύκλου αγώνων και της ιδιαίτερης ιστορικής φύσης αυτής της κρίσης, πρακτικών που συνθέτουν μια επαναστατική <em>συγκυρία</em>. Η επαναστατική συγκυρία είναι εσωτερική παραβίαση των νόμων αναπαραγωγής του τρόπου παραγωγής, επειδή οι νόμοι που οδηγούν την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν έχουν σκοπιμότητα παρά <em>μόνο από την άποψη κάποιου που βρίσκεται στο εσωτερικό των νόμων αυτών</em>. Οι νόμοι που οδηγούν τον καπιταλισμό στον χαμό του δεν παράγουν ένα ιδεώδες που θα περιμέναμε μοιρολατρικά την πραγμάτωσή του· η σκοπιμότητα αυτή είναι μια εγγενής οργάνωση της πάλης των τάξεων που οι αγώνες του προλεταριάτου μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν <em>έμπρακτα</em>. Η αποκρυπτογράφηση αυτή είναι μια επαναστατική συγκυρία. Σε μια συγκυρία υπάρχει το αβέβαιο, υπάρχει συνάντηση, υπάρχουν πράγματα της τάξης του <em>συμβάντος</em>: μια σκοπιμότητα που παράγει και αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στην τυχαιότητα της μιας ή της άλλης πρακτικής.</p>
<p>Με την τωρινή κρίση προετοιμάζεται, μέσα στη δράση του προλεταριάτου, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού, <em>και μάλιστα στον πυρήνα του</em>: στη μισθωτή σχέση. Η διεκδίκηση και η πρόσκρουση του προλεταριάτου στην ίδια του την ταξική ύπαρξη ως όριο της δράσης του δεν αλληλοαποκλείονται πια. Στους τωρινούς μισθολογικούς αγώνες (μισθολογικούς με την ευρεία έννοια των αγώνων γύρω από τη μισθωτή σχέση, που περιέχουν τόσο τις διεκδικήσεις για το επίπεδο του μισθού και για τις μορφές του έμμεσου μισθού όσο και τις διεκδικήσεις για τις συνθήκες εργασίας, την επισφάλεια ή τις απολύσεις), η διεκδίκηση δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να μην αποσταθεροποιηθεί, σαν διεκδίκηση, μέσα στην ίδια την πορεία της πάλης και να συγκροτήσει τις οργανωτικές μορφές που της αντιστοιχούν χωρίς αυτές να αμφισβητηθούν. Η διεκδίκηση για τον μισθό γίνεται τώρα το προνομιακό πεδίο όπου μπορεί να προαναγγελθεί η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού.</p>
<p>Η <em>τωρινή στιγμή</em> ορίζεται από τη σχέση και την αλληλοδιείσδυση της <em>κρίσης της μισθωτής σχέσης</em> και του <em>αθέμιτου της μισθολογικής διεκδίκησης</em>. Η εκρηκτική αυτή σύνδεση βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής στιγμής.</p>
<p>Στις μέρες μας, οι αποκλίσεις μέσα στη δράση της τάξης (αναπαραγωγή της ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής/ αυτοαμφισβήτησή της) υπάρχουν μέσα στην πορεία των περισσότερων αντιπαραθέσεων<sup>18</sup>. <em>Είμαστε θεωρητικοί ιχνηλάτες και υπέρμαχοι αυτών των αποκλίσεων</em><em> που, μέσα στην πάλη του προλεταριάτου, αποτελούν την αυτοαμφισβήτησή του· και είμαστε πρακτικά συνεργοί τους όταν συμμετέχουμε άμεσα</em>. Υπάρχουμε μέσα σε αυτή τη ρήξη, μέσα σε αυτή τη διχοστασία της δραστηριότητας του προλεταριάτου ως τάξης.</p>
<h2>Το στοίχημά μας</h2>
<p>Οι δραστηριότητες απόκλισης είναι παρούσες και βάζουν άμεσα ερωτήματα στη θεωρία, κι έτσι την τροποποιούν και τη διαμορφώνουν· και οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι «δικές μας» με τη στενή έννοια της προσωπικής ανάμιξης.</p>
<p>Το ζήτημα της επέμβασης, και το αλληλένδετο ζήτημα της επιστροφής της θεωρίας στην πρακτική, τίθεται μόνο από τη στιγμή που η πολυμορφία των δραστηριοτήτων γίνεται αφαίρεση: η <em>Πρακτική</em> σαν αφαίρεση. Το ζήτημα της επέμβασης μετατρέπει αυτό που κάνουμε μέσα στον ένα ή τον άλλο αγώνα (ή αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε), δηλαδή πρακτικές πάντοτε συγκεκριμένες, σε μια <em>αφαίρεση της πρακτικής</em>, συγκροτώντας το δίλημμα επέμβαση/ αναμονή. Η διαδικασία αφαίρεσης είναι ένας απτός μηχανισμός, που συγκροτείται με εμπειρικά διαπιστώσιμες δραστηριότητες και στάσεις: η «πρακτική επαγρύπνηση»· η δυνατότητα «επιλογής» μεταξύ των αγώνων· το «τμήμα της κοινωνίας που βρίσκεται πάνω απ’ την κοινωνία»· το «όλα με αφορούν»· η εξαφάνιση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου μέσα στην πάλη των τάξεων, μια εξαφάνιση μέσω της οποίας «τα πάντα μπορούν να συμβούν», με την αναπαραγωγή να διατηρείται σαν πλαίσιο <em>αλλά όχι σαν ορισμός των πρωταγωνιστών</em>· το ζήτημα της στρατηγικής και η επανάσταση σαν <em>σκοπός</em> προς επίτευξη· η <em>απόφαση του ατόμου</em> σαν μεθοδολογική αφετηρία, αντί για την ύπαρξη μιας αντιφατικής διαδικασίας ή μιας απόκλισης που εκφράζεται από δραστηριότητες· η υπερπήδηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξ ονόματος μιας κατάστασης που κρίνεται, για το σύνολο του προλεταριάτου, σαν θεμελιωδώς κοινή αλλά πέρα από τις αντικειμενικές πολυμορφίες (εδώ ξανασυναντάμε την πραγματική ανάπτυξη της αντίφασης, δηλαδή το προλεταριάτο-τάξη του κεφαλαίου και την αντίφασή του με το κεφάλαιο σαν πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής).</p>
<p>Ο πυρήνας της κριτικής της επέμβασης ως ζητήματος έγκειται στην αφαίρεση της πρακτικής και στην αντικειμενοποίηση της πάλης των τάξεων, που αλληλοστηρίζονται. Η «Πρακτική» αποκτά καθαυτή, σαν οντότητα, ένα νόημα απέναντι στο εξίσου αφηρημένο συμπλήρωμά της, την ταξική πάλη σαν <em>κατάσταση</em>. Οι ιδιαίτερες πρακτικές <em>σαν τέτοιες</em> δεν είναι πια παρά περιστασιακές εκδηλώσεις της αφαίρεσης Πρακτική. Εκεί βρίσκεται το βαθύτερο θεμέλιο του ζητήματος της επέμβασης, δηλαδή της επέμβασης ως ζητήματος, και της κατανόησης που έχει η επέμβαση για τη θεωρία: ένα «όπλο» που επιστρέφει στην πρακτική. Η θεωρία δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει τη χρησιμότητά της. Η θεωρία περιλαμβάνεται στον <em>αυτοκριτικό χαρακτήρα</em> των αγώνων· η <em>κριτική σχέση της θεωρίας έχει αλλάξει</em>. Η θεωρητική παραγωγή ανήκει σε μια πρακτική που δεν είναι «η δική μας» και σε μια θεωρία που ούτε αυτή είναι «η δική μας».</p>
<p>Η πρακτική για την οποία μιλάμε είναι η πρακτική όλων εκείνων που, με τις δραστηριότητές τους, δημιουργούν μια απόκλιση στο εσωτερικό της δράσης του προλεταριάτου ως τάξης και θέτουν αυτή την τελευταία σαν όριο προς υπέρβαση. Η πρακτική για την οποία μιλάμε είναι η θεωρία με την ευρεία έννοια, δηλαδή η πρακτική και ο αυτοστοχασμός της ταξικής πάλης. Η θεωρία με τη στενή έννοια είναι μια συμπύκνωση, δηλαδή μια ιδιαίτερη και όχι άμεση έκφραση, μια δουλειά επεξεργασίας που έχει τους δικούς της νόμους, μια <em>νοητικά επεξεργασμένη</em> έκφραση αυτής της πρακτικής. Γι’ αυτήν το ζήτημα είναι πάνω απ’ όλα να φτάσει στη <em>θεωρητική</em> ύπαρξη της κομμουνιστικής υπέρβασης με όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρο τρόπο· για το έργο αυτό χρησιμοποιούμε όσα μέσα έχουμε στη διάθεσή μας. Η ύπαρξη αυτής της νοητικά επεξεργασμένης έκφρασης είναι εγγενής και απαραίτητη για την ίδια την ύπαρξη της πρακτικής και της θεωρίας με την ευρεία έννοια. Υπάρχει και παράγεται με πολύμορφο τρόπο, συνεχή είτε εφήμερο. Δεν έχει ρόλο, στο μέτρο που συμμετέχει στον ορισμό εκείνου απέναντι στο οποίο θα μπορούσε να υποτεθεί ότι έχει ένα ρόλο· αποτελεί μια «στιγμή», για να καταφύγουμε στις εκφράσεις της φιλοσοφίας. Η «επικύρωσή» της υπάρχει μέσα στην ίδια και δεν είναι επικύρωση, ούτε άλλωστε την κατοχυρώνει· διαρκώς υπόκειται σε ό,τι τη συγκροτεί και του οποίου αποτελεί μέρος σαν «στιγμή», ξαναδιαμορφώνεται από αυτό: από τη θεωρία με την ευρεία έννοια, από την πρακτική. Δεν προσδίδει, <em>ατομικά</em>, σε όσους την ασκούν καμία ιδιαίτερη στάση ή ιδιότητα, επειδή το <em>αντικείμενό της</em>, στο οποίο θα όφειλε να δικαιολογηθεί ή να εφαρμοστεί, δεν είναι η Πρακτική. Η εφαρμογή της θεωρίας υπάρχει όταν σκεφτόμαστε σε σχέση με έναν αγώνα ότι θα μπορούσαμε να συμμετέχουμε ή να μη συμμετέχουμε. Συνίσταται άραγε η εφαρμογή στο «πώς να συμμετέχουμε;». Αν είναι έτσι, έχουμε βγάλει τη θεωρία από τον χώρο της, από το «οικοσύστημά» της, και θα χρειαστεί να την επανεισαγάγουμε: αυτή είναι η «μιλιτάντικη» στάση, η οποία δημιουργεί το ζήτημα της εφαρμογής της θεωρίας, της επικύρωσής της, του ρόλου της. Το ζήτημα αυτό ενυπάρχει στη θεωρία μόνο αν έχουμε διαχωρίσει την απόφαση για τη δραστηριότητα και τις συνθήκες της εφαρμογής της. Στην περίπτωση αυτή, η πρακτική δεν είναι <em>αναγκαία</em> αλλά αποτελεί απόφαση, και το άτομο είναι το υποκείμενο της απόφασης αυτής.</p>
<p>Η θεωρία έχει γίνει ένα <em>αντικειμενικό</em> προσδιοριστικό στοιχείο των δραστηριοτήτων απόκλισης, κι έτσι ξεφεύγουμε από το ατέλειωτο ανακλαστικό πηγαινέλα μεταξύ «θεωρίας» και «πρακτικής» (η δίχως τέλος λογική της ιδεολογίας των «διδαγμάτων» των αγώνων, τα οποία προέρχονται από τους αγώνες και επιστρέφουν σε αυτούς) και επομένως από το «ζήτημα της επέμβασης». Για να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο, πρέπει να βγούμε από μια διαλεκτική της αλληλεπίδρασης: τη μια η πραγματικότητα επηρεάζει τη σκέψη, την άλλη η σκέψη επηρεάζει την πραγματικότητα. Όσο δεν έχουμε αντιληφθεί την πραγματικότητα σαν «συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα», άρα και αντιστρόφως τη συνείδηση σαν «συνειδητό είναι», εγκλωβιζόμαστε στη συζήτηση περί συνείδησης και πραγματικότητας, αγκομαχούμε να δώσουμε μια μη ιδεαλιστική απάντηση στο κατ’ εξοχήν ερώτημα του ιδεαλισμού. Κι έτσι αναζητούμε έναν «ρόλο» για τη θεωρία.</p>
<p>Το αναγκαστικά θεωρητικό προσδιοριστικό στοιχείο της ύπαρξης και της πρακτικής του προλεταριάτου δεν μπορεί να συγχέεται με την απλή κίνηση της αντίφασης-αναπαραγωγής της τάξης στη σχέση της με το κεφάλαιο. Απέναντι στην κίνηση αυτή, η τάξη υπόκειται σε μια αφαίρεση για να γίνει μια νοητική θεωρητική σχηματοποίηση που διατηρεί κριτική σχέση με αυτή την αναπαραγωγή. <em>Η σχετική αυτονομία της θεωρητικής παραγωγής συνίσταται στον αφηρημένο</em><em> και κριτικό</em><em> χαρακτήρα της σε σχέση με την αμεσότητα των αγώνων</em>. Καμιά θεωρία δεν αρκείται να πει «να τι συμβαίνει», «<em>το πράγμα</em><em> μιλάει από μόνο του</em>». Όταν η θεωρία λέει «έτσι είναι τα πράγματα» ή «να με ποιο τρόπο» –<em>sic</em>, για να το πούμε με μια λέξη– πρόκειται για μια συγκεκριμένη νοητική κατασκευή. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η αμοιβαία συνεπαγωγή είναι υπαγωγή (αναπαραγωγή)· έτσι ό,τι παράγουμε σαν θεωρία με την πιο τυπική της έννοια είναι όντως μια σχηματοποίηση της τωρινής εμπειρίας των προλετάριων, αλλά πολύ απέχει από το να είναι η μαζική άμεση συνείδηση αυτής της εμπειρίας, είναι αφαίρεση και κριτική της.</p>
<p>Στην περίοδο που αρχίζει, το να εντοπίζουμε και να προωθούμε τις δραστηριότητες απόκλισης, το να είμαστε μέρος τους όταν βρισκόμαστε εκεί σαν άτομα που ορίζονται σε κάποιο σημείο της κοινωνίας και τίποτα περισσότερο, και όχι σαν άτομα που τα καλεί ανά πάσα στιγμή το κέλευσμα της «Πρακτικής», σημαίνει ότι <em>αυτή η κριτική σχέση αλλάζει</em>. Δεν είναι πια εξωτερικότητα αλλά μια πτυχή των δραστηριοτήτων απόκλισης, έχει δεθεί μαζί τους· δηλαδή είναι κριτική σχέση όχι <em>έναντι</em> της ταξικής πάλης και της άμεσης εμπειρίας αλλά <em>μέσα</em> σε αυτή την άμεση εμπειρία.</p>
<p>Ενώ η δράση του προλεταριάτου ως τάξης έχει γίνει το ίδιο το όριο της ταξικής δράσης, ενώ αυτό γίνεται, μέσα στην αντίφαση της τωρινής στιγμής, η πιο κοινότυπη πορεία των αγώνων, ο θεωρητικολόγος χαρακτήρας των αγώνων γίνεται <em>η κριτική τους αυτοκατανόηση</em>. Οι άμεσοι αγώνες, πρακτικά και στον λόγο που εκφέρουν, παράγουν αδιάκοπα μέσα τους μια εσωτερική απόσταση. Η απόσταση αυτή είναι η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης σαν συγκεκριμένη, αντικειμενική θεωρητική συνάρθρωση του θεωρητικολόγου χαρακτήρα των αγώνων και της θεωρίας με τη στενή της έννοια, που η διάδοσή της γίνεται μια πρωταρχική πρακτική δραστηριότητα.</p>
<p>Με το να γίνει οικεία, η θεωρία αυτή θα μπορεί να είναι, διαρκώς περισσότερο, η κριτική θεωρία ολοένα πιο θεωρητικολόγων αγώνων. <em>Η διάδοση της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης θα είναι η ενοποίηση ολοένα πιο αυτοκριτικών αγώνων και της θεωρητικής παραγωγής με τη στενή έννοια</em>. Η διάδοση αυτή θα επιτρέψει να εμφανιστούν πολεμικές και να αναδυθεί, μέσα στους αγώνες, μια ενδεχόμενη έκφραση της προοπτικής της υπέρβασης, που αντίθετα απ’ ό,τι συχνά συμβαίνει σήμερα δεν θα είναι κάτι υπόρρητο προς αποκρυπτογράφηση.</p>
<p>Μένουν να γίνουν πολλά γύρω από την επιβεβαίωση μιας επαναστατικής θεωρίας, τη διάδοσή της, τη συγκρότηση περισσότερο ή λιγότερο σταθερών πυρήνων πάνω σε μια τέτοια βάση, καθώς και τις δραστηριότητες αυτών των πυρήνων. Η «κοινωνικοποίηση» της κεντρικής έννοιας της θεωρίας μας, της κομμουνιστικοποίησης, είναι δική μας υπόθεση. Το έργο αυτό είναι η δραστηριότητα οπαδών της κομμουνιστικοποίησης, οι οποίοι συμμετέχουν σε ταξικούς αγώνες με όλες τις συγκρούσεις και τις αποκλίσεις που τους διαπερνούν. Στην τωρινή στιγμή, η θεωρία σαν σύνολο συγκεκριμένων δραστηριοτήτων (γράψιμο, έντυπο, συζητήσεις, διάδοση με διάφορες μορφές κτλ.) γίνεται άμεσα ένα <em>αντικειμενικό</em> προσδιοριστικό στοιχείο αυτών των δραστηριοτήτων απόκλισης, και όχι λόγος σχετικά με αυτές.</p>
<p>Αυτό είναι το στοίχημά μας.</p>
<p><em>Ιούλιος 2010</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>1.  Η αναδιάρθρωση που συνόδευσε την κρίση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν μια εργατική ήττα, η ήττα της εργατικής ταυτότητας, όποιες κι αν ήταν οι κοινωνικές και πολιτικές μορφές της ύπαρξής της (από τα κομμουνιστικά κόμματα έως την αυτονομία, από το σοσιαλιστικό κράτος έως τα εργατικά συμβούλια). Η εργατική ταυτότητα στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην αντίφαση που αναπτύσσεται στην πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1960, ανάμεσα, αφενός, στη δημιουργία και την ανάπτυξη μιας εργασιακής δύναμης που ενεργοποιείται από το κεφάλαιο με ολοένα συλλογικότερο και κοινωνικότερο τρόπο και, αφετέρου, τις μορφές της ιδιοποίησης αυτής της εργασιακής δύναμης από το κεφάλαιο στην άμεση διαδικασία παραγωγής και στη διαδικασία αναπαραγωγής. Μια συγκρουσιακή κατάσταση που, μέσα στον κύκλο αγώνων, αναπτύσσεται σαν εργατική ταυτότητα, βρίσκει τα διακριτικά της γνωρίσματα και τους άμεσους τρόπους κατανόησής της στο «μεγάλο εργοστάσιο»· στη διχοτομία μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας, μεταξύ εργασίας και εκπαίδευσης· στην υποταγή της εργασιακής διαδικασίας στη συνάθροιση των εργαζομένων· στις σχέσεις μεταξύ μισθών, οικονομικής μεγέθυνσης και παραγωγικότητας στο εσωτερικό ενός εθνικού χώρου· στις θεσμικές εκπροσωπήσεις που όλα αυτά συνεπάγονται τόσο στο εργοστάσιο όσο και στο επίπεδο του κράτους· στην περιχαράκωση της συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο. Η απόσπαση σχετικής υπεραξίας αποτελεί την κινητήρια αρχή ανάπτυξης και μεταλλαγής της πραγματικής υπαγωγής, τόσο στο επίπεδο της άμεσης διαδικασίας παραγωγής όσο και στο επίπεδο της συνολικής αναπαραγωγής. Στα δύο αυτά επίπεδα εμφανίζονται, κατά την πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, τα εμπόδια στη συνέχιση της συσσώρευσης όπως η συσσώρευση αυτή είχε δομηθεί από την απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Επρόκειτο για όλα όσα είχαν γίνει εμπόδιο στην απρόσκοπτη λειτουργία της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου. Από τη μια πλευρά βρίσκουμε όλους τους διαχωρισμούς, τις προστασίες, τις συγκεκριμενοποιήσεις που ορθώνονται απέναντι στην πτώση της αξίας της εργασιακής δύναμης, κατά το ότι εμποδίζουν μια κατάσταση όπου το σύνολο της εργατικής τάξης, σε παγκόσμια κλίμακα, μέσα στη συνέχεια της ύπαρξής της, της αναπαραγωγής της και της διεύρυνσής της, θα υποχρεωνόταν να βρεθεί αντιμέτωπη σαν τάξη με το σύνολο του κεφαλαίου. Από την άλλη πλευρά βρίσκουμε όλους τους περιορισμούς της κυκλοφορίας, της ανακύκλησης, της συσσώρευσης, οι οποίοι παρεμποδίζουν τη μετατροπή του υπερπροϊόντος σε υπεραξία και πρόσθετο κεφάλαιο. Με την αναδιάρθρωση που ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1980, η παραγωγή υπεραξίας και η αναπαραγωγή των συνθηκών αυτής της παραγωγής συμπίπτουν. Εκείνο που είχε γίνει εμπόδιο στην αξιοποίηση τη βασισμένη στη σχετική υπεραξία ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχαν δομηθεί, από τη μια η ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, από την άλλη ο μετασχηματισμός της υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο και, τέλος, η αύξηση της σχετικής υπεραξίας στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Αυτή η μη σύμπτωση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής ήταν η βάση του σχηματισμού και της επιβεβαίωσης, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, μιας <em>εργατικής ταυτότητας</em>· ήταν η ύπαρξη ενός χάσματος ανάμεσα στην παραγωγή υπεραξίας και την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης, ενός χάσματος που καθιστούσε δυνατό τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε δύο ηγεμονίες, δύο τρόπους διαχείρισης, δύο μορφές ελέγχου της αναπαραγωγής. Επρόκειτο για την ίδια την ουσία του εργατικού κινήματος. Στα τρία στοιχεία που την ορίζουν (εργασιακή διαδικασία, ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, σχέσεις μεταξύ των κεφαλαίων με βάση την εξίσωση του ποσοστού κέρδους), η απόσπαση σχετικής υπεραξίας συνεπάγεται τη σύμπτωση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, και συνακόλουθα τη συνύφανση ανάμεσα, αφενός, στη συγκρότηση και αναπαραγωγή του προλεταριάτου ως τάξης και, αφετέρου, την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο έχει τότε σαν θεμελιώδες περιεχόμενο την ίδια της την ανανέωση, απ’ όπου και η ταυτότητα ανάμεσα στη συγκρότηση του προλεταριάτου ως τάξης και την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, η οποία το ορίζει σαν τάξη, το προλεταριάτο θέτει σε αμφισβήτηση τον εαυτό του.</p>
<p>2. Η καπιταλιστική τάξη αγοράζει, για συνολική χρήση της, μια ορισμένη ποσότητα παραγωγικής εργασίας –με τη μεσολάβηση του κράτους ή οργανισμών με εκπροσώπηση εργοδοτών και εργαζομένων, και ολοένα περισσότερο ιδιωτικών οργανισμών που αναλαμβάνουν αυτή τη λειτουργία– και συμπληρώνει την αξία της ανάλογα με τη χρήση που της κάνει ο τάδε ή ο δείνα καπιταλιστής· ο μισθός γίνεται, όχι η πληρωμή μιας ατομικής ικανότητας με βάση την ίδια, αλλά ποσοστό της συνολικής αξίας της διαθέσιμης εργασιακής δύναμης. Η εργασιακή δύναμη προϋποτίθεται έτσι σαν ιδιοκτησία του κεφαλαίου, όχι μόνο τυπικά (ο εργαζόμενος πάντα ανήκε σε ολόκληρη την καπιταλιστική τάξη πριν πουλήσει τον εαυτό του στον έναν ή στον άλλο καπιταλιστή) αλλά και πραγματικά, κατά το ότι το κεφάλαιο πληρώνει την ατομική αναπαραγωγή της <em>ανεξάρτητα από την άμεση κατανάλωσή της, η οποία για κάθε συγκεκριμένη εργασιακή δύναμη είναι τυχαία</em>. Το κεφάλαιο δεν έγινε ξαφνικά φιλάνθρωπο· σε κάθε εργαζόμενο αναπαράγει κάτι που του ανήκει: τη γενική παραγωγική δύναμη της εργασίας, που έχει γίνει εξωτερική και ανεξάρτητη από κάθε εργαζόμενο και ακόμα κι από το άθροισμά τους. Αντιστρόφως, η εργασιακή δύναμη που βρίσκεται άμεσα σε δραστηριότητα, που καταναλώνεται παραγωγικά, βλέπει την αναγκαία εργασία της, η οποία της αναλογεί σαν ατομικό μερίδιο, να ορίζεται όχι από τις ανάγκες της δικής της αναπαραγωγής και μόνο, αλλά σαν τμήμα της γενικής εργασιακής δύναμης (που αντιπροσωπεύει το σύνολο της αναγκαίας εργασίας), σαν τμήμα της συνολικής αναγκαίας εργασίας. <em>Τείνει να υπάρχει αναλογική κατανομή ανάμεσα στα εισοδήματα της εργασίας και τα εισοδήματα της μη εργασίας</em>.</p>
<p>3. Το αποτέλεσμα αυτής της παγκόσμιας επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τη μορφή του χωρισμού σε ζώνες σημαίνει την προλεταριοποίηση μιας τεράστιας πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού και ταυτόχρονα την παραγωγή μεγάλων μαζών πλεοναζόντων προλετάριων (βλ. τις εργασίες του  Mike Davis και τις παλαιότερες εργασίες του Serge Latouche).</p>
<p>4. «Το αποκορύφωμα είναι ότι οι μισθωτοί έχουν την τύχη να βασανίζονται με δικά τους έξοδα, αφού η αποταμίευση την οποία χρησιμοποιεί ο χρηματοπιστωτικός κόσμος των μετόχων, εκείνος που απαιτεί απόδοση χωρίς τέλος, είναι στην πραγματικότητα δική τους.» (<em>Le Monde diplomatique</em>, Μάρτιος 2008). Περίπου 1/3 των αμερικανών μισθωτών εργάζονται για επιχειρήσεις που ο κυριότερος μέτοχός τους είναι ένα συνταξιοδοτικό ταμείο.</p>
<p>5. Όταν το 1955 στη Γαλλία οι απεργίες των μεταλλεργατών της Ναντ και του Σεν-Ναζέρ εξελίσσονται σε ταραχές, καταλήγουν σε ευνοϊκές μισθολογικές συμφωνίες και η εργοδοσία, για να αναχαιτίσει την εξάπλωση του κινήματος (κυρίως στην περιοχή του Παρισιού), δρομολογεί τις «Συμφωνίες Ρενό», οι οποίες εισάγουν μεγάλες αυξήσεις μισθών, τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, τρίτη εβδομάδα άδειας μετ’ αποδοχών, επικουρική σύνταξη, ημερήσιες αποζημιώσεις σε περίπτωση ασθένειας και πληρωμή των ημερών αργίας.</p>
<p>6. Η σχέση του προλεταριάτου με τον εαυτό του δεν είναι ποτέ «άμεση αυτοσυνείδηση», δεν είναι ποτέ αυτοτελής, αλλά είναι πάντα σχέση με το κεφάλαιο, το οποίο αποτελεί για το προλεταριάτο τη σχέση με τον εαυτό του. Ακόμα και η «εργατική ταυτότητα» είναι μια ορισμένη σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο σαν σχέση με τον εαυτό του. Η ιδιαιτερότητα της τωρινής φάσης της σχέσης εκμετάλλευσης έγκειται στο γεγονός ότι η σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο δεν περιέχει πια στο εσωτερικό της μια σχέση του προλεταριάτου με τον εαυτό του η οποία θα επιβεβαίωνε μια δική του ταυτότητα απέναντι στο κεφάλαιο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα η ανώτερη μορφή της «τάξης για τον εαυτό της» είναι οι εξεγερσιακές ταραχές, δηλαδή η αναγνώριση εκ μέρους των προλετάριων, με την επίθεσή τους σε όλες τις συνθήκες ύπαρξης και αναπαραγωγής του προλεταριάτου, ότι μέσα στο κεφάλαιο αποτελούν μια εξωτερικότητα. Το προλεταριάτο δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του σαν τάξη παρά μόνο υπάρχοντας πλήρως έξω από τον εαυτό του.</p>
<p>7. Η χρηματιστικοποίηση αυτή δεν αποτέλεσε εφαρμογή κάποιου σχεδίου. Συγκροτήθηκε στην πορεία, κατά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980.</p>
<p>8. Δηλαδή μετά την κρίση του 1997–2001, η οποία προκάλεσε κάποια απαξίωση κεφαλαίου αλλά όχι μείωση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας στα ασιατικά εργοστάσια.</p>
<p>9. Όσον αφορά τη θεωρία των κρίσεων ο μαρξισμός διασπάστηκε σε δύο μεγάλες τάσεις. Η πρώτη εξηγεί τις κρίσεις με βάση την εργατική υποκατανάλωση και συνεπώς τις δυσκολίες στην πραγματοποίηση της υπεραξίας: πρόκειται για τις αντιλήψεις περί υποκατανάλωσης. Η δεύτερη βασίζεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και άρα στην ανεπάρκεια υπεραξίας σε σχέση με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, στην οποία το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου μειώνεται συγκριτικά με το σταθερό του μέρος: η κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης σε σχέση με τις δυνατότητες αξιοποίησης του συσσωρευμένου κεφαλαίου. Στον Μαρξ βρίσκουμε στοιχεία που δικαιολογούν και τις δύο θέσεις, αλλά επίσης, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, τον συγκερασμό τους. Η ενοποίηση της θεωρίας των κρίσεων είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση της δεύτερης. Με την έννοια αυτή δεν πρόκειται, αν κυριολεκτήσουμε, για «ενοποίηση» αλλά για τη δεύτερη που αναπτύσσεται σε ολότητα, που ωθείται στα όριά της.</p>
<p>10. Αυτό που αποκαλούμε ριζοσπαστικό δημοκρατισμό δεν ορίζει απλώς μια ιδεολογία (την ιδεολογία της &#8220;κοινωνίας των πολιτών&#8221;, τον &#8220;πολιτοκεντρισμό&#8221;), αλλά επίσης αποτελεί μια πρακτική της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται στη σχηματοποίηση και επιβεβαίωση των ορίων των τωρινών αγώνων μέσα στην ιδιαιτερότητά τους. Εκείνο που αποτελεί την επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων αποτελεί ταυτόχρονα και το εγγενές του όριο. Το προλεταριάτο παράγει όλα όσα το συνθέτουν, όλη του την ύπαρξη, μέσα στις κατηγορίες του κεφαλαίου, και γι’ αυτό ακριβώς μπορεί να αποτελέσει την κατάργησή του· αλλά αυτό είναι ταυτόχρονα και ολόκληρο το όριο των αγώνων αυτής της περιόδου, που το σχηματοποιεί ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός: η επικύρωση της ύπαρξης της τάξης εντός του κεφαλαίου. Όλα αυτά είναι απολύτως πραγματικά μέσα στην ταξική πάλη. Για τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό, η κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής περιορίζεται στην αναγκαιότητα για το προλεταριάτο να ελέγχει τις συνθήκες ύπαρξής του. Να γιατί αυτό το κοινωνικό κίνημα βρίσκει στη δημοκρατία, την οποία διεκδικεί σαν ριζοσπαστική, τη μορφή και το πιο γενικό περιεχόμενο της ύπαρξης και της δράσης του (κυριαρχία, έλεγχος). Ο προλετάριος αντικαθίσταται από τον πολίτη, η επανάσταση από τον εναλλακτισμό. Το κίνημα αυτό είναι πολύ πλατύ: περιλαμβάνει από μορφές που δεν διεκδικούν παρά μόνο μια διευθέτηση, έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μέχρι εναλλακτικές προοπτικές που θέλουν να πιστεύουν ότι έρχονται σε ρήξη με τον καπιταλισμό ενώ παραμένουν στην προβληματική της κυριαρχίας, του ελέγχου, της διαχείρισης.</p>
<p>11. Για το δεύτερο αυτό σημείο, βλέπε πιο κάτω, σε παράρτημα, τις παρατηρήσεις των ελλήνων συντρόφων του Blaumachen.</p>
<p>12. Το να κατορθώσουν η Κίνα ή η Ινδία να συγκροτηθούν αυτοτελώς σαν εσωτερική αγορά εξαρτάται από μιαν αληθινή επανάσταση στην ύπαιθρο (ιδιωτικοποίηση της γης στην Κίνα· εξαφάνιση της μικρής ιδιοκτησίας και των μορφών επίμορτης καλλιέργειας στην Ινδία), αλλά επίσης και κυρίως από μια αναδιευθέτηση του παγκόσμιου κύκλου του κεφαλαίου η οποία θα αντικαθιστά τη σημερινή παγκοσμιοποίηση (επανεθνικοποίηση των οικονομιών που θα υπερβαίνει/ διατηρεί την παγκοσμιοποίηση, αποχρηματιστικοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου). Με άλλα λόγια, μια τέτοια υπόθεση βρίσκεται έξω από τη σημερινή μας δυνατότητα εννοιολόγησης γιατί βρίσκεται έξω από αυτό τον κύκλο αγώνων: προϋποθέτει την ήττα της επανάστασης όπως τη φέρει αυτός ο κύκλος αγώνων και, μέσα στην ήττα αυτή, μιαν αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.</p>
<p>13. Η καταγγελία είναι η μορφή του θεωρητικού «αμεσοτισμού» – της κριτικής της καπιταλιστικής κοινωνίας που την αντιλαμβάνεται όπως εκείνη παρουσιάζεται. Ξεκινώντας από τις φαινομενικές κατηγορίες, ο θεωρητικός «αμεσοτισμός» δεν φτάνει ποτέ στο γενικό, επειδή το γενικό δεν κρύβεται μέσα στο εμπειρικό, σε ό,τι φαίνεται άμεσα, ώστε να μπορούμε, ξεκινώντας από εκεί, να φτάσουμε στο γενικό με φυσικό και βαθμιαίο τρόπο· το «γενικό» είναι ένα προϊόν της σκέψης, μέσω του οποίου η σκέψη οικειοποιείται την πραγματικότητα και την αναπαράγει. Μια πιο τετριμμένη μορφή της καταγγελίας αντιπροσωπεύει η <em>Monde diplomatique</em><em>, η οποία κάθε μήνα, με κατάλληλα εστιασμένο και τεκμηριωμένο τρόπο, μας μαθαίνει ότι ο καπιταλισμός διευθύνεται από καπιταλιστές</em>.</p>
<p>14. Έτσι, όταν λέω ότι «το προλεταριάτο και το κεφάλαιο βρίσκονται σε αντίφαση», η διατύπωση αυτή, που δεν μπορώ να την αποφύγω, βρίσκεται πάντα στα όρια του λάθους.</p>
<p>15. Το παρελθόν είναι άδειο, το ίδιο και το μέλλον, μόνο το παρόν είναι γεμάτο. Η διάρκεια είναι μια ομογενοποίηση εν κινήσει, είναι συγχώνευση, δυναμική αλληλοδιείσδυση των φάσεων της αντίφασης. Το τι είναι η αντίφαση είναι αξεχώριστο από το τι αλλάζει. Δεν υπάρχει αφενός η δομή της αντίφασης και αφετέρου το γίγνεσθαί της, υπάρχει μόνο η αντίφαση της οποίας η ουσία είναι ότι αλλάζει. Η διάρκεια είναι αδιάκοπη ροή, ακατάπαυστη δημιουργία. Η επικέντρωση στις συνάφειες της αιτιότητας από τη μια και η τελεολογία από την άλλη, προϋποθέτοντας και οι δύο τον χρόνο, τον προϋποθέτουν χωρίς αποτέλεσμα πάνω στην πραγματικότητα. Αντίθετα, ο συνυφασμένος «χρόνος» είναι διάρκεια.</p>
<p>16. «Στην παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο, η ύπαρξη του <em>αναγκαίου</em> εργάσιμου χρόνου καθορίζεται από τη δημιουργία <em>περίσσιου</em> εργάσιμου χρόνου. […] Όπως είδαμε, είναι νόμος του κεφαλαίου να δημιουργεί υπερεργασία, διαθέσιμο χρόνο· αυτό μπορεί να το κάνει μονάχα κινητοποιώντας <em>αναγκαία εργασία</em> – πραγματοποιώντας δηλαδή την ανταλλαγή με τον εργάτη. Γιαυτό η τάση του είναι να δημιουργεί όσο γίνεται περισσότερη εργασία· όπως εξίσου και να περιορίζει στο ελάχιστο την αναγκαία εργασία. Γιαυτό το κεφάλαιο τείνει να μεγαλώνει τον εργαζόμενο πληθυσμό, όπως και να τοποθετεί ολοένα ένα μέρος απ’ αυτόν σαν υπερπληθυσμό – σαν πληθυσμό πού είναι για την ώρα άχρηστος, μέχρι το κεφάλαιο να μπορέσει να τον αξιοποιήσει. […] Ωστόσο προϋπόθεση είναι και παραμένει η εργασία γενικά, και η υπερεργασία υπάρχει μόνο σε σχέση με την αναγκαία, άρα μόνο στο βαθμό που υπάρχει η τελευταία. Ώστε το κεφάλαιο πρέπει αδιάκοπα να δημιουργεί αναγκαία εργασία, για να δημιουργεί υπερεργασία· πρέπει να αυξάνει την αναγκαία εργασία (δηλαδή να αυξάνει τις <em>ταυτόχρονες</em> εργάσιμες ημέρες) για να μπορεί να μεγαλώνει το πλεόνασμα· εξίσου όμως πρέπει και να την αίρει σαν αναγκαία, για να την τοποθετεί σαν υπερεργασία. […] Από την άλλη μεριά, το νέο πρόσθετο κεφάλαιο που δημιουργείται μπορεί να αξιοποιηθεί σαν τέτοιο μόνο αν ανταλλαγεί με ζωντανή εργασία. Γιαυτό το κεφάλαιο τείνει εξίσου να μεγαλώνει τον <em>εργατικό πληθυσμό</em> όσο και αδιάκοπα να μειώνει το <em>αναγκαίο</em> του μέρος (αδιάκοπα να τοποθετεί πάλι ένα μέρος του σαν εφεδρεία). […] Το κεφάλαιο, σαν δημιουργία υπερεργασίας είναι εξίσου, και την ίδια στιγμή, δημιουργία και μη-δημιουργία αναγκαίας εργασίας· υπάρχει μόνο στο βαθμό που η τελευταία υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει» (Μαρξ, <em>Βασικές γραμμές…</em>, σελ. 299-301).</p>
<p>17. Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους, όπως λέγαμε, η έννοια της «τελικής κρίσης» δεν έχει κανένα νόημα. Πρώτον, δεν υπάρχει ποτέ «μπλοκάρισμα» της συσσώρευσης που να φέρνει το προλεταριάτο ή την ανθρωπότητα μπροστά σε παρθένο έδαφος: η κρίση είναι πάντα σχέση αξιοποίησης/ απαξίωσης. Δεύτερον, εκείνο που καταστρέφει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι ένας τύπος πρακτικών του προλεταριάτου, δηλαδή μια ιδιαίτερη διαμόρφωση της ταξικής πάλης. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ένα τρίτο στοιχείο: ο «θεωρητικός λόγος» δεν μπορεί να υπερβεί τον δικό του κύκλο αγώνων γιατί πιο πέρα αρχίζει η «μεταφυσική», όπως θα έλεγε ο κριτικός του «καθαρού λόγου».</p>
<p>18. Εκείνο που μέσα στο κείμενο αυτό αποκαλείται <em>απόκλιση</em> διαρρηγνύει κάθε αγώνα θεωρούμενο χωριστά, αλλά οι όροι της απόκλισης αυτής μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι εκπροσωπούνται σε διαφορετικούς αγώνες μέσα στην ίδια φάση της ταξικής πάλης (οι ταραχές του Νοεμβρίου και ο αγώνας των εργαζομένων του τραμ της Μασσαλίας ή των ναυτικών της SNCM την ίδια στιγμή). Όλα είναι ζήτημα κλίμακας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>To αυθεντικό κείμενο στα αγγλικά μπορεί να βρεθεί στο <a href="http://communisation.net/The-Present-Moment,23">http://communisation.net/The-Present-Moment,23</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b1/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b1/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 05 Nov 2011 10:13:29 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=632</guid>
		<description><![CDATA[Με το κείμενο που ακολουθεί προσπαθούμε να δώσουμε μια ερμηνεία της αντίφασης της σχέσης του κεφαλαίου, του καπιταλιστικού κύκλου συσσώρευσης  που παράγει αυτή η αντίφαση, και της κρίσης του, και της ιστορικής τάσης του κεφαλαίου. ]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Στο κείμενο «<a href="http://www.blaumachen.gr/2010/11/%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82/" target="_blank">η ιστορική παραγωγή της επανάστασης της τρέχουσας περιόδου</a>» του προηγούμενου τεύχους, εξετάσαμε την ανάπτυξη της αντίφασης του κεφαλαίου στην περίοδο <em>του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού</em> και υπό το βάρος της τρέχουσας κρίσης του. Στους ταξικούς αγώνες εντός της τρέχουσας κρίσης (πρόκειται για την πιο σημαντική εσωτερική κρίση της τρέχουσας περιόδου) διακυβεύεται αν αυτή θα οδηγήσει στη δεύτερη φάση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Στο «η ιστορική παραγωγή…» αναδείξαμε τις πιο καθοριστικές από τις διαστάσεις της αναδιάρθρωσης οι οποίες λειτούργησαν ως παράγοντες αύξησης του ποσοστού κέρδους, <em>και</em> ως πτυχές της δυναμικής που έφερε μέσα της την τρέχουσα κρίση. Προσπαθήσαμε να δείξουμε αυτόν ακριβώς τον αντιφατικό τους χαρακτήρα. Συνοπτικά, αναφερθήκαμε στο πως η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης (με έμφαση στην άντληση απόλυτης υπεραξίας), η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, η χρηματιστικοποιημένη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η επέκταση του κεφαλαίου στις αναπαραγωγικές δραστηριότητες, συναποτελούσαν ταυτόχρονα τη βασική δυναμική και το όριο αυτής της περιόδου. Αρχικό αποτέλεσμα της ώθησης που έδωσε στο κεφάλαιο η αναδιάρθρωση που ακολούθησε την κρίση του προηγούμενου κύκλου συσσώρευσης<a id="_ftnref1" title="" href="#_ftn1"><sup>[1]</sup></a>, ήταν η αύξηση του ποσοστού κέρδους μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας από τη μεταφορά μονάδων παραγωγής σε νέα κέντρα συσσώρευσης, τη σχετική μείωση του μέσου μισθού<a id="_ftnref2" title="" href="#_ftn2"><sup>[2]</sup></a> στα κέντρα συσσώρευσης της δύσης, και της εξοικονόμησης πόρων σταθερού κεφαλαίου, κυρίως μέσω της γενίκευσης της just in time παραγωγής και της «πληροφοριοποίησης» της παραγωγικής διαδικασίας. Στη συνέχεια, <em>μέσα από την εξέλιξη των ίδιων των τάσεων που έδωσαν την ώθηση στην κερδοφορία, </em>παράχθηκε η πτώση του ποσοστού κέρδους και τελικά η κρίση που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.</p>
<p>Με το κείμενο που ακολουθεί προσπαθούμε να δώσουμε μια ερμηνεία της αντίφασης της σχέσης του κεφαλαίου, του καπιταλιστικού κύκλου συσσώρευσης<a id="_ftnref3" title="" href="#_ftn3"><sup>[3]</sup></a> που παράγει αυτή η αντίφαση, και της κρίσης του, και της ιστορικής τάσης του κεφαλαίου. Επίσης επιχειρούμε μια πιο λεπτομερή εξέταση του μηχανισμού που οδήγησε στην σημερινή κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Η ανάλυση της κρίσης και του κύκλου συσσώρευσης δεν αποτελεί μια απλή προσπάθεια περιγραφής ή κατανόησης του καπιταλισμού και της τρέχουσας συγκυρίας. Πρόκειται για το πιο κομβικό σημείο της θεωρητικής θέσης κάθε τάσης του κινήματος. Με την ανάλυση αυτή παίρνουμε θέση στην <em>εσωτερική</em> σύγκρουση που διεξάγεται μέσα στο προλεταριακό κίνημα. Παίρνουμε θέση σχετικά με αυτό που θεωρούμε πως είναι το πιο σημαντικό ζήτημα: <em>πώς η κρίση της σχέσης κεφάλαιο θέτει σε αμφισβήτηση το ρόλο του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</em>. Από την απάντηση που δίνει κάθε τάση σε αυτό το ερώτημα προκύπτει το τί εννοείται ως περιεχόμενο της επανάστασης, <em>σήμερα</em>. Από τη δική μας απάντηση προκύπτει άμεσα το γιατί δεν θεωρούμε ότι ο κομμουνισμός σήμερα μπορεί να είναι ο θρίαμβος ή η «χειραφέτηση» της εργατικής τάξης, αλλά η καταστροφή της ως τέτοιας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η αντίφαση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="right"><em>Το ίδιο το κεφάλαιο είναι μια κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη πλευρά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας.</em></p>
<p align="right">(Μαρξ, Grundrisse)</p>
<p>Το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο από αυτά που στο σύνολο τους συγκροτούν την καπιταλιστική τάξη έχει ως συνειδητό, άμεσο και συνεχή σκοπό την παραγωγή κέρδους<a id="_ftnref4" title="" href="#_ftn4"><sup>[4]</sup></a> από τη δραστηριότητα του. Για να παραχθεί κέρδος, δηλαδή για να αυξηθεί κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό το κεφάλαιο που καταβάλλεται στη μορφή του χρήματος, χρειάζεται να παραχθεί <em>υπεραξία στην παραγωγική διαδικασία </em>και στη συνέχεια, να <em>πραγματοποιηθεί στη σφαίρα της κυκλοφορίας </em>(να πουληθούν τα εμπορεύματα). Ο τρόπος υλοποίησης αυτού του στόχου και τα εμπόδια που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο είναι ιστορικά καθορισμένα και με τη σειρά τους καθορίζουν μια περίοδο συγκεκριμένης διάρθρωσης της σχέσης του κεφαλαίου, τον <em>κύκλο συσσώρευσης</em>. Παρά το γεγονός ότι το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο δρα προς το δικό του αποκλειστικά συμφέρον, και θα μπορούσε να αντιμετωπίζει το κέρδος απλώς ως εισόδημα, αυτό που έχει σημασία για το κεφάλαιο <em>ως σχέση </em>δεν είναι η δυνατότητα παραγωγής κέρδους από το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο, αλλά η δυνατότητα να συνεχίσει να υπάρχει, <em>να αναπαράγεται</em>, κάτι που εξαρτάται από την υπεραξία που αντλείται από το <em>συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο</em>. Εξάλλου, το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο δεν ιδιοποιείται υπεραξία από τις δικές του αποκλειστικά δραστηριότητες αλλά οικειοποιείται ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται από το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο μέσα από την πραγματοποίηση αυτής της υπεραξίας στην αγορά, δηλαδή,<em> τη διαδικασία του ανταγωνισμού.</em> Η παραγωγή υπεραξίας γίνεται μόνο μέσω της<em> εκμετάλλευσης</em> της εργατικής δύναμης των εργαζόμενων. Συστατικό στοιχείο της διαδικασίας παραγωγής υπεραξίας είναι η μετατροπή ενός μέρους της παραγόμενης υπεραξίας σε κεφάλαιο για την εκ νέου παραγωγή της<a id="_ftnref5" title="" href="#_ftn5"><em><sup><strong><sup>[5]</sup></strong></sup></em></a>, δηλαδή, η <em>συσσώρευση του κεφαλαίου. </em>Από εδώ προκύπτει ότι η επίτευξη ή μη του σκοπού και καθοριστικού κινήτρου της καπιταλιστικής παραγωγής, που είναι το κέρδος, (η πραγματοποίηση της υπεραξίας) εξαρτάται άμεσα από την <em>παραγωγή υπεραξίας</em>. Μέρος των κερδών της καπιταλιστικής τάξης καταναλώνεται απαραίτητα από τους καπιταλιστές και το καπιταλιστικό κράτος έξω από το πεδίο παραγωγής υπεραξίας<a id="_ftnref6" title="" href="#_ftn6"><sup>[6]</sup></a>. Αυτό που έχει όμως ζωτική σημασία ως διαδικασία για τη συνέχεια της κοινωνικής σχέσης του κεφαλαίου, είναι η μετατροπή του (υπόλοιπου) μέρους του κέρδους σε παραγωγικό κεφάλαιο, δηλαδή η επένδυση του εκ νέου στην παραγωγική διαδικασία (σε μέσα παραγωγής και μισθούς ή σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο), με σκοπό την άντληση νέας υπεραξίας και μετασχηματισμού αυτής σε κέρδος. Από εδώ, από το γεγονός ότι το κεφάλαιο ως τάξη είναι υποχρεωμένο (για να συνεχίσει να υπάρχει) να εμπλέκεται συνεχώς στην προσπάθεια μεγέθυνσής του, προκύπτει ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι ταυτόχρονα παραγωγή και <em>διευρυμένη<a id="_ftnref7" title="" href="#_ftn7"><sup><strong><sup>[7]</sup></strong></sup></a> αναπαραγωγή,</em> δηλαδή ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής αναπαραγωγής (πρέπει να) είναι διευρυνόμενα κυκλικός.</p>
<p>Ιστορικά, κατά την εξέλιξη αυτής της διευρυμένης αναπαραγωγής, παρατηρούνται περίοδοι στις οποίες δεν είναι πλέον δυνατό να συνεχιστεί αυτή η επαναλαμβανόμενη κυκλική διαδικασία απρόσκοπτα. Πρόκειται για τις περιόδους <em>κρίσης</em>. Τα προβλήματα εμφανίζονται ως (<em>και είναι</em>) <em>υπερπαραγωγή εμπορευμάτων</em>, δηλαδή, πλεόνασμα εμπορευμάτων που δεν μπορούν να πουληθούν (<em>με το κέρδος που απαιτείται</em>), γιατί οι «<em>καταναλωτές» </em>δεν μπορούν να τα αγοράσουν (<em>στην τιμή που πωλούνται</em>). Το κέρδος που <em>απαιτείται</em> και οι τιμές στις οποίες <em>μπορούν να αγοραστούν</em> τα προϊόντα είναι μεγέθη σχετικά και όχι απόλυτα. Η καπιταλιστική σχέση από τη σκοπιά του κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου, από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αλλά και συνολικά ως διαλεκτική ενότητα είναι μια <em>σχέση σε κίνηση</em>. Η κρίση δεν εκφράζει ένα απόλυτο μπλοκάρισμα της συνέχειας της καπιταλιστικής σχέσης αλλά ένα <em>σχετικό</em> μπλοκάρισμα και η μορφή εμφάνισής του στην καθημερινή πραγματικότητα είναι η σχετική αδυναμία της αγοράς να συνεχίσει να λειτουργεί. Μόνο όταν έχει συμβεί ήδη αυτό το μπλοκάρισμα, μόνο εκ των υστέρων, κρίνεται ότι το κέρδος που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η <em>πρόβλεψη</em> για μελλοντικό κέρδος είναι τέτοια που η καπιταλιστική κοινωνική σχέση δεν μπορεί να συνεχίσει να αναπαράγεται <em>απρόσκοπτα</em>. Στην καθημερινή ζωή, η κατάσταση στην οποία το κέρδος που παράγεται (η υπεραξία που πραγματοποιείται) δεν είναι ικανό για την <em>ομαλή</em> αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης ως έχει, φαίνεται στη «φασαριόζικη σφαίρα» της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, της αγοράς. Η υποκατανάλωση των εμπορευμάτων είναι μια μορφή εμφάνισης της κρίσης του καπιταλισμού: «&#8230;Περιοδικώς, όμως, παράγονται πάρα πολλά μέσα εργασίας και συντήρησης, <em>τόσα</em> <em>που δεν μπορούν να τα βάλουν να λειτουργήσουν σαν μέσα εκμετάλλευσης των εργατών με ένα ορισμένο ποσοστό κέρδους</em>. Παράγονται πάρα πολλά εμπορεύματα, τόσα που στις δεδομένες από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή συνθήκες διανομής και κατανάλωσης <em>δεν μπορούν να πουληθούν και να ξαναμετατραπούν σε νέο κεφάλαιο η περιεχόμενη σ’αυτά αξία και η περιεχόμενη σ’αυτήν υπεραξία, έτσι που να μπορεί να πραγματοποιηθεί το προτσές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής χωρίς διαρκώς επαναλαμβανόμενες εκρήξεις</em>», (Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ). Όπως έχει πει πολύ εύστοχα ο Μαρξ, πίσω από τη φασαριόζικη σφαίρα της αγοράς, στην παραγωγή, εκεί είναι το κέντρο, ο πυρήνας της καπιταλιστικής σχέσης, εκεί βρίσκεται η πιο σημαντική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, η εκμετάλλευση: «Το συμπέρασμα όπου καταλήγουμε δεν είναι ότι παραγωγή, διανομή, ανταλλαγή και κατανάλωση ταυτίζονται, άλλα ότι όλες τους αποτελούν μέλη μιας ολότητας, διαφορές σε μια ενότητα. Η παραγωγή επικρατεί τόσο πάνω στον εαυτό της […] όσο και πάνω στα άλλα συνθετικά στοιχεία. Από αυτή ξαναρχίζει ολοένα η διαδικασία [...] Μία ορισμένη παραγωγή καθορίζει λοιπόν μία ορισμένη κατανάλωση, διανομή, ανταλλαγή και ορισμένες σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα αυτά συνθετικά στοιχεία» (Μαρξ, Grundrisse). Από την πορεία της αντίφασης που λαμβάνει χώρα <em>εκεί</em>, πηγάζουν και οι περίοδοι ευμάρειας και οι κρίσεις του καπιταλισμού, τις οποίες μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και ως αντιφάσεις ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση των εμπορευμάτων. Αν το κέρδος που παράγεται δεν <em>είναι ικανό για την ομαλή αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης</em>, τότε ο κύκλος της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου δεν μπορεί να συνεχιστεί <em>με την τρέχουσα διάρθρωση του</em>. <em>Η καπιταλιστική σχέση βρίσκεται σε κρίση</em> και για να συνεχίσει την πορεία της πρέπει να αλλάξει η διάρθρωση της, να γίνει <em>αναδιάρθρωση</em>, να αλλάξει η σχέση μεταξύ των παραγόντων που έκαναν το κέρδος (την πραγματοποιημένη υπεραξία) να μην είναι πλέον ικανό για την ομαλή αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης. Η πιο σημαντική διαρθρωτική αλλαγή που απαιτείται είναι η αύξηση του <em>βαθμού εκμετάλλευσης</em><a id="_ftnref8" title="" href="#_ftn8"><sup>[8]</sup></a> <em>της εργατικής δύναμης</em>.</p>
<p>Αυτό, λοιπόν, που «αποφασίζει» σχετικά με τον περιορισμό ή την επέκταση της παραγωγής (αλλά και τη δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει τα εμπορεύματα), αυτό που αποφασίζει για τη συνέχεια ως έχει, ή την αναγκαστική αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής σχέσης, είναι το κέρδος και πιο συγκεκριμένα, <em>το ποσοστό κέρδους</em><a id="_ftnref9" title="" href="#_ftn9"><sup>[9]</sup></a>. Ο λόγος που είναι σημαντικό το ποσοστό κέρδους, και όχι μόνο η συνολική μάζα του κέρδους, είναι ότι το γενικό ποσοστό του κέρδους «αποφασίζει» ποιό είναι το μέρος του συνολικού κέρδους που μπορεί να επενδύεται εκ νέου στην παραγωγή (<em>συσσώρευση</em>). Το κέρδος είναι ο μετασχηματισμός της υπεραξίας στη μορφή του χρήματος και τίποτε άλλο. Είναι όμως μια μετατροπή απολύτως αναγκαία για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και καθόλου απλή, αφού εμπεριέχει μέσα της την πώληση, δηλαδή τη συνάντηση του «παραγωγού» με τον «αγοραστή». Ο «παραγωγός» θέλει να πουλήσει σε μια τιμή που θα του επιτρέπει να συνεχίσει να παράγει, και ο «αγοραστής» θέλει να αγοράσει σε μια τιμή που θα μπορεί να συνεχίσει να αναπαράγεται ικανοποιητικά (αν είναι εργαζόμενος) ή θα μπορεί να χρησιμοποιήσει παραγωγικά, δηλαδή με την απαιτούμενη από τον ίδιο κερδοφορία, το εμπόρευμα που αγόρασε (αν είναι καπιταλιστής και το αγοράζει για να το χρησιμοποιήσει ως μέσο παραγωγής). Πρόκειται για μια λεπτή και συνεχώς απειλούμενη ισορροπία. Ο Μαρξ ειρωνεύτηκε αρκετά τους αστούς οικονομολόγους οι οποίοι βάσισαν ολόκληρη την «επιστήμη» τους στην πεποίθηση ότι η ισορροπία αυτή επιτυγχάνεται με έναν αυτόματο και φυσικό τρόπο. Για τον Μαρξ το γεγονός ότι <em>στη βιτρίνα</em> των καταστημάτων και στις αποθήκες τα εμπορεύματα μένουν απούλητα <em>γιατί δεν είναι δυνατό να πουληθούν στις τιμές που έχουν, δηλαδή με το απαραίτητο κέρδος για να συνεχιστεί η παραγωγή ως έχει</em>, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η υπεραξία που παράγεται<em> δεν είναι αρκετή σε σχέση με το μέγεθος που έχει το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο που την παράγει</em>. Αυτή η συνθήκη κρίσης επιβεβαιώνει με τον πιο οξύ τρόπο το γεγονός ότι το κεφάλαιο είναι ένα σύνολο <em>αντιφατικών</em> κοινωνικών σχέσεων.</p>
<p>Το γεγονός που ορίζει τη σχέση κεφάλαιο ως μια αντιφατική ενότητα είναι ότι ενώ κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο με το σύνολο των ενεργειών του προσπαθεί να αυξήσει το ποσοστό κέρδους του, τελικά <em>μέσα από την ίδια τη διαδικασία αύξησης του</em> ποσοστού κέρδους <em>στην παραγωγή</em> (αύξηση του ποσοστού σχετικής και απόλυτης υπεραξίας) αυτό <em>τείνει να μειώνεται,</em> καθώς η <em>ιστορική </em>ανάπτυξη της παραγωγής (αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας) οδηγεί στη χρησιμοποίηση όσο το δυνατό λιγότερης αξίας εργατικής δύναμης σε σχέση με το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο, δηλαδή, στην αύξηση της αναλογίας (σε αξίες) σταθερού/μεταβλητού κεφαλαίου, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Οι ενέργειες των ξεχωριστών κεφαλαίων δεν αθροίζονται απλώς, αλλά συσχετίζονται διαλεκτικά μέσα από <em>τον ανταγωνισμό μεταξύ τους στην αγορά</em> και παράγουν μέσω του μηχανισμού εξίσωσης του ποσοστού κέρδους, <em>το γενικό ποσοστό κέρδους<a id="_ftnref10" title="" href="#_ftn10"><sup><strong><sup>[10]</sup></strong></sup></a></em>. Αυτή η πραγματικότητα θέτει τις τάξεις σε αντίφαση μεταξύ τους συνολικά: <em>η υπεραξία παράγεται από την εκμετάλλευση ολόκληρης της εργατικής τάξης</em>.</p>
<p>Η ιστορική ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων καθορίζει και καθορίζεται από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (αναλογία της νεκρής εργασίας, δηλαδή του σταθερού κεφαλαίου στο συνολικό κεφάλαιο). Καθώς η υπεραξία αντλείται μόνο από τη ζωντανή εργασία, δηλαδή την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμς, η μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης σε σχέση με το σύνολο της αξίας του κεφαλαίου που την κινητοποιεί (άσχετα αν η αξία της αυξάνεται σε απόλυτο μέγεθος) οδηγεί σε μια <em>αντίφαση</em>. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Μαρξ: «Το ίδιο το κεφάλαιο είναι μια κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη πλευρά τοποθετεί <em>τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου</em>. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας»<a id="_ftnref11" title="" href="#_ftn11"><sup>[11]</sup></a>.</p>
<p>Η βασική αυτή αντίφαση της διαδικασίας παραγωγής αξίας, έχει ως αποτέλεσμα την <em>τάση</em> του ποσοστού κέρδους να πέφτει προοδευτικά: «Με την προοδεύουσα σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δημιουργεί μια αυξανόμενα υψηλότερη οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου, άμεση συνέπεια της οποίας είναι <em>το ποσοστό της υπεραξίας να εκφράζεται με ένα σταθερά μειωνόμενο γενικό ποσοστό κέρδους, με αμετάβλητο, ακόμα και με ανερχόμενο το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας</em>.[...] Η προοδευτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους να πέφτει αποτελεί λοιπόν απλώς μια έκφραση, <em>που προσιδιάζει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής</em>, της συνεχιζόμενης ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας. […] Μια και η μάζα της χρησιμοποιούμενης ζωντανής εργασίας μειώνεται διαρκώς σε σχέση με τη μάζα της υλοποιημένης εργασίας που θέτει σε κίνηση […] πρέπει και το μέρος αυτής της ζωντανής εργασίας που δεν πληρώθηκε και υλοποιήθηκε σε υπεραξία, να βρίσκεται σε διαρκώς φθίνουσα σχέση προς το αξιακό μέγεθος του χρησιμοποιούμενου συνολικού κεφαλαίου. <em>Αυτή όμως η σχέση της μάζας της υπεραξίας προς την αξία του συνολικού κεφαλαίου που χρησιμοποιήθηκε, αποτελεί το ποσοστό κέρδους,</em> που για τους λόγους αυτούς πρέπει να πέφτει». (Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος ΙΙΙ). Ο Μαρξ στο σημείο αυτό εξηγεί με ποιον τρόπο η πτώση του ποσοστού κέρδους (εκφρασμένου σε χρήμα, δηλαδή του πραγματικού κέρδους που προκύπτει από την πραγματοποίηση της υπεραξίας στην αγορά) είναι χαρακτηριστικό του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το «ποσοστό κέρδους» του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου στο οποίο αναφέρεται ο Μαρξ στο νόμο του, είναι εκφρασμένο σε αξίες, δηλαδή είναι r=s/c+v, όπου s: η υπεραξία, c το σταθερό κεφάλαιο (κτίρια, μηχανές, πρώτες ύλες) και v το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί των εργαζομένων). Ο ίδιος τύπος μπορεί να γραφεί ως r = (s/v) [1- c/(c+v)], όπου s/v είναι ο βαθμός εκμετάλλευσης και c/c+v η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Ο Μαρξ, λοιπόν, στην ουσία λέει πως η τάση που εμφανίζει το ποσοστό κέρδους (ως πραγματοποιημένη υπεραξία) να πέφτει, εκφράζει την τάση του «ποσοστού κέρδους» μετρημένου σε αξίες (ουσιαστικά της σχέσης της υπεραξίας προς το συνολικό κεφάλαιο) να πέφτει, λόγω της βασικής αντίφασης της διαδικασίας παραγωγής αξίας. Η τάση του γενικού ποσοστού κέρδους να πέφτει είναι η <em>ιστορική εξέλιξη της ταξικής πάλης</em>, της αντιπαράθεσης μέσα στην παραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου με την εργατική τάξη και η άλλη όψη της, η αντιπαράθεση ανάμεσα στους καπιταλιστές για το μοίρασμα της παραγόμενης υπεραξίας, ο ανταγωνισμός. Η τάση αυτή δεν αποτελεί μια γραμμική εξέλιξη ενός αρμονικού συστήματος το οποίο σταδιακά φθίνει. Ο καπιταλισμός είναι μια συνεχώς κινούμενη ενότητα της οποίας τα μέρη βρίσκονται σε ανυπέρβλητη αντίφαση μεταξύ τους, και η εξέλιξη αυτής της αντίφασης λαμβάνει χώρα μέσω περιοδικών εκρήξεων (κρίσεων).</p>
<p>Πώς γίνεται η ίδια η διαδικασία αύξησης του ποσοστού κέρδους να παράγει τελικά την τάση του για μείωση; Ο Μαρξ για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, σκεπτόμενος από τη σκοπιά της καταστροφής του κεφαλαίου, δεν κάνει μια μαρξιστική πολιτική οικονομία, κάνει <em>κριτική στην πολιτική οικονομία</em>. Έχει ονομάσει την καθημερινότητα του καπιταλιστή, δηλαδή τις προσπάθειες αύξησης του ποσοστού κέρδους, <em>αντεπιδρώσες τάσεις</em> στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Όμως ο καπιταλισμός είναι ένα σύνολο αντιφάσεων σε κίνηση: όλες οι αντεπιδρώσες τάσεις είναι ταυτόχρονα αιτίες αύξησης του ποσοστού κέρδους και αιτίες περαιτέρω ανάπτυξης της αντίφασης που οδηγεί στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, αποτελούν δηλαδή αιτίες που <em>προσωρινά</em> <em>αίρουν αυτήν την τάση και ταυτόχρονα την επιταχύνουν</em><a id="_ftnref12" title="" href="#_ftn12"><sup><sup>[12]</sup></sup></a>. Αυτή η φαινομενικά παράδοξη διατύπωση εμπεριέχει ολόκληρη τη λογική και ιστορική αντιμετώπιση της καπιταλιστικής σχέσης ως <em>αντιφατικής σχέσης ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο</em>.</p>
<p>Η ίδια η <em>τάση</em> δημιουργεί τις αντεπιδράσεις της, οι οποίες ποτέ δε συνυπάρχουν μαζί της ειρηνικά. Η φαινομενικά ήρεμη συνύπαρξη τους φέρει μέσα της την πιο σκληρή σύγκρουση, <em>την κρίση</em>, και μέσα από την ύφεση που αυτή προκαλεί, την εκ νέου ανάδυση της επέκτασης της παραγωγής, την αύξηση του ποσοστού κέρδους. Μέσα από την ίδια αυτή διαδικασία παράγεται εκ νέου η υπερπαραγωγή, η πτώση του ποσοστού κέρδους, η κρίση. Η δυναμική παράγει το όριο και το όριο τη δυναμική, πρόκειται για δύο στιγμές μιας διαλεκτικής ενότητας δύο συγκρουόμενων πόλων και την ιστορική παραγωγή αυτής της σύγκρουσης. Η τάση αυτή είναι ταυτόχρονα το πλαίσιο (το σύνολο των ορίων) μέσα στο οποίο συσσωρεύεται το κεφάλαιο <em>και</em> η αιτία για την διευρυνόμενα κυκλική φύση αυτής της συσσώρευσης, καθώς τα όρια αυτά πρέπει να ξεπερνιούνται και το ξεπέρασμα τους τα δημιουργεί εκ νέου ως ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια. «Παρά τις ενδιάμεσες περιόδους της ύφεσης σε κάθε επέκταση η καπιταλιστική παραγωγή φτάνει σε ένα υψηλότερο σημείο και σε μεγαλύτερη εξάπλωση από το αντίστοιχο του προηγούμενου κύκλου. Υπάρχουν λιγότεροι καπιταλιστές σχετικά με το αυξημένο κεφάλαιο αλλά περισσότεροι σε απόλυτο αριθμό. Υπάρχουν λιγότεροι εργάτες σχετικά με το αυξημένο κεφάλαιο αλλά περισσότεροι σε απόλυτο αριθμό. Το κεφάλαιο αναπτύσσεται με έναν τρόπο που μπορεί να περιγραφεί ως τρία βήματα μπροστά και δύο βήματα πίσω. Αυτού του τύπου η κίνηση δεν σταματά την ανάπτυξη, μόνο την επιβραδύνει. Όταν παρατηρεί κανείς την καπιταλιστική ανάπτυξη σαν σταθερή διαδικασία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις πυρετώδεις διακυμάνσεις της, την επέκταση και τη συρρίκνωση της, βλέπει έναν σχετικά σταθερό ρυθμό συσσώρευσης ο οποίος όμως δεν παρέχει καμία ένδειξη για τους ξεσηκωμούς του προλεταριάτου και τους ταξικούς αγώνες που εμπεριέχει», (P. Mattick, Marx and Keynes).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η ιστορική τάση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι κύκλοι, δηλαδή, δεν ακολουθούν ο ένας τον άλλον απαράλλαχτοι. Η αντίφαση κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η τάση αυτή είναι <em>η συσσώρευση του κεφαλαίου</em>, η οποία είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της βασικής του λειτουργίας: της αναπαραγωγής της διαδικασίας παραγωγής υπεραξίας. Η αντίφαση είναι εξελισσόμενη ιστορικά και εντείνεται κατά την εξέλιξη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Η συνέχεια της αντίφασης (που παράγεται από την τομή της κρίσης) μέσα στα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έχει διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά: η εκ νέου παραγωγή μάζας κέρδους ικανής ώστε μπορεί να αναπαράγεται το κεφάλαιο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη <em>συγκεντροποίηση</em> του κεφαλαίου, την καταβρόχθιση των μικρών καπιταλιστών από τους μεγαλύτερους (αυτή είναι και η μόνη «<em>συνεχιζόμενη</em>» <em>πρωταρχική συσσώρευση</em> που υπάρχει<a id="_ftnref13" title="" href="#_ftn13"><sup>[13]</sup></a>). Το ξεπέρασμα ενός κύκλου συσσώρευσης μέσω της αναδιάρθρωσης (που είναι πάντα επίθεση του κεφαλαίου) και η έλευση της επόμενης περιόδου επέκτασης της παραγωγής συνεπάγεται τη μείωση της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου ως μέρους του συνολικού κεφαλαίου, τη συντόμευση του αναγκαίου χρόνου εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και την αύξηση της υπερεργασίας. Δηλαδή, η «πρόοδος» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εκφράζεται, δια μέσου των κρίσεων του, από την <em>αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας</em> ως <em>μείωση (ως αξία) του μεταβλητού μέρους του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου</em>.</p>
<p>Ο λόγος που το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση διέπεται από μια συγκεκριμένη ιστορική τάση είναι ότι αυτοί οι δύο παράγοντες (υπεραξία και αξία του μεταβλητού κεφαλαίου) <em>δεν είναι δύο ανεξάρτητοι παράγοντες που μπορούν να ισοσταθμιστούν</em>. Η υπεραξία δεν αντιτίθεται απλά στην αξία του μεταβλητού κεφαλαίου, το κέρδος δεν αντιτίθεται απλά στο μισθό. Δεν πρόκειται για αυτόνομα στοιχεία που είναι σε αντίθεση μεταξύ τους, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για μέρος της αξίας που παράγεται. Η «μοιρασιά» είναι καθορισμένη από τη διαδικασία της συσσώρευσης, ή αλλιώς, η συσσώρευση είναι <em>υπαγωγή</em> της εργασίας στο κεφάλαιο. Πρόκειται για δύο πόλους μιας σχέσης, οι οποίοι σχετίζονται μέσω της κεντρικής αντίφασης του κεφαλαίου (που βρίσκει την έκφρασή της στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους). <em>Δεν υπάρχει ανεξάρτητη κίνηση του μεταβλητού κεφαλαίου από την κίνηση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Κατ’ αυτήν την έννοια, από το γεγονός ότι η εργατική τάξη είναι τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν μπορεί να υπάρχει </em>αυτόνομη<em> από το κεφάλαιο δραστηριότητα της εργατικής τάξης</em>. Η πορεία του κεφαλαίου δεν εξαρτάται ποτέ από την πορεία των μισθών <em>ανεξάρτητα,</em> αλλά από την πορεία της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (c/c+v), δηλαδή από την πορεία της αξίας που αντιπροσωπεύουν οι μισθοί σε σχέση με την αξία του σταθερού κεφαλαίου. Η μείωση της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση με το συνολικά επενδυμένο κεφάλαιο ή η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η οποία εκφράζεται μέσα από αντιφάσεις ως πτωτική <em>τάση</em> του ποσοστού κέρδους, περιορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά γι’ αυτό φροντίζει το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο το οποίο μέσα από την αντιφατική διαδικασία του ανταγωνισμού μεταξύ των ξεχωριστών κεφαλαίων τείνει συνεχώς (αλλά όχι αδιαλείπτως: μέσω των κρίσεων) να ανεβάζει την παραγωγική δύναμη της εργασίας. Όμως το ποσοστό του μεταβλητού κεφαλαίου στο σύνολο του κεφαλαίου, και συνεπώς η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας<a id="_ftnref14" title="" href="#_ftn14"><sup>[14]</sup></a>, δεν περιορίζεται από κάποιο απόλυτο όριο ικανοποίησης αναγκών, ούτε από το επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγικής δύναμης. Η καταναλωτική δύναμη βρίσκει τα όρια της μέσα στις <em>ανταγωνιστικές σχέσεις διανομής, μέσα στην καθημερινή ταξική πάλη ανάμεσα στην καπιταλιστική και την εργατική τάξη</em><a id="_ftnref15" title="" href="#_ftn15"><sup>[15]</sup></a><em>.</em> Τα όρια ανάμεσα στα οποία μπορεί να μεταβάλλεται η καταναλωτική δυνατότητα, η ικανοποίηση των αναγκών, είναι στενά: το ανώτερο όριό της καθορίζεται από το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη <em>μέσα στον καπιταλισμό.</em> Η αξία της εργατικής δύναμης περιστρέφεται γύρω από την τιμή του v για την οποία αναπαράγεται το κεφάλαιο σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (φυσικά υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη θέση των κρατών στην καπιταλιστική ιεραρχία, το επίπεδο της ταξικής πάλης, τη σύνθεση του κεφαλαίου κτλ.).</p>
<p>Έτσι, η καθημερινή ταξική πάλη των εργαζόμενων, μέσα στο κεφάλαιο και ενάντια στα συμφέροντα του κάθε ατομικού κεφαλαίου, οι διεκδικήσεις τους, δεν έχουν τη δυνατότητα, ως τέτοιες, να ξεπεράσουν το κεφάλαιο σαν κοινωνική σχέση. Η δυνατότητα κατάργησης του κεφαλαίου παράγεται από την ιστορική εξέλιξη της αντίφασης του κεφαλαίου, δηλαδή, της ταξικής πάλης, μέσα σε κάθε κύκλο συσσώρευσης. Η επανάσταση, ως έκρηξη του συνόλου των αντιφατικών καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, σχετίζεται με την κατάσταση στην οποία η αξία, που πρέπει να έχει η εργατική δύναμη για να μπορεί να αναπαράγεται το κεφάλαιο, αποτελεί ταυτόχρονα αμφισβήτηση της διάρθρωσης της σχέσης του κεφαλαίου και της αναπαραγωγής της ίδιας της εργατικής τάξης. Η σχετική και η απόλυτη αύξηση της υπεραξίας, που αντλεί το κεφάλαιο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, αποτελούν αναγκαιότητα για να ξεπερνάει το κεφάλαιο τις κρίσεις του. Αλλά μέσα στην εξέλιξη του κύκλου συσσώρευσης, η σχετική και η απόλυτη αύξηση της υπεραξίας μετατρέπονται, ως πτώση του ποσοστού κέρδους, ως αδυναμία ομαλής αναπαραγωγής της εργατικής τάξης και ως περιεχόμενο του ταξικού αγώνα, σε αιτία της επόμενης κρίσης του. Το σημείο της κρίσης, <em>μέσα στον καπιταλισμό</em>, είναι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη ιστορική σημασία από τη σκοπιά της κατάργησης του καπιταλισμού, και όχι από τη σκοπιά της προσωρινής βελτίωσης (η οποία είναι πάντα πολύ σχετικό τι σημαίνει) της θέσης της εργατικής τάξης μέσα σ’ αυτόν. Το προλεταριάτο δεν είναι ο νεκροθάφτης ενός αντικειμενικά φθίνοντος καπιταλισμού, ούτε είναι η τάξη που θα καταργήσει το κεφάλαιο επειδή φέρει μέσα της τη δι-ιστορική επαναστατική ουσία της «ανθρώπινης κοινότητας» ή επειδή υποφέρει από την αδικία του συστήματος. Επίσης, δεν υπάρχει οριακό σημείο στο οποίο δεν μπορεί να αναπαραχθεί το κεφάλαιο για «αντικειμενικούς λόγους». Το προλεταριάτο είναι η επαναστατική τάξη, η τάξη που θα καταργήσει τη σχέση κεφάλαιο, άρα και τον εαυτό του ως τάξη, γιατί το γεγονός ότι είναι τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σημαίνει ταυτόχρονα ότι διακυβεύεται ο ίδιος του ο ρόλος μέσα στην ιστορικά συγκεκριμένη διάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής, της οποίας ο αντιφατικός χαρακτήρας εμφανίζεται στην κρίση.</p>
<p><em> </em>Το κεφάλαιο ξεπερνάει τις κρίσεις του με επίθεση, αναδιάρθρωση. Το ότι τις ξεπερνάει δε σημαίνει ότι φτάνει σε ένα σημείο απόλυτης ισορροπίας το οποίο του επιτρέπει να εξελίσσεται αρμονικά. <em>Ιστορικά, το αντιφατικό δίπολο της αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας και της σχετικής μείωσης (ως αξίας) του μεταβλητού κεφαλαίου, που συναποτελούν την αναδιάρθρωση, δεν μπορεί να συγκλίνει σε ένα σημείο ισορροπίας, λόγω των αξεπέραστων ορίων αύξησης του ποσοστού υπεραξίας (του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας).</em> Η λέξη «αξεπέραστο» έχει ιστορικά καθορισμένη σημασία σε κάθε περίοδο. Το αξεπέραστο όριο παράγει, με ιστορικά καθορισμένο τρόπο σε κάθε κύκλο συσσώρευσης, τη δυνατότητα μεταστροφής της καθημερινότητας της ταξικής πάλης σε επαναστατική αμφισβήτηση του κεφαλαίου και τη δυνατότητα του κεφαλαίου να απαντήσει σε αυτή την αμφισβήτηση. Η ταξική πάλη είναι η ιστορία του κεφαλαίου, είναι η ανάπτυξη της αντίφασης προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η ιστορία της εκμετάλλευσης (η ιστορική σημασία των ταξικών αγώνων ή η ταξική πάλη ως ιστορία) είναι η <em>τάση προοδευτικής πτώσης του ποσοστού κέρδους</em> <em>και</em> <em>η</em> <em>αύξηση της απόλυτης μάζας του κέρδους</em>. Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου και του κέρδους αντιστοιχεί σε μια απόλυτη αύξηση και των δύο. Η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου αυξάνει το ελάχιστο μέγεθος του κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου που απαιτείται για την αξιοποίηση της εργασίας. Ταυτόχρονα, η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αυξάνει γιατί, στον ανταγωνισμό σε παγκόσμια κλίμακα, ένα μεγαλύτερο κεφάλαιο με μικρότερο ποσοστό κέρδους μπορεί να συσσωρευτεί ταχύτερα από ένα μικρό κεφάλαιο με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Η διαδικασία της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ταυτόχρονα ευνοεί την ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής μορφής του κεφαλαίου ως διαχείρισης της πληθώρας του κεφαλαίου. Επίσης, η συσσώρευση του κεφαλαίου απαιτεί τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία όμως στην πραγματική υπαγωγή συνεπάγεται ταυτόχρονα την αύξηση της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου. Η πτώση του ποσοστού κέρδους και η διεύρυνση της συσσώρευσης είναι οι δύο εκφράσεις της διαδικασίας της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η καπιταλιστική παραγωγή τείνει λοιπόν, κυκλικά, να ξεπερνάει τα εσωτερικά της όρια με μέσα τα οποία της αντιτάσσουν <em>εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα</em> αυτά τα όρια. Ο σχετικός υπερπληθυσμός που αναφέρεται από τον Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, στο κεφάλαιο του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αποτελεί την ουσιαστικότερη πτυχή της ιστορικά παραγόμενης δυνατότητας ξεπεράσματος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: η διαλεκτική ενότητα της προλεταριοποίησης ολοένα και μεγαλύτερου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού και η ταυτόχρονη αποβολή <em>της αξίας της εργατικής δύναμης</em> από το επενδυόμενο κεφάλαιο, ορίζει το πλαίσιο της βασικής αντίφασης και της έκφρασης της στην ταξική πάλη κάθε ιστορικής περιόδου. Η αντίφαση αυτή, και η μορφή που έχει σε κάθε ιστορική περίοδο, αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο καθορισμού του περιεχομένου του κομμουνισμού για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η μέθοδος</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="left"><em>Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συνόψιση πολλών προσδιορισμών, άρα ενότητα του πολλαπλού. Γι’ αυτό στη σκέψη εμφανίζεται σαν διαδικασία συνόψισης, σαν αποτέλεσμα, όχι σαν αφετηρία. Παρόλο που αποτελεί την πραγματική αφετηρία, άρα και την αφετηρία της αντίληψης και της παράστασης. Στην πρώτη πορεία η ολοκληρωμένη παράσταση εξαϋλώθηκε σε αφηρημένο προσδιορισμό. Στη δεύτερη, οι αφηρημένοι προσδιορισμοί οδηγούν στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου με τη σκέψη.</em></p>
<p align="left">(Μαρξ, Grundrisse)</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το ζήτημα που προκύπτει και απαιτεί μια συγκεκριμένη μέθοδο για να αντιμετωπιστεί, λοιπόν, είναι: μέσα από ποιά δυναμική διαδικασία το ποσοστό κέρδους σε κάποιο σημείο του κύκλου της αναπαραγωγής του κεφαλαίου παύει να είναι πλέον αρκετό και προκύπτει η κρίση; Για να δούμε πώς γίνεται αυτό πρέπει να εξετάσουμε την κίνηση, τη δυναμική της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στη διάρκεια ενός κύκλου από τη μία κρίση του στην επόμενη.</p>
<p>Η εξέταση της κίνησης γίνεται υποχρεωτικά σε δύο επίπεδα, σε <em>λογικό</em> και <em>ιστορικό</em> επίπεδο. Η αξία της θεωρητικής δουλειάς έγκειται στην προσπάθεια της να συνδέσει αυτά τα δύο επίπεδα. Από τη μία πλευρά πρέπει να εξετάζεται η <em>λογική ανασύνθεση</em> των διακριτών μορφών και κατηγοριών στην ενότητα της καπιταλιστικής οικονομίας, της αντιφατικής αντικειμενικότητας του κεφαλαίου. Από την άλλη εξετάζεται η μορφολογία, το περιεχόμενο και κυρίως <em>η αντιφατική δυναμική μεταξύ των συγκεκριμένων, σύγχρονων μορφών και κατηγοριών, όπως αυτές έχουν παραχθεί ιστορικά.</em> Οι μορφές αυτές δεν έχουν τίποτα το στατικό. Η δυναμική τους είναι αυτή που ιστορικοποιεί την κυκλική αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που δίνει διαφορετικό περιεχόμενο στον κάθε κύκλο και σε ό,τι ορίζεται ως κομμουνισμός σε κάθε κύκλο. Η σύνδεση αυτών των δύο επιπέδων συνιστά την <em>ανάλυση της συγκεκριμένης κάθε φορά συγκυρίας</em> (conjuncture), όχι στη βάση αφηρημένων εννοιών, αλλά στη βάση συγκεκριμένων τοποθετήσεων πάνω στα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και διακυβεύματα της ταξικής πάλης. Η θεωρία προσπαθεί όσο είναι δυνατόν να αποσαφηνίζει, να ξεκαθαρίζει, τα όρια των ταξικών αγώνων σε σχέση με την επανάσταση που παράγεται από το ξεπέρασμα αυτών των ορίων. Τα όρια αυτά, τα συγκεκριμένα διακυβεύματα της ταξικής πάλης, δεν εμφανίζονται βέβαια ποτέ εντελώς ξεκάθαρα ως τέτοια, καθώς είναι στη φύση του καπιταλισμού να τα μεταμορφώνει με διάφορους τρόπους, καθώς είναι μια αντίφαση σε κίνηση, υπεραξία (εκμετάλλευση) που μετατρέπεται σε κέρδος. Αυτή η μετατροπή τοποθετεί μια σειρά από πέπλα γύρω από την εκμετάλλευση και εντάσσει οργανικά όλες τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις στην καπιταλιστική κοινωνία, τις κάνει καπιταλιστικές.</p>
<p>Η εξέταση της συγκεκριμένης κάθε φορά συγκυρίας δεν μπορεί να είναι υπεριστορική. Για παράδειγμα, η ανάλυση της κάθε συγκεκριμένης κρίσης είναι ιστορικά καθορισμένη. Οι θεωρίες των κρίσεων που αναπτύχθηκαν μέσα στο επαναστατικό κίνημα αντανακλούν το περιεχόμενο της ταξικής πάλης της περιόδου στην οποία αναπτύχθηκαν. Η μορφή και το περιεχόμενο της κρίσης δεν μπορεί να είναι το ίδιο σε κάθε περίοδο, από τη στιγμή που η ίδια η καπιταλιστική σχέση και ο ορίζοντας του ξεπεράσματός της μετασχηματίζονται σε κάθε περίοδο που ορίζει η ταξική πάλη και οι παραγόμενες από αυτήν επαναστάσεις του προλεταριάτου. Δεν θα μπορούσαν να είναι και δεν ήταν ίδιες οι αιτίες που οδήγησαν στην «κρίση του 1929» με τις αιτίες που οδήγησαν στην «κρίση του 1973» ή με τις αιτίες που οδήγησαν στη σύγχρονη κρίση, και γι’ αυτό το λόγο <em>κάθε μία από αυτές τις κρίσεις παράγει τη θεωρία της</em>. Η εσωτερική λογική συνοχή των αντιφάσεων του κεφαλαίου δεν πρέπει να οδηγεί σε μια υπεριστορική, μονοαιτιακή εξήγηση των κρίσεων. Έτσι, η θέση για την κρίση κάθε περιόδου από τη σκοπιά της καταστροφής του κεφαλαίου, εμπεριέχει την ανάγκη να τοποθετηθούμε πάνω στο ζήτημα του τρόπου με τον οποίο σχετίζονται οι πόλοι της διαλεκτικής του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, δηλαδή, πάνω στο περιεχόμενο του κύκλου της ταξικής πάλης της περιόδου και συνεπώς το περιεχόμενο του κομμουνισμού. Σε αυτό ακριβώς αναφερόμασταν στο κείμενο του προηγούμενου τεύχους όταν γράφαμε: «<em>Η μορφή εμφάνισης της [ιστορικής κρίσης], όμως, είναι η απτή πραγματικότητα της κρίσης, είναι αυτή που εκφράζει τις</em> συγκεκριμένες αντιφάσεις<em>, δηλαδή </em>το περιεχόμενο της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη περίοδο» (Blaumachen, τ.4, σελ. 12).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ο κύκλος της συσσώρευσης:</strong><br />
<strong> Ύφεση – Επέκταση – Υπερπαραγωγή – Κρίση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Αν δεχτούμε την ύπαρξη των αναγκαίων μέσων παραγωγής, δηλαδή μια επαρκή συσσώρευση κεφαλαίου, η δημιουργία υπεραξίας, όταν είναι δεδομένο το ποσοστό υπεραξίας, ο βαθμός, δηλαδή, εκμετάλλευσης της εργασίας, δεν γνωρίζει κανένα άλλο φραγμό πέραν του εργαζόμενου πληθυσμού. Και όταν είναι δεδομένος ο εργαζόμενος πληθυσμός, δεν γνωρίζει κανένα άλλο όριο από το βαθμό αυτής της εκμετάλλευσης. Από τη στιγμή που έχει αποκρυσταλλωθεί σε εμπορεύματα η ποσότητα υπερεργασίας που είναι δυνατόν να εξαχθεί, η υπεραξία έχει παραχθεί. Ωστόσο, με αυτή την παραγωγή υπεραξίας ολοκληρώνεται απλώς η πρώτη μόνο πράξη της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας, η άμεση διαδικασία παραγωγής. Το κεφάλαιο έχει απορροφήσει μια δεδομένη ποσότητα απλήρωτης εργασίας&#8230; Τώρα αρχίζει η δεύτερη πράξη της διαδικασίας. Ο συνολικός όγκος εμπορευμάτων, το συνολικό προϊόν, τόσο το μέρος εκείνο που αντικαθιστά το σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο, όσο και εκείνο που αντιπροσωπεύει την υπεραξία, πρέπει να πωληθούν. Αν αυτό δεν συμβεί, ή συμβεί μόνον εν μέρει, ή μόνο σε τιμές κατώτερες των τιμών παραγωγής, τότε, παρ’ όλον ότι ο εργάτης υφίσταται εκμετάλλευση, η εκμετάλλευσή του δεν πραγματοποιείται ως τέτοια για τον καπιταλιστή&#8230; <em>Οι συνθήκες της άμεσης εκμετάλλευσης και της πραγματοποίησης αυτής της εκμετάλλευσης δεν ταυτίζονται. Είναι διακριτές, όχι μόνο στο χώρο και στο χρόνο, αλλά και από εννοιολογική άποψη. Οι πρώτες περιορίζονται μόνον από τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, οι δεύτερες από την αναλογικότητα μεταξύ των διαφόρων κλάδων της παραγωγής και από την καταναλωτική δυνατότητα της κοινωνίας.</em> Αυτή η τελευταία δεν προσδιορίζεται ούτε από την απόλυτη παραγωγική δυνατότητα, ούτε από την απόλυτη καταναλωτική δυνατότητα, αλλά από την καταναλωτική δυνατότητα στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων διανομής, οι οποίες υποβιβάζουν την κατανάλωση της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας σε μια ελάχιστη στάθμη, που είναι δυνατόν να μεταβάλλεται μέσα σε κάποια λίγο ως πολύ στενά όρια. Η στάθμη αυτή περιορίζεται ακόμα περισσότερο από το κίνητρο της συσσώρευσης, το κίνητρο της επέκτασης του κεφαλαίου και της παραγωγής υπεραξίας σε ευρυνόμενη κλίμακα&#8230; Η αγορά επομένως, θα πρέπει να επεκτείνεται συνεχώς έτσι ώστε οι συσχετίσεις και οι συνθήκες που τη διέπουν να προσλαμβάνουν όλο και περισσότερο τη μορφή ενός φυσικού νόμου, ανεξάρτητου από τους παραγωγούς, όλο και περισσότερο ανεξέλεγκτου. Η εσωτερική αντίφαση αναζητεί επίλυση μέσω της επέκτασης του εσωτερικού πεδίου της παραγωγής. Όσο όμως αναπτύσσεται η παραγωγικότητα, τόσο περισσότερο έρχεται σε σύγκρουση με τη στενή βάση στην οποία στηρίζονται οι σχέσεις κατανάλωσης. Σ’ αυτή την αντιφατική βάση, δεν αποτελεί καθόλου αντίφαση το ότι η περίσσεια κεφαλαίου συνυπάρχει με μια αυξανόμενη περίσσεια πληθυσμού. Διότι, παρ’ όλον ότι ο όγκος της υπεραξίας θα αυξανόταν αν αυτά τα δύο έρχονταν σε επαφή, το ενδεχόμενο αυτό θα όξυνε επίσης την αντίφαση μεταξύ των συνθηκών υπό τις οποίες παράγεται αυτή η υπεραξία και των συνθηκών στις οποίες πραγματοποιείται». (Ακολουθήσαμε τη μετάφραση του Χρήστου Βαλλιάνου από άρθρο του στο περιοδικό <em>Θέσεις</em>, από τον τομο ΙΙΙ του Κεφαλαίου του Μαρξ, κεφ. 15)<em>.</em></p>
<p>Κάθε κύκλος του κεφαλαίου που καταλήγει σε κρίση έχει την ανοδική και την καθοδική φάση του. Κάθε φάση ανόδου είναι η περίοδος στην οποία ο βαθμός εκμετάλλευσης του προλεταριάτου, μαζί με την αυξανόμενη μάζα του χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου, αυξάνει τη μάζα κέρδους και <em>το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο</em> αυξάνεται (με ρυθμό μεγαλύτερο από αυτόν με τον οποίο τείνει ταυτόχρονα να το συρρικνώσει η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους). Η καπιταλιστική «ανάπτυξη» που χαρακτηρίζει κάθε περίοδο μεταξύ των ιστορικών καπιταλιστικών κρίσεων <em>είναι η ίδια που φέρει μέσα της τις αιτίες της κρίσης</em> που πρόκειται αναπόφευκτα να εκδηλωθεί. Ας δούμε πως:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ύφεση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μέσα στην κρίση έχουμε απαξίωση κεφαλαίου, συνεπώς έχουμε απαξίωση σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου (θα δούμε στη συνέχεια πώς παράγεται αυτό). Η ύφεση δεν είναι μόνο φάση συρρίκνωσης, είναι και φάση στην οποία θριαμβεύουν οι αντεπιδρώσες δυνάμεις της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Οι δύο βασικές για την έξοδο από την κρίση διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα είναι η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας (επιβολή του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, αναδιάρθρωση) και η απαξίωση σταθερού (παγίου και κυκλοφορούντος) κεφαλαίου. Μέρος των κεφαλαίων που απαξιώνονται τα ιδιοποιούνται ως αξίες χρήσης οι καπιταλιστές που επιβιώνουν από την κρίση, η οποία όμως, πέρα από το να διαχωρίσει την ήρα από το στάρι, αλλάζει τη διάρθρωση της εκμετάλλευσης, είναι δηλαδή ταυτόχρονα <em>αναδιάρθρωση</em> κεφαλαίου. Η αναδιάρθρωση είναι μια επίθεση του κεφαλαίου στην εργατική τάξη καθώς ο βασικός της σκοπός είναι <em>να αυξηθεί το ποσοστό της υπεραξίας</em>. Η αναδιάρθρωση συνίσταται σε: πτώση του μισθού εργασίας κάτω από το επίπεδο αναπαραγωγής της εργατικής τάξης – λόγω της παραγωγής του σχετικού υπερπληθυσμού –, υποβιβασμός της ατομικής αξίας των κεφαλαίων κάτω από την πίεση του κανιβαλικού ανταγωνισμού, υποβιβασμός της συνολικής αξίας του σταθερού κεφαλαίου, η οποία επιτρέπει <em>τη μείωση της οργανικής σύνθεσης σε όρους αξίας και την ανόρθωση του ποσοστού κέρδους.</em></p>
<p>Αυτές οι διαδικασίες οδηγούν σε αύξηση του ποσοστού κέρδους <em>μόνο αν το σταθερό κεφάλαιο απαξιώνεται περισσότερο από το μεταβλητό κεφάλαιο</em>. Το σταθερό κεφάλαιο είχε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυξηθεί (μέσω και της διαδικασίας τεχνολογικής απαξίωσης/ανανέωσης) αναλογικά πολύ περισσότερο (σε όρους αξίας) από το μεταβλητό κατά τη φάση της επέκτασης της παραγωγής. Μέσα στην κρίση η συγκεντροποίηση των απαξιωμένων κυρίως παγίων κεφαλαίων εντείνει ακόμη περισσότερο την απαξίωση του σταθερού κεφαλαίου. Η απόσυρση από την παραγωγή ή απαξίωση στοιχείων του παραγωγικού κεφαλαίου <em>στα πρώτα στάδια της ύφεσης υπερισχύει της ταυτόχρονης εισόδου νέων παραγωγικών στοιχείων</em>. Παρότι η διαδικασία ανανέωσης του παγίου κεφαλαίου εξακολουθεί να ισχύει και στο ξέσπασμα της κρίσης, αρχικά υπερισχύει η απαξίωση. Προς το τέλος της περιόδου της ύφεσης η αναλογία αυτή έχει αντιστραφεί. Καθώς αρχικά μεταβάλλεται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου προς όφελος του μεταβλητού, ταυτόχρονα εντείνεται ακόμη περισσότερο η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, μέσω της άντλησης απόλυτης υπεραξίας, που επιβάλλεται από την αναδιάρθρωση. Κατ’αυτόν τον τρόπο ωριμάζουν οι συνθήκες, και μέσω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, για την αντιστροφή της αναλογίας ανάμεσα στην απαξίωση και την <em>τεχνολογική</em> ανανέωση. Το πέρασμα στην επέκταση της παραγωγής θα γίνει όταν οι συσσωρευτικές επιπτώσεις της αύξησης του ποσοστού απόλυτης υπεραξίας και της οικονομίας σε σταθερό κεφάλαιο που επιτυγχάνεται από την αναγκαία συγκεντροποίηση του κεφαλαίου είναι ικανές να επιτρέψουν τη μαζική πλέον ανανέωση παγίου κεφαλαίου, δηλαδή την αύξηση της ζήτησης του τομέα Ι της παραγωγικής διαδικασίας. Η έξοδος από την κρίση και το πέρασμα στην επέκταση της παραγωγής δεν προκύπτει από την αύξηση της καταναλωτικής δύναμης της εργατικής τάξης αλλά από την προσωρινή μείωση του ποσοστού του σταθερού κεφαλαίου στο συνολικό κεφάλαιο, γιατί το επίμαχο για τον καπιταλισμό δεν είναι απλώς η επέκταση της αγοράς αλλά <em>η επέκταση της αγοράς με αυξημένο ποσοστό υπεραξίας στην παραγωγή</em>. Η αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης δεν εξαφανίζεται: η αύξηση της ζήτησης σε σχέση με την παραγωγή σε αυτή τη φάση είναι αναγκαία για να ανέβει το ποσοστό κέρδους στη συνέχεια.</p>
<p>Η αύξηση της ζήτησης οδηγεί, κατά το πέρασμα από το τέλος της ύφεσης στην επέκταση της παραγωγής, σε φρενήρη ρυθμό αύξησης της παραγωγής. Ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων για την υπεραξία ο οποίος εντείνεται μέσα από τις δύο βασικές διαδικασίες της κρίσης είναι αυτός που ωθεί την παραγωγή. Σ’ αυτό το στάδιο το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο ωθεί ακόμη περισσότερο την επέκταση των νέων τεχνικών παραγωγής και της αναδιάρθρωσης. <em>Ο ανταγωνισμός,</em> αφού πρώτα έχει αποτελέσει έναν βασικό μηχανισμό για την απαξίωση του κεφαλαίου, είναι τώρα η ζωογόνος δύναμη που επανενεργοποιεί τη διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Είναι η ζωογόνος δύναμη που ωθεί το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο να προσπαθήσει να πάρει μέρος της υπεραξίας που παράγουν τα άλλα, ανταγωνιστικά προς αυτό, κεφάλαια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Επέκταση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η επέκταση της παραγωγής ως διαδικασία έχει ξεκινήσει ήδη μέσα στην ύφεση γιατί πέρα από όλα τα μέτρα που λαμβάνει η καπιταλιστική τάξη για την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, κατά κύριο λόγο συμβαίνει χρησιμοποίηση σχολάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας, όταν το επιτρέψει η ανόρθωση του ποσοστού κέρδους (το παραγωγικό δυναμικό που είχε αδρανήσει στην καθοδική φάση είναι το πρώτο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, γρήγορα και σχετικά ανέξοδα, για να καλυφθεί μια άνοδος της ζήτησης). Η επέκταση είναι αποτέλεσμα της κρίσης και ταυτόχρονα το σημείο εκκίνησης του δρόμου που θα οδηγήσει στην επόμενη κρίση. Η ανανέωση του παγίου κεφαλαίου σημαίνει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, την αύξηση της υπεραξίας, και δημιουργεί τη βάση για την αύξηση της ζήτησης, και στον τομέα Ι και στον τομέα ΙΙ<a id="_ftnref16" title="" href="#_ftn16"><sup>[16]</sup></a>, της παραγωγικής διαδικασίας. Ο τομέας Ι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει αμέσως στη ζήτηση παγίου κεφαλαίου και αυξάνει συνεχώς την παραγωγή του, αυτό είναι το «υγιές» στάδιο που περνάει η φάση της επέκτασης. Η συνεχής και ταχεία αύξηση της παραγωγής δημιουργεί την <em>αύξηση των τιμών</em> πάνω από τις αξίες όλων των συντελεστών του κεφαλαίου, του μεταβλητού συμπεριλαμβανομένου, παρότι η καταναλωτική δύναμη του μισθού δεν αυξάνει αντίστοιχα με τη νομισματική του αύξηση. Η αύξηση αυτή λειτουργεί αναδραστικά από τον τομέα ΙΙ προς τον τομέα Ι και προκαλεί νέα αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. Ως επέκταση θεωρείται το στάδιο εκείνο του κύκλου στο οποίο το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο ξεπερνάει το μέγεθος που είχε στο ανώτερο σημείο της επέκτασής του στον προηγούμενο κύκλο. Ποιός είναι ο τρόπος με τον οποίο η επέκταση φέρει μέσα της την επόμενη κρίση; Πρώτον η αυξανόμενη κεφαλαιοποίηση σταδιακά <em>απεξαρτάται</em> από την καταναλωτική ζήτηση του τομέα ΙΙ. Ο ίδιος ο τομέας Ι γίνεται, πέρα από παραγωγός, ολοένα και περισσότερο καταναλωτής της παραγωγής του. Το γεγονός αυτό αντανακλά την αντίφαση ανάμεσα στο μισθό και το κέρδος. Ενώ η ζήτηση του τομέα ΙΙ (κατά κύριο λόγο η κατανάλωση της εργατικής τάξης) είναι ιστορικά καθορισμένη από το αποδεκτό επίπεδο αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, η ζήτηση του τομέα Ι περιορίζεται μόνο από τον ανταγωνισμό και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων<a id="_ftnref17" title="" href="#_ftn17"><sup>[17]</sup></a>. Για όσο λοιπόν αυξάνεται γρήγορα η μάζα κέρδους, η συσσώρευση επεκτείνεται χωρίς οι καπιταλιστές να ανησυχούν για το γεγονός ότι το σταθερό κεφάλαιο αυξάνεται με μεγαλύτερη ταχύτητα από το μεταβλητό (που σημαίνει ότι λειτουργεί ο μηχανισμός της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους). Δεύτερον, η ολοένα και αυξανόμενη κεφαλαιοποίηση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της επανεπένδυσης της πραγματοποιημένης υπεραξίας, αλλά έχει ως πόρο και το <em>χρηματοπιστωτικό σύστημα, </em>δηλαδή την έμμεση αναδιανομή κεφαλαίου που έχει χρηματική μορφή στα κεφάλαια που σκοπεύουν να του δώσουν παραγωγική μορφή. Στη φάση της επέκτασης αυξάνεται λοιπόν «ανεξέλεγκτα» το σταθερό κεφάλαιο, καθώς προϋποθέτει τη συνέχεια της συνεχώς εντεινόμενης ζήτησης που αντιμετωπίζει σε αυτή τη φάση. Πιο σημαντική στην αύξηση του σταθερού κεφαλαίου είναι η αύξηση του παγίου κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η υπερπαραγωγή σταθερού κεφαλαίου, η γενεσιουργός αιτία της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Υπερπαραγωγή</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το κλειδί που οδηγεί στη συνέχεια της επέκτασης και στην ωρίμανση της υπερπαραγωγής είναι, φυσικά, το κέρδος. Μπορεί τα κόστη παραγωγής να αυξάνουν κατά τη φάση της επέκτασης όμως οι τιμές στην αγορά αυξάνουν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Είναι το στάδιο κατά το οποίο η μάζα κέρδους αυξάνεται με τόσο μεγάλη ταχύτητα που υπερκαλύπτεται το ότι η άλλη όψη του μηχανισμού αυτού είναι η ενδυνάμωση της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, γι’αυτό στο στάδιο αυτό έλκεται το κεφάλαιο στην παραγωγή. Από πού προκύπτει όμως αυτή η μάζα κέρδους ενώ λειτουργεί συνεχώς ο μηχανισμός εξίσωσης του ποσοστού κέρδους ανάμεσα στους διαφορετικούς κλάδους; Στο στάδιο της επέκτασης της παραγωγής το κεφάλαιο δρέπει τους καρπούς της αναδιάρθρωσής του στην περίοδο της ύφεσης που προηγήθηκε. Η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας που επιτεύχθηκε τότε δημιούργησε τη βάση για τη ζήτηση και την πραγματοποίηση της υπεραξίας στο στάδιο της επέκτασης. Όμως αυτό που δημιουργεί αυτή η έλξη κεφαλαίου είναι μια αμοιβαία αύξηση της ζήτησης ανάμεσα σε τομείς και επιχειρήσεις του τομέα Ι, η οποία με την αύξηση της παραγωγής σιγά-σιγά μετατρέπεται σε τεχνητή, σε σχέση με τις συνθήκες της ζήτησης στην υπόλοιπη αγορά. Η δημιουργία εσωτερικής κατανάλωσης, στους κλάδους που κατασκευάζουν μέσα παραγωγής ή επεξεργάζονται πρώτες ύλες, είναι η πηγή και της αύξησης της μάζας των κερδών και της ενδυνάμωσης του μηχανισμού μείωσης του ποσοστού κέρδους. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας επεκτείνει αυτή την αμοιβαία αύξηση ζήτησης στον τομέα Ι ωθώντας την τάση προς την υπερπαραγωγή. <em>Ταυτόχρονα, ο χρηματοπιστωτικός τομέας κοιτάζει στο μέλλον και καθώς προϋποθέτει τη συνεχή αυτοπαραγωγή αυτής της επέκτασης, πέρα από το να επεκτείνει, εντείνει μέσω του αναπόφευκτου σπεκουλαρίσματος τελικά την υπερπαραγωγή κεφαλαίου<a id="_ftnref18" title="" href="#_ftn18"><sup><strong><sup>[18]</sup></strong></sup></a></em>.</p>
<p>Ο δρόμος προς την κρίση βρίσκεται στην άμεση σύνδεση και αντιφατική σχέση ανάμεσα στον τομέα Ι και τον τομέα ΙΙ. Όπως ακριβώς από την ύφεση προς την επέκταση υπήρξε μια αναδραστική πορεία από τον τομέα ΙΙ προς τον τομέα Ι (μέσω της αύξησης του ποσοστού απόλυτης υπεραξίας και ενός σχετικά αυξημένου, από την καταστροφή της κρίσης, μεταβλητού κεφαλαίου), έτσι τώρα από την επέκταση στην κρίση υπάρχει μια αναδραστική πορεία από τον τομέα Ι στον τομέα ΙΙ. Η <em>υπερπαραγωγή σταθερού κεφαλαίου</em> αλλάζει την αναλογία σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου και οι απαιτήσεις της συνέχισης της κεφαλαιοποίησης σε υπεραξία αρχίζουν πια να μην ικανοποιούνται. Αρχίζει να φαίνεται <em>η παραγόμενη έλλειψη υπεραξίας</em>, ή το μειούμενο ποσοστό κέρδους αρχίζει να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στην απόφαση για εκ νέου κεφαλαιοποίηση ή όχι.</p>
<p>Η συσσώρευση του κεφαλαίου στην πραγματική υπαγωγή έχει ως αυτονόητο μέσο την αύξηση της παραγωγικότητας. Για να αυξηθεί το ποσοστό κέρδους με όρους σχετικής υπεραξίας πρέπει η αξία που προστίθεται στο προϊόν, από την ανανέωση του παγίου κεφαλαίου και την αύξηση της παραγωγικότητας που επιφέρει, να είναι μικρότερη από την αξία που εξοικονομείται από τη μείωση της αξίας εργατικής δύναμης που επιφέρει αυτή η ανανέωση. Άρα, ενώ το μεταβλητό κεφάλαιο αυξάνεται, <em>η καταναλωτική δύναμη των εργατών σε σχέση με τη συνολική παραγωγή μειώνεται</em> (με αργότερο ρυθμό στην περίοδο της επέκτασης). Αυτό φυσικά είναι ακόμη πιο έντονο στη συνέχεια όταν η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους πάρει τα ηνία. Αλλιώς διατυπωμένο, ακόμη και αν η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας μεγαλώνει, δε μεγαλώνει <em>αρκετά </em>για να αναπαράγεται το κεφάλαιο, δεν παράγεται αρκετή υπεραξία για να συνεχιστεί η ανοδική πορεία της επέκτασης. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου από την υποκατανάλωση των εργατών, <em>σε σχέση με την αυξανόμενη παραγωγή</em>. Η «έλλειψη» της υπεραξίας στην παραγωγή και το «πλεόνασμα» της υπεραξίας στην κυκλοφορία ταυτίζονται <em>επειδή</em> σχετίζονται μέσω της ιστορίας της κεντρικής αντίφασης του κεφαλαίου (της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους). Πρόκειται για έναν ενιαίο μηχανισμό ο οποίος περνάει πρώτα από το στάδιο στο οποίο η αυξανόμενη μάζα κέρδους επιτρέπει την αναπαραγωγή κεφαλαίου παρά την ταυτόχρονη λειτουργία της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει. Στο στάδιο αυτό η ταχύτητα με την οποία συσσωρεύεται το κεφάλαιο είναι μεγαλύτερη από την ταχύτητα με την οποία πέφτει το ποσοστό κέρδους. Δεδομένου ότι βρισκόμαστε στην περίοδο της πραγματικής υπαγωγής, πέρα από το μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης κεφαλαίου από το ρυθμό πτώσης του ποσοστού κέρδους, ισχύει και ο <em>μεγαλύτερος ρυθμός αύξησης σταθερού κεφαλαίου από το ρυθμό αύξησης του συνολικού κεφαλαίου</em>.</p>
<p>Στη συνέχεια φτάνουμε σε ένα σημείο στο οποίο το κεφάλαιο που έχει παραχθεί είναι τόσο που δεν μπορεί να αυξάνεται η μάζα των κερδών με την ίδια ταχύτητα με την οποία πέφτει το ποσοστό κέρδους. Συνεπώς, η υπεραξία που παράγεται υπό το συγκεκριμένο βαθμό εκμετάλλευσης αρχίζει να μην είναι αρκετή για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Μέσα από αυτό το μηχανισμό, η υπερσυσσώρευση, η έλλειψη της υπεραξίας (ως ποσοστό κέρδους), σχετίζεται με το πλεόνασμα της υπεραξίας (ως ποσοστό υπεραξίας) μέσω του μετασχηματισμού της υπεραξίας σε σταθερό κεφάλαιο μέσα στη διαδικασία της συσσώρευσης. Η αιτία της επέκτασης και της υπερπαραγωγής του κεφαλαίου είναι η ίδια: η συσσώρευση, δηλαδή η συνεχής αναζήτηση περισσότερης υπεραξίας από την πλευρά του κεφαλαίου. Η συσσώρευση παράγει την αύξηση της μάζας του κέρδους και την πτώση του ποσοστού του κέρδους. Στην αρχή της επέκτασης η συσσώρευση λειτουργεί ως υγεία για το κεφάλαιο, στη συνέχεια εξαντλείται και λειτουργεί ως αρρώστια.</p>
<p>Η στιγμή της υπερπαραγωγής είναι αισθητή σε ολόκληρο το κύκλωμα της αναπαραγωγής κεφαλαίου. Δεν έχει φτάσει όμως αμέσως η κρίση παντού, πρόκειται για ένα κύμα που εξαπλώνεται από τον τομέα Ι στον τομέα ΙΙ και επανέρχεται δριμύτερο στον τομέα Ι, κ.ο.κ. Η υπερπαραγωγή είναι απόλυτα αισθητή στους κλάδους του τομέα Ι, οι οποίοι έχουν αναπτυχθεί πιο υπερβολικά από τους κλάδους του τομέα ΙΙ. Η δυσαναλογία μέσα στην παραγωγική ζήτηση ανάμεσα στο σταθερό κεφάλαιο και στα καταναλωτικά αγαθά είναι η υποκατανάλωση ως έκφραση της υπερπαραγωγής κεφαλαίου. Στον τομέα ΙΙ η υπερπαραγωγή κεφαλαίου είναι αρχικά έμμεσα αισθητή από το επίπεδο των τιμών. Οι τιμές στο σημείο αυτό μπορεί να πέσουν αναγκαστικά, ακόμη και κάτω από το επίπεδο των αξιών των προϊόντων, για να πουληθούν και να συνεχίσει να κινείται η αγορά. Όμως η πορεία προς την κρίση είναι αναπόφευκτη καθώς τα υπερβολικά πολλά παραγωγικά κεφάλαια που έχουν δημιουργηθεί εξακολουθούν να στέλνουν τα προιόντα τους στην αγορά. <em>Η κρίση εμφανίζεται στην αγορα, φυσικά, ως υπερπαραγωγή εμπορευμάτων</em>&#8230; Στο σημείο αυτό ο κύκλος έχει ήδη μπει στην κρίση του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Κρίση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η κρίση για το κεφάλαιο έχει την ορμή φυσικού φαινομένου. Είναι η στιγμή που ξεσπούν όλες οι αντιφάσεις: η αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση – οι οποίες είναι διαχωρισμένες <em>σε μια καπιταλιστική κοινωνία –</em> η αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγική και τη χρηματική μορφή του κεφαλαίου, η αντίφαση ανάμεσα στην τιμή και την αξία. Είναι η στιγμή που σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο περισσεύει, η στιγμή της αναγκαίας επιβολής του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, η στιγμή της επιβολής του νόμου της αξίας. Η κρίση είναι το σημείο στο οποίο ό,τι αποτελούσε την «ευημερία» (υπερπαραγωγή) και ήταν αιτία της ευημερίας, αποτελεί πλέον την ύφεση και είναι αιτία της ύφεσης.</p>
<p>Από τη σκοπιά της κερδοφορίας του κεφαλαίου η κρίση αποτελεί μια κατάσταση στην οποία γίνεται σαφές ότι το υπάρχον κοινωνικό κεφάλαιο είναι <em>ταυτόχρονα και πολύ μεγάλο και πολύ μικρό (ή ότι το προλεταριάτο χρειάζεται και ταυτόχρονα περισσεύει)</em>: Το κοινωνικό κεφάλαιο είναι πολύ μεγάλο σε σχέση με την υπεραξία που παράγει και πολύ λίγο για να ξεπεράσει αυτήν την έλλειψη υπεραξίας. Το προλεταριάτο περισσεύει ως παραγωγική εργατική δύναμη αλλά χρειάζεται ως καταναλωτική δύναμη από τη σκοπιά του κεφαλαίου, ή περισσεύει ως καταναλωτική δύναμη και χρειάζεται ως παραγωγική από τη δική του σκοπιά. Το κεφάλαιο ζητάει αύξηση της παραγωγικότητας, το προλεταριάτο ζητάει αύξηση των αξιών χρήσης που αντιστοιχούν σε δεδομένη ανταλλακτική αξία, η οποία όμως, όπως είδαμε, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αύξηση της παραγωγικότητας. Η κρίση είναι ταυτόχρονα υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και υποκατανάλωση της εργατικής τάξης. Δεν υπάρχει ποτέ ζήτημα παραγωγής «πλεονάσματος» υπεραξίας (λόγω υψηλής παραγωγικότητας) η οποία δε διανέμεται «δίκαια». Η κρίση <em>δεν παράγεται ποτέ από</em> <em>την υποκατανάλωση των εργατών για την οποία (υποτίθεται ότι) ευθύνεται σε άδικη διανομή υπερβολικά του μεγάλου πλούτου</em>. Όλη η συζήτηση περί διανομής, συνειδητά ή όχι, διαστρέφει την ουσία του ζητήματος: ότι η κρίση αποτελεί αναγκαίο μέρος της καπιταλιστικής συσσώρευσης. <em>Υπάρχει μόνο έλλειψη υπεραξίας, η οποία είναι ταυτόχρονα και υποκατανάλωση των εργατών</em>. Η έλλειψη της υπεραξίας στην παραγωγή είναι πλεόνασμα υπεραξίας στην κατανάλωση. <em>Αυτό που δεν μπορεί να παραχθεί με ικανοποιητικό κέρδος είναι αυτό που δεν μπορεί ταυτόχρονα να πουληθεί σε ικανοποιητική τιμή</em>.</p>
<p>Η κρίση, λοιπόν, είναι υπερπαραγωγή κεφαλαίου <em>μόνο υπό το συγκεκριμένο ποσοστό υπεραξίας</em>. Ως εκ τούτου ο μηχανισμός που ενεργοποιεί η κρίση είναι (αιματηρή) χειρουργική επέμβαση με δύο όψεις: αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας και απαξιώνεται κεφάλαιο που πλεονάζει. Η απαξίωση και καταστροφή σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου που ορίζει και ορίζεται από την κρίση ήδη δείχνει προς την κατεύθυνση της <em>ανανέωσης του παγίου κεφαλαίου, </em>η οποία θα αποτελέσει τον ένα πυλώνα για την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας μέσω της <em>αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας</em> και της εξοικονόμησης σταθερού κεφαλαίου. Η καταστροφή και απαξίωση σταθερού κεφαλαίου είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα για την ανανέωσή του από τεχνολογικά πιο αναπτυγμένο σταθερό κεφάλαιο, το οποίο θα αποτελέσει το μέσο άντλησης <em>μεγαλύτερου ποσοστού σχετικής υπεραξίας</em> από την εργατική δύναμη. Ταυτόχρονα, η κρίση δείχνει και προς την κατεύθυνση της αύξησης του <em>ποσοστού της υπεραξίας μέσω άντλησης απόλυτης υπεραξίας, την ένταση της εκμετάλλευσης μέσω μείωσης μισθού, αύξηση ωραρίου εργασίας, κτλ. </em> <em> </em></p>
<p>Η κρίση είναι ο θρίαμβος της διαλεκτικής του κεφαλαίου, το σημείο που επανενώνει τους αντιφατικούς πόλους της ενότητας του κεφαλαίου, την παραγωγή και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η κρίση όμως δεν επανενώνει τους πόλους αυτούς με ειρηνικό τρόπο, τους επανενώνει ως έξαρση της ταξικής πάλης. Είναι το σημείο στο οποίο οι κοινωνικές σχέσεις που όριζαν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου πρέπει να αλλάξουν ριζικά, να αναδιαταχθούν μέσα στην εσωτερική τους σύνδεση οι πόλοι της αντίφασης, να προκύψει η καινούργια μορφή του κεφαλαίου: η κρίση απαιτεί την αναδιάρθρωση από τη σκοπιά του κεφαλαίου ως σχέσης. Αν το προλεταριάτο συνεχίσει να υπάρχει μετά την κρίση ως τέτοιο, σημαίνει ότι θα έχει επιβληθεί η αναδιάρθρωση, η «θεραπεία» που επέβαλλε το κεφάλαιο, όσο επώδυνη κι αν είναι.</p>
<p>Η κρίση συνεπάγεται υποτίμηση κεφαλαίου, γιατί η αντίφαση που έχει να αντιμετωπίσει συμπυκνώνεται στην υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Η υποτίμηση κεφαλαίου ενεργοποιεί σε νέα βάση τον ανταγωνισμό μεταξύ των ξεχωριστών κεφαλαίων. Κατά τη φάση της κρίσης ο ανταγωνισμός, <em>με τον κανιβαλικό του χαρακτήρα αυτή τη φορά</em>, είναι η ζωογόνος δύναμη που τείνει να εξισορροπήσει τη διαταραγμένη διαδικασία αναπαραγωγής. Ο ανταγωνισμός στην κρίση δεν έχει να κάνει με το μοίρασμα των κερδών αλλά με το μοίρασμα των ζημιών, συνεπώς οδηγεί στο θάνατο ορισμένα κεφάλαια, η συνέχιση της ύπαρξης των οποίων αντιτίθεται στο <em>γενικό</em> συμφέρον της καπιταλιστικής τάξης. Έτσι έχουμε: αδρανοποίηση ή μερική εκμηδένιση κεφαλαίου, διακοπή της λειτουργίας ορισμένων μέσων παραγωγής, καταστροφή κεφαλαιακών αξιών και <em>άμεση υποτίμηση χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου</em>.<em> </em></p>
<p><em> </em>Στο σημείο αυτό ο κύκλος έχει ήδη μπει στην ύφεση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η σύγχρονη κρίση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Η κρίση σε κάθε ιστορική περίοδο είναι η αναγκαία έκφραση της συσσώρευσης των συγκεκριμένων αντιφάσεων που ορίζουν το κεφάλαιο στη συγκεκριμένη περίοδο που παράγει την κρίση, και πάντα είναι υπερσυσσώρευση κεφαλαίου ανεξάρτητα με το πώς εμφανίζεται. Η μορφή εμφάνισης της, όμως, είναι η απτή πραγματικότητα της κρίσης, είναι αυτή που εκφράζει τις συγκεκριμένες αντιφάσεις, δηλαδή το περιεχόμενο της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη περίοδο»<a id="_ftnref19" title="" href="#_ftn19"><sup>[19]</sup></a>.</p>
<p>Στην προηγούμενη φράση συμπυκνώνεται μια μέθοδος ανάλυσης που μπορεί να εξηγήσει το ξεπέρασμα της επαναστατικής οπτικής του θριάμβου και της «νίκης» της εργατικής τάξης, δηλαδή, της συνέχισης του καπιταλισμού, αν θέλει κανείς να ακριβολογεί. Η οπτική αυτή εξακολουθεί να είναι η οπτική (και) ριζοσπαστικών κομματιών του κινήματος που αντιλαμβάνονται την ταξική πάλη ως αντίθεση δύο ανεξάρτητων, αυτόνομων υποκειμένων. Οι ριζοσπαστικές τάσεις που θεωρούν το κεφάλαιο ως ένα μπραντεφέρ μεταξύ δύο ανεξάρτητων, αυτόνομων μεταξύ τους υποκειμένων, ταλανίζονται από μια αντίφαση όταν αναλύουν την παρούσα συγκυρία: από τη μία πλευρά πρέπει να κάνει την επανάσταση ένα <em>ενιαίο</em> υποκείμενο (το οποίο θα παλεύει για τον εαυτό του ως τέτοιο) με σκοπό την επικράτηση του στο μπραντεφέρ. Η ενοποίηση στη βάση της εργατικής ταυτότητας δε φαίνεται στον ορίζοντα, άρα η επανάσταση φαίνεται αυτή τη στιγμή ανέφικτη <em>από πλευράς υποκειμενικών συνθηκών</em> σύμφωνα με την ορολογία αυτής της αντίληψης. Από την άλλη πλευρά όμως, ο πλανήτης ολόκληρος συγκλονίζεται από ταραχές και συγκρούσεις ανάμεσα σε κομμάτια του προλεταριάτου και τις δυνάμεις καταστολής των κρατών, δηλαδή την καπιταλιστική τάξη σε θέση μάχης. Η δική μας αντίληψη για τα πράγματα είναι διαφορετική: δεν υπάρχει θέμα αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, υπάρχει η ιστορική εξέλιξη μιας αντίφασης η οποία παράγει την αμφισβήτησή της ως αμφισβήτηση του ρόλου του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλισμού. Η αμφισβήτηση αυτή έχει δύο όψεις. Η αντικειμενικότητα, δηλαδή, η καπιταλιστική οικονομία (μόνο τέτοια οικονομία υπάρχει) είναι η μία όψη της, και οι αγώνες του προλεταριάτου η άλλη όψη της. Πρόκειται για τις δύο στιγμές μιας διαλεκτικής ενότητας, οι οποίες αντιστοιχούν η μία στην άλλη. Η έκφραση αυτής της αντιστοιχίας είναι η διάρθρωση του κεφαλαίου, η διάρθρωση της ταξικής πάλης.</p>
<p>Η σύγχρονη κρίση είναι ένα ακόμη βήμα προς την ιστορικά παραγόμενη αμφισβήτηση του κεφαλαίου. Το πιο σημαντικό από τα χαρακτηριστικά της είναι ότι προέκυψε μέσα από <em>την χρηματιστικοποίηση του καπιταλισμού</em>. Το μέλλον του κεφαλαίου ως σχέση έγινε εμπόρευμα. Η αξία αυτού του εμπορεύματος καθορίζεται από το κατά πόσο και πώς μπορεί το κεφάλαιο να αντιμετωπίζει την παραγωγή μόνο ως ένα αναπόφευκτο εμπόδιο στην υλοποίηση της πλήρως αφηρημένης μορφής του, δηλαδή, της μορφής Χ-Χ’. Αυτή η μετεξέλιξη συνολικά του καπιταλισμού σε χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, αυτό το εμπόριο μέλλοντος ανάμεσα στους καπιταλιστές, οδήγησε στην αιχμή της επέκτασης της παραγωγής και στη συνέχεια με τον ίδιο τρόπο στο πέρασμα στην υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Κάθε διάσταση της χρηματιστικοποίησης έπαιξε αυτό το διπλό ρόλο: το κυνήγι της χαμηλότερης τιμής εργατικής δύναμης ανά τον πλανήτη, η διασπορά του επιχειρηματικού ρίσκου, η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα ως μεταγωγέα και επιταχυντή στη διανομή της υπεραξίας – δηλαδή ως αρχιτέκτονα της σύγχρονης διάρθρωσης του κεφαλαίου –, η δυνατότητα κερδοφορίας από χρηματοπιστωτικές συναλλαγές σε παράλληλες αγορές που δημιουργήθηκαν από την ανάπτυξη της χρηματιστικοποίησης, η πλήρης απελευθέρωση των ροών κεφαλαίου, η τελειωτική μετατροπή του καπιταλιστή από ιδιοκτήτη σε μέτοχο ή σε κάτοχο παραγώγων, ο συνδυασμός χαμηλότερου από τον προηγούμενο κύκλο ποσοστού συσσώρευσης με υψηλά κέρδη, η συνεχής και μάταιη καταπολέμηση του πληθωρισμού και η <em>ταυτόχρονη αέναη παροχή ρευστότητας</em>. Όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν <em>τη μορφή που πήρε η παραγωγική διαδικασία, </em>για να ξεπεραστεί η κρίση του 1960-70, και οδήγησαν στην επέκταση της παραγωγής, δόμησαν τον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό.</p>
<p>Ωριμάζοντας όμως, ο ίδιος ο μηχανισμός του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού δούλευε ανάποδα, μετέτρεπε την επέκταση σε υπερπαραγωγή. Σε χωροταξικό επίπεδο, η απαξίωση της εργατικής δύναμης δημιούργησε τον κύριο άξονα της παγκοσμιοποίησης, μετά από κάποιες περιπέτειες: την ChinAmerica. Ο κινέζος εργάτης έγινε το αφηρημένο πρότυπο του εργάτη. Ο αμερικάνος “καταναλωτής” έγινε το αφηρημένο πρότυπο του καταναλωτή <em>της τρέχουσας περιόδου</em>, δηλαδή, του καταναλωτή που καταναλώνει με πίστωση, συνεχίζει να ζει στο επίπεδο που αντιστοιχεί στην επέκταση της παραγωγής (για όσο δηλαδή το <em>εμπόριο του μέλλοντος</em> εξακολουθεί να λειτουργεί), είναι δεμένος στο κεφάλαιο όσο ποτέ άλλοτε ιστορικά, είναι ο ορισμός της ταύτισης της ύπαρξης του προλεταριάτου με την ύπαρξη του κεφαλαίου<a id="_ftnref20" title="" href="#_ftn20"><sup>[20]</sup></a>. Στην άλλη άκρη της αλυσίδας το ίδιο συμβαίνει και για τον κινέζο εργάτη. Θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο αν συνεχιστεί η επέκταση με αυτή τη μορφή, διαφορετικά, αν σπάσει αυτός ο σύνδεσμος, θα τον κατασπαράξει η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου στην Κίνα. Το εμπόριο του μέλλοντος ταΐζεται συνεχώς με ρευστότητα που παράγεται στην Αμερική, το δολάριο αποτελεί το χρυσό της σύγχρονης περιόδου αλλά έχει την ιδιότητα να μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα σε ποσότητα. Η εμπιστοσύνη στο δολάριο είναι η υλική πραγματικότητα της επέκτασης της παραγωγής της περιόδου μέχρι το 2005-6. Το καύσιμο της περιόδου, δηλαδή η δυνατότητα του αφηρημένου προτύπου του καταναλωτή να καταναλώνει με πίστωση, τελείωσε γιατί η ίδια του η ύπαρξη ήταν αποτέλεσμα και προϋπόθεση της δομικής μείωσης του μισθού του. Όπως είδαμε όμως στην παράγραφο που αναλύθηκε η υπερπαραγωγή, η υποκατανάλωση της εργατικής τάξης είναι πάντα υποκατανάλωση <em>σε σχέση με την παραγωγή</em>, δηλαδή, υπερπαραγωγή κεφαλαίου, πιο συγκεκριμένα υπερπαραγωγή σταθερού κεφαλαίου, υπερσυσσώρευση κεφαλαίου.</p>
<p>Η χωροταξική διάσταση της διάρθρωσης, τα νέα κέντρα συσσώρευσης στην Ανατολική Ασία, η ισχυροποίηση του χρηματοπιστωτικού κέντρου των ΗΠΑ, είναι η μία όψη αυτής της πορείας του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου από την επέκταση στην κρίση. Η άλλη όψη είναι η εξέλιξη της δυναμικής του ανταγωνισμού. Ο θρίαμβος του ανταγωνισμού διαμόρφωσε το <em>χαμηλότερο ποσοστό συσσώρευσης από αυτό του προηγούμενου κύκλου</em>. Ο ανταγωνισμός είναι πλέον παγκόσμιος και οι αποδόσεις των επενδύσεων, ή οι προβλέψεις για τις αποδόσεις αυτές, συγκρίνονται σε «πραγματικό χρόνο», με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η αύξηση της κερδοφορίας των πιο ανταγωνιστικών κεφαλαίων σε βάρος των λιγότερο ανταγωνιστικών. Στα πρώτα στάδια, το γεγονός αυτό επιτάχυνε τη δημιουργία των νέων κέντρων συσσώρευσης και μετά άλλων, ακόμη πιο νέων, και γενικότερα ευνόησε την κινητικότητα του κεφαλαίου. Αλλά στη συνέχεια, για να συνεχίσουν να είναι ανταγωνιστικές οι εταιρίες έπρεπε να φάνε τις σάρκες τους με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν η υπερβολική διόγκωση των μη-παραγωγικών δαπανών, ο άλλος ήταν η ολοένα και μεγαλύτερη <em>συγκράτηση των παραγωγικών επενδύσεων</em>. Η δεύτερη προκύπτει αναγκαστικά από τον τρόπο με τον οποίο το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο εξισώνει το ποσοστό κέρδους. Μέρος των κερδών έπρεπε αναγκαστικά να ανακυκλωθεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ακριβώς επειδή ο ρόλος του ήταν πολύ βασικός για την ύπαρξη υψηλής κερδοφορίας. Το χαμηλότερο ποσοστό συσσώρευσης που δημιουργούσε αυτή η διαδικασία πίεζε για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (μέσω άντλησης απόλυτης υπεραξίας) και συνεπώς μείωσης του μισθού. Οι μέτοχοι των εταιρειών αντιμετώπιζαν ολοένα και περισσότερο τα παραγωγικά κεφάλαια ως κάτι ρευστό, ως ένα αναγκαίο ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στο Χ και το Χ’, του οποίου η απόδοση συγκρινόταν συνεχώς και πιεστικά με τις αποδόσεις των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Συνεπώς, αντί να επενδύσουν περισσότερο για την ανάπτυξη των παραγωγικών κεφαλαίων, στρέφονταν στο πώς θα κάνουν <em>οικονομίες σταθερού κεφαλαίου</em>, που σε συνδυασμό με την ένταση της εκμετάλλευσης αφενός θα ήταν βραχυπρόθεσμα κερδοφόρες και θα δικαιολογούσαν την επένδυση τους, και αφετέρου θα έκαναν πιο «υγιή» την επιχείρηση τους, κάτι που σε ένα πολύ ρευστό περιβάλλον σημαίνει και πιο ελκυστική για πιθανούς αγοραστές<a id="_ftnref21" title="" href="#_ftn21"><sup>[21]</sup></a>. Το εμπόριο του μέλλοντος του κεφαλαίου, δηλαδή το εμπόριο της προσδοκίας της ολοένα και εντεινόμενης εκμετάλλευσης του προλεταριάτου, υποβάθμισε το ποσοστό συσσώρευσης.</p>
<p>Για όσο διάστημα μπορούσε να λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός, δηλαδή, για όσο διάστημα η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, μέσω άντλησης απόλυτης υπεραξίας, ισορροπούσε το χαμηλό ποσοστό συσσώρευσης και διατηρούνταν το «αναγκαίο» επίπεδο κερδοφορίας, δεν υπήρχε λόγος να σταματήσει. Δεν έχει νόημα εκ των υστέρων να λέμε ότι οδηγούσε σε αδιέξοδο, γιατί <em>δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός συσσώρευσης που να μην οδηγεί σε αδιέξοδο</em>. Το ζήτημα είναι να εξετάζουμε τη μορφή, το περιεχόμενο του αδιεξόδου, και τη σημασία του για την ταξική πάλη σήμερα. Το περιεχόμενο του σύγχρονου αδιεξόδου, ως κρίση αυτής της διαδικασίας εμπορίου του μέλλοντος της σχέσης κεφάλαιο, είναι η <em>έλλειψη μέλλοντος</em>, το no future που βλέπουμε γραμμένο σε ολοένα και περισσότερους τοίχους και πανό.</p>
<p>Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό συσσώρευσης είναι χαμηλότερο από αυτό του προηγούμενου κύκλου, δεν έχει νόημα να πούμε ότι αυτή η κρίση είναι κρίση υποκατανάλωσης και όχι υπερσυσσώρευσης. Η υπερσυσσώρευση και η υποκατανάλωση είναι έννοιες <em>σχετικές</em>, και αποτελούν τις δύο όψεις ενός φαινομένου όπως είδαμε και προηγουμένως. Η συσσώρευση που πραγματοποιήθηκε με βάση τη διάρθρωση αυτού του κύκλου λειτούργησε μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Στη συνέχεια, άρχισε να γίνεται ορατή η έλλειψη υπεραξίας, το κεφάλαιο που είχε παραχθεί ήταν τόσο ώστε να μην μπορεί να εξισορροπηθεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους από την επέκταση της παραγωγής. Το γεγονός ότι το ποσοστό κέρδους έκανε αυτόν τον κύκλο από το 1982 έως το 2008 ορίζει τον κύκλο συσσώρευσης μέχρι σήμερα. Προφανώς η υπερσυσσώρευση πήρε τη μορφή τίτλων παγίου κεφαλαίου που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματική τους αξία, προφανώς αφορούσε σε μεγάλο βαθμό γη και κατασκευές, αφού όλη η διαμόρφωση του μηχανισμού γινόταν από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Επίσης, ήταν προφανώς σημαντική η παράλληλη αγορά χρηματοπιστωτικών προϊόντων που δημιουργήθηκε και το επιτόκιο, ως μορφή, αποτέλεσε τον οδηγό στην πορεία του ποσοστού κέρδους. Δεν έχει νόημα να λέμε ότι μεγάλο μέρος του ποσοστού κέρδους οφείλεται στο χρηματοπιστωτικό τομέα, και άρα το ποσοστό κέρδους <em>δεν είναι πραγματικό</em>, γιατί πέφτουμε σε έναν φαύλο κύκλο. Χρηματοπιστωτικός ήταν ο τρόπος να παράγεται το κέρδος στον παραγωγικό τομέα και αυτός ο ίδιος ήταν ο τρόπος που οδήγησε στο να μην επαρκεί η υπεραξία που παράγεται. Δεν υπάρχει υγιής βιομηχανικός καπιταλισμός και άρρωστος χρηματοπιστωτικός, υπάρχει ένας αναδιαρθρωμένος καπιταλισμός, και για να λειτουργήσει η συσσώρευση στη νέα διάρθρωση που παράχθηκε από την κρίση και την αναδιάρθρωση στη δεκαετία του 1980 έπρεπε να είναι χρηματοπιστωτικός. Επίσης, το να λέμε ότι το ποσοστό κέρδους δεν αυξήθηκε «τόσο πολύ» όσο είχε αυξηθεί στον προηγούμενο κύκλο, πάλι δεν έχει νόημα. Ο προηγούμενος κύκλος, με το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους του, κατέληξε επίσης σε κρίση, παρήγαγε το δικό του κύκλο ταξικής πάλης που αντιστοιχούσε στη δική του διάρθρωση. Δεν έχει νόημα η <em>τυπική</em> <em>σύγκριση</em> μεταξύ δύο κύκλων. Και εκείνη η κρίση, όπως και αυτή, ήταν κρίση υπερσυσσώρευσης <em>και</em> <em>υποκατανάλωσης</em> (οι δύο όψεις του ίδιου πράγματος) αλλά το ιστορικό τους περιεχόμενο ήταν διαφορετικό. Τότε υπήρχε υψηλό ποσοστό συσσώρευσης (ως αιτία της επέκτασης και της κρίσης) και μεγάλο μέρος του κινήματος θεωρητικοποίησε την κρίση ως κρίση υπερσυσσώρευσης, ενώ τώρα χαμηλότερο ποσοστό συσσώρευσης (ως αιτία της επέκτασης και της κρίσης) και μεγάλο μέρος του κινήματος θεωρητικοποιεί την κρίση ως κρίση υποκατανάλωσης.</p>
<p>Η ταξική πάλη είναι η αντίφαση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο, σε κάθε ιστορική περίοδο αυτή η αντίφαση εκρήγνυται, και η έκρηξη φέρει μέσα της το περιεχόμενο της ιστορικά καθορισμένης διάρθρωσης του κεφαλαίου, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, το περιεχόμενο της ταξικής πάλης της περιόδου. Το να αναπολούμε την κορύφωση του κύκλου αγώνων της φορντιστικής περιόδου είναι σα να αναπολούμε τον καπιταλισμό που τη γέννησε (και δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν αυτή τη ροπή). Το να αναπολούμε τον εργάτη μάζα, τη δυνατή συνδικαλιστικά εργατική τάξη, την αυτοοργάνωση μιας ενιαίας τάξης που θα αποτελέσει τη βάση μιας θετικής μετεξέλιξης της τάξης, από τάξη για τον εαυτό της σε «κομμουνιστική κοινωνία», είναι απλώς μια νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος και τίποτα περισσότερο. Για να αναλύσουμε την παρούσα στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να αναλύσουμε τον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό <em>ως τέτοιο</em> και να ψάξουμε στους αγώνες αυτής της περιόδου να δούμε ποιό είναι το περιεχόμενο της παραγόμενης επανάστασης<a id="_ftnref22" title="" href="#_ftn22"><sup>[22]</sup></a>.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η θεωρητική θέση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κάθε κύκλος συσσώρευσης σχετίζεται και με έναν κύκλο ταξικής πάλης. Ο κύκλος της ταξικής πάλης ορίζεται από τη σχέση ανάμεσα στους καθημερινούς διεκδικητικούς αγώνες του προλεταριάτου και το ξεπέρασμα τους, το οποίο είναι η επανάσταση που παράγεται από τον κύκλο της ταξικής πάλης. Η κυκλική διαδικασία της συσσώρευσης που καθορίζεται από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και στον πυρήνα της βρίσκεται ο νόμος της αξίας, παράγει και τα δύο υποκείμενα ως αναπαραγωγή του κεφαλαίου: το κεφάλαιο ως τάξη και το προλεταριάτο ως τάξη, υποκείμενα που σχετίζονται μέσω της αντίφασης της εκμετάλλευσης. Τα δύο αυτά υποκείμενα συναποτελούν τη συγκεκριμένη και ιστορικά καθορισμένη ολότητα της σχέσης του κεφαλαίου, μέσα από την εξέλιξη της οποίας (ως συσσώρευση <em>και</em> <em>άρα </em>ως ταξική πάλη) παράγεται η <em>ιστορικά καθορισμένη επανάσταση</em>. Το προλεταριάτο κάνει την επανάσταση γιατί έχει τη συγκεκριμένη θέση μέσα στην ολότητα και όχι γιατί είναι φύσει επαναστατικό ή γιατί η εργατική τάξη αντιπροσωπεύει το καλό στο ανθρώπινο είδος, την «ανθρώπινη κοινότητα», κτλ. Μόνο γιατί ο ρόλος του προλεταριάτου στην παραγωγή υπονομεύεται μέσα από την ιστορική εξέλιξη της συσσώρευσης είναι το προλεταριάτο η επαναστατική τάξη. Μόνο γιατί ο ρόλος του στην παραγωγή είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και περιττός, μόνο γιατί η αναπαραγωγή του είναι επιβεβλημένη και ταυτόχρονα πρόβλημα για το κεφάλαιο, είναι το προλεταριάτο που ιστορικά μέσα από τη δραστηριότητά του αμφισβητεί τη σχέση κεφάλαιο. Η <em>τάση</em> του ποσοστού κέρδους να πέφτει είναι η <em>δυνατότητα</em> της καταστροφής του κεφαλαίου. Η δυναμική αυτής της τάσης μέσα στη συσσώρευση, δηλαδή στην ταξική πάλη και το όριο της, είναι η δυναμική της παραγόμενης επανάστασης και ταυτόχρονα το όριο της. Το ξέσπασμα της επανάστασης είναι ταυτόχρονα ξέσπασμα <em>όλων των αντιφάσεων</em> του κύκλου της ταξικής πάλης που έχει παραχθεί σε σχέση με τον κύκλο συσσώρευσης. Είναι η ώρα που η αντιφατική ταύτιση ορίων και δυναμικής παράγει <em>ιστορικά</em> αποτελέσματα. Κάθε κύκλος ταξικής πάλης φέρει μέσα του την ιστορία όλων των προηγούμενων, όπως άλλωστε και κάθε κύκλος συσσώρευσης. Το ιστορικό παρόν του προλεταριάτου είναι παραγωγή του παρελθόντος του ως τάξης, δηλαδή της ταξικής πάλης του με το κεφάλαιο. Η διαφορά του κύκλου της ταξικής πάλης από τον κύκλο συσσώρευσης είναι ότι η δραστηριότητα του προλεταριάτου δεν αντικειμενοποιείται ως «μαθήματα από το παρελθόν», δεν υπάρχει «συσσώρευση προλεταριακής δραστηριότητας» και, ακόμη περισσότερο, δεν υπάρχει «συσσώρευση ταξικής συνείδησης». Το προλεταριάτο είναι απολύτως δέσμιο στο ιστορικό παρόν του, με την έννοια ότι έχει να παλέψει για την αναπαραγωγή του μέσα στην ιστορικά συγκεκριμένη διάρθρωση του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται, και όχι για κάποιο ιδανικό. Αυτή ακριβώς η πάλη για την αναπαραγωγή του προλεταριάτου είναι που το οδηγεί να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο αναπαράγεται, και μέσα από την ιστορική εξέλιξη αυτής της αντιφατικής διαδικασίας να αμφισβητήσει την ίδια την αναπαραγωγή του, ως τέτοιου.</p>
<p>Η δυναμική και το όριο του ταξικού αγώνα <em>σήμερα</em> ταυτίζονται ακριβώς στην αποτυχία του αγώνα να επιβεβαιώσει την ταξική δυναμική του (ικανοποίηση αιτημάτων, νέα θέση μάχης στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου). Στην εξέλιξη αυτής της πορείας της ταξικής πάλης μέσα στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, όταν ο αγώνας έρχεται σε αντίφαση με την ταξική δυναμική του, εκεί ακριβώς παράγεται μια απόκλιση πρακτικών, η οποία είναι έκφραση αυτής της αποτυχίας της τάξης να γίνει όντως τάξη για τον εαυτό της. Δεν υπάρχει όμως μια καθαρή έννοια αποτυχίας και ήττας αν σκέφτεται κανείς από τη σκοπιά της καταστροφής του κεφαλαίου. Υπάρχει η ήττα των συγκεκριμένων διεκδικητικών αγώνων, η ήττα αυτή ως μετασχηματισμός <em>και</em> αναπαραγωγή της σχέσης του κεφαλαίου. Το διαλεκτικό σχήμα στο οποίο θεωρητικοποιείται η παρούσα φάση είναι η παραγωγή του ορίου από τη δυναμική (η δράση ως <em>ταξική</em> δράση) και, ταυτόχρονα, η παραγωγή της δυναμικής από το όριο (<em>παραγόμενη απόκλιση πρακτικών μέσα στους ταξικούς αγώνες, μέσα στο όριο </em>της ταξικής δράσης).</p>
<p>Η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, σήμερα, μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, είναι ταυτόχρονα η αναπαραγωγή μέσα στους αγώνες της δυναμικής των αποκλίσεων ανάμεσα σε αντιφατικές πρακτικές. <em>Η δυναμική των αποκλίσεων δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ποτέ θετικά, δεν μπορεί να οδηγήσει σε επικράτηση της εργατικής τάξης. Η δυναμική αυτή φέρνει συνεχώς την εργατική τάξη ως τέτοια σε αντίφαση με τον εαυτό της</em>. Η αντίφαση αυτή υποστασιοποιείται στις παραγόμενες αποκλίνουσες μεταξύ τους δραστηριότητες κομματιών του προλεταριάτου μέσα στους ταξικούς αγώνες. Το σημαντικό είναι η ίδια η απόκλιση ανάμεσα στις δραστηριότητες και όχι η ταυτοποίηση των «επαναστατικών» ή «μη-επαναστατικών» πρακτικών. Τέτοια διάκριση δεν υπάρχει πριν την επανάσταση και κάθε επίκληση της σ’ αυτό το στάδιο είναι ιδεολογική έκφραση των φορέων των δραστηριοτήτων που αποκλίνουν μεταξύ τους. Όσο προχωράει αυτός ο κύκλος ταξικής πάλης, από τη μία πλευρά τόσο περισσότερο η τάξη τείνει να αγωνιστεί ως τάξη <em>ενάντια </em>στο κεφάλαιο, και από την άλλη, τόσο περισσότερο παράγονται αποκλίσεις στο εσωτερικό των ταξικών αγώνων, καθώς το όριο που έχει να αντιμετωπίσει η τάξη είναι η αμφισβήτηση της ίδιας της αναπαραγωγής της ως μέρος του κεφαλαίου. Η δυναμική αυτή αποτελεί την εμβάθυνση της αντίφασης, και προεικονίζει το ποιοτικό άλμα: την ολοκληρωτική ρήξη της δυναμικής με τον ίδιο της τον εαυτό, την επανάσταση μέσα στην προλεταριακή επανάσταση, η οποία θα αμφισβητήσει τον προλεταριακό της χαρακτήρα και θα θέσει το ζήτημα του κομμουνισμού: της καταστροφής του κεφαλαίου, η οποία είναι ταυτόσημα και κατ’ ανάγκη καταστροφή των τάξεων που συνθέτουν τη σχέση, άρα καταστροφή (αυτοκατάργηση) του προλεταριάτου ως τάξης. Κομμάτια του προλεταριάτου, ξεπερνώντας τον διεκδικητικό χαρακτήρα του αγώνα τους, θα πάρουν μέτρα κομμουνιστικοποίησης, τα μέτρα αυτά θα συνεχίζουν αναγκαστικά τον αγώνα, ο οποίος θα είναι αγώνας για την αναπαραγωγή της ζωής ενάντια στο κεφάλαιο. Ο αγώνας αυτός μέσα στην ένταση και την πολλαπλότητα του θα οξύνει την κρίση και ταυτόχρονα θα αμφισβητήσει την προλεταριακή κατάσταση για το σύνολο του προλεταριάτου. Θα δρομολογήσει έτσι την ενοποίηση του προλεταριάτου ως κατάργηση του. Η ενοποίηση αυτή δεν θα διαφέρει από την ενοποίηση της ανθρωπότητας, δηλαδή από τη δημιουργία της ως του συνόλου των σχέσεων που τα άτομα συνάπτουν μεταξύ τους μέσα στη μοναδικότητά τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="right"><em>Woland</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<div>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a id="_ftn1" title="" href="#_ftnref1"><sup>[1]</sup></a> Ως προηγούμενο κύκλο συσσώρευσης ορίζουμε την περίοδο που ξεκίνησε στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε με την κρίση που ξεκίνησε τέλη της δεκαετίας του 1960 με αρχές τις δεκαετίας του 1970. Ο τρέχων κύκλος συσσώρευσης ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με την πρώτη φάση της αναδιάρθρωσης που ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 κυρίως στις ΗΠΑ και τη Βρετανία και στη συνέχεια διαχύθηκε με διάφορους ρυθμούς σε ολόκληρο τον κόσμο.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn2" title="" href="#_ftnref2"><sup>[2]</sup></a> Όπως σημειώσαμε και στο <a href="http://www.blaumachen.gr/2010/11/%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82/%ce%b7%cf%82/" target="_blank">κείμενο του Blaumachen 4</a>, δεν πρόκειται για (σχετική) μείωση του μισθού όλων των τμημάτων του προλεταριάτου.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn3" title="" href="#_ftnref3"><sup>[3]</sup></a> Όταν αναφερόμαστε στον κύκλο συσσώρευσης δεν εννοούμε τον οικονομικό κύκλο (business cycle) στον οποίο σημαντικό ρόλο παίζουν η τεχνολογική απαρχαίωση του πάγιου κεφαλαίου και η δυσαναλογία μεταξύ των παραγωγικών κλάδων του καπιταλισμού. Αναφερόμαστε στον ιστορικό κύκλο μιας συγκεκριμένης διάρθρωσης της καπιταλιστικής σχέσης, η οποία πέρα από την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, καθορίζεται από ένα μεγάλο πλήθος παραμέτρων, το σύνολο των οποίων σε τελική ανάλυση ορίζονται από και ορίζουν την ταξική πάλη. «Η πραγματική διαδικασία συσσώρευσης μοιάζει να ακολουθεί το αφαιρετικό αξιακό σχήμα της εξέλιξης της καπιταλιστκής σχέσης. Αλλά αυτό που θεωρητικά είναι το «τελικό» αποτέλεσμα μιας συνεχούς ανάπτυξης στην πραγματικότητα είναι ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος. Μπορούμε να πούμε πως κάθε «κύκλος» είναι ένα συμπυκνωμένο αντίγραφο της μακροπρόθεσμης τάσης επέκτασης του κεφαλαίου» (P. Mattick, Marx and Keynes).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn4" title="" href="#_ftnref4"><sup>[4]</sup></a> Το κάθε κεφάλαιο μπορεί να έχει ταυτόχρονα τρεις μορφές μέσα από την εξέλιξη των οποίων, τη μεταμόρφωση του από τη μία στην άλλη και την αντιφατική σχέση μεταξύ τους κινείται συνεχώς: τη χρηματική του μορφή, την εμπορευματική του μορφή και την παραγωγική του μορφή (μέσα παραγωγής και εργατική δύναμη). Η ύπαρξη κάθε μίας από αυτές τις μορφές προϋποθέτει την πολύ στενή σχέση ανάμεσα στα ξεχωριστά κεφάλαια. Ο στόχος κάθε κεφαλαίου είναι το αρχικό κεφάλαιο Χ που καταβάλλεται στη χρηματική μορφή να μετατραπεί σε μεγαλύτερο κεφάλαιο Χ’ μέσα από την παραγωγική διαδικασία Π και την πραγματοποίηση της υπεραξίας που παράγεται μέσα σ’αυτή την παραγωγική διαδικασία (την πώληση των εμπορευμάτων στην αγορά, δηλαδή, τη μετατροπή του εμπορευματικού σε χρηματικό κεφάλαιο), (Χ-Π-Ε-Χ’).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn5" title="" href="#_ftnref5"><sup>[5]</sup></a> Το αποτέλεσμα της παραγωγής και πραγματοποίησης της αξίας είναι πάνω από όλα η αναπαραγωγή και νέα παραγωγή της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον εργάτη. Αυτή η κοινωνική παραγωγική σχέση είναι ακόμη πιο σημαντικό αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας από τα υλικά της αποτελέσματα (προϊόντα).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn6" title="" href="#_ftnref6"><sup>[6]</sup></a> Ο Μαρξ ονόμασε αυτήν την κατανάλωση μη-παραγωγική κατανάλωση. Ως παραγωγική κατανάλωση όρισε την κατανάλωση κεφαλαίου για μέσα παραγωγής, δηλαδή για σταθερό κεφάλαιο και για καταναλωτικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Η μη-παραγωγική κατανάλωση τείνει να αυξάνεται κατά την ανάπτυξη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, και ειδικά σήμερα πλέον η υπέρμετρη αύξηση της παίζει καθοριστικό ρόλο στη δυναμική που παράγει την κρίση.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn7" title="" href="#_ftnref7"><sup>[7]</sup></a> Ακριβώς επειδή ο μοναδικός σκοπός του καπιταλιστή είναι το κέρδος, η αναπαραγωγή του κεφαλαίου πρέπει να είναι διευρυμένη, δηλαδή, να δημιουργεί μεγαλύτερο κεφάλαιο από αυτό που επενδύθηκε. Σε διαφορετική περίπτωση το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο δεν αναπαράγεται όπως πρέπει για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή, υπάρχει κρίση και πρέπει να γίνει αναδιάρθρωση.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn8" title="" href="#_ftnref8"><sup>[8]</sup></a> Αν το μεταβλητό κεφάλαιο είναι v (σε όρους αξίας), και s η υπεραξία που αντλεί το κεφάλαιο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, ως ποσοστό υπεραξίας ή βαθμός εκμετάλλευσης ορίζεται η αναλογία s/v.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn9" title="" href="#_ftnref9"><sup>[9]</sup></a> Το ποσοστό κέρδους, εκφρασμένο σε χρήμα, είναι το κλάσμα του κέρδους ως κεφαλαίου σε χρηματική μορφή προς το αρχικά επενδεδυμένο κεφάλαιο σε χρηματική μορφή, στη διάρκεια μιας χρονικά ορισμένης περιόδου.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn10" title="" href="#_ftnref10"><sup>[10]</sup></a> Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ, κεφ. 8-10.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn11" title="" href="#_ftnref11"><sup>[11]</sup></a> Μαρξ, Grundrisse</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn12" title="" href="#_ftnref12"><sup>[12]</sup></a> Η άνοδος της παραγωγικότητας, για παράδειγμα, ασκεί αντίρροπες πιέσεις. Από τη μια, αυξάνει το απλήρωτο κομμάτι της εργάσιμης ημέρας (σχετική υπεραξία), και από την άλλη, μειώνει τη ζωντανή εργασία στην παραγωγή, που είναι η μοναδική πηγή υπεραξίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn13" title="" href="#_ftnref13"><sup>[13]</sup></a> Με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ: «μαζί με το μέγεθος του δαπανημένου κεφαλαίου αυξάνει και η μάζα του κέρδους αν και με μικρότερο ποσοστό. Ωστόσο αυτό […] συνεπάγεται επίσης τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου δηλαδή την καταβρόχθιση των μικρών κεφαλαιοκρατών από τους μεγάλους και την αποκεφαλαιοκρατοποίηση των πρώτων. <em>Πρόκειται πάλι, αν και σε δεύτερο βαθμό, για τον χωρισμό των όρων εργασίας από τους παραγωγούς, στους οποίους ανήκουν ακόμα αυτοί οι μικρότεροι κεφαλαιοκράτες, γιατί σ’ αυτούς παίζει ακόμα κάποιο ρόλο η δική τους προσωπική εργασία. </em>[…]<em> Ακριβώς αυτός ο χωρισμός των όρων εργασίας από τη μια και των παραγωγών από την άλλη, είναι που συγκροτεί την έννοια του κεφαλαίου που αρχίζει με την πρωταρχική συσσώρευση και που εμφανίζεται μετά σαν μόνιμη διαδικασία στη συσσώρευση και στη συγκέντρωση του κεφαλαίου και που εδώ τέλος εκφράζεται σαν συγκεντροποίηση σε λίγα χέρια υπαρχόντων ήδη κεφαλαίων και σαν αποκαπιταλιστικοποίηση πολλών (αυτή είναι τώρα η νέα μορφή της απαλλοτρίωσης).</em> Αυτή η διαδικασία θα οδηγούσε σύντομα την καπιταλιστική παραγωγή στην κατάρρευση, αν δε δρούσαν ξανά διαρκώς αποκεντρωτικά αντιτιθέμενες τάσεις δίπλα στην κεντρομόλο δύναμη». Προφανώς, το κεφάλαιο επεκτείνεται ακόμη και σήμερα με την εκτόπιση των παραγωγών από τη γη τους. Προφανώς υπάρχουν ακόμη φτωχοί αγρότες οι οποίοι ζουν μόνο από την εκμετάλλευση της γης τους, όπως υπάρχουν και ιθαγενείς κυνηγοί, ελάχιστοι, αλλά υπάρχουν. Η πρωταρχική συσσώρευση ήταν μια μακρά ιστορική διαδικασία μέσω της οποίας επιβλήθηκε η <em>κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, </em>δηλαδή, η κυριαρχία της αντίφασης της εκμετάλλευσης πάνω σε όλες τις άλλες κοινωνικές σχέσεις, όσες από τις οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν έχουν καπιταλιστικοποιηθεί, ανήκουν δηλαδή οργανικά στην καπιταλιστική κοινωνία. Η ιδεολογία πίσω από τη χρήση του όρου «συνεχιζόμενη» πρωταρχική συσσώρευση είναι ότι αναγνωρίζει ένα εξωτερικό του καπιταλισμού σύμπαν κοινωνικών σχέσεων, αντιμετωπίζει το κεφάλαιο ως μια συνεχή εμπορευματοποίηση των πτυχών της «ανθρωπινότητας». Το «σύμπαν» αυτό θεωρείται ανεξάντλητο, είτε γίνεται αντιληπτό πρωτίστως γεωγραφικά είτε γίνεται αντιληπτό πρωτίστως κοινωνικά. Η ιδεολογία αυτή θεωρεί ότι υπάρχει για τον καπιταλισμό απέραντο έδαφος προς κατάκτηση όσο ο άνθρωπος, παραμένει αντικειμενικά «άνθρωπος», δηλαδή, δεν έχει μετατραπεί σε μηχανή ή πρόγραμμα υπολογιστή. Πρόκειται για μια έκφανση της ουσιοκρατικής, ανθρωπιστικής ιδεολογίας η οποία, μεταξύ άλλων, καταλήγει να αντιλαμβάνεται το προλεταριάτο ως <em>φύσει</em> επαναστατικό. Η αντίσταση στον καπιταλισμό θεωρείται εξ’ ορισμού ανθρώπινη, έτσι το προλεταριάτο είναι ο συμπυκνωμένος αντιπρόσωπος της ανθρώπινης ουσίας. Βρίσκεται σε αντίθεση με το κεφάλαιο επειδή το προλεταριάτο είναι <em>ανθρώπινο</em> ενώ το κεφάλαιο είναι <em>απάνθρωπο</em>. Οι δύο πόλοι της καπιταλιστικής σχέσης βρίσκονται σε αντίθεση επειδή είναι ανθρωπολογικά αντίθετοι. Έτσι βέβαια δεν υπάρχει η ταξική πάλη σαν παράγουσα και παραγόμενη αντίφαση, αλλά μια διελκυστίνδα για σπιθαμές κοινωνικού και γεωγραφικού εδάφους.</p>
<p>Επίσης, παρά το ότι με την εισαγωγή της έννοιας της συνεχιζόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης «αναμορφώνεται» η θεωρία του Μαρξ, η αναμόρφωση αυτή βοηθάει στο να διατηρηθεί ως σημερινό περιεχόμενο του κομμουνισμού εκείνο που ήταν το περιεχόμενο του κομμουνισμού στην εποχή του Μαρξ, δηλαδή η μετεξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας σε κοινωνία της εργατικής τάξης, σε κοινωνία των ελεύθερα συνασπισμένων παραγωγών. Η έννοια της συνεχιζόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης συνδυαζόμενη με την έννοια των «κοινών» (commons) τα οποία είναι προς επανοικειοποίηση, συνθέτουν το σύγχρονο ιδεολογικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο η εργατική τάξη θα γίνει «τάξη για τον εαυτό της». Ο θρίαμβος της εργατικής τάξης στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό δεν είναι πλέον η κατάληψη των μέσων παραγωγής αλλά η επανοικειοποίηση των κοινών (ουσιαστικά των υποδομών αναπαραγωγής και διανομής που διαχειρίζεται ή διαχειριζόταν στη φορντιστική περίοδο το κράτος). Μέσω της επανοικειοποίησης αυτής, σύμφωνα με τη θεωρία των commons (της οποίας σημαντικό στοιχείο είναι η έννοια της συνεχιζόμενης «πρωταρχικής» συσσώρευσης), θα δημιουργηθούν οι «εναλλακτικές δομές» που θα αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία μιας νέας (συν)εργατικής κοινωνίας. Από τη θεωρία αυτή απουσιάζει η ίδια η επανάσταση ως ρήξη και εξέγερση.</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn14" title="" href="#_ftnref14"><sup>[14]</sup></a> Η καταναλωτική δύναμη της καπιταλιστικής κοινωνίας περιλαμβάνει και τη μη-παραγωγική κατανάλωση των καπιταλιστών, η οποία αναμφισβήτητα παίζει σημαντικό ρόλο. Στην τρέχουσα περίοδο αυξήθηκε πολύ, κυρίως από το 1990 και μετά. Αλλά η ύπαρξή της δεν μπορεί να αποτρέψει την κρίση, αποτελεί μόνο έναν παράγοντα που την διαμορφώνει. Στην παρούσα στιγμή, ολοένα και αυξανόμενο μέρος της μη-παραγωγικής κατανάλωσης της καπιταλιστικής τάξης αφορά την καταστολή, στοιχείο που μαζί με άλλα διαμορφώνει την κρίση ως <em>κρίση της μισθωτής εργασίας </em>(δες και το κείμενο «<a href="http://libcom.org/library/present-moment-theorie-communiste" target="_blank">Η τωρινή στιγμή</a>» στο παρόν τεύχος).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn15" title="" href="#_ftnref15"><sup>[15]</sup></a> «Το πραγματικό όριο της καπιταλιστικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο…», είναι <em>εσωτερική</em> αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: τα όρια μέσα στα οποία λαμβάνει χώρα η διατήρηση και αύξηση της αξίας βασίζονται σαφώς «στην απαλλοτρίωση και εξαθλίωση της μεγάλης μάζας των παραγωγών», και αυτά τα όρια έρχονται σε σύγκρουση με την «απεριόριστη επέκταση της παραγωγής». Οι σχέσεις διανομής και κατανάλωσης στις οποίες αναφέρεται ο Μαρξ είναι οι <em>συγκεκριμένες ανταγωνιστικές σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.</em></p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn16" title="" href="#_ftnref16"><sup>[16]</sup></a> Το συνολικό προϊόν άρα και η συνολική παραγωγή της κοινωνίας χωρίζεται σε δύο μεγάλες υποδιαιρέσεις:</p>
<p>Ι. Μέσα παραγωγής, εμπορεύματα, που λόγω της μορφής τους πρέπει ή τουλάχιστον μπορούν να μπουν στην παραγωγική κατανάλωση.</p>
<p>ΙΙ. Είδη κατανάλωσης, εμπορεύματα, που λόγω της μορφής τους μπαίνουν στην ατομική κατανάλωση της τάξης των καπιταλιστών και της εργατικής τάξης. (Οι οικονομικές έννοιες του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου, του τομέα Ι και ΙΙ, δεν είναι παρά ο οικονομικός ορισμός, στο ίδιο το πεδίο της οικονομικής ανάλυσης, της έννοιας των υλικών όρων της διαδικασίας αναπαραγωγής. Λ. Αλτουσέρ, «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο»)</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn17" title="" href="#_ftnref17"><sup>[17]</sup></a> [...] Η παραγωγή σχετικής υπεραξίας, δηλαδή η παραγωγή υπεραξίας που βασίζεται στην αύξηση και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απαιτεί την παραγωγή νέας κατανάλωσης απαιτεί τη διεύρυνση της καταναλωτικής σφαίρας στα πλαίσια της κυκλοφορίας, όπως ακριβώς έπρεπε προηγούμενα να διευρύνεται η σφαίρα της παραγωγής. Πρώτο, ποσοτική επέκταση της κατανάλωσης που υπάρχει, δεύτερο δημιουργία νέων αναγκών με τη διάδοση σε μεγαλύτερο κύκλο αυτών που υπάρχουν, παραγωγή νέων αναγκών και ανακάλυψη και δημιουργία νέων αξιών χρήσης. Μ’ άλλα λόγια, η υπερεργασία που κερδήθηκε δε μένει απλό ποσοτικό πλεόνασμα, παρά ταυτόχρονα μεγαλώνει ολοένα οι κύκλος των ποιοτικών διακρίσεων της εργασίας (και άρα της υπερεργασίας), γίνεται πιο ποικίλος, περισσότερο διαφοροποιημένος εσωτερικά. (Μαρξ, Grundrisse).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn18" title="" href="#_ftnref18"><sup>[18]</sup></a> Αυτή η διάσταση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου κατέστη ιδιαίτερα σημαντική στον τρέχοντα κύκλο συσσώρευσης, όπως θα δούμε και στη συνέχεια.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn19" title="" href="#_ftnref19"><sup>[19]</sup></a> <a href="http://www.blaumachen.gr/2010/07/blaumachen-%cf%84%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82-4/" target="_blank">Blaumachen τ.4</a></p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn20" title="" href="#_ftnref20"><sup>[20]</sup></a> Μία συνέπεια του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι μπορεί κάποιος δανειολήπτης που έχασε το σπίτι του από την ξαφνική αύξηση των δόσεων λόγω λήξης της περιόδου χάριτος του δανείου και δεν επαρκεί το εισόδημά του, να συμμετείχε συγχρόνως και στο αμοιβαίο κεφάλαιο που χρηματοδοτούσε στην αγορά χρήματος τίτλους βασισμένους στα ενυπόθηκα δάνεια και επιθυμούσε την «έκδοση» subprime λόγω μεγαλύτερης απόδοσης και συγχρόνως κάτοχος ενός μεριδίου σύνταξης μειωμένου λόγω της πτώσης της αξίας των τίτλων στα οποία επένδυε το ασφαλιστικό του σχήμα. Η ζωή μοιάζει έτσι σαν ένα χαρτοφυλάκιο, που η μοίρα της καθορίζεται από τις καλές και στις κακές στιγμές των αγορών.…Το ζήτημα σήμερα είναι ότι η κοινωνική ασφάλιση εξαρτάται από τις αποδόσεις των ασφαλιστικών ταμείων, η παιδεία από τα ιδιωτικώς χρηματοδοτούμενα “ερευνητικά προγράμματα” και τα φοιτητικά δάνεια, η εργασία από τη διεθνή αποτίμηση της κερδοφορίας της επιχείρησης στα χρηματιστήρια και τις τράπεζες του κόσμου, τα τρόφιμα από την εύρυθμη λειτουργία των αγορών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, οι λειτουργίες των δήμων από τα αμοιβαία κεφάλαια και τις διεθνείς χρηματαγορές τίτλων, το περιβάλλον από τα δικαιώματα ρύπων και η κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών από το ύψος του χρέους στις πιστωτικές κάρτες. (<a href="http://radicalnotes.com/content/view/99/39/" target="_blank">Radical Notes, on the character of economic crisis,</a> Spyros Lapatsioras, Leonidas Maroudas, Panayotis G. Michaelides, John Milios and D. P. Sotiropoulos).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn21" title="" href="#_ftnref21"><sup>[21]</sup></a> Η εξωτραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων [έχει] κάποια σημαντικά αποτελέσματα στον τρόπο λειτουργίας τους, ειδικά γι’ αυτές που έχουν πρόσβαση στις αγορές χρήματος. Αναφέρουμε κάποια ελάχιστα σημεία. Πρώτον, μπορεί να διαπιστωθεί μία αύξηση του χρέους των επιχειρήσεων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια, εφόσον αυτό αυξάνει την απόδοση σε σχέση με το ίδιο κεφάλαιο και επομένως δίνει σήμα κερδοφορίας στις χρηματαγορές. Δεύτερον ότι κάθε επιχείρηση, για την ομαλή συνέχιση της χρηματοδότησης απαιτείται να έχει υψηλούς δείκτες απόδοσης –κάθε υποψία μη-επαρκούς αξιοποίησης αυξάνει του κινδύνους επαχθών όρων χρηματοδότησης και μειώνει τις δυνατότητες της επιχείρησης στον ανταγωνισμό (π.χ. διακινδυνεύει την εξαγορά της). Τρίτον ότι οι μετοχές δεν αποτελούν το κύριο μέσο για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αλλά πρώτη ύλη των εξαγορών και των συγχωνεύσεων, με άλλα λόγια υπάρχει μία διαχείριση των χρηματοροών και των αποφάσεων πώλησης και επαναγοράς των μετοχών ώστε να αυξάνει η τιμή των μετοχών (το οποίο μπορεί να παίζει ρόλο στη συσσώρευση όταν απαιτείται επένδυση που θα αποδώσει σε μακρό ορίζοντα).Τα εργατικά συνδικάτα και γενικότερα ο κόσμος της εργασίας βίωσε αυτά τα αποτελέσματα ως απώλεια διαπραγματευτικών θέσεων. Το επιχείρημα ήταν και είναι απλό: δεχτείτε ό,τι προτείνουμε αλλιώς η επιχείρηση θα χάσει τις δυνατότητες χρηματοδότησής της, θα δημιουργηθούν αμφιβολίες για την κερδοφορία της και κινδυνεύει ή να εξαγοραστεί με απώλεια θέσεων εργασίας ή να αναδιαρθρώσει την αλυσίδα παραγωγής και να μεταφερθεί ένα τμήμα της αλυσίδας σε άλλες χώρες.(<a href="http://radicalnotes.com/content/view/99/39/" target="_blank">Radical notes</a>; ο.π.π.)</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn22" title="" href="#_ftnref22"><sup>[22]</sup></a> Δες τα κείμενα: «<a href="http://libcom.org/library/present-moment-theorie-communiste" target="_blank">Η τωρινή στιγμή</a>» και «<a href="http://www.blaumachen.gr/2011/09/%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf/" target="_blank">Η μεταβατική περίοδος της κρίσης…</a>»</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/10/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%ce%b5%cf%83%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b6%ce%b9-%ce%b4%ce%b5-%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bd%ce%ac%e2%80%a6/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/10/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%ce%b5%cf%83%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b6%ce%b9-%ce%b4%ce%b5-%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bd%ce%ac%e2%80%a6/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 26 Oct 2011 17:44:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Άλλα κείμενα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=622</guid>
		<description><![CDATA[Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τί δείχνει η ξεκάθαρη εμφάνιση του ΚΚΕ ως αστυνομίας, αυτό το σημαντικό γεγονός της 20ής Οκτώβρη, για την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και πώς σχετίζεται με την εξέλιξη της κρίσης.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: left;"><em>«Έτσι όπως είμαστε σήμερα, μόνο όταν φοβηθεί ο κόσμος θα βγει στους δρόμους, και θα βγει απότομα, όλος μαζί…Τότε, θα βγάλουν μπροστά του το ΚΚΕ να τον σταματήσει».</em></p>
<p>Αυτή η εντυπωσιακά ακριβής πρόβλεψη έγινε σε  μια κουβέντα του καφέ  με έναν παλιό τροτσκιστή το 2007. Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τί δείχνει η ξεκάθαρη εμφάνιση του ΚΚΕ ως αστυνομίας <a href="#ftn1" rel="nofollow">[1]</a>, αυτό το σημαντικό γεγονός της 20<sup>ής</sup> Οκτώβρη, για την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και πώς σχετίζεται με την εξέλιξη της κρίσης.</p>
<p>Θα ξεκινήσουμε την ανάλυση επιχειρώντας μια κριτική ανάγνωση της βασικής θέσης όλων εκείνων που κάνουν κριτική στο ΚΚΕ για «προδοσία της εργατικής τάξης». Οι φορείς της άποψης αυτής καταθλίβονται επίσης από το ότι «τσακωνόμαστε <em>μεταξύ μας</em>». Η άποψη αυτή μοιάζει να παραβλέπει, να ξεχνά ποιός είναι ο ρόλος του ΚΚΕ στην ταξική πάλη στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται όμως για απροσεξία. Δεν πρόκειται για παράλειψη ή αφηρημάδα. Αυτό που δεν βλέπει η άποψη αυτή καθορίζεται από την ουσία εκείνου που βλέπει, από τη δομή της όρασης της, από τον ίδιο τον πυρήνα του περιεχομένου της. Εκείνο που βλέπει η άποψη αυτή είναι η επανάσταση ως θρίαμβος της εργατικής τάξης, η μετατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας σε κοινωνία εργατών, δηλαδή, η επανάσταση όπως παριστάνει ότι τη βλέπει και το ΚΚΕ (με τον εαυτό του βέβαια στη θέση των αφεντικών). Γι’ αυτό το λόγο η κριτική αυτή κατηγορεί το ΚΚΕ για «προδοσία» στην προσπάθεια επίτευξης ενός <em>κοινού στόχου.</em> Θεωρεί μάλιστα ότι το ΚΚΕ προδίδει τον κοινό στόχο της «ελεύθερης» εργατικής κοινωνίας επειδή με την πρακτική και το λόγο του προτάσσει τη δημιουργία της πολιτικής μορφής ενός εργατικού κράτους αντί της εργατικής αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, και σ’ αυτό το πλαίσιο εξανίσταται από τη χρήση του συνθήματος «Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά, <em>εργάτη</em> μπορείς χωρίς αφεντικά» από το ΚΚΕ.</p>
<p>Μπορεί καταρχήν να φαίνεται παράδοξο, αλλά είναι μέσα σ’ αυτό το σύνθημα που κρύβεται η ουσία του γεγονότος της 20<sup>ής </sup>Οκτώβρη. Το περιεχόμενο αυτού του συνθήματος εκφράζει την πλευρά του ΚΚΕ (όχι όμως <em>μόνο</em> του ΚΚΕ και αυτό έχει μεγάλη σημασία) στην σύγκρουση που παράγεται ιστορικά στην τρέχουσα περίοδο ανάμεσα στις πρακτικές της ταξικής πάλης. Αν διαβάσουμε με προσοχή αυτό το σύνθημα, θα δούμε ότι στη λέξη <em>εργάτη</em> βρίσκεται το κλειδί για το περιεχόμενο της κατά ΚΚΕ (και όχι μόνο) επανάστασης. Η επανάσταση αυτή δεν καταργεί τον εργάτη ως εργάτη, δεν καταργεί το προλεταριάτο, δεν καταργεί τα «γρανάζια», δηλαδή την παραγωγή αξίας. Αντίθετα καλεί τον εργάτη να αγωνιστεί (ή να στοιχηθεί ως πρόβατο πίσω από τους βοσκούς στην περίπτωση του ΚΚΕ) για να συνεχίσει να είναι εργάτης, να συνεχίσει να «γυρνάει τα γρανάζια». Η ουτοπική φράση «χωρίς αφεντικά» σημαίνει «με δική του πρωτοβουλία», δηλαδή με αφεντικά που θα είναι επίσης εργάτες, υποτίθεται αφεντικά του εαυτού τους, ή με αφεντικό το «κόμμα των εργατών». Πίσω από την οπορτουνιστική πρακτική του ΚΚΕ να ενστερνιστεί ένα «σύνθημα των αναρχικών», βρίσκεται η ουσία της διατήρησης της εργασίας ως διαχωρισμένης δραστηριότητας του ανθρώπου μετά την επανάσταση και ό,τι αυτό συνεπάγεται.</p>
<p>Η στάση του ΚΚΕ να υπερασπιστεί, αυτή την κρίσιμη για το κεφάλαιο και το Κράτος ώρα, το κοινοβούλιο και την αστυνομία από τις επιθέσεις ενός κομματιού του προλεταριάτου είναι απολύτως συμβατή με το σύνθημα αυτό, ακόμη περισσότερο επειδή οι επιθέσεις ενάντια στο κράτος και την ιδιοκτησία καθίστανται εφικτές μόνο επειδή έχουν τη στήριξη ενός πολύ μεγάλου κομματιού του προλεταριάτου όπως φάνηκε καθαρά στις 19 Οκτώβρη. Η υπεράσπιση της εργασίας δεν μπορεί να γίνει μέσα σε ιστορικό κενό, δεν υπάρχει μια α-ιστορική μορφή εργασίας (όπως υπονοεί το «θέλουμε δουλειά και όχι ανεργία» κτλ), είναι αναγκαστικά η υπεράσπιση της εργασίας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στο ιστορικό παρόν – και στη συνέχεια η επανάσταση, κατά ΚΚΕ, θα είναι η αναδιάρθρωση της εργασίας στη βάση των ιστορικά καθορισμένων όρων της (κάτι που έκαναν εξάλλου οι μπολσεβίκοι όταν πήραν την εξουσία στη Ρωσία συμμετέχοντας στην προλεταριακή επανάσταση το 1917 και προσπάθησαν να κάνουν οι συνδικαλιστές της CNT όταν ανέλαβαν τη διοίκηση των εργοστασίων μετά την προλεταριακή εξέγερση στην Ισπανία το 1936). Αν συνδυάσουμε αυτά τα συμπεράσματα με την στρατηγική του ΚΚΕ που είναι η διεκδίκηση ενός ολοένα και σημαντικότερου ρόλου στην αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, δηλαδή η ισχυροποίηση του ως μηχανισμού αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων που λειτουργεί παράλληλα με το Κράτος ή ως «γρανάζι» της κρατικής μηχανής σε κάποιες περιπτώσεις, τότε στο πλαίσιο της ολοένα και μεγαλύτερης σημασίας που αποκτά η καταστολή για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης γίνεται κατανοητό γιατί το ΚΚΕ <em>πρέπει</em> να παίζει το ρόλο της αστυνομίας.</p>
<p>Κι εκείνοι που επιτέθηκαν στο ΚΚΕ; Πώς εξηγείται με βάση αυτή τη γραμμή σκέψης ότι ένα μέρος εκείνων που επιτέθηκαν στην κόκκινη φράξια της αστυνομίας, η οποία τους έφραζε το δρόμο προς την χακί φράξια της αστυνομίας, συμμερίζονται σε μεγάλο βαθμό την οπτική του ΚΚΕ για την επανάσταση; Έχουν δίκιο εκείνοι που τους κατηγορούν ότι απλώς ερίζουν με το ΚΚΕ για την κατοχή της Λ. Αμαλίας και κατ’ επέκταση την πολιτική ηγεσία του κινήματος; Εν μέρει η άποψη αυτή έχει βάση, το λάθος όμως βρίσκεται ήδη στο περιεχόμενο του ζητήματος (πολιτική ηγεσία του κινήματος). Η ουσία του γεγονότος της 20<sup>ής</sup> Οκτώβρη κρύβεται κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η απάντηση στο <em>γιατί παράγεται αυτή η σύγκρουση,</em> <em>ποιό είναι το πραγματικό της περιεχόμενο</em> και <em>γιατί φτάνει πια να αποτελεί κεντρικό θέμα της ταξικής πάλης <a href="#ftn2" rel="nofollow">[2]</a> σε πολλά κράτη στον κόσμο</em> μπορεί να βρεθεί μόνο αν καταφέρει κανείς να ξεφύγει από το φαινομενικό δίπολο αριστερά-αναρχικοί (το οποίο είναι δίπολο προηγούμενων επαναστάσεων, καθώς «η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών»). Για να γίνει η απόδραση από το δίπολο αυτό πρέπει να σταθεί κανείς για μια στιγμή στο περιεχόμενο του στρατοπέδου «αναρχικοί», ή black block ή όπως θέλει κανείς να το ονομάζει (αν και η δυστοκία στην εύρεση ενός σταθερού ονόματος ήδη κάτι δείχνει). Είναι γνωστό σε όλους ότι το τμήμα του «κόσμου που συγκρούεται» το οποίο ανήκει οργανικά στη διάρθρωση των ομάδων της «μιλιτάντικης αναρχίας» είναι πλέον πολύ μικρό και γίνεται, όσο βαθαίνει η κρίση, ολοένα και μικρότερο. Είναι επίσης γνωστό ότι πλέον συγκρούονται και εργαζόμενοι, συχνά χωρίς να καταγγέλλεται η πρακτική τους αυτή από τα συνδικάτα τους (βλ. ΠΟΕ-ΟΤΑ), συγκρούονται άνεργοι, ακόμη και μικροαστοί (ιδιοκτήτες ταξί) που προλεταριοποιούνται απότομα. Ο «κόσμος» που προκαλεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις ταραχές της τελευταίας περιόδου ΔΕΝ είναι οργανωμένοι αναρχικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία και η επιρροή των οργανωμένων αναρχικών πάνω του είναι ελάχιστη και συνεχώς φθίνουσα. Ο «κόσμος» αυτός είναι ένα συνονθύλευμα νεανικού (και όσο βαθαίνει η κρίση, όχι μόνο νεανικού) προλεταριάτου το οποίο έχει επισφαλή εργασία ή είναι άνεργο ή αποτελείται από μαθητές ή φοιτητές. Οι πρακτικές αυτού του «κόσμου», κατά κανόνα ταραχές χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα ή ξεσπάσματα ταραχών μέσα στους διεκδικητικούς αγώνες, εκφράζουν το σύγχρονο αδιέξοδο της διεκδίκησης, την έλλειψη μέλλοντος που έχει παραχθεί μέσα σ’ αυτήν την κρίση, ως κρίση της ύπαρξης του μισθού και άρα κρίση αναπαραγωγής του προλεταριάτου. Ο «κόσμος» αυτός ΔΕΝ είναι οι «επαναστάτες» που συγκρούονται γιατί έχουν «ταξική συνείδηση», είναι οι φορείς των πρακτικών που παράγονται από τον αποκλεισμό του προλεταριάτου από την εργασία, από τη βίαιη υποβάθμιση των μεσαίων στρωμάτων, από τη φρενήρη πορεία της κρίσης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού και της προσπάθειας αντιμετώπισής της με έναν ακόμη γύρο επίθεσης του κεφαλαίου ο οποίος φτάνει να αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξη του μισθού. Οι πρακτικές αυτού του «κόσμου» είναι επίσης αδιέξοδες, αν τις εξετάσουμε από την οπτική της αναζήτησης μιας στρατηγικής για τη νίκη της εργατικής τάξης και την πραγμάτωση μιας εργατικής κοινωνίας. Το αδιέξοδο των πρακτικών αυτών είναι που προεικονίζει το ξεπέρασμα τους μέσα στην ταξική πάλη, ξεπέρασμα που δε θα προκύψει ως επιβολή τους επί άλλων πρακτικών, αλλά θα παραχθεί από την πορεία της συγκρουσιακής συνύπαρξης αυτών των πρακτικών με τις διεκδικητικές πρακτικές. Αυτό το ξεπέρασμα θα είναι εφικτό να παραχθεί μόνο όταν θα βρισκόμαστε στο στάδιο εκείνο που η σύγκρουση δεν θα αναπαράγει μόνο τη δυναμική των ταραχών χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα αλλά θα παράγει πλέον και λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Η σύγκρουση αυτή παράγεται αντικειμενικά και οι όποιες επιλογές των ατόμων υπερκαθορίζονται από τη σαρωτική επέλαση της κρίσης. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια σύγκρουση αναρχικών-ΚΚΕ μπροστά στη Βουλή, αυτό είναι μόνο το φαίνεσθαι, αυτή η ανάγνωση εξυπηρετεί μόνο τα ειδικά πολιτικά συμφέροντα των <em>πολιτικά</em> οργανωμένων αναρχικών και του ΚΚΕ και των μικρών συνοδοιπόρων του. Σίγουρα θα γίνουν προσπάθειες άντλησης πολιτικής υπεραξίας και από τις δύο πλευρές της «σύγκρουσης μπροστά στη βουλή» και μπορεί σε ένα βραχυπρόθεσμο επίπεδο οι προσπάθειες αυτές να φαίνονται επιτυχημένες (και από τις δύο πλευρές). Όλες οι προσπάθειες αυτές θα ερίζουν για το ποιός νοιάζεται περισσότερο για την «ενότητα της εργατικής τάξης» και θα χρησιμοποιούν σχεδόν τους ίδιους όρους στις αλληλοκατηγορίες τους. Η εξέλιξη της κρίσης όμως επιταχύνεται και το γεγονός της 20<sup>ής</sup> Οκτώβρη σε λίγο θα μοιάζει ένα αθώο παιχνίδι με πέτρες, δυο τρεις μολότοφ, και εκατοντάδες παλούκια με κόκκινα πανάκια.</p>
<p>Η σύγκρουση που εμφανίστηκε με όρους πολιτικού <em>φετιχισμού</em> ως σύγκρουση αναρχικών-ΚΚΕ μπροστά στη βουλή, παράγεται ως εσωτερική σύγκρουση πρακτικών του προλεταριάτου μέσα σε ολόκληρο τον κύκλο αγώνων που ξεκίνησε μετά την αναδιάρθρωση της δεκαετίας του 1980 (για την Ελλάδα του 1990), αποτελεί την ουσία αυτού του κύκλου αγώνων και τώρα μέσα στην κρίση συμπυκνώνονται και συναντιούνται όλες οι αντιφάσεις που τη γέννησαν και την ανέπτυξαν. Η σύγκρουση αυτή έχει παραχθεί ιστορικά ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή της ταξικής πάλης, και δεν είναι αποτέλεσμα «στρατηγικών», «προδοσιών», «ταξικής συνείδησης» και άλλων ιδεολογημάτων. Τα δύο στρατόπεδα που δημιουργούνται με μεγάλη ταχύτητα μέσα στη συμπύκνωση του ιστορικού χρόνου είναι ρευστά και ό,τι φαίνεται σήμερα να προεικονίζει <em>μέσα από το ξεπέρασμα των ορίων του</em> την επανάσταση, αύριο θα εμφανιστεί διαιρεμένο, θα εκραγούν οι εσωτερικές του αντιφάσεις οι οποίες σήμερα μπορεί να μη φαίνονται και τόσο σημαντικές. Η εμβάθυνση της κρίσης θα οδηγήσει τις πρακτικές πέρα από το «στάδιο των ταραχών», στο οποίο ολοφάνερα βρισκόμαστε σήμερα. Οι εξεγερμένοι του αύριο (το οποίο ίσως και να μη βρίσκεται πολύ μακριά) θα αναγκαστούν να πάρουν μέτρα συνέχισης του αγώνα τα οποία θα είναι ταυτόχρονα μέτρα επιβίωσης, κομμουνιστικά μέτρα τα οποία θα θίγουν τον πυρήνα της παραγωγής υπεραξίας και θα χτίζουν νέες κοινωνικές σχέσεις. Μέσα στο στρατόπεδο που θα αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξη της αξίας θα εκραγούν για παράδειγμα οι αντιφάσεις του <em>μιλιταρισμού </em>και του <em>σεξισμού</em> που αναγκαστικά συνοδεύουν τις ταραχές. Οι εσωτερικές συγκρούσεις έρχονται, νέες διαιρέσεις είναι αναπόφευκτες.</p>
<p>Βρισκόμαστε μέσα στη δίνη, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μας βγάλει πια. Κάθε προσπάθεια να αντιληφθούμε τη δομή των σχέσεων της εποχής μας, κάθε προσπάθεια να απεγκλωβιστούμε από την πολιτική αντίληψη για την επανάσταση, η οποία ως <em>πολιτική</em> ανήκει στον παρελθοντικό κόσμο των προηγούμενων επαναστάσεων, σίγουρα θα συμβάλει στην κριτική αυτού του κόσμου, ο οποίος έτσι κι αλλιώς τρέμει, κινδυνεύει, ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων, με ολική καταστροφή από την επερχόμενη επανάσταση.</p>
<div align="right">
<p>πράκτορες του χάους</p>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<p style="text-align: left;"><a title="" id="ftn1" rel="nofollow">[1]</a> Δεν είναι μόνο η απαγόρευση της πρόσβασης στη Λ. Αμαλίας στους διαδηλωτές που ορίζει την πρακτική του ΚΚΕ ως πρακτική αστυνομίας. Υπάρχουν ντοκουμέντα που αποδεικνύουν ότι το ΚΚΕ περιφρούρησε το πλεξιγκλάς της αστυνομίας στη Β. Σοφίας και τη Βουλή ειδικά και ξεχωριστά, χωρίς δηλαδή να υπάρχει πίσω από την περιφρούρηση «άμαχος πληθυσμός» του ΚΚΕ.</p>
<p style="text-align: left;"><a title="" id="ftn2">[2]</a> Τόσο κεντρικό για την Ελλάδα που βγάζει από το προσκήνιο τη δολοφονία ενός διαδηλωτή από την αστυνομία. Η αστυνομία του Κράτους χρησιμοποίησε τόσα πολλά δακρυγόνα που κατόρθωσε να δολοφονήσει έναν εξ’αυτών που υπερασπίζονταν την εργατική τάξη περιφρουρώντας τη βουλή. Σε πολλά κράτη, κυρίως της πρώτης ζώνης του κεφαλαίου (με τελευταία παραδείγματα την Ιταλία και τις ΗΠΑ), η σύγκρουση εμφανίζεται με τη μορφή του δίπολου ταραχές / «ειρηνικές» καταλήψεις και διαδηλώσεις.</p>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/10/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%ce%b5%cf%83%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b6%ce%b9-%ce%b4%ce%b5-%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bd%ce%ac%e2%80%a6/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η μεταβατική περίοδος της κρίσης: Η εποχή των ταραχών</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/09/%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/09/%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 08 Sep 2011 08:42:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator>woland</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=594</guid>
		<description><![CDATA[Από τη συγγραφή του κειμένου «Η μεταβατική περίοδος της κρίσης: Η εποχή των ταραχών» που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2011 στο 5ο τεύχος του περιοδικού blaumachen μέχρι σήμερα (αρχές Σεπτέμβρη του 2011), μέσα από την εξέλιξη της ταξικής πάλης έχουν παραχθεί δύο πολύ σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο είναι η ανάδυση του κινήματος των «αγανακτισμένων» στην Ισπανία, την Ελλάδα και το Ισραήλ, και το δεύτερο οι ταραχές του Αυγούστου στην Αγγλία.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<h2>Εισαγωγή</h2>
<p>(Σεπτέμβριος 2011)</p>
<p>Από τη συγγραφή του κειμένου «Η μεταβατική περίοδος της κρίσης: Η εποχή των ταραχών» που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2011 στο 5<sup>ο</sup> τεύχος του περιοδικού blaumachen μέχρι σήμερα (αρχές Σεπτέμβρη του 2011), μέσα από την εξέλιξη της ταξικής πάλης έχουν παραχθεί δύο πολύ σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο είναι η ανάδυση του κινήματος των «αγανακτισμένων» στην Ισπανία, την Ελλάδα και το Ισραήλ, και το δεύτερο οι ταραχές του Αυγούστου στην Αγγλία.</p>
<p>Τα δύο αυτά γεγονότα είναι βέβαια σημαντικά αυτά καθαυτά, αλλά από τη δική μας σκοπιά μεγαλύτερη σημασία έχει <em>η μεταξύ τους σχέση, δηλαδή, η</em> <em>απόκλιση πρακτικών που εμφανίζεται μεταξύ τους, και η απόκλιση πρακτικών που εμφανίζεται στο εσωτερικό τους. </em>Σχετικά με την έννοια της απόκλισης η οποία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την Theorie Communiste  παραθέτουμε από δύο άλλα κείμενα που περιέχονται στο <em>blaumachen 5</em>:  «Από τους διεκδικητικούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη, ποιοτικό άλμα, αλλά η ρήξη αυτή δεν είναι ένα θαύμα, ούτε είναι μια απλή διαπίστωση του προλεταριάτου ότι το μόνο που μπορεί πια να γίνει είναι η επανάσταση γιατί όλα τα άλλα έχουν αποτύχει. Το σύνθημα «Μια μόνο λύση, η επανάσταση» αποτελεί συμμετρική ανοησία σε σχέση με την επαναστατική δυναμική της διεκδικητικής πάλης. Η ρήξη αυτή παράγεται κατά θετικό τρόπο με την εξέλιξη του κύκλου αγώνων που προηγείται, και μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του. Η ρήξη αυτή <em>προαναγγέλλεται</em> με τον πολλαπλασιασμό των <em>αποκλίσεων</em> στο εσωτερικό της ταξικής πάλης ανάμεσα, αφενός, στην εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο και, αφετέρου, την αναπαραγωγή του κεφαλαίου την οποία συνεπάγεται το ίδιο το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη. Η έννοια της απόκλισης προσδιορίζει τη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, μια δυναμική που υφίσταται με εμπειρικά διαπιστώσιμο τρόπο», (<em>Η τωρινή στιγμή</em>, Roland Simon)… «Στην έννοια της «<em>απόκλισης</em>» υπάρχουν τρεις στιγμές: η ιδέα της απόστασης, αυτή της κίνησης και αυτή της εσωτερικότητας. Απόσταση στο βαθμό που πρόκειται για <em>δραστηριότητες οι οποίες μπορούν να διαφοροποιηθούν και να αντιπαρατεθούν η μία στην άλλη</em>. Κίνηση στο βαθμό που δεν πρόκειται για πράγματα ανεξάρτητα μεταξύ τους που απλώς συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο αλλά μάλλον για <em>κριτικό αυτοστοχασμό της ταξικής δράσης</em>. Αυτό μας οδηγεί στην τρίτη απόχρωση της έννοιας: πρόκειται για <em>κίνηση και απόσταση που είναι εσωτερική στη δραστηριότητα του προλεταριάτου ως τάξης</em>. Πρόκειται για δύο όψεις της ίδιας ταξικής δράσης (το να υπάρχει ως μοναδικός ορίζοντας το κεφάλαιο / το να βρίσκεται το προλεταριάτο σε αντίφαση με την αναπαραγωγή του ως τάξης) – η <em>απόκλιση</em> είναι η δυαδικότητα που γίνεται ορατή σαν καταναγκασμός, μέσα στο κεφάλαιο, για την ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης», (<em>blaumachen 5</em>, <em>Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο</em>).</p>
<p>Η απόκλιση ανάμεσα σε διαφορετικές πρακτικές της ταξικής πάλης εμφανίζεται με πολλούς τρόπους: Μπορεί να είναι απόκλιση ανάμεσα σε πρακτικές που εμφανίζονται σε διαφορετικούς αγώνες που λαμβάνουν χώρα μέσα στο ίδιο κράτος (όπως για παράδειγμα ο Δεκέμβρης του 2008 και το «κίνημα των αγανακτισμένων» το καλοκαίρι του 2011). Μέσα από τα όρια ενός αγώνα μπορεί να παράγεται ένας  άλλος ως απόκλιση από το περιεχόμενο του (όχι μόνο προς την κατεύθυνση των αγώνων χωρίς αιτήματα αλλά και αντίστροφα, κάτι που αναμφίβολα σχετίζεται με τη σύνθεση των συμμετεχόντων, δηλαδή με <em>τη συγκυρία</em> του κύκλου αγώνων). Μπορεί να είναι απόκλιση πρακτικών μέσα στον ίδιο αγώνα: «…σε έναν μακροχρόνιο αγώνα διεκδίκησης μισθού που εμφανίζεται κατά κύματα από το 2006, οι εργάτες στο Μπαγκλαντές επιτέθηκαν πολλές φορές στα εργοστάσια που δούλευαν και τα έσπασαν και τα έκαψαν. Δηλαδή, ενώ ζητούσαν να συνεχίσουν να δουλεύουν με καλύτερο μισθό μέσα σ’ αυτά τα εργοστάσια, την ίδια στιγμή, ερχόμενοι αντιμέτωποι με την μη ικανοποίηση από το κεφάλαιο των αιτημάτων τους, καίγοντας τα εργοστάσια επιτέθηκαν στην ίδια τους την ύπαρξη ως εργάτες. Η απόκλιση δεν είναι το κάψιμο των εργοστασίων, είναι η αντιφατική συνύπαρξη της διεκδίκησης με την επίθεση στα μέσα παραγωγής», (<em>εισήγηση </em><em>blaumachen στο φεστιβάλ </em><em>communismos</em>, <em>Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης</em>). Μπορεί να είναι απόκλιση μεταξύ πρακτικών σε αγώνες που δίνονται σε διαφορετικά κράτη. «Οι διαφορετικές εκφάνσεις [της ταξικής πάλης σήμερα, η απόκλιση πρακτικών σε αγώνες που συμβαίνουν σε διαφορετικά κράτη] είναι<em> οι στιγμές μιας ολότητας </em>που πηγάζει από την αντίφαση που αναφέραμε προηγουμένως, από το γεγονός δηλαδή ότι η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980 που λαμβάνει χώρα σήμερα παράγει πλεονάζοντα πληθυσμό με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα και ταυτόχρονα δεν αυξάνει την αναλογία του μεταβλητού κεφαλαίου στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο. Εντείνει, δηλαδή, ποιοτικά και ποσοτικά την κρίση και δεν παράγει διέξοδο από αυτήν» (<em>blaumachen 5, Η εποχή των ταραχών</em>). Η ταξική πάλη βέβαια λαμβάνει χώρα ως χειροπιαστή πραγματικότητα μέσα στα όρια ενός κράτους, το προλεταριάτο είναι εκμεταλλευόμενο από το κεφάλαιο  στο συγκεκριμένο κράτος στο οποίο ζει, έτσι αναγκαστικά αντιλαμβάνεται τα πράγματα σε σχέση με τα αφεντικά <em>του </em>και το κράτος <em>του</em>. Η περίπτωση κάθε κράτους είναι διαφορετική (η αγγλική αστυνομία δεν είναι η ελληνική αστυνομία, γιατί η ιδιαιτερότητα της ταξικής πάλης στην Αγγλία επιβάλλει μια άλλη αστυνόμευση). Όμως η απόκλιση ανάμεσα σε πρακτικές αγώνων που συμβαίνουν σε διαφορετικά κράτη έχει μεγάλη σημασία για τη σκοπιά της κομμουνιστικοποίησης, για την οποία η επανάσταση είναι η αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και όχι η «απελευθέρωση» του προλεταριάτου και η μετατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας σε «κοινωνία εργατών». Μπορεί η κορυφαία στιγμή της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, η παραγωγή αξίας και υπεραξίας, να λαμβάνει χώρα ειδικά και ξεχωριστά σε κάθε κράτος, η ίδια η ύπαρξη όμως κάθε κράτους είναι δυνατή μόνο λόγω της ειδικής του σχέσης με τα άλλα καπιταλιστικά κράτη και συνεπώς της ενσωμάτωσης του σε μια ορισμένη θέση στην παγκόσμια συνάρθρωση των κρατών, όπως αυτή παράγεται μέσω του ανταγωνισμού των ξεχωριστών κεφαλαίων και του (ειδικού) ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Μπορεί το προλεταριάτο να αντιμετωπίζει στους αγώνες του το κράτος <em>του</em> και τα αφεντικά <em>του, </em>όμως η τάξη των καπιταλιστών μέσα από τη συνάρθρωση των συνολικών κοινωνικών κεφαλαίων των κρατών (η οποία φυσικά εμπεριέχει αντιφάσεις και συγκρούσεις) εκμεταλλεύεται την εργατική τάξη στο σύνολο της.  Έτσι, η επανάσταση ως  διαδικασία κατάργησης της αξίας και του κράτους, μέσα από την επίθεση σε κάθε ξεχωριστό κράτος, θα διαλύσει αναγκαστικά τη συνάρθρωση αυτή, και κατ’ αυτήν την έννοια θα έχει <em>αναγκαστικά</em> παγκόσμιο χαρακτήρα, δηλαδή θα αφορά, <em>παράλληλα</em> και<em> ταυτόχρονα</em> πολλά κράτη και τελικά <em>τη διάλυση όλων των κρατών</em> (και όχι την κατάληψη της εξουσίας, ή το μαρασμό των κρατών μέσα από δημιουργία παράλληλων μορφών αυτοδιαχείρισης της παραγωγής από το προλεταριάτο).</p>
<p>Η απόκλιση <em>ανάμεσα σε πρακτικές ξεχωριστών αγώνων και στις πρακτικές μέσα σε κάθε συγκεκριμένο αγώνα</em> παράγει, στο δικό μας κύκλο αγώνων, το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικό καταναγκασμό και την κορύφωση του κύκλου αγώνων (για μας ως ρήξη με το ίδιο το ταξικό ανήκειν, την επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση). Το βάρος δίνεται <em>στη σχέση μεταξύ πρακτικών στους αγώνες</em>:  «Το σημαντικό είναι η ίδια η απόκλιση ανάμεσα στις δραστηριότητες και όχι η ταυτοποίηση «επαναστατικών» και «μη-επαναστατικών» πρακτικών. Τέτοια διάκριση δεν υπάρχει πριν την επανάσταση και κάθε επίκληση της σ’ αυτό το στάδιο είναι ιδεολογική έκφραση των φορέων των δραστηριοτήτων που αποκλίνουν μεταξύ τους» (<em>εισήγηση </em><em>blaumachen στο φεστιβάλ </em><em>communismos</em>, <em>Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης</em>). Οι πρακτικές της διεκδίκησης στους αγώνες με αιτήματα δε βρίσκουν πια καμία διέξοδο και <em>η σχέση τους</em> με τις πρακτικές που εμφανίζονται στους αγώνες χωρίς αιτήματα είναι η ιστορική παραγωγή αυτού του γεγονότος: συμβαίνουν «ταραχές» με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα. Η ιστορική πορεία του κύκλου αγώνων καθορίζεται επίσης από τη συμμετοχή ολοένα και περισσότερων στρωμάτων του προλεταριάτου στους αγώνες αλλά όχι προς την κατεύθυνση της ενοποίησης τους: Η <em>συγκεκριμένη</em> απόκλιση μεταξύ των πρακτικών, αυτή που παράγεται σε κάθε συγκεκριμένο αγώνα ή μεταξύ αγώνων που συμβαίνουν παράλληλα και ανεξάρτητα, ορίζει το σημείο που βρίσκεται η ιστορική πορεία της αντίφασης-ταυτότητας: τάξη του τρόπου παραγωγής-τάξη της επανάστασης. Η εξέλιξη των αποκλίσεων ανάμεσα σε πρακτικές αγώνων που λαμβάνουν χώρα κατά την εξέλιξη του κύκλου είναι η ιστορική διαδικασία που παράγει την κορύφωση του κύκλου αγώνων. Καθώς εξελίσσεται αυτός ο κύκλος αγώνων, το προλεταριάτο όλο και περισσότερο, μέσα από τις αποκλίσεις που εμφανίζονται εσωτερικά στη δραστηριότητα των διάφορων αγωνιζόμενων κομματιών του, μάχεται ως τάξη για την αναπαραγωγή του και ταυτόχρονα βρίσκει αυτή την αναπαραγωγή (το ταξικό ανήκειν) εξωτερικευμένη σαν καταναγκασμό στο κεφάλαιο, με αποτέλεσμα να μάχεται ταυτόχρονα και εναντίον αυτής της αναπαραγωγής (αυτή η ταυτόχρονη δράση είναι η απόκλιση, ως εσωτερική σχέση πρακτικών των ξεχωριστών αγώνων και πρακτικών μέσα σε κάθε αγώνα). Η σχηματοποίηση αυτής της αντίφασης-ταυτότητας σε συγκεκριμένες δραστηριότητες γίνεται ολοένα και πιο εμφανής και, όπως δείχνουν τα πράγματα, θα οδηγήσει σε βίαιες συγκρούσεις μέσα στους αγώνες.</p>
<p>Με το κείμενο αυτό αναλύουμε τη συγκυρία όπως αυτή διαμορφώνεται μέχρι την άνοιξη του 2011 (πριν το ξέσπασμα του κινήματος στην Ισπανία). Εισάγουμε τον όρο «εποχή των ταραχών», ο οποίος οριοθετεί τη μεταβατική περίοδο της κρίσης που ξεκίνησε το 2008 (στην πραγματικότητα το 2007) και <em>την κρίση αυτής της μεταβατικής περιόδου, </em>ως εξής: «Οι πρόσφατοι αγώνες εκφράζουν ακόμη πιο έντονα τις δύο βασικές όψεις της διαδικασίας που παράγει την επανάσταση της σύγχρονης περιόδου: την απονομιμοποίηση της διεκδίκησης, δηλαδή τη μετατροπή της σε συστατικό της αναπαραγωγής των τάξεων που τείνει να περιθωριοποιείται και να καταστέλλεται, και <em>την εσωτερική απόσταση [απόκλιση] που παράγεται ανάμεσα στις προλεταριακές πρακτικές κατά την κίνηση του ταξικού αγώνα</em>. Η εξέλιξη αυτή παράγεται πλέον σε όλες τις ζώνες του κεφαλαίου με την τροπικότητα που επιβάλλει η αντικειμενικότητα του κεφαλαίου, η οικονομία, σε κάθε μία από αυτές. Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την πρόβλεψη ότι <em>μπαίνουμε σε μια εποχή ταραχών, μεταβατική αλλά εξαιρετικά βίαιη, η οποία θα οριοθετήσει την κρίση αναπαραγωγής του προλεταριάτου, άρα και του καπιταλισμού ως σημαντικό διαρθρωτικό στοιχείο της επόμενης περιόδου</em>. Με την έννοια ταραχές εννοούμε κινηματικές διεκδικητικές ή μη διαδικασίες με ιδιαίτερα βίαιη μορφή που μετατρέπουν τα αστικά περιβάλλοντα σε πεδία ταραχών χαμηλής ή μεγαλύτερης έντασης (<em>οι ταραχές δεν είναι επανάσταση, ακόμη και οι εξεγέρσεις δεν είναι επανάσταση, παρότι μπορούν να αποτελέσουν το ξεκίνημα μιας επανάστασης</em>). Η εσωτερική απόσταση ανάμεσα στις προλεταριακές πρακτικές εντείνει όλες τις κοινωνικές αντιφάσεις και δημιουργεί μια αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία εντεινόμενων συγκρούσεων οι οποίες συμπεριλαμβάνουν ολοένα και περισσότερες κατηγορίες της εργατικής τάξης, και αύξηση της καταστολής. Η ιδιαιτερότητα αυτής της «εποχής» έγκειται στο ότι η δυναμική των αγώνων δεν μπορεί να παραγάγει σχετικά ευσταθή αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, οι αγώνες των προλετάριων ως τάξης που διεκδικεί μια αξιοπρεπέστερη ύπαρξη, αναπόφευκτα αναπαράγουν την αντίπαλη τάξη και τη δική τους ταξική ύπαρξη σαν τάξης των προλετάριων. Το όριο των αγώνων, σήμερα πια, είναι ακριβώς το γεγονός ότι είναι ταξικοί αγώνες. Από την άλλη πλευρά, η δραστηριότητα από την οποία παράγεται η ταξική φύση των αγώνων σαν όριο δεν παύει να είναι ταξική δραστηριότητα, στην αρχική της τουλάχιστον φάση. Το όριο των αγώνων είναι ακριβώς το γεγονός ότι παραμένουν ταξικοί αγώνες, ενώ η μόνη εγγύηση της υπέρβασής τους είναι η έμπρακτη επίθεση στο κεφάλαιο, η οποία ταυτόσημα είναι επίθεση στην ίδια την ταξική ύπαρξη των προλετάριων» (blaumachen 5, Η εποχή των ταραχών).</p>
<p>Οι ταραχές του Αυγούστου στην Αγγλία επιβεβαιώνουν την ανάλυση σχετικά με την  «εποχή των ταραχών» και αποτελούν έναν ακόμη ιστορικό σταθμό προς την κορύφωση του τρέχοντος κύκλου αγώνων. Η γραμμή Νοέμβρης 2005 (Γαλλία) – Δεκέμβρης 2008 (Ελλάδα) – Αύγουστος 2011 (Αγγλία) είναι πολύ δύσκολο πια να αγνοηθεί ακόμη και από όσους εθελοτυφλούσαν πριν τα τελευταία γεγονότα. Συγκεκριμένες πρακτικές που εμφανίζονται σ’ αυτή την ιστορική διαδοχή (λεηλασίες, εμπρησμοί-καταστροφές κτιρίων, πυρπόληση αστυνομικών τμημάτων) δομούν το υποκείμενο των αποκλεισμένων, του δομικά παραγόμενου πλεονάζοντος πληθυσμού μέσα στον τρέχοντα κύκλο συσσώρευσης. Οι πρακτικές αυτές επιβεβαιώνουν το «τέλος του ακτιβισμού» (δες το κείμενο <em>«Η τωρινή στιγμή»</em>), ως συγκεκριμένης σχηματοποίησης του ορίου της ταξικής πάλης. Στην περίπτωση της Γαλλίας, η καθορισμένη από το κράτος πολεοδομική περιθωριοποίηση των αποκλεισμένων δεν άφησε κανένα περιθώριο συνύπαρξης του «αυτόνομου από το κεφάλαιο» ακτιβισμού με τους εξεγερμένους. Στην περίπτωση της Ελλάδας η<em> συνάντηση</em> των ακτιβιστών με τους μετανάστες και τους μαθητές παρήγαγε μια συνύπαρξη στην οποία  συγκεκριμένοι ακτιβιστές βρέθηκαν μέσα από τις ίδιες τις πρακτικές τους να αμφισβητούν τον εναλλακτισμό τους. Στην περίπτωση της Αγγλίας η πολεοδομία δεν αποτέλεσε εμπόδιο συνάντησης, αλλά ο εναλλακτισμός ήταν απολύτως ξένος με τις πρακτικές των εξεγερμένων (από εδώ πηγάζει και η τόσο έντονη κριτική στις πρακτικές της λεηλασίας από πολλούς  ακτιβιστές, κριτική που έφτασε στο σημείο να γίνει πρακτική με τη συμμετοχή κάποιων στις ομάδες για riot cleanup).</p>
<p>Τα κινήματα των «αγανακτισμένων» επιβεβαιώνουν το «τέλος του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού» (δες το κείμενο <em>«Η τωρινή στιγμή»</em>), καθώς αποτελούν την έκρηξη των αντιφάσεων του τελευταίου. Η κρίση του 2008, ως κρίση της παγκοσμιοποίησης, έδωσε τη δυνατότητα το 2011 στο ριζοσπαστικό δημοκρατισμό να επανακάμψει μετά από μακρά απουσία (από το 2003) και να καταστραφεί μέσα στο θρίαμβο του. Τα κινήματα αυτά είναι πολύ πλατειά από άποψη σύνθεσης (περιλαμβάνουν από νέους προς ένταξη στην αγορά εργασίας – μόνο θεωρητικά – έως ραγδαία προλεταριοποιούμενους μικρο-καπιταλιστές και στελέχη επιχειρήσεων) και από άποψη διεκδικήσεων (από μια ρύθμιση του καπιταλισμού μέχρι την εναλλακτική διαχείριση του, η οποία εκφράζεται με διάφορα επίθετα πριν από τη λέξη δημοκρατία). Ο θρίαμβος του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή η ευρύτητα της σύνθεσης του εκφράστηκε επιτέλους με τη μαζικότητα που της αντιστοιχεί και στο γεγονός ότι πλέον κυριαρχούν <em>οι λέξεις </em>που χρησιμοποιούσε το ακτιβιστικό-πρωτοποριακό του κομμάτι στο παρελθόν. Ό,τι στα τέλη της δεκαετίας του 1990-αρχές της δεκαετίας του 2000 φάνταζε «ριζοσπαστικό» (αυτοοργάνωση, έλεγχος των κρατικών δομών από την εργατική τάξη, πλήρης απαξίωση των κομμάτων, «άμεση» δημοκρατία) σήμερα αποτελεί την κοινοτοπία των κινημάτων αυτών (με αποτέλεσμα κάποιες απ&#8217; αυτές τις λέξεις να μην έχουν πια το παλιό «ριζοσπαστικό» τους περιεχόμενο). Και οι δύο όμως όψεις του θριάμβου στην πραγματικότητα αποτελούν την καταστροφή, ή πιο ακριβώς διατυπωμένο, την εσωτερική υπονόμευση, <em>την κατάρρευση</em> <em>του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού</em>: η μαζικότητα, όπως ήταν αναμενόμενο, απέτυχε να κάνει ορατές για το κράτος, πόσο μάλλον να «νομιμοποιήσει» τις διεκδικήσεις τους και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται δεν κατόρθωσαν να κρύψουν το εσωτερικό κενό περιεχομένου του κινήματος: κανείς δεν πιστεύει ότι αυτές οι λέξεις μπορεί να σημαίνουν κάτι από μόνες τους πια, κανείς δεν πιστεύει σε έναν «άλλο κόσμο που είναι εφικτός» (χωρίς αυτό να προϋποθέτει την καταστροφή αυτού του κόσμου). Μέσα στη <em>δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης (</em>δες το κείμενο <em>«Η εποχή των ταραχών»</em>) η απάντηση του κράτους σ’ αυτή την εντυπωσιακή εισβολή στη δημόσια σφαίρα των κινημάτων των «αγανακτισμένων» δεν είναι μια «νέα» ρύθμιση της σχέσης κεφάλαιο, αντίθετα είναι κάπως άκομψη και  μονοκόμματη: <em>αστυνομία</em>.</p>
<p>Το σημαντικό στις μελλοντικές εξελίξεις, ως κρίση και ένταση της ταξικής πάλης,  είναι η εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στις πρακτικές τύπου Αγγλίας και στις πρακτικές των «αγανακτισμένων». Η σχέση αυτή αποκτά βαρύνουσα σημασία λόγω της ρευστότητας ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο δομούμενα υποκείμενα (η ανεργία έχει μπει στο κέντρο της  μισθωτής σχέσης). Η σχηματοποίηση του νέου ορίου (η αστυνομία, το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός) οδηγεί σε μια νέα μορφοποίηση που επιχειρούμε να προσεγγίσουμε με τον όρο «ταραχές». Οι «ταραχές» περικυκλώνουν τα κινήματα των «αγανακτισμένων», τα διεμβολίζουν και τελικά διεισδύουν σ’ αυτά και παράγουν αποκλίσεις ανάμεσα σε πρακτικές των κινημάτων αυτών (μια πρώτη έκφανση αυτού του γεγονότος αποτελεί το διήμερο 28-29 Ιουνίου στην Ελλάδα). Η διαλεκτική της απόκλισης δουλεύει πυρετωδώς…</p>
<p>________________________________________________________</p>
<p>&nbsp;</p>
<h1>Η μεταβατική περίοδος της κρίσης: Η εποχή των ταραχών</h1>
<p>Στον ένα χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση του προηγούμενου τεύχους, η ιστορική εξέλιξη επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να βγει από την κρίση αναπαραγωγής του, καθώς αυτή παίρνει ολοένα και περισσότερο τη μορφή γενικευμένης κοινωνικής κρίσης, κάτι που προκύπτει από το γεγονός ότι πρόκειται για <em>κρίση της μισθωτής σχέσης<a title="" href="#_ftn1"><strong>[1]</strong></a></em>. Για να υπήρχε πιθανότητα να βγει το κεφάλαιο από την κρίση, θα έπρεπε καταρχήν να ενταθεί η καταστροφική διαδικασία της κρίσης, καθώς μόνο μέσα από την απαξίωση ή άμεση καταστροφή παραγωγικού κεφαλαίου σημαντικής αξίας (περισσότερη σημασία έχει η απαξίωση/ανανέωση <em>παγίου κεφαλαίου</em>) μπορεί να ξεκινήσει  ένας νέος κύκλος συσσώρευσης<a title="" href="#_ftn2">[2]</a>.</p>
<p>Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο σήμερα πρέπει καταρχήν να απαξιωθεί μαζικά χρηματοπιστωτικό <em>οιονεί</em> κεφάλαιο (ΧΟΚ, πρόκειται για εν δυνάμει κεφάλαιο που βρίσκεται εγκλωβισμένο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και υπό συνεχή απειλή μαζικής απαξίωσης μέσα στην κρίση). Αυτό το στάδιο είναι απαραίτητο λόγω της δομής του σύγχρονου κοινωνικού κεφαλαίου και της ειδικής σημασίας, για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που απέκτησε η χρηματοπιστωτική μορφή του κατά την εξέλιξη της τρέχουσας ιστορικής περιόδου του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, που ακολούθησε την κρίση της δεκαετίας του &#8217;70, είχε ως αποτέλεσμα την <em>χρηματιστικοποίηση (financialisation) του καπιταλισμού συνολικά </em>και όχι απλώς την ενδυνάμωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως τομέα του<em>. </em>Ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στη διαδικασία άντλησης και κατανομής της υπεραξίας στην περίοδο από το 1982 έως το ξέσπασμα της κρίσης το  2008 ήταν καθοριστικός για την εξέλιξη του ποσοστού κέρδους, καθώς αποτέλεσε την «αρχιτεκτονική» του μηχανισμού εξίσωσης του ποσοστού κέρδους κατά τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Στην ανοδική φάση του κύκλου, η χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση ευνόησε την αύξηση των επενδύσεων μέσω της αύξησης του διαθέσιμου για εκμετάλλευση πληθυσμού και της επιβολής του ανταγωνισμού ανάμεσα στις εργατικές δυνάμεις σε παγκόσμιο επίπεδο (ανταγωνισμού για τη χαμηλότερη τιμή της εργατικής δύναμης που οδήγησε στο λεγόμενο καθοδικό σπιράλ της αξίας της εργατικής δύναμης παγκόσμια). Ταυτόχρονα, η κινητικότητα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και η επιτυχία του να ανεβάζει την κερδοφορία ήταν τέτοια που οδήγησε στην αντιστροφή της σχέσης ανάμεσα στο επιτόκιο και το επιχειρηματικό κέρδος. Η σταδιακή αύξηση του ΧΟΚ στη φάση αυτή ήταν <em>απολύτως αναγκαία</em> για την επέκταση της παραγωγής και ταυτόχρονα επακόλουθο της<a title="" href="#_ftn3">[3]</a>. Ως επακόλουθο η αύξηση του ΧΟΚ δημιούργησε το χαμηλότερο (σε σχέση με τον προηγούμενο κύκλο) ποσοστό συσσώρευσης που χαρακτήρισε ολόκληρη την περίοδο, καθώς ένα μέρος των κερδών υποχρεωτικά «ανακυκλωνόταν» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, για να μπορεί το τελευταίο να συνεχίσει να επιτελεί το ρόλο του στην αύξηση της κερδοφορίας. Έτσι η αύξηση του ποσοστού κέρδους βασιζόταν στο <em>σχετικά</em> χαμηλό ποσοστό συσσώρευσης. Στη συνέχεια, με τον ίδιο τρόπο που αρχικά καθοδήγησε την επέκταση της παραγωγής, η χρηματιστικοποίηση συνέβαλε στη μείωση του μεταβλητού σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο, και τελικά στην ωρίμανση της κρίσης υπερπαραγωγής κεφαλαίου<a title="" href="#_ftn4">[4]</a>. Η χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση αποτέλεσε μηχανισμό αναδιάρθρωσης, καθώς και λειτουργίας του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, πάνω στη βάση της χαμηλής συσσώρευσης στους παραγωγικούς κλάδους. Αποτελεί δηλαδή ταυτόχρονα έναν από τους μηχανισμούς που παράγουν την επέκταση και την κρίση αυτού του κύκλου συσσώρευσης.</p>
<p>Αυτή η πολύ στενή σχέση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου με την παραγωγική διαδικασία στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, καθιστά αφενός αναγκαία την απαξίωση του ΧΟΚ ώστε να ξεκινήσει η αλυσιδωτή αντίδραση της απαξίωσης/ανανέωσης σταθερού κεφαλαίου, αφετέρου όμως καθιστά πολύ επικίνδυνη αυτή τη διαδικασία γιατί, <em>δεδομένης της απόλυτης ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου</em>, θα σήμαινε τεράστια σοκ για τα τραπεζικά συστήματα και συνεπώς για τις οικονομίες όλων των καπιταλιστικών κρατών<a title="" href="#_ftn5">[5]</a>. Αυτή είναι η σημαντική διαφορά από την εποχή του Κευνσιανισμού/φορντισμού. Η διεθνοποίηση του καπιταλισμού εκείνης της περιόδου βασιζόταν στην εθνική οριοθέτηση της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και στον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου• υπήρχε η δυνατότητα να διακοπεί η κίνηση του κεφαλαίου στο ξέσπασμα μιας κρίσης.</p>
<p>Για να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος συσσώρευσης πρέπει η απαξίωση σταθερού κεφαλαίου μέσα στην κρίση να είναι μεγαλύτερη και ταχύτερη από την απαξίωση μεταβλητού κεφαλαίου<a title="" href="#_ftn6">[6]</a>. Αυτή η φάση του μηχανισμού της κρίσης είναι που επιτρέπει στο ποσοστό κέρδους να ανακάμψει και να ξεκινήσει το στάδιο της «επέκτασης της παραγωγής» κάθε κύκλου συσσώρευσης. Από την πλευρά  του κεφαλαίου γίνονται, μέχρι στιγμής, αγωνιώδεις προσπάθειες για τη μεγαλύτερη δυνατή καθυστέρηση της εκδίπλωσης της αναπόφευκτης καταστροφικής φάσης της κρίσης, η οποία είναι εξυγιαντική (και ταυτόχρονα επικίνδυνη) για το κεφάλαιο ως σχέση. Οι κινήσεις αυτές υποκρύπτουν το φόβο της εξέγερσης αλλά ταυτόχρονα  οξύνουν τις ενδοκαπιταλιστικές αντιφάσεις και συγκρούσεις.</p>
<p><strong><em>Η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης</em></strong></p>
<p>Τα νέα μέτρα που λαμβάνει το κεφάλαιο σε παγκόσμιο σχεδόν επίπεδο συνιστούν τη δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης.<a title="" href="#_ftn7"><strong><em><strong>[7]</strong></em></strong></a> Τα μέτρα αυτά είναι η προσπάθεια να συνεχιστεί η τρέχουσα διάρθρωση της συσσώρευσης. Η προσπάθεια αυτή  αποτελείται από δύο διαδικασίες που συνδέονται μεταξύ τους: η πρώτη διαδικασία είναι η μερική τουλάχιστον αξιοποίηση του ΧΟΚ σε τομείς και κλάδους που συνδέονται κυρίως με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και την κατανομή της παραγόμενης υπεραξίας (η λεγόμενη «αξιοποίηση» ή «εκποίηση» της κρατικής περιουσίας, η αναδιάρθρωση των ασφαλιστικών συστημάτων κτλ.). Πρόκειται για μια διαδικασία που εξελίσσεται καθ&#8217; όλη τη διάρκεια του κύκλου συσσώρευσης,  έχει κατεύθυνση από την περιφέρεια προς τα κέντρα συσσώρευσης και αποτελεί πολύ σημαντική συνιστώσα των περιφερειακών πολέμων από το 1980 και μετά. Σήμερα όμως αυτή η διαδικασία βρίσκεται σε κατακόρυφη έξαρση, ειδικά σε ότι αφορά το πάγιο κεφάλαιο που διαχειρίζεται το κράτος. Η προσπάθεια αξιοποίησης του ΧΟΚ,  πέρα από την ιδιωτικοποίηση μεγάλου μέρους κρατικής περιουσίας και υποδομών διανομής, περιλαμβάνει και το πέρασμα αρκετών παραγωγικών κεφαλαίων υπό τον απόλυτο έλεγχο του χρηματοπιστωτικού κυκλώματος, πρόκειται για τη σύγχρονη μορφή της συγκεντροποίησης κεφαλαίου. Η δεύτερη διαδικασία είναι η προσπάθεια, μέσω αστυνομικής επιβολής, μιας περαιτέρω απαξίωσης της εργατικής δύναμης, κάτι που είναι αποτέλεσμα και προϋπόθεση της μερικής αξιοποίησης του ΧΟΚ (η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σ’ αυτήν την περίπτωση). Αυτές οι δύο διαδικασίες ορίζουν τη δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης (βρισκόμαστε ακόμη μέσα στον κύκλο συσσώρευσης που ξεκίνησε μετά την κρίση του Κεϋνσιανισμού/φορντισμού) και έχουν ως στόχο την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, σε μεγάλο βαθμό μέσω της άντλησης απόλυτης υπεραξίας. <em>Η υποτίμηση της εργατικής δύναμης, που αρχικά ήταν υπεύθυνη για την επέκταση της παραγωγής στον τρέχων κύκλο συσσώρευσης, τώρα χρησιμοποιείται και πάλι ως μέσο για το ξεπέρασμα (ή την παράκαμψη) της κρίσης, με αποτέλεσμα όμως να την εμβαθύνει περισσότερο<a title="" href="#_ftn8"><strong>[8]</strong></a>.</em></p>
<p>Δύο στοιχεία είναι πολύ σημαντικά εδώ: το πρώτο είναι ότι η επιχειρούμενη αξιοποίηση ενός μέρους του ΧΟΚ γίνεται μόνο μέσω της δημιουργίας νέου ΧΟΚ (στις ΗΠΑ μετά το QE1 ήρθε το QE2, στην Ευρωζώνη συνεχώς συζητείται η αναχρηματοδότηση των δανείων με αντάλλαγμα ολοένα και σκληρότερα μέτρα,  κ.ο.κ.). Αυτή η παράμετρος τείνει να μετατρέψει την δημοσιονομική κρίση, που βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη, σε οξύτατη νομισματική κρίση και στη συνέχεια σε <em>κρίση της αξίας<a title="" href="#_ftn9"><strong>[9]</strong></a></em>. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι η ιδιωτικοποίηση των κρατικών κεφαλαίων είναι αποτέλεσμα (αλλά και αιτία) της χρεοκοπίας των κρατών παγκοσμίως και σημαίνει υπαγωγή των δημοσιονομικών πολιτικών κάθε κράτους στον απόλυτο έλεγχο του διεθνούς κυκλώματος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αυτή η εξέλιξη έχει ως αποτέλεσμα την εμβάθυνση της υπαρξιακής κρίσης του <em>καπιταλιστικού (έθνους -) κράτους</em> ως πολιτικά αυτόνομης οντότητας αλλά και <em>την κρίση της ίδιας της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου</em> όπως τη γνωρίζουμε να εξελίσσεται μέχρι σήμερα.</p>
<p>Αυτή η φαινομενικά παράδοξη πραγματικότητα έχει παραχθεί από την αντιφατική σχέση των καπιταλιστικών κρατών με το ελεύθερα κινούμενο κεφάλαιο, ειδικά από το 1990 και μετά. Η πειθαρχία κάθε κράτους της δεύτερης και τρίτης ζώνης του κεφαλαίου<a title="" href="#_ftn10">[10]</a> στις προσταγές του διεθνούς κινούμενου κεφαλαίου ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στην τρέχουσα ιστορική περίοδο. Σε πολλές περιπτώσεις, για να πειθαρχήσει το προλεταριάτο ή/και φράξιες του κάθε εθνικού κεφαλαίου των κρατών αυτών,  απαιτούνταν πόλεμος. Η πειθαρχία αυτή, από τη μία πλευρά επέτρεπε στο κράτος της δεύτερης και τρίτης ζώνης να είναι ενσωματωμένο στο διεθνές κύκλωμα της συσσώρευσης κατά την ανοδική περίοδο του κύκλου συσσώρευσης (συχνά μέσω της συμμετοχής του σε κάποιου τύπου περιφερειακή ένωση), από την άλλη πλευρά, όμως, υπέσκαπτε συνεχώς τη δυνατότητα αυτόνομης διαχείρισης του κοινωνικού ζητήματος στο εσωτερικό του και το έκανε ολοένα και περισσότερο ευάλωτο στην εκκολαπτόμενη κρίση. Η αντιφατική σχέση μεταξύ της επιταχυνόμενης διεθνοποίησης και του έθνους κράτους ως διαχειριστή επιβολής αυτής της διαδικασίας έφτασε στα όρια της με την κρίση που ξεκίνησε το 2008. Η (καταρχήν χρηματοπιστωτική) κρίση επέβαλε την (προσωρινή) «διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος», ουσιαστικά δηλαδή τη διάσωση της τρέχουσας διάρθρωσης της συσσώρευσης με την επιβράδυνση της καταστροφικής φάσης του μηχανισμού της ίδιας της κρίσης. Αυτό επιτεύχθηκε με νέα ρευστότητα που είτε προήλθε από την «κρατική περιουσία» είτε δημιουργήθηκε εκ του μηδενός. Και οι δύο αυτοί τρόποι οδήγησαν ταχύτατα στις κρατικές χρεοκοπίες καθώς πίεσαν απότομα σε δημοσιονομικό επίπεδο τα ήδη υπερχρεωμένα κράτη, τα οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχουν μειώσει σημαντικά τη φορολογία του κεφαλαίου και έχουν αυτοβούλως υποβοηθήσει την υπονόμευση των δημοσιονομικών τους. Οι χρεοκοπίες αυτές καθιστούν αναγκαστική στην ουσία την τάση για ιδιωτικοποίηση κάθε μηχανισμού κοινωνικής αναπαραγωγής πλην της καταστολής, και τον περιορισμό του κράτους σε ρυθμιστή της λειτουργίας του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η καταστολή ως κατεξοχήν μηχανισμός διαχείρισης της εργατικής δύναμης πλέον, αναβαθμίζεται συνεχώς και ταυτόχρονα διεθνοποιείται, αναδιαρθρώνεται και προσαρμόζεται στις σύγχρονες ανάγκες (προσανατολισμός στην καταστολή ταραχών σε αστικό περιβάλλον και φύλαξη συνόρων).</p>
<p>Η άλλη όψη αυτής της διαδικασίας αξιοποίησης του ΧΟΚ είναι η αποβολή αξίας εργατικής δύναμης από τον κύκλο της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η αναδιάρθρωση των κρατικών εταιρειών και υπηρεσιών δε συνεπάγεται ανανέωση παγίου κεφαλαίου και συνεπώς δημιουργία νέας ζήτησης συνολικά, αλλά μόνο απολύσεις, περικοπές και γενικότερα συρρίκνωση. Η υπαγωγή επιπλέον παραγωγικών κεφαλαίων, κρατικών ή μη, στον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού κυκλώματος έχει ως αποτέλεσμα τη λειτουργική αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων με κύριο προσανατολισμό τις απολύσεις και ακόμη μεγαλύτερη απαξίωση της συρρικνωμένης αξιοποιούμενης εργατικής δύναμης. Η «άνεργη ανάκαμψη» (η ανάκαμψη των οικονομικών δεικτών πλην αυτού της απασχόλησης) που παρατηρείται είναι απλώς μια έκφραση του γεγονότος ότι δεν έχει λειτουργήσει στο βαθμό που απαιτείται ο μηχανισμός της κρίσης, δεν έχει ξεπεραστεί το στάδιο στο οποίο η υπερσυσσώρευσης μπλοκάρει την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η συνεχιζόμενη αποβολή αξίας εργατικής δύναμης από τον κύκλο αναπαραγωγής, λοιπόν, δημιουργεί εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, ανεξάρτητα από τη ζώνη στην οποία βρίσκονται<a title="" href="#_ftn11">[11]</a>. Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της προσπάθειας αντιμετώπισης της κρίσης από το κεφάλαιο, αλλά και από το προλεταριάτο, είναι το εκρηκτικό αδιέξοδο που δημιουργείται στο μεταναστευτικό ζήτημα.</p>
<p>Η κυκλοφορία της εργατικής δύναμης από την τρίτη κυρίως (και προς το παρόν) ζώνη του κεφαλαίου προς τις άλλες δύο φτάνει σε ένα κρίσιμο όριο και μπλοκάρεται. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο που υλοποιείται το παράδοξο της <em>ταυτόχρονης κρίσης της παγκοσμιοποίησης με την κρίση του έθνους-κράτους</em>. Το καθοδικό σπιράλ απαξίωσης της εργατικής δύναμης πάνω στο οποίο βασίστηκε η συσσώρευση της περιόδου που διανύουμε (μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης το 2008), πέτυχε τόσο πολύ που αμφισβητείται πλέον η ίδια η συνέχεια του. Τα τείχη που υψώνονται και η συνεχιζόμενη ροή των μεταναστών, οι μεταναστευτικές αστυνομίες που δημιουργούνται σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, τα κέντρα υποδοχής-φυλακές ή στρατόπεδα εργασίας και οι εξεγέρσεις που σημειώνονται σε αυτά, οι κορώνες περί τέλους της πολυπολιτισμικότητας στη Βρετανία(!), οι κορώνες της αριστεράς για επιστροφή στην «εθνική ανάπτυξη», όλα αυτά αποτελούν σημεία της πρώτης φάσης (ή της μίας όψης) της κρίσης της παγκοσμιοποίησης. Όταν όμως αρχίζει να μπλοκάρεται η κυκλοφορία της εργατικής δύναμης, διακυβεύεται και το μπλοκάρισμα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου<a title="" href="#_ftn12">[12]</a>. Σε κάθε περίπτωση, πρώτα σημάδια της κρίσης της παγκοσμιοποίησης αποτελούν οι «νομισματικοί πόλεμοι», οι beggar thy neighbor<a title="" href="#_ftn13">[13]</a> στρατηγικές των κρατών αλλά και κάποιες σημαντικές συγχωνεύσεις και εξαγορές που δείχνουν ότι οι λεγόμενες άμεσες επενδύσεις εξωτερικού (foreign direct investments) που πηγάζουν από τα κράτη της πρώτης ζώνης, αρχίζουν να μαζεύονται πιο κοντά στο κέντρο συσσώρευσης από το οποίο προέρχονται. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι θα υπάρξει νέα ροή κεφαλαίων προς τη δεύτερη και τρίτη ζώνη, κάτι που θα προϋπέθετε την αύξηση της συσσώρευσης στις ζώνες αυτές και την ανάγκη να διοχετευθούν εκεί νέα κεφάλαια για παραγωγικές επενδύσεις,  το οποίο όμως συμβαίνει σε ολοένα μικρότερο βαθμό. Εδώ και δύο περίπου δεκαετίες το καθαρό ισοζύγιο των ροών κεφαλαίου είναι έντονα θετικό για την πρώτη ζώνη.</p>
<p>Στην πράξη δεν τίθεται ζήτημα επιστροφής της καπιταλιστικής οργάνωσης στο μοντέλο που είχε ως κέντρο του το έθνος κράτος, καθώς αυτό θα συνεπαγόταν μια διάρθρωση της παραγωγής που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Αν η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση φτάσει πραγματικά σε αδιέξοδο, αυτή τη φορά θα είναι αδύνατο η ιστορία να ακολουθήσει την ίδια πορεία που διέγραψε μετά το αδιέξοδο που δημιούργησε η επιτυχία των πρώτων ιμπεριαλιστικών πολέμων, το οποίο οδήγησε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Σήμερα, <em>το κεφάλαιο θα αναγκαστεί να δώσει μια πρώτη απάντηση στην κρίση της παγκοσμιοποίησης με μια αναδίπλωση επίπονη και συγκρουσιακή, την περιφερειοποίηση της συσσώρευσης. Μια απάντηση όμως που δεν φαίνεται προς το παρόν να είναι ικανή να οδηγήσει σε νέο κύκλο συσσώρευσης, μια απάντηση που βρίσκεται μέσα στα ιστορικά όρια της μεταβατικής περιόδου που ξεκίνησε με την κρίση του 2008</em>. Ο ιμπεριαλισμός της εποχής μας δεν μπορεί να έχει μια μορφή παρόμοια με αυτή που είχε τον 19<sup>ο </sup>αιώνα, καθώς η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, που έχει δημιουργήσει η ιστορική διαδικασία της συσσώρευσης, δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Οι περιφέρειες που προορίζονται για περιχαρακώσεις και εχθρικές μεταξύ τους σχέσεις κατάγονται από την ιστορική εξέλιξη των προηγούμενων κύκλων συσσώρευσης του κεφαλαίου και η πιο πρόσφατη (αλλά και πιο ευάλωτη από τις άλλες) είναι η περιφέρεια της Ανατολικής Ασίας<a title="" href="#_ftn14">[14]</a>­,το δημιούργημα του νεοφιλελευθερισμού. Οι περιοχές, κυρίως της τρίτης ζώνης, που δεν ανήκουν σε κάποια από τις περιφέρειες συσσώρευσης αλλά και κάποιες από τις περιοχές της δεύτερης ζώνης που δυσκολεύονται να παραμείνουν ενσωματωμένες στο μοντέλο που επιβάλλεται σήμερα από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, αποτελούν ήδη, ή πρόκειται να αποτελέσουν, τα πρώτα πεδία έκφρασης της σύγκρουσης και σε ταξικό και σε ενδοκαπιταλιστικό επίπεδο. Οι περιοχές αυτές προορίζονται για καταλήστευση παραγωγικών πηγών και για κατασταλτική διαχείριση της αναπαραγωγής του προλεταριάτου<a title="" href="#_ftn15">[15]</a>. Αυτό δε σημαίνει πως οι αστικές τάξεις των κρατών αυτών «αντιστέκονται» στην επέλαση αυτή. Αντίθετα, οι πιο δυνατές φράξιές τους αντιμετωπίζουν αυτήν την κρίση ως ευκαιρία να πλασαριστούν σε καλύτερη θέση και να κατασπαράξουν τις πιο αδύναμες φράξιες. Οι πιο αδύναμες φράξιες του κεφαλαίου και τα μικροαστικά κομμάτια του βρίσκονται συμπιεσμένες, όπως πάντα συμβαίνει σε περιόδους κρίσης, και κατά κύριο λόγο στρέφονται προς τις εθνικιστικές πολιτικές που αναπτύσσονται ώστε να προστατευθούν. Οι κοινωνικές αντιφάσεις σε αυτές τις περιοχές εκρήγνυνται καθώς γίνεται ολοένα και περισσότερο σαφές στο προλεταριάτο που ζει εκεί (ή <em>εδώ</em>) πως η συνέχεια του καπιταλισμού σε μεγάλο βαθμό δεν τους περιλαμβάνει ως αξιοποιήσιμη εργατική δύναμη<a title="" href="#_ftn16">[16]</a>. Από την άλλη πλευρά, η αντικειμενική τάση περιφερειοποίησης της συσσώρευσης δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου βέβαιο ότι θα υλοποιηθεί τελικά. Ήδη στην Ευρωζώνη, δημιουργούνται σοβαρές τριβές ανάμεσα σε σημαντικούς συντελεστές της για το μεταναστευτικό ζήτημα, πέρα από τις σφοδρότατες συγκρούσεις για τον τρόπο διαχείρισης της δημοσιονομικής κρίσης. Στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου εμφανίζονται δυνάμεις που προσπαθούν να αυτονομηθούν όσο είναι δυνατό από την επιρροή των περιφερειών συσσώρευσης όπως το Ιράν, η Τουρκία, ακόμη και η ομάδα κρατών που συγκροτεί το «συμβούλιο συνεργασίας του Κόλπου». Η κρίση αναπαραγωγής του προλεταριάτου από τη μία πλευρά ωθεί προς την περιφερειοποίηση και από την άλλη αποτελεί πλήρως διαλυτική τάση.</p>
<p>Εδώ εντάσσεται η ιμπεριαλιστική επίθεση στη Λιβύη, η οποία εκφράζει την φρενήρη προσπάθεια της Διεθνούς του κεφαλαίου αφενός να προλάβει να εκμεταλλευτεί το χάος που δημιουργούν οι αφρικανικές και αραβικές εξεγέρσεις και αφετέρου να προειδοποιήσει το προλεταριάτο (και τα μεσαία στρώματα) στις υπόλοιπες χώρες αυτής της ζώνης για το τί θα γίνει εάν συνεχίσει τη δραστηριότητα του<a title="" href="#_ftn17">[17]</a>. Εδώ εντάσσονται επίσης και οι αραβικές και αφρικανικές εξεγέρσεις οι οποίες αποτελούν καταλύτη στην εξέλιξη της κρίσης. Από τη μία πλευρά αμφισβητείται από το προλεταριάτο (και όχι μόνο) η πολιτική μορφή της δικτατορίας, η εξέγερση έχει έναν «αντικρατικό» (αλλά όχι αντεθνικό) χαρακτήρα και εκφράζει την κρίση της παγκοσμιοποίησης. Αυτή η διάσταση των εξεγέρσεων εκφράζει στην ουσία μια προσπάθεια διάσωσης του ίδιου του καπιταλισμού, μέσω της διάσωσης του καθεστώτος του «ελεύθερου» εργάτη από τη σκοπιά του προλεταριάτου, αλλά και του πιο «ελεύθερου» ανταγωνισμού από τη σκοπιά των φραξιών του κεφαλαίου που ασφυκτιούσαν υπό τη συγκεκριμένη πολιτική μορφή. Από την άλλη πλευρά, αυτή η αμφισβήτηση συμβαίνει ακριβώς τη στιγμή που αυτή η πολιτική μορφή του κεφαλαίου (ο νέος ολοκληρωτισμός) τείνει να εφαρμοστεί στην Ελλάδα και πιθανόν σε άλλες χώρες της δεύτερης ζώνης του κεφαλαίου. Έτσι δημιουργείται μια διπλή αντιφατική κίνηση. Από τη μία πλευρά το ελληνικό κράτος δυσκολεύεται να προχωρήσει εντατικά την αναδιάρθρωση υπό το φόβο της διάδοσης της αναταραχής και από την άλλη πλευρά είναι πιθανό η συνεισφορά στην εμβάθυνση της κρίσης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού (η οποία έχει ως αποτέλεσμα και την αύξηση της μεταναστευτικής ροής) να κάνει ακόμη πιο άμεση την ανάγκη επιτάχυνσης της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη γενικότερα.</p>
<p>Ο άλλος πόλος της αντίφασης, το σύγχρονο προλεταριάτο, τείνει να εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος της σύγκρουσης που παράγεται. Υποτιμημένο ως εργατική δύναμη, κατακερματισμένο, σε μεγάλο βαθμό πλεονάζον, και χωρίς την εργατική του ταυτότητα και περηφάνια, το προλεταριάτο στα περισσότερα κράτη του πλανήτη βρίσκεται σε αναβρασμό. Στο προηγούμενο τεύχος είχαμε ασχοληθεί με τέσσερις σημαντικές πτυχές της δραστηριότητας αυτής: τις άγριες διεκδικήσεις αποζημιώσεων για απολύσεις στην Ευρώπη<a title="" href="#_ftn18">[18]</a> και μισθών στα κέντρα συσσώρευσης της Ανατολικής Ασίας με απαγωγές αφεντικών και άγριες απεργίες αντίστοιχα, τις συνεχείς διάσπαρτες ταραχές στην Κίνα, τις εξεγέρσεις που ταρακούνησαν την Ελλάδα και τη Γαλλία αλλά δεν επεκτάθηκαν στο πεδίο της παραγωγής και την «εξέγερση με αιτήματα» της Καραϊβικής. Στο χρόνο που πέρασε,  μπορούμε να συνοψίσουμε τα σημαντικά γεγονότα ως εξής: τον Οκτώβριο του 2010, το κομμάτι του σταθερού <em>ακόμη</em> προλεταριάτου στη Γαλλία έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα να επιβραδύνει την επιβολή της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης (στη μορφή που προορίζεται για τα κράτη της πρώτης ζώνης). Η μαθητική και φοιτητική νεολαία εξεγέρθηκε ενάντια στις περικοπές σε Βρετανία και Ιταλία το φθινόπωρο. Εξεγέρθηκαν με το δικό τους τρόπο οι δημόσιοι υπάλληλοι στο Ουισκόνσιν (προεικονίζοντας μια σύγκρουση που όμοια της δε θα έχει συμβεί εδώ και πολλές δεκαετίες στις ΗΠΑ). Στη Μοζαμβίκη, σε μία πρόγευση του τι θα ακολουθούσε στις αρχές του 2011, έγιναν ταραχές για την τροφή (food riots) το Σεπτέμβριο του 2010. Συνεχίστηκαν οι άγριες διεκδικητικές απεργίες στην Ανατολική Ασία, πολλαπλασιάστηκαν οι ταραχές ενάντια στην κατασταλτική μορφή της κοινωνικής αναπαραγωγής σε όλη την αφρικανική ήπειρο, μέχρι που το Γενάρη του 2011 ξεκίνησε η αραβο-αφρικανική εξέγερση που, από ότι φαίνεται, αποτελεί τον ιστορικό καταλύτη και ορίζει το πέρασμα στην «εποχή των ταραχών», το μεταβατικό στάδιο αυτής της κρίσης του οποίου η πορεία θα κρίνει προς ποια κατεύθυνση θα εξελιχθούν τα πράγματα. <em>Στη δραστηριότητα του προλεταριάτου μέσα στη σύγχρονη κρίση, μέσα από τις διάφορες εκφάνσεις της παράγεται ολοένα και περισσότερο το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός<a title="" href="#_ftn19"><strong>[19]</strong></a></em>. Αυτή η πραγματικότητα εκφράζεται σαν έλλειψη <em>ταξικού</em> οράματος, σαν έλλειψη <em>ταξικής</em> οργάνωσης, σαν έλλειψη ενός ονείρου μετατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας σε «εργατική κοινωνία», σε μια κοινωνία που υποτίθεται ότι θα αποτελείται από μία μόνο τάξη και θα έχει επιβάλει την εργασία σε όλα τα άτομα που την αποτελούν. Η παραγωγή του ταξικού ανήκειν σαν εξωτερικού καταναγκασμού προκύπτει με διαφορετικό τρόπο σε κάθε μία από τις ζώνες, αλλά και τα κράτη μέσα σε κάθε ζώνη του κεφαλαίου. Οι διαφορετικές αυτές εκφάνσεις είναι οι στιγμές μιας ολότητας που πηγάζει από την αντίφαση που αναφέραμε προηγουμένως, από το γεγονός δηλαδή ότι η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980 που λαμβάνει χώρα σήμερα παράγει πλεονάζοντα πληθυσμό με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα και ταυτόχρονα δεν αυξάνει την αναλογία του μεταβλητού κεφαλαίου στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο. Εντείνει, δηλαδή, ποιοτικά και ποσοτικά την κρίση και δεν παράγει διέξοδο από αυτήν.</p>
<p><strong><em>Γαλλία: Ριζοσπαστικός ή όχι, παραμένει συνδικαλισμός</em></strong></p>
<p>Αν όμως το όριο των σημερινών ταξικών αγώνων δεν είναι πια ο «άλλος κόσμος που ήταν εφικτός»<a title="" href="#_ftn20">[20]</a>, σε ποιό σημείο βρισκόμαστε; Ποιά είναι η νέα μορφή και το περιεχόμενο που ορίζουν την ταξική πάλη; Ίσως καλύτερα από οπουδήποτε αλλού η σοβαρότητα της σημερινής κατάστασης φάνηκε στη Γαλλία με το διεκδικητικό κίνημα του φθινοπώρου που μας πέρασε. Το κράτος προχώρησε ξαφνικά στην κατάθεση του νομοσχεδίου για την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στη Γαλλία θέτοντας ένα αμείλικτο δίλημμα στο προλεταριάτο: ή θα επιβραδύνουμε την ανάπτυξη του χρέους με δικά σας έξοδα ή θα μειωθεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας δήλωσε ο Σαρκοζύ, δείχνοντας απειλητικά προς την Ελλάδα. Το αποτέλεσμα όμως αυτής της κίνησης, που εντάσσεται στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης και της ανάγκης του γαλλικού κράτους να επιταχύνει το βηματισμό της αναδιάρθρωσης, ήταν το ξέσπασμα ενός κινήματος που εξαρχής ήταν σαφές πως είχε να αντιμετωπίσει <em>την αντικειμενικότητα του κεφαλαίου: την ίδια την οικονομία<a title="" href="#_ftn21"><strong>[21]</strong></a></em>.</p>
<p>Σημαντικό στοιχείο αυτή τη φορά στη Γαλλία ήταν η συνύπαρξη στο κίνημα νέων  και μεγαλύτερων σε ηλικία προλετάριων (με παράλληλες δραστηριότητες). Οι περισσότεροι εκ των μεγαλύτερων σε ηλικία συμμετεχόντων στο κίνημα ανήκουν στα μεσαία μισθολογικά στρώματα και οι περισσότεροι νέοι ήταν μαθητές και όχι φοιτητές. Η σχέση μεταξύ αυτών των δύο κομματιών του κινήματος είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Σίγουρα ξεκινάει από μια κοινή αφετηρία, τη σύνταξη. Πρόκειται όμως για μια <em>κοινή ανησυχία</em> και όχι για μια κοινή προοπτική. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συμμετέχοντες ανήκουν στη δεξαμενή από όπου βγαίνει το φανταστικό υποκείμενο του μέσου καταναλωτή, οι φιγούρες τους μπορούν οριακά ακόμη να εμφανιστούν σε μια ξεθωριασμένη διαφήμιση της φορντιστικής περιόδου. Η υπονόμευση της πιθανότητας τους να ζήσουν μετά τη δουλειά, είναι ένα ακόμη βήμα στο <em>σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου</em> του φορντισμού. Οι νεότεροι δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο τα δύο επιπλέον χρόνια εργασίας, πρέπει να δουλεύουν για σαράντα χρόνια για να πάρουν σύνταξη, ενώ ξέρουν πως είναι άνεργοι σε αναμονή. Η παγίδα μιας ζωής που εμπεριέχει μόνο επισφαλή εργασία ή ανεργία και θάνατο γίνεται κοινή.</p>
<p>Τα πανό που αναδείκνυαν ότι θίγονται τα άμεσα πρακτικά συμφέροντα της νεολαίας που ζει στη Γαλλία, καθώς η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη δική τους είσοδο στην αγορά εργασίας, ήταν η μία όψη των πρακτικών που χαρακτήρισαν αυτή τη συνύπαρξη. Η άλλη ήταν η απόλυτη έλλειψη αιτηματολογίας από την πλευρά τους αλλά και η σχέση τους με την καταστολή. Οι νέοι δε ζητούσαν τίποτα, το κράτος έστελνε απευθείας την αστυνομία να τους καταστείλει μόλις έβγαιναν στο δρόμο, παρά το ότι μπλόκαραν μόνο τα απαξιωμένα σχολεία τους και όχι την παραγωγή. Και τα δύο αυτά γεγονότα δείχνουν ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν αναγνωρίζει την άλλη ως συνομιλητή για τη διευθέτηση του μέλλοντος. Η νεολαία αναγνωρίζει στο κράτος έναν τύραννο και το κράτος αναγνωρίζει στη νεολαία ένα εν αναμονή πλεονάζον εργατικό δυναμικό που πρέπει με κάθε τρόπο να καταστείλει. Η επέμβαση της αστυνομίας στα σχολεία είχε καθαρή στόχευση την εμπέδωση της πειθαρχίας, το μόνο χρήσιμο μάθημα για τη νεολαία. Η νεολαία σαν αντικειμενική κατάσταση και σαν δραστηριότητα συμπυκνώνει την έλλειψη μέλλοντος.</p>
<p>Το κίνημα στη Γαλλία όμως, έλαβε περισσότερο τη μορφή ενός συνδικαλισμού που ριζοσπαστικοποιείται. Επρόκειτο για ένα αμιγώς αμυντικό διεκδικητικό κίνημα με τη στρατηγική και τις τακτικές του και την αναγκαία συγκρουσιακή συνύπαρξη της αυτοοργάνωσης και του επίσημου συνδικαλισμού. Η απονεύρωση του επίσημου συνδικαλισμού είναι τόσο έντονη, που ουσιαστικά έχει μετατραπεί από μηχανισμό διαπραγμάτευσης της τιμής της εργατικής δύναμης σε μηχανισμό διαχείρισης και κατανομής ατόμων στα διάφορα επίπεδα ιεραρχίας, κυρίως των μεσαίων στρωμάτων της εργατικής τάξης, ένα μηχανισμό που δεν τίθεται πια καμία αμφιβολία ότι ταυτίζεται απόλυτα με το κεφάλαιο, αλλά δεν υπάρχει κάτι άλλο να τον αντικαταστήσει. Όπως και τα κόμματα έτσι και τα συνδικάτα είναι θεσμοί χωρίς μέλη, ερειπωμένα απολιθώματα της νεκρής εργατικής ταυτότητας. Σ’ αυτό ακριβώς το κενό αναδύεται ο ακτιβισμός, μια τάση που διακρίνεται από έντονη κινητικότητα και έχει ως στόχο να αποτελέσει τον καταλύτη εξελίξεων μέσω των αντικειμενικών επιπτώσεων αυτής της κινητικότητας στην οικονομία. Η προσπάθεια εσωτερικής αστυνόμευσης του κινήματος από τους συνδικαλιστές της CGT και η αδυναμία τους να προτείνουν μια λύση, ένα αξιοπρεπές τέλος για το κίνημα, η πίεση των αγωνιστών προς τα συνδικαλιστικά στελέχη για τη συνέχιση του αγώνα και ταυτόχρονα η αναγκαστική συνεργασία μαζί τους, αυτή η διαρκής ώσμωση υπενθυμίζει ότι <em>ο συνδικαλισμός είναι περιεχόμενο και όχι μόνο μορφή</em>.</p>
<p>Το περιεχόμενο του ριζοσπαστικού συνδικαλισμού ή ακτιβισμού ή «κινηματισμού» όπως ονομάστηκε στη Γαλλία, εκφράστηκε περισσότερο στα μπλοκαρίσματα, με πιο δυναμική έκφανση του τα μπλοκαρίσματα των διυλιστηρίων, τη δύναμη και το όριο του. Τα μπλοκαρίσματα υπήρξαν το αποτέλεσμα μιας αντίφασης: αφενός της πίεσης της αγωνιστικής βάσης για δράση, αφετέρου της αδυναμίας να γίνουν απεργίες και να χαθεί εισόδημα. Αποτέλεσαν όμως πιο εύστοχο υποκατάστατο της απεργίας από τις διαδηλώσεις και έφτασαν στο απειλητικό όριο να γίνουν αληθινά μπλοκαρίσματα. Το γεγονός ότι οι διαδηλωτές επέμειναν στις διαδηλώσεις για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα συνδέεται με την παραγωγή των μπλοκαρισμάτων. Η στρατηγική των συνδικάτων να ξεφουσκώσουν το κίνημα μέσω της επιμήκυνσής του απέτυχε και οδήγησε στο ξεπέρασμα της πρακτικής της διαδήλωσης. Τα μπλοκαρίσματα θεωρήθηκαν ως μέσο για ένα <em>μπλοκάρισμα της οικονομίας</em> από τους αγωνιστές. Ο στόχος αυτός δείχνει από τη μία πλευρά τη σημασία της διανομής ως αναπόσπαστου μέρος του κύκλου του κεφαλαίου και αναγκαία προέκταση της παραγωγής στο σύγχρονο καπιταλισμό, αλλά από την άλλη εκφράζει μια ιδεολογία που θεωρεί ότι το ζήτημα δεν βρίσκεται στην παραγωγή αλλά στην κυκλοφορία της αξίας<a title="" href="#_ftn22">[22]</a>. Όπως και να έχει, τελικά δεν κατόρθωσαν να μπλοκάρουν την οικονομία<a title="" href="#_ftn23">[23]</a>, αλλά το γεγονός ότι από την αρχή του κινήματος το μπλοκάρισμα της οικονομίας ήταν αποδεκτός στόχος, ή έστω ευχή, δείχνει ένα ξεπέρασμα σε σχέση με το κίνημα ενάντια στο CPE. Η πρακτική του μπλοκαρίσματος όξυνε τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις μέσα στο ίδιο το διεκδικητικό κίνημα. Τέθηκε επί τάπητος αν και κατά πόσο πρέπει τα μπλοκαρίσματα να είναι <em>συμβολικά ή αληθινά</em> και τα συνδικάτα δυσκολεύτηκαν να μαντρώσουν τον κόσμο που μαζευόταν στο Grandpuits. Τέθηκε ρητά από τα συνδικάτα ως προτεραιότητα η προστασία των εγκαταστάσεων των διυλιστηρίων και έτσι έγινε ακόμη περισσότερο φανερό ότι η προστασία της εργασίας σημαίνει πάνω από όλα προστασία του κεφαλαίου. <em>Τα μπλοκαρίσματα ως δραστηριότητα δεν αμφισβήτησαν τα αιτήματα αλλά αποτέλεσαν το όριο της δραστηριότητας που παρήγαγε η αντικειμενική απονομιμοποίηση των αιτημάτων</em>.</p>
<p>Τί παράγει όμως γενικότερα ο ασταθής και ευκαιριακός συνδικαλισμός; Το κράτος στη Γαλλία περίμενε τους απεργούς στα διυλιστήρια να κουραστούν και να αφήσουν τα μπλόκα τους. Τους αντιμετώπιζε σαν ένα ενοχλητικό μεν, αλλά αναπόφευκτο  στάδιο για την εξέλιξη των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα, οι αγωνιστές που μπλόκαραν τα διυλιστήρια εκλιπαρούσαν το κράτος να διαπραγματευτεί μαζί τους, να βρεθεί μια λύση. Το κράτος όμως δεν μπορούσε παρά να τους αφήσει να «χορέψουν» για λίγες μέρες πριν στείλει την αστυνομία. Η εσωτερική αντιφατική δυναμική του κινήματος πάντως δεν ήταν τόσο συγκρουσιακή ώστε να αμφισβητηθεί σημαντικά ο διεκδικητικός του χαρακτήρας. Το όριο του κινήματος στη Γαλλία αποτελεί μια έκφανση του ορίου της ταξικής πάλης σήμερα. Πρόκειται για ένα δίπολο που αντιστοιχεί άμεσα στη χειροπιαστή πραγματικότητα δύο αντιμαχόμενων τάξεων. Αφενός, ο <em>ταξικός</em> χαρακτήρας της δράσης του προλεταριάτου, ο οποίος εκφράζεται σε όλα τα αιτήματα του τα οποία συνοψίζονται στο αίτημα για διαιώνιση της ταξικής του ύπαρξης, άρα και του κεφαλαίου. Αφετέρου, «η αστυνομία», δηλαδή η αντίπαλη τάξη σε θέση μάχης.</p>
<p>Το συμπέρασμα που μπορεί να βγει από το κίνημα στη Γαλλία είναι ότι <em>η απονομιμοποίηση της διεκδίκησης έχει προχωρήσει σε βαθμό που δεν επιτρέπει να εγκατασταθεί με κάποια σταθερότητα ο ριζοσπαστικός συνδικαλισμός στη θέση του εναλλακτισμού του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης</em>. Η έλλειψη πολιτικού προγράμματος όμως δεν πρέπει να οδηγεί σε μηχανιστική αντίληψη της πραγματικότητας. Ο «προγραμματισμός»<a title="" href="#_ftn24">[24]</a> είναι εγγενές στοιχείο της ταξικής πάλης και θα συνεχίσει να εμφανίζεται τουλάχιστον στα πρώτα στάδια των περισσότερων αγώνων. Όσο το προλεταριάτο παραμένει προλεταριάτο παράγει ό,τι και κάθε ζωντανός οργανισμός: το αίτημα για τη διαιώνιση της ύπαρξής του. Μέσα από την αντιφατική εξέλιξη αυτής της διεκδίκησης, η δραστηριότητα του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο, η εκμετάλλευση ως αντίφαση ανάμεσα στις τάξεις, παράγει ιστορικά την επανάσταση. Το ότι η διεκδίκηση συνέχισης της ύπαρξης του και η επανάσταση ως αυτοκατάργηση του συμπυκνώνονται στην ίδια τάξη δεν φαίνεται μόνο αλλά και είναι ταυτολογικό: ορίζει την «αναγκαία και ανέφικτη ταυτολογία», ορίζει τη σχέση κεφάλαιο σαν «αντίφαση εν κινήσει».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μέσα σ&#8217; αυτό το πλαίσιο ανάλυσης παραθέτουμε σχόλια συντρόφων για το κίνημα που διαβάσαμε στην ιστοσελίδα dndf.org και θεωρούμε ότι παρουσιάζουν ενδιαφέρον:</p>
<blockquote><p>Το κίνημα αυτό ποτέ δεν πίστεψε ότι μπορούσε να κερδίσει. Δεν ήταν εκεί το ζήτημα. Το ζήτημα ήταν να εκφραστεί το enough is enough. [...] Αν δεν υπάρχει πια μια εφικτή επιβεβαίωση, δεν υπάρχει ούτε και συνεπαγωγή εγγυημένη από το κεφάλαιο (γι’ αυτό και δεν υπάρχουν πια πραγματικές διαπραγματεύσεις με τα συνδικάτα). [...] Ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός πέθανε για τα καλά. Δεν ακούσαμε καμιά αντιπρόταση στο σχέδιο της κυβέρνησης. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα προσπάθησε να ψελλίσει κάτι, αλλά γρήγορα το βούλωσε. [...] Όταν η αναπόφευκτη διεκδίκηση είναι αθέμιτη (όταν δεν εντάσσεται συστημικά στην αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου η οποία πρέπει να αναπαράγει την τάξη απέναντι στο κεφάλαιο), έχουμε αυτή την κούφια αυτοεπιβεβαίωση, αυτό το μίσος που διαβρώνει τα φρένα του. […] Μέσα στο αθέμιτο της διεκδίκησης, ο συνδικαλισμός γίνεται κάτι ανέφικτο που μπορεί να γεννήσει έναν ριζοσπαστικό συνδικαλισμό βάσης με διάφορες ασταθείς οργανωτικές ή άτυπες μορφές, γιατί κάθε ταξική οργάνωση μέχρι την επαναστατική κρίση δεν μπορεί να είναι άλλο από συνδικαλιστική. [...] <em>Τείνει να εδραιωθεί το μίσος για την οικονομία σαν τρόπο ζωής, χωρίς να ζητιέται μια ‘άλλη οικονομία’.</em> Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του κινήματος του Οκτώβρη.</p>
<p>&nbsp;</p></blockquote>
<blockquote><p>[…]Πιστεύω ότι είναι πιο γόνιμο να δούμε στα γεγονότα αυτά την κρίση της διεκδίκησης. Τη γενικευμένη απονομιμοποίησή της. Έγινε ένα ακόμη βήμα. Ανάμεσα στη σύμβαση πρώτης πρόσληψης και τις συντάξεις, περάσαμε από ένα κίνημα που ‘κέρδισε’ την απόσυρση του νομοσχεδίου (κάτι που δεν είναι καθ&#8217;αυτό θετική διεκδίκηση) στην απόλυτη διεκδικητική αποτυχία του τωρινού κινήματος. [...] Μέσα στην απαρχαίωση του προγραμματισμού και την κατάρρευση του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού (η δημοκρατία δεν είναι πια, και από τις δύο πλευρές, παρά μια αναφορά αρχής, κενή εναλλακτικού περιεχομένου, και μερικοί οπαδοί του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού χάνουν έτσι τις ιδεολογικές τους σημαδούρες), <em>ο Μαρξ ο προγραμματικός τείνει να αντιστραφεί: δεν υπάρχει αντισυνδικαλιστικός αγώνας που να μην είναι και αντιπολιτικός</em>. Η ταξική πάλη θα βρει το έδαφός της. [...] Το σημαντικότερο είναι να κατανοήσουμε πώς τα όρια αυτά [τα συνδικαλιστικά] αποκτούν σήμερα άλλο χαρακτήρα με την αθέμιτη διεκδίκηση, το γεγονός ότι τα όρια αυτά γεννιούνται μέσα στη διαρκή αναδιάρθρωση της ταξικής αντίφασης σε παγκόσμιο επίπεδο. Το σημαντικότερο είναι να δούμε ότι αυτό παράγει μια αντιοικονομική πάλη, άρα αναγκαστικά, σε μια δεδομένη διαμάχη, συγκρούσεις με τον συνδικαλισμό που είναι εξ ορισμού περιχαρακωμένος σε αυτό το έδαφος. [...] Το δυναμικό περιεχόμενο του αντισυνδικαλισμού είναι το αντιοικονομικό. Ο συνδικαλισμός έρχεται σε αντίφαση με τον εαυτό του όταν η διεκδίκηση γίνεται αθέμιτη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>[…]Κάθε διεκδικητικός αγώνας ακολουθεί μια πορεία, και οι αρχικοί στόχοι, αφορμές ή κίνητρα, οι αρχικές αιτίες, εξελίσσονται καθ’ οδόν για να αντιμετωπίσουν την ολότητα του προβλήματος όπως τίθεται τώρα, όχι χτες ούτε αύριο. Αυτοί που αγωνίζονται μπορεί να αλλάξουν αντίληψη και θέση. Είναι λάθος να ισχυριζόμαστε ότι το ‘μοίρασμα του πλούτου’ αποτέλεσε πραγματικό στόχο αυτής της διαμάχης. Από την άποψη αυτή, συχνά κινηθήκαμε για λόγους αρχής, για να είμαστε μέσα, για να μην παραμείνουμε αδρανείς, όσο κι αν οι περισσότεροι αμφιβάλλαμε για το ενδεχόμενο θετικής έκβασης. Η κατάσταση τείνει στη γενίκευση ενός απελπισμένου αγώνα. Σε μια δεδομένη στιγμή, μπορούμε να ελπίσουμε και να σκεφτούμε ότι, μέσα σε μια κατάσταση κρίσης όπου το κεφάλαιο δεν μπορεί πια να αναπαράγει το προλεταριάτο, που είναι προϋπόθεση της ύπαρξής του, το προλεταριάτο, κατά ένα μεγάλο μέρος, δεν θα έχει πια διάθεση να επανέλθει στην  προλεταριακή κατάσταση.</p></blockquote>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong><em>Μέση Ανατολή και Μαγκρέμπ: Η καταστολή και η εκμετάλλευση, τα δύο σπίρτα που άναψαν τη φωτιά της «λαϊκής εξέγερσης»</em></strong></p>
<p>Αν στη Γαλλία η σοβαρότητα της κατάστασης εκφράζεται ως ένα ακόμη βήμα προς την εδραίωση της πλήρους απονομιμοποίησης της διεκδίκησης (κάτι που ίσως στο άμεσο μέλλον το δούμε να εμφανίζεται με μεγαλύτερη ένταση στις ΗΠΑ) και της ολοένα και σαφέστερης περιθωριοποίησης της μεγάλης πλειοψηφίας της νεολαίας, στις εξεγέρσεις που είναι σε εξέλιξη στις αραβικές και αφρικανικές χώρες βρίσκεται ο ορισμός μιας νέας φάσης της κρίσης. Σίγουρα η κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλα αυτά τα κράτη, το καθένα έχει τη δική του εσωτερική ταξική διάρθρωση, και διαφέρουν σε σημαντικά ζητήματα, όπως στην επιρροή της θρησκείας, στο ζήτημα του φύλου, στη θέση στην καπιταλιστική ιεραρχία των κρατών. Δεν μπορούμε όμως, να παραγνωρίσουμε κάποια στοιχεία που είναι κοινά και στην αντικειμενική κατάσταση και στη δραστηριότητα του προλεταριάτου και της ντόπιας μεσαίας τάξης (των μικροαστών και των ανώτερων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας) που προλεταριοποιείται ραγδαία. Το σημαντικό εδώ είναι να δούμε <em>το κοινό στοιχείο ανάμεσα στα κράτη</em> και όχι τις διαφορές, γιατί αυτή η αντικειμενική κοινότητα (που δεν μπορούμε παρά να τονίσουμε ότι σε μεγάλο βαθμό φαίνεται και στη δραστηριότητα) ορίζει <em>μια περιφέρεια του κεφαλαίου έξω από αυτές που προορίζονται να αποτελέσουν τη νέα περιφερειοποίηση του παγκόσμιου κεφαλαίου στην πολύ πιθανή περίπτωση εμβάθυνσης της κρίσης</em> (αναφερόμαστε σ’ αυτό το θέμα στις πρώτες παραγράφους του κειμένου). Πέρα από τα προφανή και σημαντικά κοινά δομικά στοιχεία ανάμεσα στα κράτη αυτής της περιφέρειας (τη γλώσσα και σε μεγάλο βαθμό τη θρησκεία και την υποτέλεια στα κέντρα συσσώρευσης της Δύσης η οποία διασφαλίζονταν από απολυταρχικά καθεστώτα) υπάρχουν σημαντικά κοινά στοιχεία που αφορούν τη συγκυρία. Η οικονομική κατάσταση της Τυνησίας και της Αιγύπτου ακριβώς πριν την εξέγερση ήταν παρόμοιες, τηρουμένων των αναλογιών, με ποσοστά ανάπτυξης της τάξης του 5%, που συνδυάζονται με μεγάλη δομική ανεργία και επισφάλεια. Στη νεολαία, της οποίας το κοινωνικό βάρος είναι τεράστιο λόγω της δημογραφικής δομής, η επισφάλεια και η ανεργία αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ειδικά στην Αίγυπτο, το προλεταριάτο είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία πολύ φτωχό, με μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα περίπου 2 χιλιάδες δολάρια το χρόνο, και πάνω από το ένα πέμπτο του πληθυσμού με «εισόδημα» 2 δολάρια την ημέρα. Η πορεία φτωχοποίησης και των μεσαίων τάξεων επιταχύνθηκε τα τελευταία χρόνια ειδικά από το 2008 και μετά με την αύξηση των τιμών των τροφίμων.</p>
<p>Η πορεία μετεξέλιξης από το κοινωνικό μοντέλο του νασσερισμού στον νεοφιλελευθερισμό, παρότι διαφέρει σε ένταση και ταχύτητα έχει ένα κοινό στοιχείο: την εντονότατη και συνεχώς εξελισσόμενη καταστολή που προώθησε και προστάτευσε το σπάσιμο του συμβολαίου μέχρι το 2011, αλλά από την άλλη πλευρά έδωσε στην εξέγερση τα αντικατασταλτικά της χαρακτηριστικά. Η ισοπεδωτική καταστολή στα κράτη αυτά έφτανε μέχρι και τα μεσαία στρώματα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη δολοφονία του Khaled Said το καλοκαίρι του 2010<a title="" href="#_ftn25">[25]</a> στην Αλεξάνδρεια, η οποία προκάλεσε διαδηλώσεις προοίμια της σημερινής κατάστασης. Η δολοφονία αυτή αποδείχθηκε σημαντική για την κινητοποίηση της νεολαίας της μεσαίας τάξης<a title="" href="#_ftn26">[26]</a>, επρόκειτο για τη σταγόνα που ξεχείλιζε το ποτήρι της υποτίμησης, της απόλυτης εξάρτησης από το κράτος και της έλλειψης μέλλοντος. Η σημασία του δημογραφικού ζητήματος φαίνεται και από το γεγονός ότι σε όλες τις πολιτικές φράξιες (από τις αριστερές μέχρι τις ισλαμιστικές) υπάρχει μια οριζόντια διάσπαση ανάμεσα στην παλαιότερη και τη νεότερη γενιά. Η καταστολή ως κοινωνική αναπαραγωγή, ως υποτίμηση της εργατικής δύναμης, αποτέλεσε ταυτόχρονα τη δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης αυτών των κρατών και το όριο αυτής της πολιτικής μορφής του κράτους: στις 17 Δεκεμβρίου του 2010 ο Mohamed Bouazizi άναψε το σπίρτο με το οποίο μαζί με τη φωτιά της αυτοκτονίας του, άναψε και τη φωτιά της εξέγερσης. Η αυτοπυρπόληση του ήταν η αρνητική πλευρά του σύγχρονου αδιεξόδου. Η αποβολή αξίας εργατικής δύναμης, η συνεχής υποτίμηση, η καταστροφή μεταβλητού κεφαλαίου που δεσπόζει μέχρι στιγμής στην κρίση, όρισαν το πλαίσιο της αυτοκτονίας του νεαρού Τυνήσιου χωρίς μέλλον. Ταυτόχρονα όμως η δραστικότητα αυτής της αυτοπυρπόλησης στην ταξική πάλη επιβεβαίωσε ότι βρισκόμαστε στη μεταβατική περίοδο αυτής της κρίσης, στην εποχή των ταραχών.</p>
<p>Πέρα από την εξάρτηση των μεσαίων και μικροαστικών στρωμάτων από το κράτος, η κατασταλτική διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού είχε φυσικά ως κύριο στόχο την υποτίμηση της εργατικής δύναμης. Η επίθεση που δεχόταν η εργατική τάξη δεν έμεινε αναπάντητη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπήρχε μια συμμετρία ανάμεσα στην ένταση της επίθεσης και στην όξυνση των διεκδικητικών απεργιών τα τελευταία χρόνια. Οι πιο σημαντικές απεργίες του κινήματος που άρχισε να αναπτύσσεται από το 2006 και μετά στην Αίγυπτο και την Τυνησία έλαβαν χώρα το 2008 στην Mahalla και την Gafsa αντίστοιχα. Τουλάχιστον 2 εκατομμύρια εργάτες συμμετείχαν στις απεργίες στην Αίγυπτο την τελευταία δεκαετία. Οι απεργίες αφορούσαν μισθολογικές διεκδικήσεις και τις χαρακτήριζε το γεγονός ότι συνέβαιναν σε τοπικό επίπεδο, καθώς οι εργάτες εμπιστεύονταν μόνο τις διαπροσωπικές τους σχέσεις σε ένα περιβάλλον που η πρώην σταλινική αριστερά είχε ενσωματωθεί στο καθεστώς Μουμπάρακ και τα συνδικάτα ήταν όργανα της κρατικής μαφίας. Η υλική σύνδεση ανάμεσα στην υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης και στην αφαίρεση του μέλλοντος από τη νέα γενιά των μεσαίων στρωμάτων εκφράζεται στο νεολαιίστικο «κίνημα της 6 Απρίλη»<a title="" href="#_ftn27">[27]</a>, το οποίο έπαιξε ρόλο στα γεγονότα της πλατείας Ταχρίρ.</p>
<p>Εκεί που συντονίζεται η καταστολή, με κρατικό ή/και θρησκευτικό μανδύα, και η υπερεκμετάλλευση, είναι στο ζήτημα του κοινωνικού φύλου. Η προσωρινή εγκατάσταση του ισλαμιστή Γκανούτσι στην πρωθυπουργία της Τυνησίας και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην γυναικεία πορεία της 8<sup>ης</sup> Μάρτη στην πλατεία Ταχρίρ, όπου προπηλακίστηκαν διαδηλώτριες από παριστάμενους άνδρες, δικαιώνουν τη δυσοίωνη έκφραση της ανησυχίας μιας παλιάς αγωνίστριας του φεμινιστικού κινήματος: «Η ιστορία μας έχει διδάξει πως οι επιτυχίες των λαϊκών εξεγέρσεων  ακυρώνονται από τα απομεινάρια του παλαιού καθεστώτος και η πρώτη οπισθοχώρηση έχει να κάνει με τα δικαιώματα των γυναικών» (Al-Ahram Weekly,  26 Φεβρουαρίου 2011). Στην Τυνησία αρκετές γυναικείες οργανώσεις έκαναν πορεία στις 29 Ιανουαρίου, για να καταστήσουν σαφές ότι δεν πρόκειται να δεχθούν καμία υποτίμηση των γυναικών από τους ισλαμιστές ή «οποιονδήποτε άλλον». Η Sana Ben Achour, δήλωσε ότι δεν είχαν σκοπό να βγουν από μια δικτατορία για να μπουν σε μία νέα «άλλου τύπου». Οι γυναίκες αποτελούν το πλέον καταπιεζόμενο υποκείμενο από αυτά τα ταυτόχρονα ισλαμιστικά (λιγότερο ή περισσότερο) και νεοφιλελεύθερα αυταρχικά καθεστώτα. Η δραστηριότητα τους σαφώς αποτελεί ποιοτικό δείκτη της κοινωνικής αναταραχής, είτε αναφερόμαστε σε γυναίκες του κινήματος της 6<sup>ης</sup> Απρίλη στην πλατεία Ταχρίρ, είτε σε γυναίκες στη Βεγγάζη οι σχέσεις των οποίων σφυρηλατήθηκαν στο κίνημα διαμαρτυρίας για τη σφαγή στη φυλακή του Abou Salim<a title="" href="#_ftn28">[28]</a></p>
<p>Το σημαντικό στοιχείο που συμπυκνώνει τα παραπάνω είναι ότι η περιφέρεια αυτή φαίνεται να προορίζεται καθαρά για ληστρική εκμετάλλευση και κατασταλτική διαχείριση και οι εξεγερμένοι φαίνεται να έχουν πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος, η οποία όμως παράγει ένα ολόκληρο φάσμα πρακτικών και ιδεολογιών ανάλογα με την ταξική τους προέλευση, το φύλο, την ηλικία τους, αλλά και το κράτος στο οποίο ζουν.</p>
<p><strong><em>Ψωμί, νερό και έξω ο Μπεν-Αλί&#8230;</em></strong></p>
<p style="text-align: right;"><em>«Ανάμεσα στους νεκρούς των πρόσφατων διαδηλώσεων δε βρίσκεται ούτε ένα γνωστό στέλεχος της αντιπολίτευσης, ούτε ένας γνωστός πολιτικός ακτιβιστής. Οι νεκροί είναι νέοι από τις φτωχογειτονιές, που μπήκαν στην πρώτη γραμμή του αγώνα» (</em><em>C</em><em>é</em><em>cile</em><em> </em><em>Hennion</em><em>, “</em><em>Au</em><em> </em><em>Caire</em><em>, </em><em>une</em><em> </em><em>foule</em><em> </em><em>de</em><em> </em><em>manifestants</em><em> </em><em>de</em><em> </em><em>tous</em><em> </em><em>horizons</em><em> </em><em>en</em><em> </em><em>qu</em><em>ê</em><em>te</em><em> </em><em>de</em><em> </em><em>port</em><em>-</em><em>parole</em><em>,” </em><em>Le</em><em> </em><em>Monde</em><em>, 2 Φεβρουαρίου 2011)</em></p>
<p style="text-align: right;"><em>«Ένα επαναστατικό κίνημα δεν εξαπλώνεται σαν κύμα που διαδίδεται αλλά μέσα από το συντονισμό. Ένα κίνημα που αναπτύσσεται σε ένα σημείο συντονίζεται με τις κοινωνικές εκρήξεις που παράγονται αλλού» – </em><em>Jean</em><em>-</em><em>Marie</em><em> </em><em>Gleize</em><em></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σίγουρα η συμμετοχή στην εξέγερση είναι από μόνη της μια διαλυτική διαδικασία των προηγούμενα σημαντικών κοινωνικών δεσμών και θεσμών που ορίζουν τις σχέσεις μέσα στο κεφάλαιο. Πρόκειται για τον αυτομετασχηματισμό κάθε κατηγορίας ατόμου σε αγωνιζόμενο προλετάριο, μια προλεταριοποίηση απότομη και βίαιη καθώς η καθημερινότητα της εξέγερσης είναι μόνο δράση, αλληλεγγύη, άμεσες σχέσεις (ακόμη και οι προσωπικές συγκρούσεις τείνουν να γίνονται αδιαμεσολάβητες) και αντιπαραθέσεις με τις δυνάμεις καταστολής του κράτους. Αν αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική για να απαντήσει κανείς μια και καλή στην κρατική προπαγάνδα που μιλούσε για ένα καθαρά πολιτικό κίνημα<a title="" href="#_ftn29">[29]</a>, στο επίπεδο της ανάλυσης σημασία έχει <em>να δούμε τις διαφορές ανάμεσα στις πρακτικές των εξεγερμένων, να προσπαθήσουμε να ανασχηματίσουμε διαλεκτικά την τεμαχισμένη πραγματικότητα των εξεγέρσεων, να βρούμε ποιά είναι η δύναμη και ταυτόχρονα όριο τους, δηλαδή πώς ορίζουν και πώς ορίζονται από αυτή τη μεταβατική φάση της κρίσης</em>.</p>
<p>Η πιο σημαντική διαφοροποίηση μέσα στον πολυσυλλεκτικό λόγο και δράση των εξεγέρσεων ήταν η αντίφαση των ταραχών, των λεηλασιών<a title="" href="#_ftn30">[30]</a>, του σαμποτάζ, των επιθέσεων στις φυλακές και τα αστυνομικά τμήματα, με τη ρητορική περί δημοκρατίας, πολιτικών ελευθεριών, εκλογών κτλ. Ο δεύτερος πόλος αυτής της αντίφασης εκφράζει τη σχιζοφρένεια που συνοδεύει την ισοπεδωτική προλεταριοποίηση των μικροαστικών κατηγοριών και την αφαίρεση του μέλλοντος από το σύνολο σχεδόν της νέας γενιάς (<em>επίσημα</em> ποσοστά ανεργίας κοντά στο 60%). Διαβάζοντας τις προσωπικές μαρτυρίες των εξεγερμένων της Αιγύπτου όπου εμφανίστηκε αυτή η σχιζοειδής κατάσταση στο μέγιστο βαθμό, διαπιστώνουμε, με έκπληξη σχεδόν, ότι οι μορφωμένοι άνεργοι ή κακοπληρωμένοι σε βαθμό πείνας εργαζόμενοι νέοι <em>δεν</em> αντιλαμβάνονται ότι η κατάσταση τους αποτελεί μια εικόνα του μέλλοντος των αντίστοιχων ευρωπαίων και αμερικανών. Ενώ είναι σε θέση να αντιληφθούν το κεφάλαιο ως κάτι εντελώς ξένο προς αυτούς (εδώ εντάσσεται η συνεχής αναφορά στη διαφθορά και στην κλεπτοκρατία) δεν είναι <em>ακόμη</em> σε θέση να αντιληφθούν ότι μέσα στο καθοδικό σπιράλ που βρίσκεται πιασμένη η ιστορική πορεία του καπιταλισμού παράγονται και οι ίδιοι ως ξένοι για το κεφάλαιο. Η δίψα των μεσαίων στρωμάτων (που στην Ελλάδα αναλογικά μάλλον θα θεωρούνταν φτωχοί) για δημοκρατία είναι στην πραγματικότητα μια δίψα για δικαιοσύνη, δηλαδή για αξιοκρατία. Απαιτούν να ανταμειφθούν οι κόποι τους και να χρησιμοποιηθούν για αυτό για το οποίο μορφώθηκαν, τη συνέχιση του καπιταλισμού. Απαιτούν από το κεφάλαιο που τους παρήγαγε να βρει τον τρόπο να τους ενσωματώσει στην παραγωγική του διαδικασία, απαιτούν αυτό το διάστημα ευημερίας που επιφύλαξε ο νεοφιλελευθερισμός για τους αντίστοιχους με αυτούς ευρωπαίους και αμερικάνους. Το κομμάτι αυτό δε θα είναι με τίποτα λιγότερο ευχαριστημένο. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ένα μέρος του ριζοσπαστικοποιείται ταχύτατα για τα δικά του μέτρα, αλλά και από το γεγονός ότι η αμφισβήτηση της παρούσας διάρθρωσης εκφράζεται και με τη γλώσσα του έθνους (και όχι της θρησκείας<a title="" href="#_ftn31">[31]</a>), δηλαδή τη γλώσσα της αμφισβήτησης της παγκοσμιοποίησης, της αμφισβήτησης του διεθνούς κυκλώματος το οποίο πλέον δε θεωρούν αξιόπιστο συνομιλητή τους από την καπιταλιστική τάξη. Αυτό όμως το κομμάτι των εξεγερμένων λογαριάζει χωρίς τους ξενοδόχους: από τη μια πλευρά την καπιταλιστική τάξη που τους σπρώχνει ολοένα και πιο βίαια στον καιάδα του πλεονάζοντος πληθυσμού και από την άλλη τον ίδιο τον πλεονάζοντα πληθυσμό, μέρος του οποίου, αντί να ζητάει δημοκρατία και δικαιοσύνη προβαίνει σε βιαιότητες και «αντιπαραγωγικές» καταστροφές και λεηλασίες<a title="" href="#_ftn32">[32]</a>. Η παρουσία των μικροαστών και των μεσαίων στρωμάτων στις ταραχές, η άμεση αντιπαράθεση τους με τις δυνάμεις καταστολής, τους διαλύει ως μεσαία κοινωνική κατηγορία, τους προλεταριοποιεί βίαια, τους διαλύει μέσα στο προλεταριάτο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να αρθρώνουν την ιδεολογία τους. Η διάλυση αυτή αντίθετα παράγει τη<em> δημοκρατικοποίηση</em> του κινήματος: μια προκήρυξη που μοιράστηκε από τους εργάτες της βιομηχανίας ατσαλιού και σιδήρου περιείχε μεταξύ των αιτημάτων την «άμεση παραίτηση του προέδρου και όλων των συμβόλων του καθεστώτος, την διάλυση της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας που ήταν τσιράκι &#8216;του Μουμπάρακ&#8217; και την άμεση δημιουργία μέσα από γενικές συνελεύσεις του δικού τους ανεξάρτητου συνδικάτου, χωρίς καμιά άδεια ή συμφωνία του καθεστώτος το οποίο έχει πέσει και έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση, τη δήμευση όλων των κρατικών εταιριών που είχαν ιδιωτικοποιηθεί και την επανεθνικοποίηση τους, τη δημιουργία μιας νέας διοίκησης αυτών των εταιριών που θα αποτελείται από εργάτες και τεχνικούς και θα λογοδοτεί μόνο στο λαό, τη δημιουργία εργατικών επιτροπών διαχείρισης της παραγωγής, καθορισμού των τιμών και των μισθών και μια γενική συνέλευση όλων των κομματιών και πολιτικών τάσεων του λαού η οποία θα ήταν συντακτική συνέλευση και θα εξέλεγε αληθινά λαϊκές επιτροπές ανεξάρτητα από το τι θέλει το καθεστώς».</p>
<p>Από την άλλη πλευρά η αντικειμενική ενότητα της ζώνης στην οποία ανήκουν και η συνύπαρξη τους με τις μεσαίες κοινωνικές κατηγορίες διαλύει και το επισφαλές και το αποκλεισμένο προλεταριάτο μέσα στο πλήθος των ταραχών. Σίγουρα δεν ήταν μόνο φιλόδοξοι επιστήμονες αυτοί που κρατούσαν αιγυπτιακές και τυνησιακές σημαίες και σίγουρα δεν αγκάλιασαν τους στρατιώτες (ενώ κάποιοι από αυτούς μέχρι πρότινος συλλάμβαναν και βασάνιζαν) στην Αίγυπτο και την Υεμένη μόνο οι μικροαστοί. Η πλατεία Ταχρίρ ήταν ένα τελεσίγραφο κοινωνικών κομματιών των οποίων η δύναμη είχε ωριμάσει την τελευταία δεκαετία. Επρόκειτο για ένα <em>τελεσίγραφο αυτοκτονίας</em>: ή θα άλλαζε το πολιτικό σκηνικό προς έναν πιο ελεύθερο και δημοκρατικό καπιταλισμό ή θα γινόταν ένα μακελειό κατά βάση άοπλων διαδηλωτών, προερχόμενων από όλες τις κοινωνικές κατηγορίες που ασφυκτιούν υπό την παρούσα διάρθρωση, δηλαδή ένα μακελειό που θα αφορούσε την <em>συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού</em>. Η διάσταση ανάμεσα στις πρακτικές της κατάληψης μιας πλατείας από τη μία πλευρά και της καταστροφικής επίθεσης από την άλλη, δεν έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει την ταξική δράση ως τέτοια. Δεν τέθηκε σε εφαρμογή κανένα μέτρο αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας και της αξίας το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει την απαραίτητη ρήξη που θα βαθύνει τη σύγκρουση και θα αμφισβητήσει πραγματικά το ενδεχόμενο της πρόσκαιρης πολιτικής διευθέτησης.</p>
<p><strong><em>Ευτυχώς δε συμμετείχε μαζικά στην εξέγερση το προλεταριάτο από την </em></strong><strong><em>ashwa</em></strong><strong><em>’</em></strong><strong><em>iyyat<a title="" href="#_ftn33"><strong>[33]</strong></a></em></strong><strong><em> γιατί δεν ξέρουμε τί θα είχε συμβεί…<br />
</em></strong></p>
<p style="text-align: right;"><em>Από συνέντευξη αριστερού κοινωνιολόγου στο περιοδικό </em><em>New</em><em> </em><em>Left</em><em> </em><em>Review</em></p>
<p>Το σύγχρονο κατακερματισμένο επισφαλές και άνεργο προλεταριάτο έκανε διακριτή την παρουσία του (όπως και το Δεκέμβρη του 2008 στην Ελλάδα) μέσω της πλήρους απουσίας αιτημάτων και διαμεσολαβήσεων στον τρόπο που οργανώνονταν οι εξεγερμένοι (εκτός της Λιβύης για την οποία είναι νωρίς να μιλήσουμε ακόμη) αλλά τελικά έγινε ώσμωση με το δημοκρατικό κομμάτι του κινήματος στη βάση ακριβώς της προλεταριακής, ταξικής, «προγραμματικής» πραγματικότητας και ιδεολογίας<a title="" href="#_ftn34">[34]</a>. Η διαλεκτική ανάμεσα στα κομμάτια του κινήματος αυτού δεν οδήγησε στη ρήξη και το ξεπέρασμα αυτού του διπόλου αλλά στην πρόσκαιρη και επισφαλή θεμελίωση του, ορίζοντας έτσι τη μεταβατική φάση της παρούσας κρίσης. Εξάλλου, όσο το προλεταριάτο παραμένει τέτοιο, στην εξέλιξη κάθε αγώνα του θα θέτει πάντα το ζήτημα της συνέχισης της προλεταριακής αναπαραγωγής, της συνέχισης της προλεταριακής ύπαρξης. Η πιο αντιφατική και σημαντική εξέλιξη των γεγονότων στην Αίγυπτο ήταν η εμφάνιση των εργαζόμενων ως ενοποιημένο υποκείμενο μέσω των συνδικάτων<a title="" href="#_ftn35">[35]</a>. Μόνο όταν <em>η εργατική τάξη απευθύνθηκε σε ένα υποτιθέμενα ουδέτερο κράτος που εκπροσωπούσε ο στρατός</em>, μόνο τότε η πλάστιγγα έγειρε υπέρ της απομάκρυνσης του Μουμπάρακ, και της νίκης της εξέγερσης άρα αναγκαστικά της επιβολής της αντεπανάστασης που έφερε μέσα της. Και στην Αίγυπτο και στην Τυνησία η «δημοκρατία» θριάμβευσε ακριβώς πριν το ραντεβού με το <em>μεγάλο</em> μακελειό. Ω του θαύματος, η δημοκρατία που επδίωκε το κίνημα που έριξε Μουμπάρακ και Μπεν Αλί είχε τη μορφή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αίγυπτο, και νέας κυβέρνηση με στελέχη του Μπεν Αλί αρχικά στην Τυνησία.</p>
<p>Ο ορισμός λοιπόν του εξεγερσιακού κινήματος (δηλαδή το όριο του) που σάρωσε όλα αυτά τα κράτη της ζώνης του κεφαλαίου που είναι έξω από το παιχνίδι των «μεγάλων», ήταν η ίδια η μαζικότητα και συνεπώς η διαταξική σύνθεση του. Η συνύπαρξη των διαφορετικών κατηγοριών δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως «η εργατική τάξη που αγωνίζεται» και τα μεσαία στρώματα ως εξωτερικός κολαούζος του κινήματος. Αντίθετα, η συμμετοχή αυτών των κοινωνικών κατηγοριών και η διάλυση τους μέσα στο κίνημα υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του. Αυτή η εξέλιξη ανοίγει ένα σημαντικό θεωρητικό ζήτημα σχετικά με τη διαλεκτική που παράγεται ανάμεσα στον πλεονάζοντα πληθυσμό και το υπόλοιπο προλεταριάτο και τα μικροαστικά στρώματα που προλεταριοποιούνται ραγδαία. Η συνύπαρξη των διαφορετικών κοινωνικών κατηγοριών δεν υπήρξε ιδιαίτερα συγκρουσιακή καθώς δεν ήταν δυνατό να τεθεί θέμα κομμουνιστικών μέτρων, δηλαδή αμφισβήτησης στην πράξη κάθε οράματος των μεσαίων στρωμάτων για συνέχιση του καπιταλισμού, έστω και με δικά τους έξοδα. Η ταξική πολυσυλλεκτικότητα του κινήματος αποτέλεσε τη δύναμη και το όριο του. Του έδωσε την αρχική του ορμή για να κάνει την τιτάνια ενέργεια να αμφισβητήσει πολύ σκληρές δικτατορίες δεκαετιών, αλλά ταυτόχρονα έδωσε το δικαίωμα στο Κράτος (με Κ, το κράτος ως τον πιο σημαντικό θεσμό αναπαραγωγής του κεφαλαίου)<a title="" href="#_ftn36">[36]</a> να υπερυψωθεί πάνω από τη συγκεκριμένη μορφή που είχε λάβει, να την καταγγείλει, να πάει με τη μεριά των εξεγερμένων και να υλοποιήσει την αντεπανάσταση που έφερε μέσα της η εξέγερση τους. Το Κράτος οφείλει να διαφυλάσσεται εκτός της πάλης των τάξεων προκειμένου να παραμένει το Κράτος της τάξης των καπιταλιστών. Οι εξεγερμένοι του έδωσαν αυτή τη δυνατότητα με τη δραστηριότητα που προέκυψε από τη σύνθεση τους, καθώς δε δημιουργήθηκε η απαιτούμενη εσωτερική απόσταση ανάμεσα στις πρακτικές τους που θα αμφισβητούσε τη δυνατότητα του Κράτους να παίξει το διαμεσολαβητικό του ρόλο.</p>
<p>Οι ακροβασίες των δημοκρατικών δικτατοριών που πλασάρονται ως λύσεις και τα διαφημιστικά δημοψηφίσματα δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να δηλώνουν ότι βρισκόμαστε στη μετάβαση. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει το πρακτορείο Ρόιτερς<strong>:</strong> «Η Αίγυπτος εγκυμονεί μια νέα δυναμική. Θα μπορούσε να γίνει μαγνήτης για τους επενδυτές καθώς <em>η εργατική δύναμη και η γη είναι φθηνές…</em>». Με άλλα λόγια ο πολιτικός ελιγμός είναι μεν απαραίτητος για την αποκατάσταση της τάξης αλλά αυτό που μετράει είναι η συνέχιση της απαξίωσης της εργατικής δύναμης. Η ταξική πάλη όμως έχει την ιδιαιτερότητα να λειτουργεί σαν αλυσιδωτή αντίδραση, συνεπώς να αποτελεί η ίδια αιτία για την αναπαραγωγή της. Η ενέργεια που εκλύθηκε από την εξέγερση και την αμφισβήτηση των καθεστώτων ήταν τόση πολλή που άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι η έκκληση για δημοκρατία εμπεριέχει ως κυριότερο συστατικό της τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην απεργία. Μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, στην Αίγυπτο ενδυναμώθηκε το δίκτυο ανεξάρτητων συνδικάτων, το οποίο ενεργοποιείται συνεχώς και προκαλεί μπλοκαρίσματα στην παραγωγική διαδικασία. Επίσης, βίαια περιστατικά στην καθημερινότητα<a title="" href="#_ftn37">[37]</a> αναδεικνύουν ότι οι κοινωνικές σχέσεις έχουν υποστεί σημαντική διαταραχή, οι κοινωνικοί ρόλοι έχουν αμφισβητηθεί. Στις 23 Μαρτίου 2011 η νέα (ευλογημένη κατ’ αρχήν από την εξέγερση) αιγυπτιακή χούντα ψήφισε νόμο που ποινικοποιεί τις απεργίες, τις διαδηλώσεις και τις συγκεντρώσεις και στις 9 Απριλίου, την επέτειο δύο μηνών από την πτώση του Μουμπάρακ, τον εφάρμοσε: δολοφόνησε 6 διαδηλωτές και τραυμάτισε εκατοντάδες, πάνω στην πλατεία Ταχρίρ. Το υπουργείο δικαιοσύνης της χούντας εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία καθησυχάζει το προλεταριάτο που ζει στην Αίγυπτο ότι έχει κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρεται αρκεί «<em>να μην παρακωλύει την παραγωγική διαδικασία και να μην προκαλεί χάος</em>». Η αντεπανάσταση που φέρει μέσα της η εξέγερση στις αραβικές και αφρικανικές χώρες δεν προωθείται μόνο από το κράτος. Διαβάζουμε στο άρθρο του K. Anderson για τις εξελίξεις στην Τυνησία: «Νέοι και νέες από όλη τη χώρα συνεχίζουν να μαζεύονται ανά κάποια χρονικά διαστήματα στην πλατεία Kasbah για να πιέσουν τη μεταβατική κυβέρνηση. Στις αρχές Μαρτίου, μετά από συγκρούσεις με την αστυνομία, κατόρθωσαν να εξαναγκάσουν σε παραίτηση ακόμη περισσότερους πολιτικούς της παλιάς φρουράς. Μέρος αυτών των προσπαθειών αποτελεί <em>η δημιουργία της Ύπατης Αρμοστείας για τη Διασφάλιση της Επανάστασης η οποία περιλαμβάνει και συνδικαλιστές και μαρξιστές</em>». Σε άρθρο του P. Anderson στο <em>New</em><em> </em><em>Left</em><em> </em><em>Review</em> βρίσκουμε τη συμπύκνωση αυτής της αντεπανάστασης εκφρασμένη σε μια γλώσσα πιο οικεία στο προλεταριάτο από τη σκληρή γλώσσα της κρατικής καταστολής: «Ο στρατηγικός στόχος της αριστεράς στον αραβικό κόσμο πρέπει να είναι η σύγκλιση των εξεγέρσεων προς τη μάχη για πολιτικές ελευθερίες οι οποίες θα αφήσουν τις κοινωνικές πιέσεις να εκφραστούν με τον καλύτερο δυνατό συλλογικό τρόπο. Αυτό σημαίνει: να καταργηθούν οι νόμοι έκτακτης ανάγκης, να διαλυθούν τα κυβερνώντα κόμματα ή να εκθρονιστούν οι κυρίαρχες οικογένειες, να ξεκαθαριστεί ο κρατικός  μηχανισμός από τα όρνεα του παλιού καθεστώτος και να βρεθούν υπόλογοι οι πρώην αρχηγοί κρατών απέναντι στη δικαιοσύνη».</p>
<p>Αν συμπεριλάβουμε και το θέμα της περιφερειοποίησης και της λυσσαλέας ενδοκαπιταλιστικής σύγκρουσης που αυτή φέρει μέσα της, βλέπουμε ότι όλα αυτά έχουν πολύ κοντά πόδια και προετοιμάζουν το νέο αδιέξοδο. Η Λιβύη και η Συρία (δυο κράτη στα οποία η φυλετική αντίφαση παίζει καθοριστικό ρόλο και στην ταξική διάρθρωση) ίσως είναι απλώς ο πρόλογος όσων πολύ αιματηρών πρόκειται να ακολουθήσουν και σε επίπεδο ταξικής πάλης και σε επίπεδο εσωτερικών ανταγωνισμών του κεφαλαίου. Οι πρόσφατοι αγώνες εκφράζουν ακόμη πιο έντονα τις δύο βασικές όψεις της διαδικασίας που παράγει την επανάσταση της σύγχρονης περιόδου: την απονομιμοποίηση της διεκδίκησης, δηλαδή τη μετατροπή της σε συστατικό της αναπαραγωγής των τάξεων που τείνει να περιθωριοποιείται και να καταστέλλεται, και την εσωτερική απόσταση που παράγεται ανάμεσα στις προλεταριακές πρακτικές κατά την κίνηση του ταξικού αγώνα. Η εξέλιξη αυτή παράγεται πλέον σε όλες τις ζώνες του κεφαλαίου με την τροπικότητα που επιβάλλει η αντικειμενικότητα του κεφαλαίου, η οικονομία, σε κάθε μία από αυτές. Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την πρόβλεψη ότι <em>μπαίνουμε σε μια εποχή ταραχών, μεταβατική αλλά εξαιρετικά βίαιη, η οποία θα οριοθετήσει την κρίση αναπαραγωγής του προλεταριάτου, άρα και του καπιταλισμού ως σημαντικό διαρθρωτικό στοιχείο της επόμενης περιόδου</em>. Με την έννοια ταραχές εννοούμε κινηματικές διεκδικητικές ή μη διαδικασίες με ιδιαίτερα βίαιη μορφή που μετατρέπουν τα αστικά περιβάλλοντα σε πεδία ταραχών χαμηλής ή μεγαλύτερης έντασης (<em>οι ταραχές δεν είναι επανάσταση, ακόμη και οι εξεγέρσεις δεν είναι επανάσταση, παρότι μπορούν να αποτελέσουν το ξεκίνημα μιας επανάστασης</em>). Η εσωτερική απόσταση ανάμεσα στις προλεταριακές πρακτικές εντείνει όλες τις κοινωνικές αντιφάσεις και δημιουργεί μια αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία εντεινόμενων συγκρούσεων οι οποίες συμπεριλαμβάνουν ολοένα και περισσότερες κατηγορίες της εργατικής τάξης, και αύξηση της καταστολής. Η ιδιαιτερότητα αυτής της «εποχής» έγκειται στο ότι η δυναμική των αγώνων δεν μπορεί να παράξει σχετικά ευσταθή αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, οι αγώνες των προλετάριων ως τάξης που διεκδικεί μια αξιοπρεπέστερη ύπαρξη, αναπόφευκτα αναπαράγουν την αντίπαλη τάξη και τη δική τους ταξική ύπαρξη σαν τάξης των προλετάριων. Το όριο των αγώνων, σήμερα πια, είναι ακριβώς το γεγονός ότι είναι ταξικοί αγώνες. Από την άλλη πλευρά, η δραστηριότητα από την οποία παράγεται η ταξική φύση των αγώνων σαν όριο δεν παύει να είναι ταξική δραστηριότητα, στην αρχική της τουλάχιστον φάση. Το όριο των αγώνων είναι ακριβώς το γεγονός ότι παραμένουν ταξικοί αγώνες, ενώ η μόνη εγγύηση της υπέρβασής τους είναι η έμπρακτη επίθεση στο κεφάλαιο, η οποία ταυτόσημα είναι επίθεση στην ίδια την ταξική ύπαρξη των προλετάριων.</p>
<p>Ακόμη και αν η κρίση δεν εμφανιστεί πολύ σύντομα και πάλι ως παγκόσμια, όπως εμφανίστηκε το 2008, οι τοπικές κρίσεις που έχουν την ένταση των τοπικών κρίσεων στα κράτη των εξεγέρσεων, στην Ιαπωνία<a title="" href="#_ftn38">[38]</a>, στην Ευρωζώνη ως κρίση χρέους, θα ορίζουν διαφορετικά την παγκοσμιότητα ως χαοτική σύνθεση των τοπικοτήτων. Είτε αναφερόμαστε στη Γαλλία, είτε στις εξεγερμένες χώρες λίγο πιο νότια, είτε αναφερόμαστε στις ΗΠΑ είτε στην Κίνα, διαπιστώνουμε ότι οι εγγενείς τάσεις αυτής της φάσης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού εξελίσσονται ταχύτατα και με τεράστια ορμή. Όλες οι δυνάμεις συγκλίνουν στην κοινή συνισταμένη της απαξίωσης της εργατικής δύναμης και της μετατροπής ολοένα και μεγαλύτερου μέρους της σε δομικά πλεονάζοντα πληθυσμό. Ενδεχόμενη επιτυχία αυτής της φάσης της αναδιάρθρωσης, που δε σημαίνει τίποτε άλλο από μερική τουλάχιστον αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους, σε οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται αυτό, δε σημαίνει ότι θα περάσουμε σε ένα νέο κύκλο συσσώρευσης. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε μόνο αν άλλαζε η διάρθρωση της ταξικής σχέσης. Οι εκπρόσωποι του ΧΟΚ, που απολαμβάνουν τα οφέλη μιας μη παραγωγικής συγκράτησης της απαξίωσης του μέσω της καταστολής ή αυτοί που εμφανίζονται (και σε κάποιες περιπτώσεις <em>είναι</em>) σαν πολέμιοι τους και υπερασπίζονται μια άλλη Κεϋνσιανή μορφή του κεφαλαίου, ανήκουν σε τελική ανάλυση στο ίδιο στρατόπεδο όσο κι αν ενταθεί η μεταξύ τους σύγκρουση. Η εξέλιξη αυτής της μεταβατικής φάσης φαίνεται ότι θα σταματήσει την παγκοσμιοποίηση με τη μορφή που την ξέρουμε μέχρι σήμερα, σε μια προσπάθεια αναβολής της αναμέτρησης του ίδιου του καπιταλισμού με τον πυρήνα του, το νόμο της αξίας.</p>
<p>Την ίδια στιγμή όμως είμαστε υποχρεωμένοι να θυμόμαστε ότι το κεφάλαιο είναι από κάθε άποψη αντίφαση εν κινήσει: ενώ κατατεμαχίζει πλήρως το προλεταριάτο με τη δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης και με την οργάνωση της καταστολής, δημιουργεί ταυτόχρονα μια ισχυρή βάση ενότητας πάνω στην αντικειμενικότητα του. Ωθεί κάθε προλεταριακή κατηγορία, από τη δική της σκοπιά την κάθε μία, σε μια κοινή διαπίστωση: ότι μια τόσο ριζική έλλειψη μέλλοντος συνεπάγεται και ένα αδυσώπητο ροκάνισμα του παρόντος. Η συνειδητοποίηση αυτή δημιουργεί την ιδεολογία της εποχής μας, αυτής του αγωνιζόμενου υποκειμένου το οποίο <em>δεν</em> χρησιμοποιεί τις ιδεολογικές σημάνσεις της παλιάς ταξικής ενότητας καθώς δεν έχει καμία ύπαρξη έξω από το κεφάλαιο και ταυτόχρονα δεν έχει μέλλον μέσα στο κεφάλαιο. Η εξέλιξη αυτής της αντίφασης με τη μορφή της εσωτερικής απόστασης των πρακτικών, η οποία μοιραία θα αποκτήσει συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, θα δείξει αν και πώς θα παραχθεί αυτή η έλλειψη μέλλοντος, όχι σαν αντικειμενική κίνηση του κεφαλαίου, αλλά σαν δραστηριότητα του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο, δηλαδή ενάντια στον εαυτό του ως προλεταριάτο, δηλαδή σαν συνεχής αυτομετασχηματισμός του μέσω των κομμουνιστικών μέτρων που θα λαμβάνει καθώς θα εξελίσσεται μέσα στην επανάσταση σε υπό κατάργηση υποκείμενο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>_____________________________________________</p>
<p>ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em>Για την έννοια «δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης» </em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η έννοια «δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης» χτίζεται πάνω σε τρεις βασικές ιδέες. Πρώτον, ότι η αντεπίθεση του κεφαλαίου που ακολούθησε το τέλος του κύκλου αγώνων του φορντισμού, ήταν η αναδιάρθρωση που μετέτρεψε τον καπιταλισμό από Κευνσιανισμό/ φορντισμό σε παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό νεοφιλελευθερισμό. Δεύτερον, ότι αυτή η αναδιάρθρωση σήμανε την έναρξη μιας νέας φάσης της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, της οποίας πολύ σημαντικά στοιχεία είναι η διάλυση της εργατικής ταυτότητας και η συνεχής υπονόμευση της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, ως τάξης που βασίζεται στον άμεσο και έμμεσο μισθό για να αναπαράγεται. Τρίτον, η βασική ιδιότητα αυτής της αναδιάρθρωσης, η οποία εγκαθίδρυσε μια δυναμική που υπονομεύει διαρκώς κάθε εσωτερική συνοχή της εργατικής τάξης, είναι ότι πρόκειται για διαδικασία που <em>συνεχώς ανανεώνει την ίδια της τη δυναμική</em>. Η αναδιάρθρωση έγινε μεν, εγκαθιδρύθηκε ένα νέο μοντέλο συσσώρευσης, αλλά, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, συντηρείται ως δυναμική και εντείνεται δια μέσου των εσωτερικών κρίσεων της περιόδου.</p>
<p>Είναι φανερό από τις διατυπώσεις αυτές ότι υπάρχει μια δυσπραγία στην προσπάθεια εσωτερικής περιοδολόγησης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, που μας επιβάλλει η παρούσα κρίση να επιχειρήσουμε. Η δυσκολία αυτή έχει να κάνει με μια <em>ιστορική καινοτομία</em> του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Πρόκειται για την «διπλή τάση για αποσύνδεση» (αποσύνδεση της συσσώρευσης του κεφαλαίου από την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, αποσύνδεση του εισοδήματος και της κατανάλωσης από τον μισθό, σύμφωνα με την ορολογία της Théorie Communiste). Πρόκειται, με δυο λόγια, για το γεγονός ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία, έχουμε το εξής παράδοξο: ενώ κάθε αναδιάρθρωση, σαν αντεπανάσταση, είναι αναγκαστικά επίθεση στην αξία της εργατικής δύναμης, η αναδιάρθρωση που έγινε από τα μέσα της δεκαετίας του &#8217;70 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του &#8217;80 ενσωμάτωσε αυτή την επίθεση σαν μόνιμο, αναγκαίο, διαρθρωτικό χαρακτηριστικό του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Στη σημερινή κρίση έχουμε το δεδομένο ότι η επίθεση αυτή ήταν ήδη διαρθρωτικά ενσωματωμένη στην προ της κρίσης κατάσταση.</p>
<p>Πέρα από την ίδια την τρέχουσα κρίση, η προσπάθεια αντιμετώπισής της θέτει αυτομάτως σε αμφισβήτηση την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης και, ειδικότερα, του προλεταριάτου. Γιατί ειδικότερα του προλεταριάτου; Επειδή ο καπιταλισμός είναι πράγματι παγκοσμιοποιημένος και κάθε εθνικό ή περιφερειακό προλεταριάτο αντιμετωπίζεται με αφηρημένο τρόπο, σαν μέρος του συνολικού παγκόσμιου προλεταριάτου, απολύτως εναλλάξιμο με οποιοδήποτε άλλο μέρος του. Αυτή η αντιμετώπιση οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο: Από τη μία πλευρά στην εμβάθυνση της ιεραρχίας λόγω της μεγαλύτερης υποτίμησης του προλεταριάτου στα κράτη που βρίσκονται στις κατώτερες θέσεις της καπιταλιστικής ιεραρχίας, και από την άλλη πλευρά στην υποτίμηση του προλεταριάτου στα κράτη της δεύτερης, περισσότερο, αλλά και της πρώτης ζώνης στα πλαίσια του παγκόσμιου ανταγωνισμού που μέσα στο νεοφιλελευθερισμό μεταφράζεται σε μεγάλο βαθμό σε ανταγωνισμό για τη χαμηλότερη τιμή εργατικής δύναμης.</p>
<p>Η επιχειρούμενη απάντηση του κεφαλαίου από το ξέσπασμα της κρίσης μέχρι σήμερα μοιάζει με &#8220;φυγή προς τα εμπρός&#8221;. Πρόκειται για εσωτερική του κύκλου συσσώρευσης &#8220;αναδιάρθρωση&#8221;, ή καλύτερα διατυπωμένο, για τη δεύτερη φάση της ίδιας της αναδιάρθρωσης η οποία από τη φύση της πρέπει συνεχώς να ανανεώνεται πάνω στις θεμελιακές της κατευθύνσεις. Η δεύτερη αυτή φάση της αναδιάρθρωσης, λογικά, θα πάρει και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. Όσο πλησιάζουμε στην παραγωγή της επανάστασης αυτού του κύκλου αγώνων θα απαιτούνται τέτοιου τύπου «εσωτερικές αναδιαρθρώσεις», τα χρονικά διαστήματα μεταξύ τους μικραίνουν καθώς ο ιστορικός χρόνος πυκνώνει και η ιστορικά παραγωγική διαδικασία επιταχύνεται.</p>
<p>Τα σημερινά μέτρα, παρότι είναι προς την ίδια κατεύθυνση, δεν έχουν την ίδια ιστορική σημασία με αυτά που εφαρμόστηκαν την περίοδο κατά την οποία σαρώθηκαν οι διευθετήσεις του παλιότερου μοντέλου συσσώρευσης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Η «πρώτη φάση» της αναδιάρθρωσης (που μόνο σήμερα μέσα στην κρίση και με την ύπαρξη των νέων μέτρων μπορεί να ονομαστεί έτσι) αποτελούσε αλλαγή του καθεστώτος συσσώρευσης, η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης αποτελεί προσπάθεια συνέχειας, προσπάθεια αντιμετώπισης μιας εσωτερικής του κύκλου συσσώρευσης κρίσης, τόσο σοβαρής ώστε να παράγεται η σημερινή κατάσταση. Η συνέχιση της επίθεσης στην αξία της εργατικής δύναμης, η υπονόμευση της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης είναι πια ενσωματωμένη στον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού. Από εκεί πηγάζει η έννοια «δεύτερη φάση» που δεν είναι νέα αναδιάρθρωση αλλά που εκφράζει το γεγονός ότι η «πρώτη φάση» της αναδιάρθρωσης αποτέλεσε την έναρξη μιας ιστορικής περιόδου παραγωγή της οποίας θα είναι η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση. Αυτή η προβληματική ανοίγει το ακόμη δυσκολότερο και σημαντικότερο ζήτημα της έννοιας της <em>συγκυρίας</em> με το οποίο θα ασχοληθούμε στο άμεσο μέλλον.</p>
<div>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref1">[1]</a>              Πρόκειται για κρίση του μισθού – της αποκρυστάλλωσης της σχέσης μέσα από την οποία ο στερημένος από μέσα εργασίας προλετάριος μπορεί να επιζήσει μόνο πουλώντας την εργατική του δύναμη. Η εργατική δύναμη κοστολογείται πλέον μόνο ως έξοδο και δε λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας ανάπτυξης του κεφαλαίου, μέσω, για παράδειγμα, της διεύρυνσης της αγοράς. Στον ολοένα και πιο διεθνοποιημένο καπιταλισμό, το κάθε εθνικό ή περιφερειακό προλεταριάτο τείνει να αντιμετωπίζεται με αφηρημένο τρόπο, σαν μέρος του συνολικού παγκόσμιου προλεταριάτου, απολύτως εναλλάξιμο με οποιοδήποτε άλλο μέρος του. Το κεφάλαιο τείνει να συμπιέζει την τιμή της εργατικής δύναμης, τάση η οποία οδηγεί αντικειμενικά, αν και όχι άμεσα, στην ομογενοποίηση της τιμής αυτής διεθνώς. Η παραγωγικότητα τείνει να αποσυνδεθεί πλήρως από το μισθό και η αξιοποίηση του κεφαλαίου τείνει να αποσυνδεθεί από την αναπαραγωγή του προλεταριάτου, ενώ μέσω της εμβάθυνσης της πραγματικής υπαγωγής το κεφάλαιο έχει γίνει ο μοναδικός ορίζοντας αυτής της αναπαραγωγής. Από αυτή την αντίφαση παράγεται η αναγκαιότητα της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης για το κεφάλαιο και το όριο των σύγχρονων ταξικών αγώνων ( Η ιστορική παραγωγή της επανάστασης της τρέχουσας περιόδου, Blaumachen 4).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref2">[2]</a>           Για την έννοια του κύκλου συσσώρευσης δες στο κείμενο αυτού του τεύχους «Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο».</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref3">[3]</a>              Σημαντική καινοτομία που επέφερε η αναδιάρθρωση και η απελευθέρωση των ροών κεφαλαίου ήταν η κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα σε τράπεζες καταθέσεων και τράπεζες επενδύσεων, κάτι που σήμαινε στην πράξη πως όλες οι τράπεζες μπορούσαν να απαλλαγούν από τους περιορισμούς των τραπεζών καταθέσεων και να λειτουργούν σε πολύ μεγάλο βαθμό σαν τράπεζες επενδύσεων. Η αλλαγή αυτή αρχικά υποβοήθησε τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν και τα παράγωγα, μια μορφή ΧΟΚ η οποία ήταν απαραίτητη για τις διατραπεζικές συναλλαγές. Ένα μέρος της παραγόμενης υπεραξίας «επενδυόταν» σε αυτές τις μορφές καθ´ όλη την περίοδο, κάτι όμως που ήταν απολύτως αναγκαίο στη νέα διάρθρωση και όχι αποτέλεσμα «απληστίας», όπως προσπαθούν να μας πείσουν όλοι αυτοί που παλεύουν να βρουν κάποιον ένοχο για να αθωώσουν το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref4">[4]</a>              Για περισσότερα σχετικά με το μηχανισμό παραγωγής της κρίσης δες το κείμενο αυτού του τεύχους «Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο».</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref5">[5]</a>              Στις ΗΠΑ εφαρμόζονται πλέον δρακόντεια μέτρα περικοπών σε μια προσπάθεια να διασωθεί το ΧΟΚ που δημιουργήθηκε με τύπωμα χρήματος, τα λεγόμενα quantitative easing (QE1 και QE2) και υπολογίζεται ότι είναι της τάξης των 15 τρις δολαρίων. Σε περίπτωση που «οτιδήποτε δεν πάει καλά» και η κρίση χρέους των ΗΠΑ μετατραπεί  σε πραγματική κρίση εμπιστοσύνης στο δολάριο, τότε περίπου 20 τρις δολάρια αναμένεται να εξαφανισθούν  με αποτέλεσμα κάθε οικονομική οντότητα που είναι δομικά δεμένη στο δολάριο να υποστεί ένα τεράστιο σοκ. Λόγω της δομής του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού η απαξίωση σταθερού κεφαλαίου που θα προκύψει από την απαξίωση του ΧΟΚ θα είναι εντονότατη στην Κίνα με τις συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref6">[6]</a>              Ο μηχανισμός της κρίσης αναλύεται περισσότερο στο κείμενο «Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο», στο κεφάλαιο «Η σύγχρονη κρίση».</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref7">[7]</a>              Η αναδιάρθρωση αυτού του κύκλου συντελέστηκε από τα μέσα της δεκαετίας του &#8217;70 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του &#8217;80 αλλά η δυναμική της συνεχίζεται και οξύνεται μέσα στην κρίση. Αυτή την όξυνση, ως προσπάθεια συνέχισης αυτού του κύκλου συσσώρευσης, αποκαλούμε δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης. Για περισσότερα δες το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ στο τέλος του κειμένου.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref8">[8]</a>           Είναι σαφές ότι η δεύτερη αυτή φάση επέλασης του κεφαλαίου προετοιμάζει το έδαφος για την πιθανότητα μιας αναδιάρθρωσης που θα αλλάξει εκ βάθρων τη διάρθρωση του κεφαλαίου και αν εφαρμοστεί, αν δηλαδή ηττηθούν οι ταξικοί αγώνες της περιόδου, θα αποτελεί την απαρχή ενός νέου κύκλου συσσώρευσης. Τα «μέτρα» μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης είναι δύσκολο να τα φανταστούμε σήμερα, μέσα στον κύκλο συσσώρευσης που βρισκόμαστε. Οι κατευθύνσεις δείχνουν πάντως προς <em>την αμφισβήτηση κάθε είδους και τύπου ιδιοκτησίας που έχει ο προλετάριος πάνω σε οτιδήποτε</em>.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref9">[9]</a>           Κάθε καπιταλιστική κρίση είναι έκφανση μη αποδοτικής λειτουργίας του νόμου της αξίας και κατάσταση που απαιτείται η βίαιη εκ νέου επιβολή του. Η μη αποτελεσματική λειτουργία του νόμου της αξίας σημαίνει μεταξύ άλλων ότι ο τρόπος μέτρησης της αξίας έχει διαστρεβλωθεί. Σήμερα <em>η πραγματικότητα της κρίσης ως κρίσης χρέους, που τείνει να γίνει νομισματική και η κρίση αξιοπιστίας όλων των περίπλοκων μοντέλων μέτρησης και διαχείρισης κινδύνου επενδύσεων, θέτει το ζήτημα της κρίσης μετρησιμότητας της αξίας, δηλαδή, του χρόνου αφηρημένης εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των προϊόντων.</em> Η σημερινή κρίση είναι υπαρξιακή κρίση της εργασίας, που εκφράζεται καταρχήν ως «κρίση της σύμβασης εργασίας» (από το Blaumachen τ. 4).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref10">[10]</a>             Δες και το κείμενο «Η τωρινή στιγμή» σ’ αυτό το τεύχος για περισσότερα σχετικά με τις ζώνες του κεφαλαίου.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref11">[11]</a>             Αν τα πράγματα συνεχίσουν προς τα εκεί που πάνε, αν δηλαδή το κεφάλαιο συνεχίσει να παριστάνει ότι η υποκατανάλωση/υπερσυσσώρευση λύνεται με την κατανάλωση των καπιταλιστών (καταστολή) από τη μία και το αέναο ποντάρισμα σε υπεραξία που θα παραχθεί στο μέλλον (χρηματιστικοποίηση) ή στην καταλήστευση της υπεραξίας από τα πιο ανίσχυρα κεφάλαια, τότε ο παγκόσμιος καπιταλισμός θα οδηγηθεί σε μια αλυσιδωτή έκρηξη κρίσεων οι οποίες θα παίρνουν ολοένα και περισσότερο τη μορφή ανοιχτού ταξικού πολέμου. Η αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου θα τείνει ταχύτατα να ταυτιστεί με την αυτοαμφισβήτηση του. Μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζεται στο προσκήνιο η τάση του ιστορικού νόμου της συσσώρευσης, ή αλλιώς διατυπωμένο, η ιστορία της εκμετάλλευσης κάνει τη δουλειά της.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref12">[12]</a>             Η Κίνα ανακοίνωσε στα μέσα Μαΐου ότι σταματά όλες τις εξαγωγές πετρελαίου, σε μια προσπάθεια να σταματήσει την αύξηση των τιμών των καυσίμων που προκλήθηκε από μια σειρά απεργιών των οδηγών φορτηγών. Η Ρωσία έχει επίσης σταματήσει τις εξαγωγές κάποιων προϊόντων πετρελαίου σε μια προσπάθεια να μειώσει τις ελλείψεις στο εσωτερικό της και να περιορίσει την αύξηση των τιμών, μια κίνηση που έρχεται να προστεθεί στην παύση εξαγωγών δημητριακών που τέθηκε σε εφαρμογή αρκετούς μήνες πριν.  Η ΕΕ έχει σιωπηρά επαναφέρει δασμούς ώστε να μειωθούν οι εισαγωγές ασιατικών κυρίως προϊόντων.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref13">[13]</a>             Πρόκειται για προστατευτική εμπορική στρατηγική με την οποία ένα κράτος προσπαθεί να ξεπεράσει τις οικονομικές του δυσκολίες εις βάρος των εμπορικών του εταίρων. Προσπαθεί να απαλλαγεί από την εξάρτηση του από τις εισαγωγές προϊόντων και να βελτιώσει τη θέση του στις εξαγωγές. Εφαρμόζεται είτε μέσω υποτίμησης του νομίσματος, είτε μέσω επιβολής δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα. Προφανώς όταν εφαρμόζεται ταυτόχρονα από πολλά κράτη έχει αντιφατικά αποτελέσματα καθώς η προσωρινή βελτίωση του καθενός σημαίνει την υποβάθμιση του διεθνούς εμπορίου γενικότερα.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref14">[14]</a>             Σίγουρα τα κέντρα συσσώρευσης των ΗΠΑ και της ΕΕ επαγρυπνούν ώστε να εκμεταλλευθούν κάθε δυνατότητα που θα τους δινόταν να διαλύσουν την Κίνα και να μοιράσουν τη λεία. Γνωρίζουν όμως πολύ καλά ότι η προσπάθεια για κάτι τέτοιο θα γινόταν συμφέρουσα μόνο μέσω της αποσταθεροποίησης του Κινέζικου κράτους από την ταξική πάλη στο εσωτερικό του. Έτσι όσο το εύχονται άλλο τόσο απεύχονται αυτό το σενάριο.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref15">[15]</a>             Στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, αυτή η διαδικασία είχε ξεκινήσει να εντατικοποιείται ήδη από το 2004. Ο Gamal Mubarak τότε πήρε προσωπικά, σε μαφιόζικο στυλ, την εξουσία και μοίρασε διαχειριστικούς ρόλους σε διάφορους ραντιέρηδες και υπαλλήλους της διεθνούς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Ακολούθησαν με ραγδαίους ρυθμούς ιδιωτικοποιήσεις, μείωση της φορολογίας στα κέρδη του κεφαλαίου από 40 σε 20%, και απροθυμία συλλογής έστω αυτών των φόρων από το κράτος, και προσπάθεια μεγάλης αύξησης της στεγαστικής φορολογίας των χαμηλών εισοδημάτων, κάτι που απονομιμοποίησε ακόμη περισσότερο το καθεστώς (στοιχεία από το άρθρο Egypt Revolt, New Left Review no. 68).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref16">[16]</a>             Σύμφωνα και με την έκθεση του International Labour Organisation με τίτλο “<em>Labour</em><em> </em><em>market</em><em> </em><em>trends</em><em> </em><em>for</em><em> 2011</em>”, η Αφρική και η Μέση Ανατολή θα εξακολουθούσαν να κατέχουν την πρώτη θέση στην ανεργία (με τα ποσοστά στους νέους και τις γυναίκες να είναι εκρηκτικά) παρά το ότι η πρόβλεψη έλεγε ότι οι οικονομίες τους θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται με μεγάλους ρυθμούς.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref17">[17]</a>          Αυτό γίνεται ξεκάθαρο και από το γεγονός ότι η Κίνα και η Ρωσία δεν καταψήφισαν στον ΟΗΕ τα ψηφίσματα που ουσιαστικά κήρυτταν τον πόλεμο στη Λιβύη, όπως είχαν κάνει για τις περιπτώσεις του Σουδάν και παλιότερα της Βοσνίας, δίνοντας έτσι το πράσινο φως για την «ανθρωπιστική επέμβαση» Γαλλίας, Αγγλίας και ΗΠΑ.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref18">[18]</a>             Δες το κείμενο «Πως μπορεί κανείς ακόμη να θέτει αιτήματα όταν κανένα αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί».</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref19">[19]</a>             Σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων, το να δρα το προλεταριάτο ως τάξη έγινε, μέσα στην ίδια τη δραστηριότητα του προλεταριάτου ως τάξης, το όριο αυτής της δραστηριότητας. Το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός είναι η δόμηση εκείνη της αντίφασης όπου το να δρα ως τάξη είναι το ίδιο το όριο της δραστηριότητας του προλεταριάτου – και έχει γίνει το <em>διακύβευμα</em> της ταξικής πάλης. Το ότι, για το προλεταριάτο, το να δρα ως τάξη αποτελεί το όριο της δράσης του ως τάξης είναι τώρα μια αντικειμενική κατάσταση της ταξικής πάλης· το ότι αυτό το όριο δομείται μέσα στους αγώνες ως τέτοιο και γίνεται <em>το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός</em>, είναι ένα διακύβευμα μέσα στους αγώνες αυτούς: επίπεδο της σύγκρουσης με το κεφάλαιο· συγκρούσεις στο ίδιο το εσωτερικό αυτών των αγώνων. Ο μετασχηματισμός αυτός είναι ένας προσδιορισμός της τωρινής αντίφασης μεταξύ των τάξεων, αλλά είναι η συγκεκριμένη κάθε φορά πρακτική ενός αγώνα σε μια δεδομένη στιγμή, μέσα σε δεδομένες συνθήκες (Theorie Communiste, Blaumachen 4).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref20">[20]</a>             Στη μεγάλη διαδήλωση που έλαβε χώρα στο Λονδίνο στις 25/3/2011 ενάντια στις περικοπές (τις οποίες οι διαδηλωτές πολύ εύστοχα χαρακτηρίζουν Thatcher II), ο κ. Μίλιμπαντ, ηγέτης του εργατικού κόμματος, μίλησε πίσω από ένα πανό που έγραφε: “March for the alternative – Jobs, growth, justice”. Πρόκειται για την επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ο εναλλακτισμός σήμερα είναι πια κενός περιεχομένου, ένα brand κάτω από τη φάτσα ενός επίδοξου διαχειριστή που κανείς δεν πιστεύει.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref21">[21]</a>          Όταν αναφερόμαστε στην αντικειμενικότητα του κεφαλαίου, δεν εννοούμε ότι η οικονομία αποτελεί την ουσία, κάποια «αλήθεια» του κεφαλαίου. Από την άλλη πλευρά, η οικονομία δεν αποτελεί ούτε απλή φαινομενολογία των καπιταλιστικών σχέσεων, <em>είναι</em> <em>η αντικειμενοποίηση τους</em>. Καθώς οι παραγωγικές σχέσεις είναι <em>κυρίαρχες</em> στο σύμπαν των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, το κεφάλαιο ως τάξη έχει την τάση να επιβάλλει την αντικειμενοποίηση όλων των κοινωνικών σχέσεων ως οικονομία.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref22">[22]</a>             Η στρατηγική του μπλοκαρίσματος ξεκινάει από μια σωστή ιδέα: το κεφάλαιο είναι αξία εν κινήσει, δηλαδή η αξία δεν χάνεται ποτέ περνώντας από τη μορφή χρήμα στη μορφή εμπόρευμα, από την παραγωγή στην ανταλλαγή, από την ανταλλαγή στην κατανάλωση (αν πρόκειται για την παραγωγική κατανάλωση η οποία ορίζει το κεφάλαιο). Αυτή η στρατηγική θεωρεί ότι το κεφάλαιο αποτελεί μια ροή, μια παραγωγή βασισμένη στην ανταλλαγή, ότι κυκλοφορία και παραγωγή αποτελούν η καθεμιά μια στιγμή της άλλης και η μια εμπεριέχει την άλλη… Ελλείψει της δυνατότητας να επιτεθεί πρακτικά στη ρίζα της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή στην παραγωγή αξίας και υπεραξίας, το κίνημα [του Δεκέμβρη 2008, Σ.τ.Μ.] εξίσωσε την παραγωγή και την κυκλοφορία της αξίας (ακόμα κι αν τα μπλοκαρίσματα της κυκλοφορίας μοιάζει να παρέμειναν συμβολικά) και ανήγαγε, μέσα στην πρακτική του, την επίθεση στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων σε επίθεση ενάντια στην κανονικότητα της εμπορευματικής καθημερινής ζωής (Theorie Communiste, Αόρατο φράγμα, 2009).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref23">[23]</a>             Η λειτουργία των διυλιστηρίων ποτέ δε διακόπηκε πραγματικά. Στην πραγματικότητα οι συνδικαλιστές εφαρμόζοντας πλήρως μια αρκετά παλαιότερη συμφωνία που είχαν υπογράψει με το κράτος και τους βιομηχάνους διασφάλισαν ότι οι κινητοποιήσεις απλώς θα έπαυαν προσωρινά τη λειτουργία των διυλιστηρίων, χωρίς να τερματίσουν τη λειτουργία των μηχανολογικών συστημάτων κάτι που θα απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο για την επανεκκίνηση τους.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref24">[24]</a>             «Όταν λέμε ‘προγραμματισμός’ εννοούμε ένα μοντέλο εργατικών αγώνων και επαναστατικού ξεπεράσματος βασιζόμενο σε μιαν αυξανόμενη ισχύ της εργατικής τάξης, ισχύ μέσω της οποίας επιβάλλονται οι απαιτήσεις μιας κοινωνικής ανάπτυξης του κεφαλαίου που προετοιμάζει την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. […] Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, στο εσωτερικό του ‘προγραμματισμού’, η ενίσχυση της τάξης (καθώς ήταν ενσωματωμένη στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου) στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ήρθε σε αντίθεση με τη δυνατότητα της επαναστατικής αυτόνομης επιβεβαίωσής της. Τις σπάνιες φορές που αυτή η τελευταία αρχίζει να υλοποιείται έμπρακτα, όπως στη Ρωσία, στην Ιταλία ή στην Ισπανία, τιθέμενη κατ’ ανάγκη υπό την αιγίδα των οργανώσεων του εργατικού κινήματος, αντιστρέφεται <em>αμέσως</em> για να μετατραπεί σε αυτό που δεν μπορεί παρά να είναι: μια νέα μορφή κινητοποίησης της εργασίας υπό τον καταναγκασμό της αξίας και άρα της ‘μέγιστης απόδοσης’ (όπως ζητούσε η CNT από τους εργάτες της Βαρκελώνης το 1936), αναπαράγοντας αυτομάτως, έστω και οριακά, όλες τις αντιδράσεις απομάκρυνσης ή αντίστασης των εργατών». Από την απάντηση της TC στο Aufheben που δημοσιεύτηκε στο 19o τεύχος του περιοδικού.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref25">[25]</a>             Ο Said ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου μπροστά σε πολλούς μάρτυρες, οι οποίοι δήλωσαν ότι οι χαφιέδες του «έσπασαν το κεφάλι στο πεζοδρόμιο». Η αστυνομία ενημέρωσε την οικογένεια του ότι το περιστατικό έγινε γιατί «κατείχε μαριχουάνα».</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref26">[26]</a>             Το προσωπικό του κατασταλτικού μηχανισμού του καθεστώτος Μουμπάρακ έφτανε τα 2 εκατομμύρια. Από αυτούς το 1,5 εκατομμύριο ήταν χαφιέδες και παρακρατικοί με πολιτικά οι οποίοι κυριολεκτικά τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό. Οι νέοι επιχειρηματίες ή καταστηματάρχες έπρεπε να μπουν στο κόμμα για να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους ανενόχλητοι από την αστυνομία. Αυτό σημαίνει ότι οι δεσμοί τους με το κόμμα δεν είναι ιδεολογικοί. Στο Ντουμπάι ένα στέλεχος της Google, o Wael Ghonim έφτιαξε μια σελίδα στο Facebook που την ονόμασε «Είμαστε όλοι Khaled Said», και ζήτησε να εγγραφούν όσοι είχαν βιώσει την κατασταλτική βαρβαρότητα του καθεστώτος. Σε δύο μήνες τα μέλη της σελίδας ήταν πάνω από εκατό χιλιάδες. Αυτή ήταν η συγκυρία μέσα στην οποία ξεκίνησε ολόκληρο αυτό το κίνημα. Η καταστολή και η εκμετάλλευση ήταν τα δύο σπίρτα που ξεκίνησαν τη φωτιά.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref27">[27]</a>             Η κίνηση αυτή ξεκίνησε από το internet και συνδέεται άμεσα με την απεργία στη Malhalla και την αντίδραση στη σκληρή καταστολή που επεφύλαξε το κράτος σε αυτή την απεργία. Οι ίδιοι στο site τους γράφουν: «Εμείς το κίνημα Νεολαίας της 6<sup>ης</sup>  Απρίλη, πιστεύουμε ότι η αλλαγή και οι μεταρρύθμιση της Αιγύπτου δεν θα συμβούν με συλλογή υπογραφών. Θα πετύχουμε την αλλαγή προτείνοντας αληθινά εναλλακτικές λύσεις, μια εναλλακτική πολιτική, οικονομική, και κοινωνική Αναγέννηση της Αιγύπτου η οποία θα παρέχει σταθερότητα και ασφάλεια στον πολίτη της χώρας. Εμείς το κίνημα Νεολαίας της 6<sup>ης</sup> Απρίλη, πιστεύουμε ότι αυτό θα συμβεί μόνο με την κινητοποίηση της νέας γενιάς, η οποία θα ωφεληθεί αληθινά από την αλλαγή, όταν αυτή θα συμβεί καθώς αποτελεί το 60% του πληθυσμού της Αιγύπτου».</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref28">[28]</a>             Το 1996 οι φυλακισμένοι του Abοu Salim εξεγέρθηκαν, κατέλαβαν μέρος της φυλακής και απαίτησαν ιατρική περίθαλψη, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, το δικαίωμα να τους επισκέπτεται η οικογένεια τους και την επανεξέταση των υποθέσεων τους. Ο Abdallah Senussi, διευθυντής των φυλακών τους υποσχέθηκε την ικανοποίηση όλων των αιτημάτων τους εκτός από την επανεξέταση των υποθέσεων τους, η οποία, όπως τους είπε ήταν εκτός αρμοδιότητας τους. Οι φυλακισμένοι αποδέχτηκαν την πρόταση και γύρισαν στα κελιά τους. Την επόμενη μέρα, περίπου 400 από αυτούς μεταφέρθηκαν αλλού και αμέσως μετά στρατιώτες άρχισαν να δολοφονούν με καταιγισμό πυρών από τις στέγες τους υπόλοιπους κρατούμενους. Η σφαγή του Abοu Salim μέτρησε 1270 νεκρούς. (Nicolas Bourcier, “Le massacre d’Abou Salim,” Le Monde, 22 Μαρτίου 2011)</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref29">[29]</a>             Δες την προκήρυξη «Ξεκίνησε η εποχή των ταραχών…» που μοιράστηκε στη διαδήλωση της 23/2 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref30">[30]</a>             Στην Τυνησία το επαναστατημένο πλήθος γκρέμισε τις πύλες του φυλασσόμενου τουριστικού θερέτρου  Hammamet, πυρπόλησε την έπαυλη ενός γνωστού καπιταλιστή μέλους της οικογένειας του Μπεν Αλί, έκαψε τράπεζες και αστυνομικά τμήματα. Στην Αίγυπτο, το ταξικό μίσος εκφράστηκε με την πυρπόληση του σπιτιού του Ahmed Ezz, ενός «φίλου» του Μουμπάρακ  ο οποίος έλεγχε τα δύο τρίτα της βιομηχανίας ατσαλιού και ήταν ταυτόχρονα ο οργανωτής της προεκλογικής εκστρατείας του κυβερνώντος κόμματος. Το σπίτι του πυρπολήθηκε όχι μία αλλά τρεις φορές κατά τη διάρκεια των γεγονότων.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref31">[31]</a>             «Σε όλες τις μεγάλες διαδηλώσεις που οδήγησαν στην πτώση του Μπεν Αλί, άνδρες και γυναίκες βάδιζαν δίπλα-δίπλα κρατώντας τα χέρια και φωνάζοντας συνθήματα για τα πολιτικά δικαιώματα και όχι για το Ισλάμ. Ο εθνικός ύμνος και όχι το ‘Allahu akbar,’ κυριαρχούσε στις διαδηλώσεις» (P. Anderson, Arab revolutions in crossroads).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref32">[32]</a>          «Οι βανδαλισμοί, οι λεηλασίες και οι πυρπολήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της επανάστασης κόστισαν στην οικονομία της Τυνησίας περίπου 400 εκατομμύρια δηνάρια» δήλωσε ο κ. Hammadi Ben Sedrine, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Τυνησιακού συνδέσμου βιομηχανίας και εμπορίου UTICA. Ο κ. Ben Sedrine τόνισε επίσης ότι όλες αυτές οι «απεργίες και διαμαρτυρίες» έχουν ωθήσει αρκετούς επενδυτές να εγκαταλείψουν τη χώρα και αποθαρρύνουν τους ξένους επενδυτές να έρθουν στην Τυνησία. Ο πρόεδρος του UTICA υπογράμμισε επίσης ότι ο σύνδεσμος θα συμμετάσχει μεν στις συλλογικές διαπραγματεύσεις με τα συνδικάτα αλλά υπενθύμισε ότι «η παρούσα κατάσταση δεν ευνοεί τις μισθολογικές αυξήσεις» (http://www.africanmanager.com/site_eng/detail_article.php?art_id=16463)</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref33">[33]</a>          Παραγκουπόλεις στις παρυφές του Καΐρου.</p>
</div>
<div><a title="" href="#_ftnref34">[34]</a>                  «Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτός ο ξεσηκωμός δεν ξεκίνησε από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους ούτε από τους εθνικιστές επιχειρηματίες. Αυτή η εξέγερση ξεκίνησε από τη σύγκλιση δύο παράλληλων δυνάμεων: του κινήματος υπεράσπισης των δικαιωμάτων των εργατών που δουλεύουν στις βιομηχανικές ζώνες ή στα μικρά sweatshops της Αιγύπτου και του κινήματος ενάντια στην καταστολή, το οποίο μαζικοποιήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια. Και στα δύο αυτά κινήματα ηγούνται και συμμετέχουν μαζικά γυναίκες και νέοι και των δύο φύλων». (Paul Amar, “Why Egypt’s progressives win<em>”</em>, Jadaliyya, 8 Φεβρουαρίου 2011).</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref35">[35]</a>             Στην Αίγυπτο είχαμε μια αργή άνθιση των ανεξάρτητων εργατικών συνδικάτων τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι η ETUF (Egyptian Trade Union Federation) ήταν απολύτως ελεγχόμενη από το κράτος, είχε νόμιμα το μονοπώλιο στο συνδικαλισμό και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να καταστείλει τις ανεξάρτητες φωνές. Τις τελευταίες μέρες του καθεστώτος ο δικτάτορας έδωσε οδηγία στην ETUF να σταματήσει τους εργάτες αν προσπαθήσουν να φύγουν από τους χώρους εργασίας τους για να συμμετάσχουν στις διαδηλώσεις… Η πραγματική επιτυχία της επανάστασης ήρθε όταν οι εργάτες άρχισαν να απεργούν σε διάφορους κλάδους, όπως, στους σιδηρόδρομους, στα λεωφορεία, στην κρατική εταιρία ηλεκτρισμού, στη διώρυγα του Σουέζ, σε εργοστάσια και νοσοκομεία. Μόνο τότε η πλάστιγγα έγειρε υπέρ των διαδηλωτών της πλατείας Ταχρίρ. (Paul Howes, “Η εξέγερση που ξάφνιασε όλο τον κόσμο”, The Australian, 26 Μαρτίου 2011).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref36">[36]</a>             «Το μεγάλο έγκλημα του Μπεν Αλί ήταν το ότι έκανε το Κράτος μια ιδιωτική υπόθεση, μια φράξια του κεφαλαίου μεταξύ άλλων, που απείλησε με μετασχηματισμό της ωμής βίας των παραγωγικών σχέσεων σε βία νομιμοποιημένη και θεσμική (κάτι που ίσως δημιούργησε αντιθέσεις μεταξύ στρατού και αστυνομίας). Το Κράτος έπρεπε να διασωθεί: κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τυφλά πυρά, απαγόρευση κάθε συνάθροισης, χρήση πραγματικών πυρών απ’ τις δυνάμεις καταστολής. Φτάσαμε στο σημείο εκείνο όπου ο μετασχηματισμός της βίας των καθημερινών κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό σε νόμιμη οργανωμένη κρατική βία (η λειτουργία της κρατικής μηχανής) απειλήθηκε» (Roland Simon, «Για τα γεγονότα στην Τυνησία&#8230;», dndf.org).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref37">[37]</a>             Στο Κάιρο το Μάρτιο ένας νεαρός αστυνομικός συνεπλάκη με έναν οδηγό λεωφορείου για μια παράβαση του Κ.Ο.Κ., τράβηξε το όπλο του και πυροβόλησε τον οδηγό στο χέρι. Αυτή τη φορά όμως οι επιβάτες και άλλοι περαστικοί αντί να γυρίσουν το κεφάλι τους αλλού και να φύγουν, επιτέθηκαν εξοργισμένοι στον αστυνομικό και τον ξυλοκόπησαν σχεδόν μέχρι θανάτου.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref38">[38]</a>          Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο από την κρίση της Ιαπωνίας είναι η επιτυχημένη μέχρι στιγμής (Μάιος 2011), προσπάθεια της εταιρίας TEPCO να καθυστερεί την τσιμεντοποίηση των αντιδραστήρων της Fukushima. Οι μέτοχοι της εταιρίας γνωρίζουν ότι η ανακοίνωση της τσιμεντοποίησης θα εκμηδενίσει την αξία των μετοχών τους, οπότε προσπαθούν όσο μπορούν ακόμη, σε συνεργασία με την κυβέρνηση να αναβάλλουν αυτό το αναπόδραστο γεγονός. Οι ιάπωνες κάτοικοι κυκλοφορούν με μετρητές γκάιγκερ στα χέρια οι οποίοι είναι συνέχεια στο κόκκινο, αλλά το συμφέρον της κάθε TEPCO και τελικά ολόκληρου του κεφαλαίου δεν είναι αυτή τη στιγμή να αποτρέψει τον όλεθρο. Η ίδια λογική που είχε εφαρμοστεί στην καταστροφή του κόλπου του Μεξικού εφαρμόζεται κι εδώ: η οικολογική καταστροφή είναι πιο φθηνή από την καταστροφή κάθε μεγαθηρίου του κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο, το κεφάλαιο καταστρέφει συστηματικά τον πλανήτη από τη στιγμή που έστησε τις πρώτες υψικαμίνους στη Βρετανία, σήμερα πια όμως η καταστροφική επέκταση του κεφαλαίου στον πλανήτη είναι τόσο σημαντική που θέτει σε αμφισβήτηση την προλεταριακή αναπαραγωγή, δηλαδή, τη συνέχεια της σχέσης του κεφαλαίου.</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/09/%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>4</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Blaumachen, τεύχος 5: &#8220;Η εποχή των ταραχών&#8221;</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/06/blaumachen-%cf%84%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82-5-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%87%cf%8e%ce%bd/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/06/blaumachen-%cf%84%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82-5-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%87%cf%8e%ce%bd/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 30 Jun 2011 06:39:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Τεύχη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=538</guid>
		<description><![CDATA[Η επανάσταση και ο κομμουνισμός σήμερα παράγονται μέσα στους αγώνες του προλεταριάτου ως αναγκαία ρήξη με το περιεχόμενο τους και όχι ως στρατηγική που έχει οριστεί από πριν (ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα). Η πλήρης διάλυση της εργατικής ταυτότητας, [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Η επανάσταση και ο κομμουνισμός σήμερα παράγονται μέσα στους αγώνες του προλεταριάτου ως αναγκαία ρήξη με το περιεχόμενο τους και όχι ως στρατηγική που έχει οριστεί από πριν (ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα). Η πλήρης διάλυση της εργατικής ταυτότητας, η αναδιάρθρωση της ταξικής πάλης, μετασχημάτισε το περιεχόμενο του κομμουνισμού: από επιβεβαίωση της μίας τάξης του κεφαλαίου, που ήταν το περιεχόμενο της επανάστασης μέχρι το τέλος της κεϋνσιανής περιόδου, σε άμεση καταστροφή και των δύο τάξεων, συνεπώς, της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η δράση του προλεταριάτου σήμερα βρίσκει το καθολικό της όριο στον ίδιο της το χαρακτήρα ως ταξική δράση. Ταυτόχρονα, σ’ αυτόν τον ορισμό παράγεται η δυναμική ως εσωτερική απόσταση (με τη μορφή ποικίλων πρακτικών δραστηριοτήτων) μέσα στους ταξικούς αγώνες, μέσα στο όριο της ταξικής δράσης. Η δυναμική αυτή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ποτέ θετικά, δεν μπορεί να οδηγήσει στην επικράτηση της εργατικής τάξης, δεν παράγει την επανάσταση ως μετεξέλιξη της εργατικής τάξης σε επαναστατική κοινωνία. Η δυναμική αυτή φέρνει συνεχώς την εργατική τάξη ως τέτοια σε αντίφαση με τον εαυτό της. Η  παραγωγή πρακτικών ως εσωτερικής απόστασης στην πορεία της ταξικής δράσης του προλεταριάτου βασίζεται στον ασυστημικό χαρακτήρα της διεκδίκησης εντός της αναπαραγωγής του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, καθώς η επίθεση στο μισθό έχει γίνει δομικό στοιχείο αυτής της αναπαραγωγής, η κρίση αναπαραγωγής του προλεταριάτου γίνεται δομικό στοιχείο της περιόδου.</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/2011/06/blaumachen-5-editorial/">διαβάστε τη συνέχεια στο editorial</a></p>
<p><strong>Περιεχόμενα:</strong><br />
<a href="http://www.blaumachen.gr/2011/06/blaumachen-5-editorial/">editorial</a> |<a href="http://www.blaumachen.gr/2011/09/%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf/">Η μεταβατική περίοδος της κρίσης: Η εποχή των ταραχών</a> | <a href="http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b1/">Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο</a> | <a href="http://www.blaumachen.gr/2011/02/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CF%8E%CE%BD/">Ξεκίνησε η εποχή των ταραχών&#8230;</a> | Πολύ κακό για το τίποτα; (Theorie Communiste) | Σχετικά με το κείμενο «Δεκέμβρης 2008: μια προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τη δύναμη και τα όρια του αγώνα μας» (Internationalist Perspective &amp; Blaumachen) | (Sic) Editorial | (Sic) <a href="http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/">Η τωρινή στιγμή</a> (Roland Simon) | (Sic) <a href="http://www.blaumachen.gr/2011/12/%CF%80%CF%8E%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%B8%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9-%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AE%CE%BC/">Πώς μπορεί κανείς ακόμα να θέτει αιτήματα όταν κανένα αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Σχετικά με τους απέλπιδες αγώνες στη Γαλλία.</a> (Jeanne Neton &amp; Peter Astrom)</p>
<p>(Για αποστολή ή διανομή του περιοδικού στείλτε μας e-mail)</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/06/blaumachen-%cf%84%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82-5-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%87%cf%8e%ce%bd/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/06/525/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/06/525/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 04 Jun 2011 20:23:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator>woland</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=525</guid>
		<description><![CDATA[Εισήγηση στο φεστιβάλ communismos της Υφανετ]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><em>Εισήγηση στο φεστιβάλ communismos της Υφανετ</em></p>
<p>Σε μια απόπειρα να προσεγγίσουμε την έννοια του κομμουνισμού, που είναι και το γενικό θέμα αυτής της κουβέντας<sup><a id="sdfootnote1anc" href="#sdfootnote1sym"><sup>1</sup></a></sup>, θεωρούμε ότι ο κομμουνισμός <em>σήμερα</em> παράγεται  ως επανάσταση της τρέχουσας ιστορικής περιόδου, ως κομμουνιστικοποίηση. Για εμάς, η κομμουνιστικοποίηση προεικονίζεται μέσα στους αγώνες που διεξάγονται σήμερα, ως το ξεπέρασμα των ορίων τους, και όχι μέσα στο <em>πώς θα έπρεπε να γίνονται</em> οι αγώνες σήμερα. Η κομμουνιστικοποίηση δεν έχει τον κομμουνισμό σαν πολιτικό πρόγραμμα, σαν σκοπό και σαν αποτέλεσμα, είναι η ίδια η παραγωγή του κομμουνισμού. Δεν υπάρχουν στάδια ανάμεσα στην επανάσταση αυτού του κύκλου αγώνων και τον κομμουνισμό, ούτε ο σοσιαλισμός ούτε και καμία άλλη μορφή <em>εργατικής εξουσίας ή σταθερής εργατικής διαχείρισης </em>(κατάργηση του κράτους και δημιουργία εργατικών συμβουλίων ή αυτοδιαχείριση). Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι η επανοικειοποίηση των επιμέρους κεφαλαίων από τους προλετάριους• οι προλετάριοι δεν επανοικειοποιούνται τίποτα. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι αγώνας για την επανοικειοποίηση των κοινών. Για εμάς δεν υπάρχουν δομές κομμουνιστικοποίησης σήμερα, όπως αναφέρεται στην αφίσα του φεστιβάλ-συνεδρίου communismos. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι κολλεκτιβοποίηση. Η κομμουνιστικοποίηση επίσης δεν είναι η κοινότητα αγώνα. Το να αποκαλεί κανείς την κοινότητα αγώνα κομμουνιστικοποίηση, σημαίνει, για όσους το κάνουν, ότι όντως αντιλαμβάνονται την άμεση σύνδεση ανάμεσα στους τωρινούς αγώνες και την επανάσταση, και αυτό είναι ουσιώδες. Αλλά η σύνδεση αυτή έχει έναν χαρακτήρα «εδώ-και-τώρα», αυτονομεί τη δυναμική της περιόδου και κατασκευάζει την  ιδεολογία της περιόδου, η οποία όμως αναπόφευκτα οδηγεί σε έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής.</p>
<p>Η κομμουνιστικοποίηση και ο κομμουνισμός είναι πράγματα του μέλλοντος, δε συμβαίνουν στο παρόν, αλλά πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά στο παρόν.</p>
<p>Τί είναι η κομμουνιστικοποίηση; Είναι <em>μέτρα που θα λάβει καταρχήν ένα κομμάτι του προλεταριάτου μέσα στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο</em>. Είναι μέτρα που θα λαμβάνει για να μπορέσει να συνεχίσει τον αγώνα του. Τα μέτρα αυτά θα είναι ταυτόχρονα μέτρα <em>επιβίωσης</em> μέσα στην κατάργηση του ως τάξης: κατάργηση κράτους, χρήματος, ιδιοκτησίας, κάθε τύπου μετρησιμότητας και ανταλλαγής. Το προλεταριάτο μπορεί να πάρει αυτά τα μέτρα και να καταργήσει το κεφάλαιο αυτοκαταργούμενο το ίδιο, <em>μόνο</em> γιατί είναι η τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από την εκμετάλλευση της οποίας παράγεται υπεραξία. Μόνο επειδή αποτελεί πόλο της κεντρικής αντίφασης του καπιταλισμού, της εκμετάλλευσης, μπορεί να καταργήσει την αντίφαση αυτή και μαζί μ’ αυτήν ταυτόχρονα όλες τις καπιταλιστικές κοινωνικές αντιφάσεις. Το προλεταριάτο δεν κάνει την επανάσταση επειδή οι προλετάριοι μισούν το κεφάλαιο, ή επειδή υπάρχει επιθυμία μιας άλλης ζωής. Αυτά αποτελούν την ιδεολογική έκφραση του γεγονότος ότι το προλεταριάτο αποτελεί πόλο της αντίφασης της εκμετάλλευσης.</p>
<p>Το προλεταριάτο κάνει κατεξοχήν διεκδικητικούς αγώνες για να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του μέσα στον καπιταλισμό. Δε θα ξεπεράσει τη διεκδικητική φύση των αγώνων του με το να κατανοήσει, δήθεν,  ότι αυτή δεν οδηγεί πουθενά, δε θα κάνει την επανάσταση για να υλοποιήσει κάποιο αόριστο, αφηρημένο ιδανικό. Μέσα στην εξέλιξη των διεκδικητικών αγώνων του θα επιτεθεί συγκεκριμένα στα μέσα παραγωγής ως τέτοια, δηλαδή στο ρόλο  τους ως μέσα παραγωγής (όπως για παράδειγμα κάνουν ήδη οι εργάτες στο Μπαγκλαντες την ώρα που διεκδικούν το μισθό τους• μπορούμε να σκεφτούμε τη γενίκευση μιας τέτοιας κατάστασης). Αυτή η επίθεση, αν η επανάσταση συνεχιστεί σαν αλυσιδωτή αντίδραση, σαν επανάσταση μέσα στην επανάσταση, θα οδηγήσει στην κατάργηση τους ως αξία, θα τα αποκαπιταλιστικοποιήσει. Η επίθεση στις τράπεζες στις οποίες οι προλετάριοι έχουν χρήματα στους λογαριασμούς τους, είναι που θα θέσει αναγκαστικά το ζήτημα του πώς θα υπάρχει ζωή χωρίς χρήμα και δε θα είναι μια <em>απόφαση</em> κατάργησης του χρήματος. Η επίθεση στα αστυνομικά τμήματα θα θέσει το θέμα του οπλισμού της επανάστασης για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεων της. Η κατάληψη των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και δικτύων μεταφορών ή η καταστροφή τους θα θέσει το θέμα της επικοινωνίας των εξεγερμένων ή του μπλοκαρίσματος της επικοινωνίας ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής. Η επίθεση στα καταστήματα και η λεηλασία των εμπορευμάτων θα θέσει το θέμα της μη ανταλλαγής και μη διανομής σε ένα πρωτόλειο επίπεδο και για μικρό αλλά κρίσιμο χρονικό διάστημα. Η συνέχιση του αγώνα στο δημόσιο χώρο, η μη δυνατότητα επιστροφής στο σπίτι, θα θέσει σε αμφισβήτηση τη διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα, θα θέσει το θέμα του φύλου. Η κατάληψη των χώρων παραγωγής ή η καταστροφή κάποιων από αυτούς θα θέσει το θέμα του πώς θα αναπαράγεται η ζωή συνολικά. Αν οι εξεγερμένοι που κομμουνιστικοποιούν παρασύρουν μεγάλο μέρος της κοινωνίας, μέσα από μια συγκρουσιακή φυσικά διαδικασία, στην εφαρμογή κομμουνιστικών μέτρων, μόνο τότε θα μπορεί να προχωρήσει η επανάσταση. Το πιο σημαντικό: μόνο αν όλα αυτά γίνουν μαζί και όχι το καθένα ξεχωριστά, μόνο αν συμβαίνουν παράλληλα σε πολλά μέτωπα και όχι κεντρικά, θα γίνει η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση.</p>
<p>Με τα μέτρα αυτά οι προλετάριοι δημιουργούν άμεσες δι-ατομικές σχέσεις οι οποίες αποτελούν σάρκα και αίμα του μέλλοντος. Από αυτές, την ανάπτυξη τους, την εμβάθυνση τους μπορεί να παραχθεί ο κομμουνισμός, δηλαδή η κατάργηση της διάκρισης της παραγωγικής με την αναπαραγωγική διαδικασία, η κατάργηση της ίδιας της έννοιας του τελικού προιόντος, να παραχθεί το βασίλειο της ελεύθερης δραστηριότητας η οποία δεν θα είναι ούτε ατομική ούτε κοινωνική γιατί αυτή η διάκριση δεν θα υπάρχει πλέον.</p>
<p>Αν έστω και ένα από τα μέτρα κατάργησης διαμεσολαβήσεων θεωρηθεί δευτερεύον και το κομμάτι του προλεταριάτου που αφορούν κατασταλεί με κάποιον τρόπο εσωτερικά, ήδη θα ξεκινάει η αντεπανάσταση.</p>
<p>Ένα παράδειγμα: Αν οι γυναίκες αναγκαστούν να γυρίσουν στο σπίτι και στα παιδιά, αν παραμείνει το σπίτι το ίδιο ως κάτι ξεχωριστό, δεν μπορεί να προχωρήσει η κομμουνιστικοποίηση. Άλλο παράδειγμα: αν ριζώσει μέσα από την επανάσταση ένα σύστημα ανταλλαγής και μετρησιμότητας, ακόμη και χωρίς χρήμα, αν επικρατήσει οποιαδήποτε συστηματοποίηση και θεσμοποιημένη ή μη διαμεσολάβηση των σχέσεων ανάμεσα στα άτομα, η επανάσταση θα υποχωρήσει.</p>
<p>Πώς όμως τα πράγματα θα φτάσουν ως εκεί; Με το να συζητάμε σήμερα για την κομμουνιστικοποίηση, την επανάσταση που θα γίνει στο μέλλον, το μόνο που κάνουμε είναι να ψάχνουμε πώς αυτή προαναγγέλεται στους σημερινούς αγώνες ως το ξεπέρασμα των ορίων τους. Η σημερινή επανάσταση παράγεται από τον καπιταλισμό, όπως είναι σήμερα. Η σημερινή φάση του καπιταλισμού, η κρίση του, παράχθηκε μέσα στον κύκλο αγώνων της περιόδου από τα τέλη του 70 μέχρι σήμερα. Σταδιακά η μισθολογική διεκδίκηση έγινε άθεμιτη μέσα στην καπιταλιστική σχέση. Δηλαδή πλέον το κεφάλαιο δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα μισθολογικά αιτήματα των εργατών και να συνεχίσει να αναπαράγεται αποτελεσματικά, έχει σπάσει το συμβόλαιο, η εργατική δύναμη τείνει να αντιμετωπίζεται μόνο ως κόστος το οποίο πρέπει να ελαχιστοποιηθεί. Μέσα από αυτό το αθέμιτο η ταξική πάλη της περιόδου μεταμορφώθηκε σταδιακά. Σημαντικά γεγονότα έλαβαν χώρα: από τις ήττες των ανθρακωρύχων στην Αγγλία στα μέσα της δεκαετίας του &#8217;80 και την επιβολή του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή τη νίκη της αναδιάρθρωσης, μέχρι το κίνημα ανέργων στη Γαλλία στα μέσα της δεκαετίας του &#8217;90, είχε ήδη συντελεστεί η διάλυση της εργατικής ταυτότητας. Η τάξη δεν μπορούσε πια να επιβεβαιωθεί, να βρει μέσα στον εαυτό της τη μελλοντική κοινωνία. Κατέρρευσαν τα συνδικάτα της, τα κόμματα της, ο υπαρκτός σοσιαλισμός, όλα αυτά που την ένωναν ως εργατική ταυτότητα.</p>
<p>Έτσι, σήμερα στην κλίμακα του προλεταριάτου ως τάξης, δεν μπορεί να υπάρξει αλληλεγγύη που να αναφέρεται σε μια κοινή ταυτότητα εκμεταλλευομένων.</p>
<p>Η έμφυλη και φυλετικά διαχωριστική ενότητα στη βάση της εργατικής ταυτότητας που υπήρχε μέχρι τους αγώνες του &#8217;60-&#8217;70 σαρώθηκε από την αναδιάρθρωση. Το κείμενο του QV<sup><a id="sdfootnote2anc" href="#sdfootnote2sym"><sup>2</sup></a></sup> έχει δίκιο όταν λέει « η επίκληση μιας ορθόδοξης ενότητας [της τάξης] έναντι του κατακερματισμού που προτείνουν τα κινήματα ταυτοτήτων συγχέει τη διαφορά μεταξύ των ταυτοτήτων με τη διαφορά που τις κάνει δυνατές». Όμως, η λογική αυτού του συμπεράσματος πρέπει να εφαρμοστεί και στην ανάλυση για τα  συλλογικά υποκείμενα των διάφορων κοινωνικών ρόλων που αναδύθηκαν με τη σάρωση της εργατικής ταυτότητας: Ούτε οι γυναίκες ως συλλογικό υποκείμενο μπορούν να είναι ενωμένες, η εκμετάλλευση εξακολουθεί να υπάρχει και να τις διαχωρίζει παρά το ότι σαρώθηκε η έμφυλη εργατική ταυτότητα. Ούτε οι μετανάστες μπορούν να είναι ενωμένοι, η εκμετάλλευση τους διαχωρίζει σε μετανάστες αφεντικά και μετανάστες προλετάριους παρά το ότι σαρώθηκε η ρατσιστική εργατική ταυτότητα που αντιστοιχούσε στο φορντισμό.</p>
<p>Οι διαφορές ανάμεσα στα κομμάτια του προλεταριάτου δεν είναι απλώς περιστασιακές, ούτε τυπικές. Είναι εγγενείς στον ίδιο τον ορισμό της κατάστασης του εκμεταλλευομένου. Στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, μπορεί να έχει κάποιος τις καλύτερες προθέσεις του κόσμου και την καλύτερη δυνατή αντισυντεχνιακή, αντιρατσιστική, αντισεξιστική συνείδηση, αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα αν, αντικειμενικά ή νομικά, οι καταστάσεις μέσα στις οποίες υπάρχει κοινωνικά είναι τέτοιες που τον ευνοούν περισσότερο από άλλους. Οι διαφορές, οι κατακερματισμοί, έχουν υλική, αντικειμενική βάση. Αντικειμενικά, ο λευκός εργάτης δεν είναι ο μαύρος εργάτης και είναι κατανοητό ότι δεν έχει καμία όρεξη να γίνει.</p>
<p>Ο κατακερματισμός, η ανεργία και η επισφάλεια έχουν με την επιβολή της αναδιάρθρωσης μπει στο κέντρο του ορισμού της μισθωτής εργασίας. Ο μόνος ορίζοντας που μένει είναι το ίδιο το κεφάλαιο, ο άλλος κόσμος που δήθεν είναι εφικτός, τα κινήματα αντιπαγκοσμιοποίησης κτλ. Καθώς όμως ο κύκλος συσσώρευσης προχωράει προς την κρίση υπερσυσσώρευσης, σημαντικά γεγονότα δείχνουν τί παράγεται μέσα σ’αυτόν τον κύκλο ως επανάσταση και ως αντεπανάσταση: κρίση και εξέγερση στην Αργεντινή το 2001, πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, εξέγερση στα banlieues το 2005, κίνημα ενάντια στο CPE το 2006, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ο Δεκέμβρης του 2008 στην Ελλάδα, η εξέγερση στην Καραϊβική το 2009, οι επιθέσεις στα μέσα παραγωγής στις διεκδικητικές απεργίες στο Μπαγκλαντές από το 2006 μέχρι σήμερα, η κατάρρευση των μεσαίων στρωμάτων και η κρίση μοντέλου διακυβέρνησης στη μέση ανατολή και το μαγκρεμπ και οι εξεγέρσεις σ&#8217;αυτές τις περιοχές σήμερα. Η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου ήταν φυσικά και αναδιάρθρωση της ταξικής πάλης. Η τάξη πλέον, όταν αγωνίζεται μέσα στον κατακερματισμό της, προσκρούει απέναντι στο μόνο είδωλο της που έχει μείνει στο κεφάλαιο να της θυμίζει ότι και αυτή είναι κεφάλαιο: την αστυνομία και την καταστολή γενικότερα. Ο συνδικαλισμός, η πολιτική, το κράτος, όλα έχουν γίνει πειθαρχικά και κατασταλτικά, ξεφτίζει με μεγάλη ταχύτητα ο  συμπληρωματικός προνοιακός χαρακτήρας που είχαν προηγουμένως.</p>
<p>Σήμερα πια μέσα στην κρίση, η διεκδίκηση ύπαρξης του μισθού βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ποιο είναι το όριο που παράγεται σήμερα; Σήμερα, οι αγώνες μέσα στο αδιέξοδο της μισθολογικής διεκδίκησης βρίσκουν μπροστά τους σαν αντίφαση το ότι η τάξη προσπαθεί να συνεχίσει να υπάρχει ως τάξη.</p>
<p>Από εδώ προκύπτει ότι η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, σήμερα, μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, είναι ταυτόχρονα η αναπαραγωγή μέσα στους αγώνες μιας δυναμικής αποκλίσεων ανάμεσα σε αντιφατικές πρακτικές.</p>
<p>Μια τέτοια δυναμική παραγωγής αποκλίσεων δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ποτέ θετικά, δεν μπορεί να οδηγήσει στην επικράτηση της εργατικής τάξης. Αντίθετα, φέρνει συνεχώς την εργατική τάξη ως τέτοια σε αντίφαση με τον εαυτό της. Το σημαντικό εδώ, είναι η ίδια η απόκλιση ανάμεσα στις δραστηριότητες και όχι η ταυτοποίηση «επαναστατικών» και «μη-επαναστατικών» πρακτικών. Τέτοια διάκριση δεν υπάρχει πριν την επανάσταση και κάθε επίκληση της σ’ αυτό το στάδιο είναι ιδεολογική έκφραση των φορέων των δραστηριοτήτων που αποκλίνουν μεταξύ τους.</p>
<p>Για να δώσουμε ένα πρόχειρο παράδειγμα του τί είναι η απόκλιση: μέσα σε έναν μακροχρόνιο αγώνα διεκδίκησης μισθού που εμφανίζεται κατά κύματα από το 2006, οι εργάτες στο Μπαγκλαντές επιτέθηκαν πολλές φορές στα εργοστάσια που δούλευαν και τα έσπασαν και τα έκαψαν. Δηλαδή, ενώ ζητούσαν να συνεχίσουν να δουλεύουν με καλύτερο μισθό μέσα σ’αυτά τα εργοστάσια, την ίδια στιγμή, ερχόμενοι αντιμέτωποι με την μη ικανοποίηση από το κεφάλαιο των αιτημάτων τους, καίγοντας τα εργοστάσια επιτέθηκαν στην ίδια τους την ύπαρξη ως εργάτες. Η απόκλιση δεν είναι το κάψιμο των εργοστασίων, είναι η αντιφατική συνύπαρξη της διεκδίκησης με την επίθεση στα μέσα παραγωγής.</p>
<p>Όσο προχωράει αυτή η δυναμική, από τη μία πλευρά τόσο περισσότερο η τάξη τείνει να αγωνιστεί ως τάξη ενάντια στο κεφάλαιο, και από την άλλη, τόσο περισσότερο παράγονται αποκλίσεις στο εσωτερικό των ταξικών αγώνων, καθώς το όριο που έχει να αντιμετωπίσει η τάξη είναι η ίδια της η αναπαραγωγή ως μέρος του κεφαλαίου. Ο πολλαπλασιασμός των πρακτικών που αποκλίνουν μεταξύ τους θα παράγεται στο εσωτερικό αυτών των μορφών, και θα θέτει σε αμφισβήτηση κάθε πιθανή σταθεροποίηση, κάθε «προλεταριακή επιτυχία». Η δυναμική αυτή αποτελεί την εμβάθυνση της αντίφασης, και προεικονίζει το ποιοτικό άλμα: <em>την ολοκληρωτική ρήξη της δυναμικής με τον ίδιο της τον εαυτό, αυτή η ρήξη θα είναι η επανάσταση</em>. Κομμάτια του προλεταριάτου, ξεπερνώντας τον διεκδικητικό χαρακτήρα του αγώνα τους, θα πάρουν τα πρώτα μέτρα κομμουνιστικοποίησης. Το γεγονός αυτό θα οξύνει την κρίση, μέσα στην οποία ήδη βρίσκεται η προλεταριακή συνθήκη, και ταυτόχρονα θα ξεκινήσει τη διαδικασία αμφισβήτησης της προλεταριακής κατάστασης για το σύνολο του προλεταριάτου.</p>
<p>Μπορεί κανείς να πει: Καλά, γιατί συμβαίνει αποκλειστικά σήμερα αυτό; Οι προηγούμενες επαναστάσεις δηλαδή δεν ήταν κομμουνιστικές; Η απάντηση, χωρίς δισταγμό, είναι: Ναι ήταν κομμουνιστικές, αλλά με άλλο περιεχόμενο. Το περιεχόμενο του κομμουνισμού είναι που αλλάζει, γιατί <em>ο κομμουνισμός είναι το ζωντανό κίνημα που παράγεται από το ιστορικό παρόν της αντίφασης του κεφαλαίου, δεν είναι μια κατάσταση πραγμάτων γνωστή εκ των προτέρων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες στο οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα</em>. Το γεγονός ότι η επανάσταση το &#8217;17, το &#8217;36 και λίγο πιο αντιφατικά ακόμη και το &#8217;68 είχε στο κέντρο της την εργατική ταυτότητα, είχε ως στόχο το θρίαμβο της εργατικής τάξης, το να πάρουν οι εργάτες την κοινωνία στα χέρια τους, και όχι να την καταργήσουν ως τέτοια, το γεγονός ότι η επανάσταση τους ήταν το να φτιάξουν το κράτος τους ή τα εργατικά τους συμβούλια, δηλαδή να διαχειριστούν ως τάξη την παραγωγή, δεν είναι κάποιου τύπου λάθος τους. Ήταν η επανάσταση της εποχής τους, αυτό παραγόταν τότε ως κατάργηση του κεφαλαίου, δεν μπορούσε να υπάρξει άλλη, και αυτή η επανάσταση ηττήθηκε.</p>
<p>Αν αποτύχει η επανάσταση που παράγεται από την εποχή μας, δε θα πρόκειται για λάθη που έκαναν οι προλετάριοι ή για στρεβλή συνείδηση αλλά θα πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας ιστορικής σύγκρουσης το οποίο δεν μπορούμε να προκαθορίσουμε σήμερα, η αντεπανάσταση που φέρει μέσα της η κομμουνιστικοποίηση ως επανάσταση θα έχει επικρατήσει.</p>
<p>Πως μπορεί να αποτύχει η επανάσταση που παράγεται από την τρέχουσα περίοδο του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού; Αν δεν ξεπεράσει τις εσωτερικές αντιφάσεις της, που θα αναπτύσσονται καθώς οι προλετάριοι κάνουν απόπειρες να εφαρμόσουν κομμουνιστικά μέτρα, θα επικρατήσει η αντεπανάσταση.</p>
<p>Παραδείγματα: Η <em>τοπικοποίηση</em>, δηλαδή τοπική αυτοδιαχείριση της αναπαραγωγής της ζωής. Πρόκειται για αναγκαίο στάδιο μεν, καθώς η καταστροφή που θα επιφέρει η επανάσταση θα είναι τέτοια που θα προκύψει η τοπικοποίηση ως ζήτημα επιβίωσης, αλλά αν τα πράγματα μείνουν έτσι και κάθε τοπικά εντοπισμένη κοινότητα προσπαθήσει αυτόνομα να αναπαραχθεί με αυτοδιαχείριση, χωρίς να κατορθώσει να συνεργαστεί με άλλες κοινότητες και τελικά να διαλυθεί ως τέτοια στις άλλες κοινότητες, όπως και οι άλλες σ’ αυτήν, η καπιταλιστική αντεπανάσταση θα τις συντρίψει, θα συντρίψει κάθε τι αδύναμο απέναντι στην κατασταλτική δύναμη πυρός που διαθέτει. Άλλο παράδειγμα, συνδεόμενο με το πρώτο: Η συνεργασία μεταξύ κοινοτήτων θα είναι μια κατάσταση συγκρουσιακή, δε θα είναι παράδεισος επί της γης. Οι ειδικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα διάφορα κομμάτια του προλεταριάτου, θα προκαλέσουν συγκρούσεις. Ένα μεγάλο τμήμα του προλεταριάτου το οποίο μεγαλώνει συνεχώς, είναι το προλεταριάτο της ακραίας φτώχειας και της παραοικονομίας. Πώς, όταν θα καταστρέφεται η παραοικονομία (η οποία υπάρχει μόνο γιατί υπάρχει η κανονική οικονομία), αυτό το τμήμα του προλεταριάτου θα θεωρεί πως είναι προς το συμφέρον του να εφαρμόσει την κατάργηση της ανταλλαγής με την οποία μέχρι σήμερα επιβιώνει; Σ’ αυτή την αντίφαση κρύβεται πολλή βία, εμβάθυνση της έμφυλης κυριαρχίας, η δυναμική της βαρβαρότητας. Αλλά και το υπόλοιπο, πιο επίσημο προλεταριάτο, πως θα ξεπεράσει τις βασικές ορίζουσες αναπαραγωγής της κανονικότητας του καπιταλισμού; Μέσα στο χαμό των μαχών και των διάσπαρτων συγκρούσεων, μέσα στην ταυτόχρονη προσπάθεια οργάνωσης μιας άλλης ζωής, χωρίς διάκριση παραγωγής και αναπαραγωγής, χωρίς ρόλους, χωρίς κοινωνία σε τελική ανάλυση, θα μπορεί να υπάρχει άραγε το σπίτι του καθενός (έστω κι αν αυτό είναι ας πούμε η Υφανέτ); Θα μπορεί να υπάρχει η οικογένεια του καθενός και της κάθε μίας; Όταν οι γυναίκες θα αμφισβητούν μέσα στην εξέγερση τον κοινωνικό τους ρόλο, να αναπαράγουν την εργατική δύναμη, φανταστείτε πόσες συγκρούσεις θα ξεσπάσουν. Πώς θα ξεπεραστεί το ότι για να καταστραφεί ο καπιταλισμός πρέπει να καταργηθεί ο κοινωνικός ρόλος γυναίκα και ο κοινωνικός ρόλος άντρας; Ότι τα παιδιά δεν θα πάνε σχολείο, ότι δεν είναι μελλοντικοί εργαζόμενοι που πρέπει να εκπαιδευθούν, και το βασικότερο από όλα: ότι τα παιδιά δεν ανήκουν σε κανέναν άλλον απολύτως πέρα από τον εαυτό τους, αλλά πρέπει οι ενήλικοι να συνεχίσουν να τα προστατεύουν μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα; Δύσκολα ερωτήματα στα οποία η καπιταλιστική αντεπανάσταση θα έχει απαντήσεις: Φυλακές και δολοφονίες για το αποκλεισμένο προλεταριάτο των γκέτο και των παραγκουπόλεων, εθελοντισμό για ένα πιάτο φαί για το προλεταριάτο που θα μένει έξω από τη φυλακή, γάμους ανάμεσα σε gays, lesbians, και γενικότερα θεσμοθέτηση όλων των σεξουαλικών ταυτοτήτων, μεγαλύτερο άνοιγμα των δυνατοτήτων στις γυναίκες ως άτομα να ανεβαίνουν στην κοινωνική ιεραρχία, μόνο για να συνεχίσουν ως συλλογικό υποκείμενο να έχουν τον υποδέεστερο κοινωνικό ρόλο γυναίκα κτλ&#8230;</p>
<p><a id="sdfootnote1sym" href="#sdfootnote1anc">1</a> | Η εισήγηση έγινε στο πλαίσιο της ενότητας “για την επανανοηματοδότηση του κομμουνισμού”</p>
<p><a id="sdfootnote2sym" href="#sdfootnote2anc">2</a> | Το κείμενο αυτό ήταν η εισήγηση του φεμινιστικού περιοδικού qvzine στο φεστιβάλ και είχε τίτλο: Ποιοι είναι οι κομμουνιστές; Δεν είμαστε εμείς κομμουνίστριες;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/06/525/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ξεκίνησε η εποχή των ταραχών&#8230;</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%be%ce%b5%ce%ba%ce%af%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b5-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%87%cf%8e%ce%bd/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%be%ce%b5%ce%ba%ce%af%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b5-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%87%cf%8e%ce%bd/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 26 Feb 2011 14:16:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator>woland</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Άλλα κείμενα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=491</guid>
		<description><![CDATA[Κείμενο που μοιράστηκε στην πορεία της γενικής απεργίας στις 23/2/2011]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;"><strong></strong> <em></em><em>Τίποτα δεν εκρήγνυται όπως μια πετρελαιοπηγή και </em></p>
<p style="text-align: right;"><em>οι εξεγερμένοι έχουν την τάση να καίνε&#8230;</em></p>
<p style="text-align: right;">(δήλωση οικονομικού αναλυτή στο aljazeera)</p>
<p><strong><em>Το μεταβατικό στάδιο της κρίσης: από την αναδιάρθρωση στην εξέγερση</em></strong></p>
<p>Μέρα με τη μέρα γίνεται ολοένα και πιο αισθητός ο άνεμος της εξέγερσης που σαρώνει την ευρύτερη περιοχή της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Η μία χώρα μετά την άλλη μπαίνουν στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς τύπου, με το ίδιο θέμα: συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία ή (και) τους παρακρατικούς του κάθε τοπικού, κατά κανόνα ολοκληρωτικού, καθεστώτος. Όσο κι αν το παγκόσμιο θέαμα προσπαθεί να κρύψει τον προλεταριακό χαρακτήρα των ταραχών και να υπερτονίσει τις εσωτερικές αντιφάσεις τους, παρουσιάζοντας τα γεγονότα απλά σαν πολιτικό «κίνημα για τη δημοκρατία», ή σαν πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ οπαδών του τάδε και του δείνα πολιτικάντη της περιοχής, το πράγμα δε μαζεύεται με τίποτα: <em>η μία τάξη είναι απέναντι στην άλλη</em>. Οι προλετάριοι κρατούν πέτρες, μολότοφ και μαδέρια, οι μπάτσοι είναι πάνοπλοι και πυροβολούν φοβισμένοι στο ψαχνό δολοφονώντας αδιακρίτως. Οι προλετάριοι καταλαμβάνουν κτίρια, μπλοκάρουν δρόμους και πυρπολούν αυτοκίνητα, κάνουν ντου στις φυλακές, απελευθερώνουν κρατούμενους και κάνουν σαμποτάζ στις υποδομές και το κεφάλαιο προετοιμάζεται για την επιβολή ακόμη σκληρότερης δικτατορίας. Τα μεταβατικά καθεστώτα δεν θα είναι εύκολο να σταθεροποιηθούν καθώς, εκ των πραγμάτων, δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν κανένα από τα σημαντικά αιτήματα που αφορούν το βιοτικό επίπεδο των εξεγερμένων. Η Αίγυπτος και η Λιβύη είναι, μέχρι στιγμής, οι πιο σοβαρές εκφάνσεις αυτής της εξεγερτικής φάσης της κρίσης. Η πρώτη λόγω της οικονομικής και γεωπολιτικής σημασίας της στον παγκόσμιο ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, η δεύτερη, πέρα από τον κίνδυνο για το πετρέλαιο, λόγω της ραγδαίας απώλειας ελέγχου της κατάστασης από το κράτος, γεγονός το οποίο έχει προκαλέσει τον πανικό διεθνώς.</p>
<p>Η κρίση του σύγχρονου καθεστώτος συσσώρευσης, το οποίο είναι αποτέλεσμα της πρώτης αναδιάρθρωσης που έλαβε χώρα στις δεκαετίες του &#8217;70 και του &#8217;80, είναι η άλλη όψη της επιτυχίας αυτής της αναδιάρθρωσης. Είναι η ίδια η εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού που παρήγαγε την ιστορική κρίση, ακριβώς επειδή ο καπιταλισμός είναι ένα αντιφατικό σύστημα σχέσεων. Κάθε μοντέλο συσσώρευσης που φαίνεται σταθερό επιφανειακά, εμπεριέχει την ανάπτυξη της εσωτερικής αντιφατικής του δυναμικής, η οποία οδηγεί στην έκρηξη της κρίσης. Το επίτευγμα του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, δηλαδή, <em>ο θρίαμβος της υπαγωγής ολόκληρης της ζωής του προλεταριάτου στο κεφάλαιο</em> έκανε την αναπαραγωγή του προλεταριάτου (και μαζί του ολόκληρου του καπιταλισμού) απελπιστικά εξαρτημένη από την πορεία της οικονομίας, δηλαδή, πιο ευάλωτη στην κρίση από κάθε προηγούμενη ιστορική περίοδο. Στην παρούσα ιστορική στιγμή βρισκόμαστε στο μεταβατικό στάδιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται ακόμη. Σ&#8217;αυτή τη μεταβατική φάση <em>το παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο προσπαθεί να αποφύγει την άμεση απαξίωσή του μέσω της επιβολής της δρακόντειας δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης σε ολόκληρο τον πλανήτη.</em> Οι συνέπειες αυτής της προσπάθειας είναι ορατές παντού αλλά είναι διαφορετική η ένταση και η ποιότητα της επίθεσης που δέχεται το προλεταριάτο ανάλογα με: α) τη θέση του κάθε κράτους στην παγκόσμια καπιταλιστική ιεραρχία, β) το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η πρώτη φάση της αναδιάρθρωσης και προπαντός γ) την ιστορία της ταξικής πάλης σε κάθε περιοχή. Σε ολόκληρο τον κόσμο (εκτός από την Κίνα) η αναδιάρθρωση σημαίνει μείωση του άμεσου και έμμεσου μισθού (μη χρηματικές παροχές σε μορφή υπηρεσιών από το κράτος), σημαίνει την απαγόρευση, ουσιαστικά, της μισθολογικής διεκδίκησης, σημαίνει επίσης και αύξηση των τιμών των βασικών αγαθών, η οποία οφείλεται αφενός στον αντικειμενικό μηχανισμό της κρίσης και αφετέρου στο γεγονός ότι φράξιες του κεφαλαίου σπεκουλάρουν ξεκάθαρα πάνω στις τιμές των βασικών τροφίμων, εκμεταλλευόμενες, μεταξύ άλλων, και τη μείωση της παγκόσμιας παραγωγής σιτηρών φέτος. Αποτέλεσμα αυτού ειδικά του τζόγου είναι ότι το πιο υποτιμημένο κομμάτι του προλεταριάτου δεν έχει πια κυριολεκτικά να φάει: “Οι τιμές έχουν αυξηθεί τόσο πολύ που αν αγοράσω μερικά λεμόνια για τον κρυωμένο μου λαιμό, θα βρεθώ χρεοκοπημένος για όλο τον μήνα.” είπε εργαζόμενος στο Υπουργείο Μεταφορών της Αιγύπτου.</p>
<p>Μέσα στη θύελλα της οικονομικής κρίσης, εξαφανίζεται κάθε κρατική βοήθεια για την επιβίωση της εργατικής δύναμης που περισσεύει, με αποτέλεσμα την εξάπλωση της μαύρης εργασίας και της εξαθλίωσης. Οι προλετάριοι για να ζήσουν είναι αναγκασμένοι να εργαστούν (κυρίως μαύρα) και ταυτόχρονα, λόγω της κρίσης, είναι αδύνατο να εργαστούν ή να πληρωθούν την εργατική τους δύναμη όσο χρειάζεται για τη στοιχειώδη αναπαραγωγή της. Το προλεταριάτο απαιτεί να ζήσει, ζητά να μειωθούν οι τιμές των τροφίμων, να αυξηθούν οι μισθοί πείνας που του πετάνε, να έχει δουλειά. Με τα αιτήματά του ζητάει απεγνωσμένα από τους καπιταλιστές να διασώσουν τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οι προλετάριοι όταν ζητάνε σταθερή δουλειά και “αξιοπρεπή” μισθό λένε στους καπιταλιστές: μας χρειάζεστε, χωρίς εμάς, δεν υπάρχει άντληση υπεραξίας, δεν υπάρχει κεφάλαιο. Το κεφάλαιο, από την άλλη πλευρά, με τις πράξεις του απαντά ότι δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει το προλεταριάτο να ζήσει, κάνει με όλους τους τρόπους ξεκάθαρο ότι ένα (σημαντικό) μέρος του προλεταριάτου περισσεύει, και το κυριότερο, ότι η επιδιωκόμενη ανάκαμψη δε συμπεριλαμβάνει την εκ νέου ενσωμάτωσή του, ότι είναι πλεονάζον πληθυσμός σε δομικό επίπεδο. Ιστορικά, λοιπόν, παράγεται ως αναγκαία και ταυτόχρονα αδιέξοδη (δομικά και όχι συγκυριακά) η μισθολογική διεκδίκηση του προλεταριάτου. Η εξέγερση αυτού του πλεονάζοντος, και άρα χωρίς μέλλον προλεταριάτου, αντιμετωπίζεται με την πιο ξεκάθαρη, την πιο ωμή μορφή της κυριαρχίας του κεφαλαίου, την αστυνομία. Ακριβώς, λοιπόν, <em>το γεγονός ότι η έξοδος από την κρίση που επιδιώκουν οι καπιταλιστές δεν περιλαμβάνει αυτόν τον πλεονάζοντα προλεταριακό πληθυσμό καθιστά την αστυνομία</em> <em>τη σύγχρονη γενική μορφή του καπιταλισμού</em>.</p>
<p>Οι προλετάριοι, σ&#8217; ολόκληρο τον κόσμο, βιώνουν την επισφαλή τους κατάσταση ως <em>ασφυξία</em>. Φτώχεια και γκετοποίηση ορίζουν το πλαίσιο αυτής της ασφυκτικής κατάστασης. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της επιβαλλόμενης ασφυξίας είναι η Frontex (συνοριακή αστυνομία της ΕΕ), η αντίστοιχη στρατιωτικο-αστυνομική δύναμη των ΗΠΑ που έχει αναπτυχθεί στα σύνορα με το Μεξικό, το τείχος της Παλαιστίνης, οι φυλασσόμενοι από το στρατό καταυλισμοί εργατών στην Κίνα, τα gated communities της λατινικής Αμερικής και το αντίστοιχο τους, οι φαβέλες, οι απέραντες παραγκουπόλεις, αλλά και η ελληνική έκδοση αυτής της κατάστασης με το φράχτη των 12,5 χιλιομέτρων στον Έβρο. Ολόκληρος ο πλανήτης αποκτά σιγά σιγά, αλλά σταθερά ένα καθεστώς απαρτχάιντ. Τα σύγχρονα bantustan προορίζονται για την εργατική τάξη. Αυτή η πολεοδομική δυναμική της καταστολής κάνει τους προλετάριους να ασφυκτιούν και ταυτόχρονα αμφισβητεί μια βασική καπιταλιστική συνθήκη, αυτή της ελευθερίας πώλησης της εργατικής δύναμης. Στο Κάιρο αυτή η πολεοδομία υλοποιήθηκε με ταχύτατους ρυθμούς (αντίστοιχους με τους ρυθμούς ανάπτυξης) την τελευταία δεκαετία. Η δικτατορία της αξίας και της οικονομίας στο σύνολο της, σε όλες τις περιοχές της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής που εξεγείρεται το προλεταριάτο, έχει και την πολιτική μορφή δικτατορικής δημοκρατίας. Ο λόγος που οι εξεγέρσεις αυτές σημαίνουν συναγερμό για τις αστικές τάξεις σε ολόκληρο τον κόσμο είναι ότι η δημοκρατική δικτατορία, ο ολοκληρωτισμός, αποτελεί πλέον την φαντασίωση των σύγχρονων αστικών τάξεων και στα πιο ανεπτυγμένα κράτη καθώς φαντάζει ο μόνος τρόπος επιβολής της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης.</p>
<p>Οι διαδηλώσεις και οι ταραχές ξεκινούν σε όλες αυτές τις χώρες από το πεδίο της αναπαραγωγής και το ζήτημα είναι αν θα περάσουν και στο πεδίο της παραγωγής της αξίας, τη μήτρα του καπιταλισμού. Οι απεργίες, που ακολούθησαν την πτώση του σοσιαλιστή δικτάτορα Μουμπάρακ, φαίνεται να δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση και οι καπιταλιστές σε ολόκληρο τον κόσμο κοιτούν με αγωνία εκείνη τη γωνιά του κόσμου έχοντας το δάχτυλο στη σκανδάλη, δεδομένου ότι τα &#8220;El Dorados&#8221; έχουν ξαφνικά μετατραπεί σε παγίδες κεφαλαίου, σε ασταθείς περιοχές των οποίων το μέλλον είναι εξαιρετικά αβέβαιο. Τα &#8220;τεράστια ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα&#8221; έχουν γι&#8217;αυτούς, σχεδόν εν μία νυκτί, γίνει &#8220;ανεξέλεγκτος κίνδυνος&#8221;. Οι υπεργολαβίες, ο τουρισμός, οι κατασκευές υποδομών, η βιομηχανία υφασμάτων αλλά πάνω από όλα το πετρέλαιο και οι εμπορικοί οδοί (Σουέζ, Περσικός κόλπος) είναι πλέον μέσα στη φωτιά του προλεταριακού ξεσηκωμού. Μετά την Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, στις οποίες η εξέγερση είναι ακόμη σε εξέλιξη, το Μπαχρέιν, η Υεμένη, το Ιράν και η Αλγερία προσπαθούν να λειτουργήσουν προληπτικά δολοφονώντας.</p>
<p>Προληπτικά, απέναντι στην επερχόμενη εξέγερση, προσπαθεί να λειτουργήσει και το καθεστώς στην Ελλάδα με δύο τρόπους: από τη μία πλευρά προετοιμάζεται για την επίσημη επιβολή κάποιας μορφής δικτατορίας (ίσως και μέσα από εκλογές) και από την άλλη, μέσα στην αντίφαση των εσωτερικών του ανταγωνισμών, προσπαθεί να κατευθύνει τις αντιδράσεις προς μια λαϊκιστική-εθνικιστική κατεύθυνση δεξιάς ή (σαν δεύτερο σενάριο για τα πιο δύσκολα) αριστερής απόχρωσης. Οι υπάλληλοι του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου, που έχουν προσωρινά την εξουσία στο ελληνικό κράτος, προσπαθούν, μετά την επιτυχία τους να μειώσουν τους μισθούς, να προλάβουν να ξεπουλήσουν την κρατική περιουσία. Το ξεπούλημα αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από μια προσπάθεια να αξιοποιηθεί το ενδυνάμει κεφάλαιο που βρίσκεται εγκλωβισμένο στο ελληνικό και ευρωπαϊκό (κυρίως) χρηματοπιστωτικό σύστημα και είναι έτοιμο για μαζική απαξίωση. Από την άλλη πλευρά οι προλετάριοι αρνούνται αυτό το ξεπούλημα γιατί καταλαβαίνουν ότι θα σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη μείωση του έμμεσου μισθού τους και υποβάθμιση των συνθηκών της ζωής τους γενικά, αρνούνται να πληρώσουν τα εισιτήριά τους και τα διόδια, κάνουν καταλήψεις, προσπαθούν να μειώσουν τις συνέπειες της κρίσης κάνοντας όση φασαρία μπορούν, μέχρι στιγμής, όμως, μόνο στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της αναπαραγωγής. Οι απεργίες που έγιναν και γίνονται στους κλάδους που θίγονται από την αναδιάρθρωση δεν αντιστοιχούν στο μέγεθος της επίθεσης, πρόκειται για το ξόδεμα των τελευταίων δυνάμεων διαμεσολάβησης του συνδικαλισμού.</p>
<p>Η Ιστορία εγκυμονεί. Κάθε στρατηγική που προσπαθεί να ακολουθήσει το κεφάλαιο στην Ελλάδα κόβει κι απ&#8217; τις δύο πλευρές. Η επιβολή δικτατορίας στην Ελλάδα ενέχει τον κίνδυνο να διασχίσει τη Μεσόγειο ο ιός της εξέγερσης και ο Δεκέμβρης του 2008 να μοιάζει με παιδική χαρά, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Από την άλλη πλευρά, η επιβράδυνση της αναδιάρθρωσης ενέχει τον κίνδυνο να χάσει το ελληνικό κράτος το τραίνο της ενσωμάτωσης στην πολιτικά ενοποιημένη Ευρώπη και να υποβιβαστεί στην τρίτη ζώνη του κεφαλαίου με συνέπεια να κινδυνεύσουν σοβαρά τα συμφέροντα μιας σημαντικής φράξιας του πιο ισχυρού ελληνικού κεφαλαίου.</p>
<p>Για το προλεταριάτο όμως που ζει στην Ελλάδα ο δρόμος είναι ένας, οποιοδήποτε από τα δύο σενάρια υλοποιηθεί: οι ολοένα και δυναμικότεροι ταξικοί αγώνες. Ίσως να μην ξαναυπάρξει σύντομα μια απεργία-πυροτέχνημα σαν τη σημερινή, τα μέτωπα όμως θα πολλαπλασιάζονται καθημερινά και η έκρηξη της εξέγερσης δε θα μπορεί να αναβάλλεται για πολύ ακόμη. Οι διεκδικητικοί αγώνες του προλεταριάτου με επίκεντρο την ύπαρξη του μισθού και γενικότερα την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, μέσα από την εξέλιξη τους και την αντικειμενική αποτυχία τους, οδηγούνται σε ρήξη με το διεκδικητικό τους περιεχόμενο. Αυτή η ρήξη προαναγγέλλεται ήδη σε περιπτώσεις σαν αυτή της Κερατέας και θα εμφανίζεται σαν ξεχωριστό γεγονός σε κάθε εντοπισμένη σύγκρουση. Το περιεχόμενο των ρήξεων θα καθιστά αδύνατο να υπάρξει πολιτική ενοποίηση και συνεπώς δυνατότητα αποτελεσματικής διαμεσολάβησης των συγκρούσεων. Για παράδειγμα η καταστολή που πιθανώς θα αντιμετωπίσει το κίνημα που δηλώνει ότι “δεν πληρώνουμε την κρίση” θα μπορούσε να οδηγήσει τη σύγκρουση σε σημείο να τεθεί σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη και των μέσων μεταφοράς. Αυτή η δυναμική εξέλιξη των ρήξεων δεν μπορεί να ολοκληρωθεί και να σταθεροποιηθεί σε κεκτημένα για την εργατική τάξη, μπορεί μόνο να αποτελέσει την απαρχή της ιστορικής επαναστατικής διαδικασίας.</p>
<p><em>πράκτορες του χάους</em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%be%ce%b5%ce%ba%ce%af%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b5-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%87%cf%8e%ce%bd/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 22 Feb 2011 11:55:36 +0000</pubDate>
		<dc:creator>woland</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=475</guid>
		<description><![CDATA[Παρουσιάζουμε ένα πρόσφατο κείμενο του Bruno Astarian το οποίο μεταφράσαμε από κοινού με το Πρακτορείο RIOTERS. Στο κείμενο τίθεται το ζήτημα του ποια θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος από την κρίση με βάση τη "δραστηριότητα κρίσης" του προλεταριάτου, δηλαδή, την ιδιαίτερη μορφή του προλεταριακού αγώνα σε μια εξέγερση. Το κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά σήμερα, που ο άνεμος της εξέγερσης σαρώνει την Αφρική και τη Μέση Ανατολή. 
Σύντομα, θα παρουσιάσουμε σ'αυτό τον ιστότοπο και τη δική μας κριτική στις απόψεις του κειμένου, επιδιώκοντας παραγωγικό και συντροφικό διάλογο με το συγγραφέα.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><em>Παρουσιάζουμε ένα πρόσφατο κείμενο του Bruno Astarian το οποίο μεταφράσαμε από κοινού με το Πρακτορείο RIOTERS. Στο κείμενο τίθεται το ζήτημα του ποια θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος από την κρίση με βάση τη &#8220;δραστηριότητα κρίσης&#8221; του προλεταριάτου, δηλαδή, την ιδιαίτερη μορφή του προλεταριακού αγώνα σε μια εξέγερση. Το κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά σήμερα, που ο άνεμος της εξέγερσης σαρώνει την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.</em></p>
<p><em>Σύντομα, θα παρουσιάσουμε σ&#8217;αυτό τον ιστότοπο και τη δική μας κριτική στις απόψεις του κειμένου, επιδιώκοντας παραγωγικό και συντροφικό διάλογο με το συγγραφέα.</em><br />
______________________________________________</p>
<p>Περισσότερο απ&#8217; το να είναι απλώς ένα κείμενο για την κομμουνιστικοποίηση, ό,τι ακολουθεί περιγράφει τη σχέση μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, απ&#8217; την προοπτική της κρίσης, στην παρούσα περίοδο.</p>
<p>Στην πρώτη ενότητα, προσπάθησα να προσδιορίσω τη δραστηριότητα κρίσης του προλεταριάτου, στις εξεγερτικές φάσεις της ιστορίας του. Μου φάνηκε σημαντικό να φέρω στο προσκήνιο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκείνων των στιγμών αγώνα που διαφέρουν ποιοτικά από την καθημερινή διαδικασία της ταξικής πάλης. Αυτή η τελευταία, που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής τόσο πολλών συντρόφων, παρέχει μόνο μια ένδειξη (η οποία φυσικά δεν πρέπει να υποτιμάται) του τί συμβαίνει όταν το προλεταριάτο ξεσηκώνεται ενάντια στην εκμετάλλευση μ&#8217; έναν βίαιο και γενικευμένο τρόπο. Εκείνη τη στιγμή, το προλεταριάτο έρχεται αντιμέτωπο με το κεφάλαιο μ&#8217; έναν τρόπο που φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα του ξεπεράσματος της κοινωνικής αντίφασης, κάτι που δε συμβαίνει στους (&#8220;διεκδικητικούς&#8221;) αγώνες που είναι προσανατολισμένοι σε κάποια αιτήματα.</p>
<p>Στη δεύτερη ενότητα, ήθελα να τονίσω τις ειδικές συνθήκες της παραπάνω ανάγνωσης σήμερα, ακόμη κι αν στην παρούσα κρίση έχουν λάβει χώρα μόνο σχετικά λίγες προλεταριακές εξεγέρσεις. Οι περιπτώσεις της Ελλάδας και του Μπαγκλαντές, ωστόσο, παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις του τί θα μπορούσε να συμβεί σε μια πιθανή φάση εμβάθυνσης της κρίσης.</p>
<p>Η τρίτη ενότητα θέτει το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης. Αφορά στην έναρξη μιας πραγματικά επαναστατικής διαδικασίας, βασισμένης στην δραστηριότητα κρίσης<a href="#_ftn1">[1]</a> που αντιστοιχεί στην παρούσα περίοδο. Αυτή θα μπορούσε να ονομαστεί η επαναστατική διέξοδος από την κρίση, με την έννοια ότι το προλεταριάτο θέτει τον αγώνα του ενάντια στο κεφάλαιο στο επίπεδο της οικοδόμησης πραγματικών, πρακτικών καταστάσεων που καταργούν τις ταξικές σχέσεις και ξεπερνούν την αξία και την οικονομία. Οι προλεταριακοί ξεσηκωμοί σε Ελλάδα και Μπαγκλαντές δεν έφτασαν σ&#8217; αυτό το επίπεδο.</p>
<p><strong>Εισαγωγή</strong></p>
<p>Η τρέχουσα κρίση θέτει το ζήτημα του ποιά θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος απ&#8217; την κρίση. Η κρίση, είναι γενικά το αμόνι στο οποίο σφυρηλατείται η κομμουνιστική θεωρία, η οποία έχει την ιδιαιτερότητα να μην είναι ούτε πολιτική ούτε οικονομική επιστήμη, ούτε φιλοσοφία, αλλά μια κατηγορία από μόνη της. Αυτό που κάνει τη θεωρία αυτή μοναδική, είναι ότι η τάξη που την υποστηρίζειείναι επίσης μοναδική: το προλεταριάτο είναι η πρώτη (και τελευταία) εκμεταλλευόμενη τάξη στην ιστορία, η εκμετάλλευση της οποίας περιοδικά καθιστά αδύνατη και θέτει υπό αμφισβήτηση την πιο άμεση αναπαραγωγή της. Όταν η καπιταλιστική κρίση ξεσπά, το προλεταριάτο αναγκάζεται να εξεγερθεί προκειμένου να βρει μιαν άλλη κοινωνική μορφή ικανή να αποκαταστήσει την κοινωνικοποίηση και την άμεση αναπαραγωγή του. Σ&#8217; ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού, αυτή η εναλλακτική μορφή έχει ονομαστεί <em>κομμουνισμός</em>, αν και το περιεχόμενο που αποδίδεται στη λέξη ποικίλει σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με την περίοδο. Ωστόσο, η κομμουνιστική θεωρία έχει, σε κάθε περίπτωση, χαρακτηριστεί ως η επαναλαμβανόμενη κίνηση μεταξύ της ανάλυσης και κριτικής της καπιταλιστικής κοινωνίας και της προβολής της εξόδου απ&#8217; την καπιταλιστική κρίση που μπορεί να φέρει το προλεταριάτο. Η κομμουνιστική κοινωνία που προβάλλεται σε κάθε περίοδο έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προκύπτουν απ&#8217; την ιστορικά διαμορφωμένη δομή της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Μ&#8217; άλλα λόγια, η έννοια του κομμουνισμού έχει μια ιστορία, όπως και η ίδια η ταξική σχέση. Το αναλλοίωτο του θεμελιώδους περιεχομένου της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης (άντληση υπεραξίας) δεν αποκλείει τις ιστορικές ιδιαιτερότητες.</p>
<p>Μέχρι τώρα, αυτό που χαρακτήριζε την κομμουνιστική θεωρία ήταν η οικοδόμησή της γύρω από ένα πρόγραμμα μέτρων που θα εφαρμοζόταν όταν η προλεταριακή εξέγερση θα &#8216;χε πάρει την εξουσία. Αυτή η γενική φόρμουλα διέφερε ανάλογα με την περίοδο. Το πρόγραμμα του Μανιφέστου (εθνικοποιήσεις) δεν είναι το ίδιο μ&#8217; αυτό της Παρισινής Κομμούνας (άμεση συλλογική δημοκρατία), που με τη σειρά του διαφέρει απ&#8217; αυτό της Ρωσικής και της Γερμανικής επανάστασης του 1917-1918 (εργατικά συμβούλια). Παρά τις διαφορές τους, όμως, οι αρχές είναι οι ίδιες: με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το αποτέλεσμα της εξέγερσης στην οποία το προλεταριάτο  εξαναγκάζεται από την καπιταλιστική κρίση, είναι η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και η δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία, δικτατορία πάντοτε, είτε δημοκρατική (συμβούλια) είτε αυταρχική (το κόμμα), σημαίνει την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών από τις περιουσίες τους και την επιβολή της εργασίας σε όλους. Σ&#8217; αυτό το σημείο αρχίζει η <em>μεταβατική περίοδος,</em> κατά την οποία η κοινωνία πρέπει να κινηθεί απ&#8217; το βασίλειο της αναγκαιότητας προς αυτό της ελευθερίας. Αυτό είναι το λεγόμενο <em>προγραμματικό</em> σχήμα της κομμουνιστικής επανάστασης. Είναι πλέον παρωχημένο.</p>
<p>Ο στόχος αυτού του κειμένου είναι να παρουσιάσει την λεγόμενη εναλλακτική της  <em>κομμουνιστικοποίησης</em> αντ&#8217; αυτού του προγραμματικού σχήματος. Σε ιστορική κλίμακα, πρόκειται για μια νέα εναλλακτική, μιας και η γέννησή της μπορεί να χρονολογηθεί στην κρίση των δεκαετιών &#8217;60-&#8217;70.</p>
<p><strong>Ι – ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΡΙΣΗΣ</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Η κρίση πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως ένα κοινωνικό, κι όχι οικονομικό, φαινόμενο, ως κρίση της κοινωνικής σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Όταν η κρίση της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης βαθαίνει και γίνεται εξεγερτική, η δραστηριότητα του προλεταριάτου μεταβάλλεται ποιοτικά απ&#8217; αυτήν που είχε στην συνηθισμένη πορεία της ταξικής πάλης, η οποία δε σταματά ποτέ, ούτε καν σε περιόδους ευημερίας. Θα ονομάσω αυτήν την ιδιαίτερη μορφή του προλεταριακού αγώνα σε μια εξέγερση, <em>δραστηριότητα κρίσης</em>. Είναι σ&#8217; αυτήν την πολύ συγκεκριμένη στιγμή που ολόκληρο το ζήτημα του κομμουνισμού έχει τις ρίζες του, καθώς είναι εδώ και μόνον εδώ που το ζήτημα της σύνδεσης μεταξύ της καπιταλιστικής κοινωνίας (σε κρίση) και του κομμουνισμού (ως ξεπέρασμα της αντίφασης κεφαλαίου-εργασίας) εγείρεται κοινωνικά. Κι είναι από εδώ που η κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας τελικά θα ξεκινήσει. Στην ιστορία του προλεταριάτου, η δραστηριότητα κρίσης εμφανίζεται τόσο στα οδοφράγματα του Παρισιού του 19ου αιώνα, όσο και στις σημερινές ταραχές. Σ&#8217; αυτές τις στιγμές, μπορεί κανείς να κατανοήσει την ιδιαιτερότητα αυτής της έννοιας. Αν η τρέχουσα κρίση εκτυλιχθεί σε εξεγερτικές φάσεις, η δραστηριότητα κρίσης θα πάρει φυσικά ειδικά γνωρίσματα που θα χαρακτηρίζουν το ιστορικό επίπεδο που έχει φτάσει η αντίφαση μεταξύ των τάξεων. Και τα όρια των τρεχουσών ταραχών θα πρέπει να ξεπεραστούν, ποιοτικά και ποσοτικά, προκειμένου να πάρει μορφή μια πραγματική πιθανότητα κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p><strong>I.1 Η κρίση της αμοιβαίας προϋπόθεσης των τάξεων σηματοδοτεί και το τέλος της αυτοματικής κοινωνικής αναπαραγωγής</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ), όπως και στους άλλους τρόπους παραγωγής, η τάξη της εργασίας και η τάξη της ιδιοκτησίας προϋποθέτουν η μια την άλλη. Με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αυτή η αμοιβαία προϋπόθεση γίνεται άμεσα ισχυρότερη χάρις στο γεγονός ότι το προλεταριάτο τη στιγμή που σταματά να εργάζεται χάνει κάθε πρόσβαση στα μέσα παραγωγής. Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, τα πράγματα δεν ήταν έτσι, ή τουλάχιστον εν μέρει. Η αμοιβαία προϋπόθεση των τάξεων έγινε ακόμη πιο συμπαγής από τη στιγμή που εγκαθιδρύθηκε η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο καθώς κατ&#8217; αυτόν τον τρόπο η ολότητα της ζωής του προλεταριάτου ελέγχεται πλέον άμεσα από το κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο έχει ξεγυμνώσει την εργασία από τις επιδεξιότητές της, και η δεξιοτεχνία δεν αποτελεί λύση για όλους αυτούς τους προλεταρίους που η κρίση έχει θέσει εκτός εργασίας. Το ίδιο ισχύει για τις αγροτικές δραστηριότητες. Στις βιομηχανικές χώρες η γεωργία είναι καθαρά καπιταλιστική, και μόνο οι πιο περιθωριακοί προλετάριοι θα επιχειρούσαν μια επιστροφή στην ύπαιθρο, καταλήγοντας σε μια κατάσταση ζωής κοντινή σ&#8217; αυτήν των παραγκουπόλεων. Ομοίως, στις αναπτυσσόμενες χώρες, ο μετασχηματισμός της υπαίθρου εμποδίζει αυτούς που την άφησαν για να βρουν μια θέση μισθωτού στις πόλεις να επιστρέψουν όταν μείνουν άνεργοι. Αυτό συνέβη στην Ασιατική κρίση του 1998, και συμβαίνει στην Κίνα σήμερα.</p>
<p>Η αλληλεξάρτηση των δυο τάξεων είναι σήμερα πιο έντονη από ποτέ άλλοτε. Αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να διασώσει τις δουλειές που κινδυνεύουν να χαθούν απ&#8217; το κεφάλαιο, χωρίς να σώσει το ίδιο το κεφάλαιο, πχ. δουλεύοντας σκληρότερα για λιγότερο μισθό. Καθώς η ειδικευμένη εργασία χάθηκε μέσα απ&#8217; τα χέρια του για να ενσωματωθεί στο πάγιο κεφάλαιο, το προλεταριάτο δεν μπορεί πλέον να αξιώσει, όπως στην τυπική υπαγωγή, ότι θα μπορούσε να πάρει τα μέσα παραγωγής και να παράγει χωρίς τους καπιταλιστές. Ένας τέτοιος ισχυρισμός ήταν ήδη αυταπάτη την εποχή των ειδικευμένων τεχνιτών και των μαστόρων. Σήμερα, ακόμη και οι ειδικευμένοι εργάτες γνωρίζουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των τεχνικών-υλικών συνθηκών της δραστηριότητάς τους είναι ενσωματωμένο στις μηχανές, τους υπολογιστές, τα εργαλεία και τα μέσα της εργασίας τους. Μ&#8217; άλλα λόγια, η λειτουργία της ιδιοκτησίας σήμερα δεν είναι πια -υποθέτοντας ότι κάποτε ήταν- να απολαμβάνει τους καρπούς της, αλλά να διαχειρίζεται ένα σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής που έχει αναπτύξει ακριβώς προκειμένου να διαφύγει του ελέγχου της εργατικής τάξης, πλήρως και οριστικά. Ακόμα και μετά την εξαφάνιση όλων των καπιταλιστών που πλουτίζουν απ&#8217; τις μετοχές τους, μια επανάσταση <em>της εργατικής τάξης</em> που οραματίζεται μόνο την επανοικειοποίηση των μέσων παραγωγής δε θα μπορούσε να αποφύγει την ανάθεση της διαχείρισης των μέσων αυτών σε μια ειδική κατηγορία εργατών που θα κατέληγαν να γίνουν ένας συλλογικός καπιταλιστής. Σήμερα, η αυτοδιαχείριση είναι μια χίμαιρα για μεσαία διοικητικά στελέχη.</p>
<p>Η αμοιβαία προϋπόθεση των τάξεων τις δένει μαζί γύρω από μια τεράστια μάζα πάγιου κεφαλαίου. Αυτή η πραγματικότητα απονοηματοδοτεί κάθε έννοια επαναστατικής διεξόδου από την κρίση που θα επιβεβαίωνε την εργατική τάξη και την εργασία ως τέτοιες, ενάντια στους καπιταλιστές, οι οποίοι θα εξαλείφονταν. Εάν το προλεταριάτο πρόκειται να καταργήσει το κεφάλαιο, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο καταργώντας τη μισθωτή εργασία, το πάγιο κεφάλαιο που ορίζει το περιεχόμενο της εργασίας <em>και την εργασία την ίδια</em>.</p>
<p>Όσο η καπιταλιστική κοινωνία αναπαράγεται κανονικά, η δραστηριότητα του προλεταριάτου προκύπτει αυτοματοποιημένα και άμεσα από την αλληλουχία των διαφόρων φάσεων του κύκλου (1): Όταν η εργατική δύναμη πουλιέται, το περιεχόμενο της εργασίας της ίδιας, ακολουθούμενης από την ανάπαυση και την ανασύσταση της εργατικής δύναμης &#8211; επιβάλλονται άμεσα από το κεφάλαιο. Μακράν του να είναι μια εθελοντική και συνειδητά επιλεγμένη πράξη, η ίδια η πώληση της εργατικής δύναμης επιβάλλεται στον εργάτη μόλις ο μισθός του έχει καταναλωθεί, δηλαδή αμέσως μετά το κλείσιμο του κύκλου.</p>
<p>Όλοι αυτοί οι αυτοματισμοί στην κοινωνική αναπαραγωγή εξαφανίζονται όταν εκρήγνυται η κρίση. Τότε, η δραστηριότητα του προλεταριάτου αναγκάζεται να <em>στραφεί προς την εφευρετικότητα</em>. Στην εξεγερτική κρίση, η σχέση αμοιβαίας προϋπόθεσης γίνεται συγκρουσιακή. Η εργασία και η εκμετάλλευση σταματούν μαζικά, και δεν υπάρχει πια διαπραγμάτευση για την ανταλλαγή μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Σ&#8217; αυτήν τη σύγκρουση, η καπιταλιστική τάξη προσπαθεί με όλα τα μέσα να εξαναγκάσει τους προλεταρίους να εργαστούν για έναν μειωμένο μισθό, ενώ οι προλετάριοι αποζητούν να επιβάλλουν ένα υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης απ&#8217; αυτό που απέρριψαν όταν ξεσηκώθηκαν ενάντια στο κεφάλαιο.</p>
<p>Αυτή η εξεγερτική στιγμή – θα ξαναγυρίσουμε σ&#8217; αυτό – είναι η στιγμή της μεγαλύτερης υποκειμενικής έντασης της δραστηριότητας του προλεταριάτου. Η ιστορία μας δείχνει πώς η δραστηριότητα κρίσης του προλεταριάτου στάθηκε ικανή, σε κάθε περίοδο, να επινοεί κοινωνικές μορφές που ήταν προηγουμένως απροσδόκητες, προκειμένου να ανταπεξέλθει απέναντι στον κίνδυνο που είναι υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει εντός της κρίσης.</p>
<p><strong>I.2 </strong><strong>Προλεταριακή εξατομίκευση στη δραστηριότητα κρίσης</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όσα μόλις είπαμε για τους αυτοματισμούς της προλεταριακής αναπαραγωγής μεσούσης της ευημερίας του κεφαλαίου φαίνεται να θέτουν την τάξη πάνω από τα άτομα: Το ταξικό ανήκειν καθορίζει τη συμπεριφορά των ατόμων. Η διεισδυτικότητα της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο αφήνει μικρή ελευθερία στο προλεταριάτο. Είναι ελεύθερο να πουλήσει την εργατική του δύναμη ή να πεθάνει, να πάρει το λεωφορείο ή να αργήσει στη δουλειά, να υπακούει εντολές ή να απολυθεί κλπ. Στη δουλειά, μόνο η αφηρημένη γενική εργασία παράγει εμπορεύματα, όχι η προσωπική εργασία ενός συγκεκριμένου προλεταρίου. Αυτή η αφηρημένη γενική εργασία (συνεργασία) ανήκει στο κεφάλαιο. Εν γένει, η αναπαραγωγή των τάξεων είναι μόνο μια στιγμή της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, και όλη η δραστηριότητά του εμφανίζεται σαν μια απέραντη μαζικοποιημένη ρουτίνα.</p>
<p>Αυτή ακριβώς είναι που διαρρηγνύεται όταν η κρίση μετατρέπεται σε εξέγερση. Τίποτα απ&#8217; όσα προτείνουν οι καπιταλιστές δε γίνεται αποδεκτό πια απ&#8217; το προλεταριάτο. Ακόμα και σε έναν περιορισμένο χωροχρόνο, δεν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό βιοτικό επίπεδο που θα συνιστούσε ένα  ακαθόριστο επίπεδο κάτω απ&#8217; το οποίο το προλεταριάτο αυτόματα θα ξεσηκωνόταν. Η ιστορία δείχνει ότι το προλεταριάτο μπορεί να αποδεχτεί αβυσσαλέα φτώχεια, αλλά επίσης ότι κάποιες φορές αρνείται την υποβάθμιση του βιοτικού του επιπέδου, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι φαινομενικά χειρότερο από άλλες επιθέσεις που δέχεται από το κεφάλαιο. Οι παράμετροι αυτής της αιφνίδιας στροφής απ&#8217; την υποταγή στην εξέγερση δεν μπορούν να καθοριστούν εκ των προτέρων.</p>
<p>Εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στις περιόδους ευημερίας, σε μια εξέγερση δεν υπάρχουν πια αυτοματισμοί. Τότε, οι προλετάριοι οι ίδιοι πρέπει να εφεύρουν τον τρόπο που θα επανακοινωνικοποιηθούν μεταξύ τους για να αντιμετωπίσουν το κεφάλαιο. Μια διαδικασία αλληλεπίδρασης αναπτύσσεται μεταξύ των προλεταρίων, και όσο πιο προχωρημένη είναι η εξατομίκευσή τους, τόσο πιο έντονη είναι η διαδικασία αυτή. Είτε το ζητούμενο είναι το χτίσιμο οδοφραγμάτων γύρω απ&#8217; τις γειτονιές της εργατικής τάξης στο Παρίσι (για παράδειγμα το 1848), η ανταρσία των ναυτών του Κιέλου το 1918, ή οι καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας από νεαρούς Έλληνες [Σ.τ.Μ. δεν ήταν φυσικά μόνο Έλληνες] μετά τον φόνο ενός απ&#8217; αυτούς απ&#8217; την αστυνομία, η εξέγερση ξεκινά πάντα από ένα ατομικό επίπεδο. Είτε με τη συζήτηση ή δίνοντας το παράδειγμα, πρέπει να υπάρχουν μερικοί προλετάριοι που θα κάνουν την αρχή. Μερικές γυναίκες έπρεπε να κρούσουν τον συναγερμό και να προσπαθήσουν να εμποδίσουν τον στρατό του Θιέρσου να καταλάβει τα κανόνια της Εθνοφρουράς, για να γεννηθεί η Κομμούνα. Κανείς δεν έδωσε εντολές γι&#8217; αυτό, καθώς κανείς δεν είχε κάποιο λόγο να υπακούει. Οι τρόποι με τους οποίους μια εξέγερση ξεκινά κι αναπτύσσεται είναι πάντοτε κάπως μυστηριώδεις, και σπάνια αναφέρονται στα βιβλία ιστορίας. Και, σε κάθε περίπτωση, δε θα υπήρχαν εκεί μαθήματα να αντληθούν από επίδοξους ηγέτες καθώς οι περιστάσεις είναι, στην κάθε λεπτομέρειά τους, κάθε φορά ξεχωριστές. Το μόνο πράγμα που μετράει είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, κάποιοι προλετάριοι έπρεπε, ως άτομα, να πάρουν την πρωτοβουλία να ξεπεράσουν τα όρια της νομιμότητας, τον φόβο τους, ώστε η δραστηριότητα κρίσης να μπορέσει να πάρει μορφή μ&#8217; έναν διαδραστικό τρόπο. Χωρίς τη δραστηριότητα κρίσης, καμιά κομμουνιστική επανάσταση δεν είναι εφικτή. Αναλόγως, η εξατομίκευση του υποκειμένου είναι μια απ&#8217; τις αναγκαίες συνθήκες για τον κομμουνισμό.</p>
<p>Όλες οι προλεταριακές εξεγέρσεις στην ιστορία επιδεικνύουν μια στιβαρή ανάπτυξη της προλεταριακής εξατομίκευσης στη δραστηριότητα κρίσης (ο ρόλος των γυναικών είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα). Αυτή η εξατομίκευση προκύπτει άμεσα από την κρίση του κεφαλαίου, η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση τον ταξικό προσδιορισμό. Στις σημερινές συνθήκες, η εξατομίκευση στη δραστηριότητα κρίσης θα ενισχυθεί απ&#8217; το γεγονός ότι, ακόμα και πριν την κρίση, το κεφάλαιο πέτυχε μια απομαζικοποίηση του προλεταριάτου (επισφάλεια, υπενοικιάσεις-υπεργολαβίες εργαζομένων&#8230;). Η εξατομίκευση του υποκειμένου σε καμιά περίπτωση δεν υπονοεί τον ατομισμό. Αντίθετα, επειδή ακριβώς βρίσκεται στη βάση των δι-ατομικών σχέσεων, η σύσταση της τάξης παύει να είναι ένα πλήθος (όπως στις διαδηλώσεις πίσω απ&#8217; τα συνδικαλιστικά πανώ), και γίνεται μια ενεργή και συνειδητή συλλογικότητα, ικανή να δρα και να αντιδρά, να παίρνει πρωτοβουλίες και να τις διορθώνει, να συζητά στο εσωτερικό της και να αντιμετωπίζει τους καπιταλιστές με τον καταλληλότερο τρόπο. Μέσω αυτής της αλληλεπίδρασης των προλεταρίων-ατόμων, το προλεταριάτο σχηματίζει μια εσωτερική κοινωνική σχέση που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την πιθανότητα του κομμουνισμού. Ωστόσο, αυτή η κοινωνική σχέση πρέπει να αποκτήσει χειροπιαστή ύπαρξη.</p>
<p><strong>I.3 </strong><strong>Απαλλοτριώνοντας τα στοιχεία του κεφαλαίου, αλλά όχι για να δουλεύουμε</strong></p>
<p>Η πραγματική οικοδόμηση της δραστηριότητας κρίσης ως μια κοινωνική σχέση ιδιαίτερη για το προλεταριάτο, λαμβάνει χώρα όταν αυτό συγκρούεται με το κεφάλαιο και παίρνει υπό την κατοχή του συγκεκριμένα πράγματα (εργοστάσια, αποθέματα, οχήματα, κτίρια, κλπ). Όσο δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, η προλεταριακή δραστηριότητα παραμένει στο επίπεδο των συνελεύσεων, διαδηλώσεων, κι αιτημάτων. Όταν η δραστηριότητα του προλεταριάτου ξεπεράσει αυτό το επίπεδο, διασχίζει ένα ποιοτικό όριο που, τότε και μόνον τότε, το κάνει να φαίνεται ως το πιθανό υποκείμενο μιας κομμουνιστικής επανάστασης. Αυτή η διάκριση μειώνει τη σημασία των προλεταριακών αγώνων στην καθημερινή κίνηση της ταξικής πάλης.</p>
<p>Οι εξεγερτικοί ξεσηκωμοί του προλεταριάτου δεν μπορούν να αποφύγουν την απαλλοτρίωση ορισμένων στοιχείων του κεφαλαίου. Αυτή η διαδικασία έχει θεωρηθεί ως το ξεκίνημα της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών, με το οποίο υπονοείται σαφώς η επιστροφή στην εργασία υπό των έλεγχο των εργατών και για το δικό τους συμφέρον. Μια τέτοια υπόνοια πιθανώς πηγάζει κυρίως από μια ιδεολογία που αναπτύχθηκε στην προλεταριακή πολιτική, βασισμένη στην ειδικευμένη εργασία και στην ιδέα ότι το κεφάλαιο κλέβει την παραγωγή απ&#8217; τους εργάτες, οι οποίοι θα μπορούσαν άνετα να παράγουν χωρίς τους καπιταλιστές. Αυτό, που ήδη κατά την εποχή του δεν ήταν παρά μια ιδεολογία, σήμερα δεν έχει πια καμιά βάση. Οι εργάτες όντως παίρνουν κάποιες φορές τα μέσα παραγωγής και αρχίζουν να παράγουν για λογαριασμό τους, αλλά αυτό συμβαίνει έξω απ&#8217; τις εξεγερτικές φάσεις και στην πραγματικότητα αυτό γίνεται ακριβώς επειδή δεν υπάρχει τότε πλέον ένα δυνατό προλεταριακό κίνημα. Φυσικά, αυτές οι αυτοδιαχειριστικές απόπειρες συνεπάγονται συγκρούσεις με το κεφάλαιο. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν αντιστοιχούν παρά σε τρόπους επιβίωσης στην παρούσα κοινωνία.</p>
<p>Είναι ένας γενικός κανόνας ότι, στην πρώτη έξαρσή του, ένας ξεσηκωμός ποτέ δεν απαλλοτριώνει στοιχεία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας για να επανεκκινήσει την παραγωγή για λογαριασμό του. Κάτι τέτοιο είναι σημαντικό, καθώς ανακοινώνει την πιθανότητα μιας κοινωνικής σχέσης μεταξύ ατόμων που δεν έχει την εργασία ως περιεχόμενό της. Δε νομίζω ότι υπάρχει στην ιστορία ούτε ένα μεμονωμένο παράδειγμα επιστροφής εξεγερμένων προλετάριων στην εργασία που να μη συνέβη με την αντεπαναστατική ανατροπή της εξέγερσης. Ο Otto Geyrtonnex (2) θεωρεί ότι ο ισπανικός ξεσηκωμός του Ιούλη του 1936 είναι μια εξαίρεση: στη διάρκεια των πρώτων ημερών του ξεσηκωμού, &#8220;ορισμένα κομμάτια της εργατικής τάξης είδαν την ανάγκη να καταλάβουν τα εργοστάσια προκειμένου να οπλιστούν. Πολυάριθμοι μεταλλεργάτες χρησιμοποίησαν τα εργαλεία που προηγουμένως τους σκλάβωναν προκειμένου να οπλίσουν τα φορτηγά. Ξαφνικά εμφανίστηκαν φούρνοι&#8230;, μεταφορές και υπηρεσίες ξανάνοιξαν&#8230; αυτές οι δραστηριότητες δεν κινητοποιούνταν ποτέ απ&#8217; την ανάγκη να πουλήσουν, απ&#8217; την παραγωγή αξίας. Αυτό που μετρούσε ήταν ο επαναστατικός αγώνας, και η παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες που προέκυπταν απ&#8217; τον ίδιο ξεσηκωμό&#8221;. Δεν πρόκειται για μια καθ&#8217; εαυτόν αντίφαση ότι η εξεγερτική έξαρση περιλαμβάνει μια μερική ανάληψη και συνέχιση της παραγωγής. Η παραγωγή δεν είναι αναγκαστικά αντεπαναστατική. Στην παρούσα περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται πως η επαναστατική έξαρση διοχετεύεται κυρίως προς διαχωρισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η παραγωγή στοχεύει στην υποστήριξη του μετώπου. Επιπλέον, όπως ο ίδιος ο Otto Geyrtonnex παραδέχεται, αν και ορισμένες προλεταριακές πρωτοβουλίες επέτρεπαν κατά περιπτώσεις την &#8220;αναβίωση μια δημιουργικότητας κι ενός πνεύματος πρωτοβουλίας σε ολική ρήξη με την μισθωτή σκλαβιά&#8221;, σε άλλες περιπτώσεις απλά ανέλαβαν ως δική τους μια &#8220;εργασία που σε τελευταία ανάλυση δε διέφερε και τόσο απ&#8217; αυτήν που προηγουμένως ήταν αναγκασμένοι να κάνουν&#8221; (3). Υπό το φως αυτών των στοιχείων, μου φαίνεται εφικτό να θεωρήσουμε ότι, ακόμα και στο ξεκίνημα της ισπανικής εξέγερσης, η επιστροφή στην παραγωγή όπως προέκυψε είναι ενδεικτική της σταθεροποίησης και του ξεκινήματος της αντεπαναστατικής αντιστροφής μέσα απ&#8217; την αυτοδιαχείριση. Κάτι τέτοιο δεν πέρασε χωρίς αντίσταση, όμως αυτή παρέμεινε αποσπασματική.</p>
<p>Οι τρέχουσες συνθήκες καπιταλιστικής παραγωγής στην πραγματικότητα επιβεβαιώνουν τον γενικό κανόνα: η απαλλοτρίωση στοιχείων του κεφαλαίου στις εξεγέρσεις των καιρών μας προφανώς δε στοχεύει στην απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και την επανεκκίνηση της παραγωγής απ&#8217; τους εργάτες που περιλαμβάνει αυτή. Αν και θα επανέρθουμε σ&#8217; αυτό το θέμα.</p>
<p><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p>Η προλεταριακή εξέγερση δημιουργεί τις υποκειμενικές συνθήκες για την κομμουνιστική επανάσταση μέσω της προλεταριακής δραστηριότητας κρίσης. Η υποκειμενική έκφραση της τάξης τροποποιείται βαθύτατα απ&#8217; τις σχέσεις αλληλεπίδρασης που δημιουργούν μεταξύ τους τα άτομα για να απαλλοτριώσουν στοιχεία του κεφαλαίου και να αντιμετωπίσουν το κεφάλαιο: Όσο διαρκούσε η εκμετάλλευση, η παραγωγή υπεραξίας και η απόδοση των προϊόντων της στην ιδιοκτησία συνιστούσε την συμμετοχή του προλεταριάτου στην οικοδόμηση της κοινωνικής σχέσης. Με την κρίση, το προλεταριάτο δεν είναι πλέον ένα μερικό υποκείμενο καθορισμένο απ&#8217; τη σχέση υπαγωγής του σε μια άλλη τάξη, αλλά μάλλον παίρνει την υπόσταση ενός υποκειμένου από μόνο του. Το στοιχείο-κλειδί αυτής της υποκειμενικότητας-σε-κρίση είναι ότι περιλαμβάνει δι-ατομικές σχέσεις, ότι βρίσκει στον εαυτό της τα μέσα πρόσβασης στη φύση, και ότι η εργασία δεν είναι ούτε το περιεχόμενο ούτε ο σκοπός της.</p>
<p><strong>II Η ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>II.1</strong><strong>Περιοδολόγηση</strong></p>
<p>Θα ήταν αρκετό να συνοψίσουμε τα γενικά στοιχεία που προηγήθηκαν με την περιοδολόγηση της ιστορίας του καπιταλισμού, αν και δε θα το κάνουμε εδώ αυτό. Η ανάλυσή μου στο Hic Salta του 1998 (4) είναι μόνο το γενικό πλαίσιο, αν και επαρκής για να δείξει ότι η κρίση του κεφαλαίου, όπως και το κεφάλαιο το ίδιο, έχει μια ιστορία. Ως αποτέλεσμα, η κομμουνιστική θεωρία και η ίδια η έννοια του κομμουνισμού έχουν επίσης μια ιστορία. Παρά τα ορισμένα αμετάβλητα στοιχεία, ο κομμουνισμός του 1848 ή του 1918 δεν είναι και τόσο ταυτόσημοι μ&#8217; αυτόν του σήμερα.</p>
<p><strong>II.2</strong><strong>Οι προϋποθέσεις για τον κομμουνισμό στην αυγή του 21ου αιώνα</strong></p>
<p>Σε σύγκριση με τις γενικές συνθήκες μιας κομμουνιστικής επανάστασης όπως αυτές που αναλύσαμε προηγουμένως, ποιά είναι η ιδιαιτερότητα της τρέχουσας περιόδου; Ας πουμε πρώτα ότι η τρέχουσα περίοδος προσφέρει καλύτερες συνθήκες για το ξεπέρασμα του κεφαλαίου από ποτέ άλλοτε: η ίδια διαπίστωση ισχύει για κάθε νέα φάση της κρίσης, μιας και η αντίφαση μεταξύ των τάξεων ποτέ δεν υποβαθμίζεται όσο ξεδιπλώνεται η ιστορία. Όμως η περίοδός μας επίσης θέτει ριζοσπαστικά νέα προβλήματα, καθώς ο υψηλός βαθμός υπαγωγής του συνόλου της κοινωνικής αναπαραγωγής στο κεφάλαιο είναι ενδεικτικός της δυσκολίας να φανταστεί κανείς  το  ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής χωρίς την κατάργηση και των δυο τάξεων <em>την ίδια στιγμή</em>, χωρίς το ξεπέρασμα της οικονομίας και την επινόηση μιας ολότελα καινούριας ζωής για την οποία οι τρέχουσες κατηγορίες κοινωνικής ανάλυσης είναι βασικά άχρηστες. Θα επανέρθουμε σ&#8217; αυτό όμως.</p>
<p>Μου φαίνεται πως τα δυο βασικά στοιχεία που πρέπει να υπογραμμιστούν εάν θέλουμε να αναλύσουμε τις υποκειμενικές συνθήκες μιας κομμουνιστικής επανάστασης στους καιρούς μας είναι: η επιστροφή της  αντι-εργασίας, μετά από μια περίοδο έκλειψής της, και η απομαζικοποίηση του προλεταριάτου στον μεταφορντισμό.</p>
<p><strong>II.2</strong><strong> Οι συνθήκες για τον κομμουνισμό στην αυγή του 21ου αιώνα</strong></p>
<p><strong>II.2.1: Η αντι-εργασία επέστρεψε</strong></p>
<p>Στις δεκαετίες 1960-70 η αντίδραση των εργατών στις συνθήκες εργασίας του Φορντισμού ξεπέρασε τα μισθολογικά αιτήματα τα οποία ως τότε είχαν ως στόχο την αντιστάθμιση των ακραίων συνθηκών εργασίας. Οι μισθοί φυσικά ήταν αρκετά καλοί σε κάποιες περιπτώσεις (ειδικά στην αυτοκινητοβιομηχανία). Αυτό ήταν μέρος του  φορντιστικού (ταξικού) συμβιβασμού. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν που αμφισβητήθηκε από την εξέγερση των εργατών στην αλυσίδα παραγωγής. Πέρα από τα μισθολογικά αιτήματα που ελέγχονταν από τα συνδικάτα, και ενάντια σ&#8217; αυτά, οι εργάτες στις δεκαετίες του 1960 και 1970 άρχισαν να κάνουν σαμποτάζ, να απουσιάζουν από την εργασία τους, να πίνουν αλκοόλ και να παίρνουν ναρκωτικά, να σταματούν να δουλεύουν με την παραμικρή αφορμή ή χωρίς καμία αφορμή δημιουργώντας χάος στην παραγωγή. Όλες αυτές οι δράσεις ταξινομήθηκαν με τον όρο <em>αντι-εργασία</em> για να υπογραμμιστεί η έλλειψη ταύτισης των προλετάριων με τη δραστηριότητα τους στο εργοστάσιο, η έλλειψη σεβασμού στις μηχανές και η έλλειψη περηφάνιας για το γεγονός ότι είναι εργάτες. Αυτές οι εκφάνσεις της προλεταριακής εξέγερσης ενάντια στο κεφάλαιο ήταν που αποτέλεσαν τη βάση για τις μετέπειτα θεωρητικές εξελίξεις, από το τέλος της επιβεβαίωσης της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο ως «ξεπέρασμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέχρι τη σύγχρονη έννοια της κομμουνιστικοποίησης (αμεσότητα του κομμουνισμού, ταυτόχρονη κατάργηση και των δύο τάξεων, ξεπέρασμα της οικονομίας και της εργασίας).</p>
<p>Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 η εξέγερση των εργατών αλυσίδας παραγωγής ενάντια στην «φορντιστικού τύπου» εργασία προκάλεσε μια σοβαρή κρίση αξιοποίησης. Ενώ τα αφεντικά αντέδρασαν αυτοματοποιώντας, απολύοντας και μεταφέροντας τις εγκαταστάσεις αλλού, οι σχολιαστές που είχαν στην υπηρεσία τους ξόρκιζαν την ανασύνθεση της εργασίας. Στην πραγματικότητα όσο αφορά την εργασιακή διαδικασία, το αποτέλεσμα της κρίσης αυτής της περιόδου, ο μεταφορντισμός, λίγο διέφερε από τον Φορντισμό, μολονότι ήταν πιο άγριος, πιο αποκεντρωμένος και πάνω από όλα το τέλος του συμβιβασμού που ήταν αρχικά απαραίτητος για την παγκόσμια εξάπλωση αυτού του τρόπου εκμετάλλευσης της εργασίας. Στις ανεπτυγμένες χώρες η εργασία δεν ανασυντέθηκε αλλά το σύστημα των αυτοδιαχειριζόμενων ομάδων εργασίας, η αυτοματοποίηση συγκεκριμένων παραγωγικών λειτουργιών, η απλή και καθαρή καταστολή με την απειλή των απολύσεων και η αναδιάρθρωση έκανε την εργοστασιακή εργασία και – αυτό ήταν κάτι καινούργιο – την εργασία στο γραφείο ακόμη πιο καταστροφική. Οι δεκαετίες του 1980 και 1990 σημαδεύτηκαν από τη νίκη των αφεντικών.</p>
<p>Όλα αυτά θέτουν άμεσα το ζήτημα: Τι θα συμβεί όταν ξεσπάσει η εξέγερση στα σημερινά εργοστάσια στα οποία οι συνθήκες έχουν χειροτερέψει κατά πολύ; Θέτω την ερώτηση σε μελλοντικό χρόνο γιατί παρά το ότι δεν έχουμε δει ακόμη σημαντικές εξεγέρσεις στα βιομηχανικά κέντρα υπάρχουν ήδη οι σχετικές ενδείξεις. Μετά από μια περίοδο σιωπής η αντι-εργασία έχει επιστρέψει.</p>
<p>Μια ένδειξη ριζοσπαστικοποίησης του ταξικού πολέμου είναι ότι η σπατάλη χρόνου από τους εργάτες έχει επανεμφανισθεί και αποτελεί προσφιλές ζήτημα για τους ειδικούς του management. Μόνο που ο όρος που χρησιμοποιείται σήμερα είναι «downtime» (απραξία, χαμένες εργατοώρες). «Το downtime επηρεάζει (&#8230;) όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων. Οι χαμένες εργατοώρες μπορεί να πηγάζουν από (…) την συμπεριφορά συγκεκριμένων εργαζομένων. Το ζήτημα γι&#8217;αυτούς είναι να εκδικηθούν για τις άσχημες συνθήκες εργασίας ή τους χαμηλούς μισθούς (5).</p>
<p>Αυτά τα σοφά λόγια ακολουθούν μια μεγάλης διάρκειας επίθεση των αφεντικών με την οποία πήραν πίσω όλο το “νεκρό χρόνο” της εργάσιμης ημέρας, όπως με το νόμο για το 35ωρο στη Γαλλία. Παρά – ή εξαιτίας – της ουσιαστικής αύξησης της παραγωγικότητας  φαίνεται ότι η καταπολέμηση της σπατάλης αποτελεί ακόμη και σήμερα έναν από τους στόχους των καπιταλιστών.</p>
<p>Μια άλλη πτυχή της σύγχρονης ταξικής πάλης στις ανεπτυγμένες χώρες μου φαίνεται εξίσου σημαντική: όταν οι εργάτες αγωνίζονται ενάντια στις απολύσεις – ολοένα και περισσότερο βίαια – ξεκινούν τον αγώνα, όχι από την υπεράσπιση της εργασίας τους, αλλά κατευθείαν από τη διαπραγμάτευση των όρων του σχεδίου της αναδιάρθρωσης. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν δείχνει ότι είναι ικανοποιημένοι με την απώλεια της εργασίας τους και ότι θεωρούν ότι μπορούν να ζήσουν άνετα με τα επιδόματα ανεργίας. Μάλλον δείχνει ότι είναι ρεαλιστές σχετικά με το ζήτημα της εργασίας. Η αναγκαιότητα ξεπεράσματος του συστήματος του μισθού (αν όχι της ίδιας της εργασίας) είναι λοιπόν μια υλική πτυχή μιας ολοένα και πιο διαδεδομένης πρακτικής της Δυτικής εργατικής τάξης. Δεν επιζητούν πλέον από το αφεντικό να σώσει την επιχείρηση του αλλά η αποζημίωση να είναι το δυνατόν μεγαλύτερη ώστε να μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους <em>ακόμη και χωρίς την εναλλακτική της μισθωτής εργασίας</em>.</p>
<p>Ο μεταφορντισμός ίσως δεν είναι ο σωστός όρος για τις αναπτυσσόμενες χώρες, τουλάχιστον όσο αφορά την εργασιακή διαδικασία. Σε 30 μόλις χρόνια, η Κίνα, το “παγκόσμιο εργοστάσιο”, συγκέντρωσε δεκάδες εκατομμυρίων υπερεκμεταλλευόμενων προλετάριων σε εργοστάσια τα οποία δεν βρίσκονται στην αιχμή της παγκόσμιας προόδου. Η εξέγερση των εργατών πήρε τη μορφή της “αντι-εργασίας” αντίστοιχη με αυτήν που είχε στη Δύση στα χρόνια του 1960-70. Αναφερόμενο σε ένα κύμα απεργιών σε εργοστάσια της Ιαπωνίας το καλοκαίρι του 2005 ένα περιοδικό  που απευθύνεται σε επιχειρηματίες των πολυεθνικών που λειτουργούν στην Ασία ανησυχούσε:</p>
<p>“Παρά το γεγονός ότι οι εργάτες προφανώς δεν έχουν αρχηγούς, αναπτύσσουν μια ακέφαλη οργανωτική στρατηγική. Επειδή οι εργάτες έχουν σε μεγάλο βαθμό κοινά συμφέροντα και μια αίσθηση ότι υποφέρουν τα ίδια δεινά, αντιδρούν με το παραμικρό έναυσμα. Οι εργάτες εξηγούν ότι όταν είναι δυσαρεστημένοι αρκεί μια χούφτα από αυτούς να σηκωθεί και να φωνάξει “Απεργία!” για να σταματήσει ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής ζητωκραυγάζωντας. (6)</p>
<p>Κάτι που θυμίζει με νοσταλγία σχεδόν την άγρια ατμόσφαιρα στα ιταλικά εργοστάσια  το 1969. Εκτός από το ότι τώρα η κατάσταση είναι χωρίς καμία αμφιβολία πιο σοβαρή. Οι δολοφονίες των αφεντικών ή οι λιγότερο ακραίες ενέργειες όπως οι καταστροφές των εργοστασίων συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που θυμίζουν συγκεκριμένα στοιχεία της αντιεργασίας του 1960-70 αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό: Έλλειψη πειθαρχίας, καταστροφική μανία, λίγα ή καθόλου αιτήματα, αδιαφορία για τις συνέπειες που θα έχουν οι ενέργειες στο εργοστάσιο, ή στα μηχανήματα ή στις δουλειές. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ιδιαίτερα έντονα στους αγώνες στο Μπαγκλαντές.</p>
<p><strong>Οι εργάτες υφαντουργίας στο Μπαγκλαντές.</strong></p>
<p>Αυτή η υπο-βιομηχανοποιημένη χώρα είχε την εμπειρία μιας ταχύτατης ανάπτυξης της υφαντουργικής βιομηχανίας από το 1970. Σήμερα υπάρχουν 4000 επιχειρήσεις, από 8 που υπήρχαν το 1977, στις οποίες εργάζονται περί τα 2 εκατομύρια, κυρίως νεαρές εργάτριες. Η επέκταση της βιομηχανίας παραγωγής υφασμάτων αποτελεί μέρος της παγκόσμιας τάσης των δυτικών και ιαπωνικών εταιρειών να μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις τους σε χώρες στις οποίες το εργατικό κόστος είναι χαμηλότερο. Το Μπαγκλαντές εξάγει το 80% των υφασμάτων που παράγονται στη χώρα.</p>
<p>Το Μάιο του 2006, η βίαιη καταστολή των εργατών που διαμαρτύρονταν για τις περικοπές στους μισθούς πυροδότησε μια σειρά άγριων κινητοποίησεων οι οποίες επεκτάθηκαν και σε άλλες επιχειρήσεις από αυτήν που ξεκίνησε το κίνημα. Στο ζενίθ του βίαιου κύματος στις 22 Μαίου το κίνημα επεκτάθηκε σε πολλά εργοστάσια δύο εκ των οποίων πυρπολήθηκαν και εκατοντάδες λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Ολόκληρος ο πληθυσμός και όχι μόνο οι εργάτριες πήρε μέρος στα γεγονότα. Στις πιο βίαιες μάχες οι γυναίκες προφανώς άφησαν τους άντρες να βγουν μπροστά. Την επόμενη ημέρα η εξέγερση επεκτάθηκε μέχρι την πρωτεύουσα Ντάκα.  Οι λεηλασίες και οι καταστροφές έφτασαν μέχρι το κέντρο της πόλης. Σ&#8217;αυτό το σημείο σύμφωνα με το κείμενο του Εchanges (7), εμφανίστηκαν τα αιτήματα.</p>
<p>Μια συμφωνία υπογράφηκε τελικά ανάμεσα στα αφεντικά και την Ομοσπονδία Εργατών Υφάσματος. Αναθεωρήθηκε πολλές φορές αλλά εφαρμόστηκε ελάχιστες. Έτσι το κίνημα ξαναξεκίνησε το φθινόπωρο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ένα κίνημα που ηττήθηκε με την εύθραυστη συλλογική σύμβαση που υπογράφηκε, βρήκε τη δύναμη να επανέλθει μερικούς μήνες αργότερα με την ίδια μανία και βιαιότητα.  Όπως και την άνοιξη το κίνημα διαδόθηκε με μεγάλη ταχύτητα και κέρδισε έδαφος με τις λεηλασίες και τις καταστροφές εργοστασίων. Αυτή είναι η πιο εντυπωσιακή πτυχή του: Οι εργάτες στον αγώνα τους να διατηρήσουν το μισθό τους και τις συνθήκες εργασίας τους καταστρέφουν τα εργοστάσια μέσα στα οποία εργάζονται παρά το γεγονός ότι οι δουλειές σε αυτά είναι σπάνιες και θεωρούνται ελκυστικές. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους σε αυτά τα εργοστάσια προέρχονται από τις παρακείμενες παραγκουπόλεις.</p>
<p>Το κίνημα επανήλθε στο τέλος του 2007 και στις αρχές του 2008. Όπως και το 2006 δε χρειάστηκε και πολύ για να γενικευθεί το κίνημα και να πυρποληθούν αυτοκίνητα  στις μπλοκαρισμένες λεωφόρους.  Στις 5 Ιανουαρίου του 2008, 1500 εργάτες του εργοστασίου Paina εμφανίστηκαν εκεί για να διεκδικήσουν την εργασία τους αφού τους είχε επιβληθεί lock-out, καθώς τα αφεντικά θεώρησαν σκόπιμο να κλείσουν το εργοστάσιο όταν ξεκίνησαν οι κινητοποιήσεις. Οι εργάτες εμφανίστηκαν στην πραγματικότητα για να πληρωθούν αυτά που τους όφειλε το αφεντικό τους και όχι για να εργαστούν. Το αφεντικό ήθελε να τους δώσει τα μισά από τα συμφωνημένα οπότε οι εργάτες εισέβαλαν στο εργοστάσιο και έσπασαν ότι βρήκαν μπροστά τους.</p>
<p>Το κίνημα συνεχίστηκε τους επόμενους μήνες. Παραθέτουμε μόνο τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα: 400 εργάτριες που απολύθηκαν ξαφνικά χωρίς καμία προειδοποίηση και αποζημίωση επιτέθηκαν στο πιο κοντινό αστυνομικό τμήμα. Η αστυνομία πυροβόλησε τις εργάτριες και το αλληλέγγυο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρισε πίσω στο εργοστάσιο, το λεηλάτησε και το πυρπόλησε.</p>
<p>Πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2009, το κίνημα ξέσπασε ξανά στα προάστια της Ντάκα. Απεργοί από πολλά εργοστάσια υφάσματος έμαθαν ότι τα εργοστάσια που ανήκουν στο Ha Meem Group ήταν ακόμη σε λειτουργία. Οι εργάτες αυτών των εργοστασίων δε συμμετείχαν στην απεργία καθώς η κατάσταση τους είναι καλύτερη, πρόκειται για εργάτες που παράγουν απευθείας για τον ιδιοκτήτη και όχι για υπεργολάβους. Περίπου 50 χιλιάδες εργάτες (και μη) κινήθηκαν προς τα εργοστάσια. Η αστυνομία αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Στο δρόμο τους οι εργάτες λεηλάτησαν και πυρπόλησαν περί τα 50 εργοστάσια. Την ίδια στιγμή μικρές ομάδες βγήκαν από το πλήθος και μεθοδικά επιτέθηκαν ειδικά στα εργοστάσια στα οποία δούλευαν απεργοσπάστες.  Άλλες ομάδες μπλόκαραν τις παρακείμενες λεωφόρους ώστε να εμποδίσουν την πρόσβαση στα πυροσβεστικά οχήματα και τα κατάφεραν για 5 ώρες. Το επεισόδιο αυτό περιλαμβάνει δύο στενά συνυφασμένες όψεις: Η επίθεση στα εργοστάσια γενικά και η επίθεση στα εργοστάσια στα οποία υπήρχαν απεργοσπάστες.  Δηλαδή ήταν ταυτόχρονα μια επίθεση ενάντια στο κεφάλαιο και ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών. Η ταυτόχρονη ύπαρξη σύγκρουσης μεταξύ εργατών και κεφαλαίου και μεταξύ των ίδιων των εργατών αντικατοπτρίζει τον προαναφερθέντα κατακερματισμό του προλεταριάτου, εδώ στη μορφή της υπεργολαβίας. Δεν υπάρχει λόγος να λυπάται κανείς γι&#8217; αυτό. Αυτός είναι ο τρόπος υλοποίησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης τις τελευταίες δεκαετίες.</p>
<p>Επιμένουμε σ&#8217;αυτήν την ιδιαίτερα παράδοξη φύση αυτών των κινημάτων τα οποία <em>υπερασπίζονται</em> τη μισθωτή συνθήκη την ώρα που <em>καταστρέφουν</em> τα μέσα παραγωγής. Το προλεταριάτο αναπτύσσει ριζοσπαστική δραστηριότητα κρίσης, καταλαμβάνει τα μέσα παραγωγής και μπουκάρει στα εργοστάσια – αλλά για να τα καταστρέψει. Είδαμε ότι αυτές οι καταστροφές δεν ήταν παράπλευρες απώλειες που προκλήθηκαν από παραδοσιακές αλλά λίγο πιο βίαιες από το συνηθισμένο διαδηλώσεις. Από αυτά που γνωρίζω για την Κίνα και το Μπαγκλαντές η καταστροφή δεν είναι αποτέλεσμα κακοτυχίας. Είναι μέρος του θεμελιώδους περιεχομένου αυτών των αγώνων. Η περίπτωση του Μπαγκλαντές θα μπορούσε να αποτελεί για την εποχή μας ότι οι εξεγέρσεις στα αμερικανικά γκέτο τη δεκαετία του 60. Με μια βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο καταστάσεις: Τώρα, το μέρος του παραγωγικού προλεταριάτου που βρίσκεται σε ένα παγκόσμιο κέντρο άντλησης σχετικής υπεραξίας είναι άμεσα αναμεμειγμένο σε ένα κίνημα που αφήνει τους πολιτικούς και τον κόσμο άφωνους.</p>
<p><strong>Μέσα μαζικής μεταφοράς</strong></p>
<p>Αν οι καταστροφές των εργοστασίων δείχνουν ότι οι προλετάριοι δεν επιβεβαιώνουν τους εαυτούς τους ως εργάτες στη δραστηριότητα κρίσης, πιστεύω ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις καταστροφές των μέσων μαζικής μεταφοράς. Από όσο γνωρίζω πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο. Οι νέοι εξεγερμένοι στην Ελλάδα κατέστρεψαν σταθμούς του μετρό. Στην Αργεντινή επίσης ορισμένοι σταθμοί αποτέλεσαν θέατρα συγκρούσεων και ταραχών που διέκοψαν τη λειτουργία των τραίνων. Ακόμη και στη Γαλλία που τα τραίνα έχουν καλή φήμη, η ένταση είναι αισθητή στα μέσα μεταφοράς του Παρισιού. Τα βαγόνια μεταφοράς κρέατος της γραμμής Troyes που μεταφέρουν τους εργάτες στο Παρίσι έχουν αναγκαστεί να περάσουν μέσα από διπλές γραμμές CRS (γαλλικά ΜΑΤ) χωρίς να σταματούν στις στάσεις. Στη γραμμή αυτή που είναι πασίγνωστη για τις καθυστερήσεις όταν ένα δρομολόγιο ματαιώνεται και το επόμενο προγραμματίζεται να μη σταματάει σε κάποιο σταθμό, οι επιβάτες επικοινωνούν μεταξύ τους για να μάθουν τι συμβαίνει και κάνουν ο ένας τη χάρη στον άλλον να πατήσουν το συναγερμό ώστε το τραίνο να αναγκαστεί να σταματήσει. Και αυτό δημιουργεί πραγματικό χάος! (8)</p>
<p>Η επιδεινούμενη ποιότητα των μέσων μαζικής μεταφοράς δεν είναι αποτέλεσμα της παρούσας κρίσης. Οι επιθέσεις και οι καταστροφές των μέσων μεταφοράς θα είναι κατά την άποψη μου μέρος της δραστηριότητας κρίσης του προλεταριάτου στις επόμενες εξεγέρσεις. Απλώς και μόνο επειδή ο χρόνος που ξοδεύεται στα μέσα μεταφοράς είναι απλήρωτος χρόνος εργασίας και επειδή δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο τα μέσα μαζικής μεταφοράς, η σύνδεση, δηλαδή, των προαστίων με τα εργοστάσια και τα γραφεία να μείνουν ανέπαφα, όταν αυτό δε συμβαίνει με τα ίδια τα προάστια και τα γραφεία ή τα εργοστάσια. Εντέλει αυτό [οι καταστροφές στα ΜΜΜ, Σ.τ.Μ.] θα συμβεί γιατί το να στοιβάζονται στα τραίνα αποτελεί μια ταπείνωση που οι προλετάριοι είναι υποχρεωμένοι να ανέχονται δύο φορές την ημέρα. Με την αμφισβήτηση της μεταφοράς από τη δουλειά στο σπίτι οι προλετάριοι επιτίθενται στη θεμελιώδη διαίρεση της δραστηριότητας. Και πράγματι το ξεπέρασμα του διαχωρισμού ανάμεσα στην εργασία και τη σχόλη, ανάμεσα στην κοινωνική και την ιδιωτική ζωή, ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση είναι μια θεμελιώδης στιγμή της κομμουνιστικής επανάστασης.</p>
<p>Καθώς το επίπεδο διαβίωσης φθίνει και οι συνθήκες εργασίας επιδεινώνονται, οι αγώνες του προλεταριάτου εκφράζουν τη μεγαλειώδη επιστροφή της αντι-εργασίας. Σε κάθε μια από τις εμφανίσεις της αντι-εργασίας, το προλεταριάτο λέει πως όταν συγκρούεται με το κεφάλαιο σκοπός του δεν είναι να αποκαταστήσει το φορντιστικό συμβιβασμό αλλά κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο απουσιάζει εντελώς από το τοπίο, δεν υπάρχει στην κοινωνία. Δεν μπορούμε να οργανωθούμε γύρω από το έμβρυο μιας μελλοντικής κοινωνίας το οποίο θα αναπτύξουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρατηρήσουμε ότι οι πιο μαχητικοί αγώνες είναι εκείνοι που παίρνουν τη μία ή την άλλη μορφή (ή πολλές μορφές) της αντι-εργασίας. Μπορεί να συναχθεί πως όταν το προλεταριάτο εξεγείρεται μαζικά στα πιο σημαντικά καπιταλιστικά αστικά κέντρα δεν ακολουθεί ένα προλεταριακό προγραμματικό μοντέλο οποιασδήποτε εκδοχής.  Σε κάθε περίπτωση οι πιο προωθημένες ενέργειες της εξέγερσης δε θα είναι οι καταλήψεις των εργοστασίων, δε θα είναι η δημιουργία εργατικών συμβουλίων τα οποία θα διαχειριστούν τα εργοστάσια ή πτυχές της προλεταριακής αναπαραγωγής (συμβούλια γειτονιάς κτλ.). Το πιο προωθημένο κομμάτι του προλεταριάτου δε θα επιβάλλει την εργασία σε ολόκληρη την κοινωνία, θα είναι αντίθετο σε κάθε προσπάθεια σχεδιασμού, σε κάθε επιστροφή στην εργατική οργάνωση ως βάση της κοινωνίας. Και όλα αυτά γιατί αυτή την ιστορική στιγμή αυτό που λένε οι προλετάριοι σε όποιον έχει τη διάθεση να δει και να καταλάβει είναι ότι είναι εργάτες μόνο υπό περιορισμό χωρίς τιμή και χωρίς μέλλον και ακόμη και η εργασία τους είναι άμεσα καταστροφική για την ύπαρξη τους.</p>
<p><strong>ΙΙ.2.2. Απομαζικοποίηση του προλεταριάτου</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όπως έχουμε δει στη δραστηριότητα κρίσης υπάρχει η εγγενής τάση να εξατομικεύονται οι προλετάριοι θέτοντας προσωρινά σε αμφισβήτηση την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο.  Κατά τη διάρκεια των 30 προηγούμενων ετών η κατάτμηση του προλεταριάτου οδήγησε σε μια προφανή απομαζικοποίηση της τάξης και δεν υπάρχει λόγος να ζητά κανείς την τυπική επανένωση της εκτός κι αν έχει σχέδια να μπει στην πολιτική.</p>
<p>Η επίδραση της απομαζικοποίησης στους αγώνες είναι αναγνωρίσιμη σε αρκετά επίπεδα. (Είδαμε ήδη μια έκφραση της στο Μπαγκλαντές). Για παράδειγμα τα κόμματα και τα συνδικάτα ελάχιστα έχουν να κάνουν με το ξέσπασμα και την κλιμάκωση των περισσότερων σημαντικών συγκρούσεων. Στη Δύση οι προλετάριοι αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία προκειμένου να προστατευθούν από τις πιο οδυνηρές συνέπειες της κρίσης. Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες συνήθως δεν αναλαμβάνουν καμία πρωτοβουλία. Και συνήθως η παρουσία των συνδικαλιστών δεν  μπορεί να ακυρώσει τη λογική ανάπτυξη του προλεταριακού κινήματος το οποίο καθώς γίνεται ολοένα και πιο ριζοσπαστικό εξαρτάται όλο και περισσότερο από <em>τοπικές πρωτοβουλίες</em> παρά από <em>εθνικά συνθήματα</em>. Τέτοιες τοπικές πρωτοβουλίες (είτε ενός συνδικάτου είτε όχι)  είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι μεγάλες οργανώσεις δεν έχουν πλέον επαφή με την πραγματικότητα της ταξικής σχέσης. Επίσης η ύπαρξη τους δείχνει πως οι εργάτες έχουν ξεπεράσει σε κάποιο βαθμό την παθητικότητα που χαρακτήριζε τη φάση της φορντιστικής ευμάρειας. Βέβαια δεν αποτελούν, ως τέτοιες, εξεγερτικές καταστάσεις.</p>
<p><strong>Ελλάδα, Δεκέμβρης 2008</strong></p>
<p>Καθ’ όλη την ιστορία του προλεταριάτου, η εξέγερση αποτελεί μια έντονη φάση εξατομίκευσης και με το πέρασμα του χρόνου αυτό το χαρακτηριστικό έχει γίνει περισσότερο σαφές. (Άλλοι παράγοντες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο όπως το βάθος της κρίσης). Οι ταραχές στην Ελλάδα το Δεκέμβρη του 2008 ήταν πιθανόν ένα οριακό σημείο σ&#8217; αυτή τη διαδικασία. Χωρίς να δώσω μια λεπτομερή αναφορά των γεγονότων και παρότι έχω πλήρη επίγνωση των προβλημάτων που τίθενται από την απουσία της “παραδοσιακής” εργατικής τάξης θα ήθελα να τονίσω ορισμένα σημεία.</p>
<p>Ο ρόλος των κινητών και του internet στη διάδοση των ταραχών από το πρώτο κιόλας βράδυ υπογραμμίζεται συχνά από τους σχολιαστές. Βέβαια γνωρίζουν ότι αυτά τα μέσα επικοινωνίας κυρίως πλημμυρίζουν τον κόσμο με κουτσομπολιό, άγνοια και προκατάληψη. Χρειάζεται κάτι περισσότερο από την επικοινωνία αυτού του είδους για να προωθηθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ υποκειμένων και να ξεκινήσουν ταραχές. Με λίγα λόγια, παρόλη την άνεση της επικοινωνίας δεν υπάρχει λιγότερη μανία και ατομική τόλμη στο γεγονός ότι τα άτομα που τη μία στιγμή αποτελούσαν μια ομάδα νεαρών που συνέκριναν τα κινητά τους την επόμενη έγιναν κομάντο που πετούσαν μολότοφ. Γιατί αυτό είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό του ελληνικού κινήματος: αναπτύχθηκε σαν μια χαλαρή συσσώρευση <em>μικρών</em> ομάδων οι οποίες δρούσαν <em>τοπικά</em> και <em>ανεξάρτητα</em> χωρίς να νοιάζονται αν “οι μάζες” ακολουθούσαν. Δεν επιχειρηματολογώ υπέρ της πρωτοποριακής δράσης η οποία θα κάνει τις μάζες να συνειδητοποιήσουν την ιστορική τους ευθύνη. Ούτε και οι νεαροί εξεγερμένοι στην Ελλάδα έκαναν κάτι τέτοιο. Δεν ήταν πολιτικοί και οι πράξεις τους σε ορισμένες περιπτώσεις τρόμαξαν ακόμη και τους αναρχικούς.</p>
<p>Οι πηγές που χρησιμοποίησα (κυρίως τα Παιδιά της Γαλαρίας και το Βlaumachen) δεν ανέλυσαν λεπτομερώς τις διαδηλώσεις. Ωστόσο δεν υπήρξαν μεγάλες διαδηλώσεις. Το μεγαλύτερο νούμερο ήταν 20.000 διαδηλωτές. Αυτή η διαδήλωση έλαβε χώρα στην Αθήνα τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου. Στη διαδήλωση καλούσε η κατάληψη της Νομικής σχολής, δηλαδή, οι αριστεριστές. Σύμφωνα με τα ΠτΓ η διαδήλωση προχωρούσε αργά  με 1500 νέους να μπαινοβγαίνουν απ&#8217; αυτήν καταστρέφοντας και λεηλατώντας. Την ίδια στιγμή περισσότερες λεηλασίες και επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα συνέβαιναν σε άλλα σημεία της πόλης αλλά αυτή τη φορά χωρίς “μεγάλη” διαδήλωση. Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις τεράστιες πορείες που σκόπευαν να δείξουν στον Ζιπέ ότι ήταν δύο εκατομμύρια.  Γενικά οι αναφορές ή τα χρονολόγια που δημοσιεύτηκαν από Έλληνες συντρόφους αναφέρονται συνεχώς σε διαδηλώσεις των 200-300 ατόμων στα προάστια, σκοπός των οποίων ήταν τις περισσότερες φορές να επιτεθούν στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Η σημασία αυτών των συστηματικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε νέους και στην αστυνομία είναι υπό συζήτηση (αποτελεί τον καλύτερο στόχο η αστυνομία;). Αλλά δεν αρνείται κανείς την προχωρημένη απομαζικοποίηση ενός εξεγερτικού κινήματος το οποίο κυρίως λόγω αυτής της διασποράς (αλλά και της αξιοσημείωτης απουσίας αιτημάτων) έσπειρε το φόβο σε πολλές κυβερνήσεις.</p>
<p>Πιστεύω ότι αυτή η τάση πρόκειται να αναπτυχθεί περαιτέρω στις επόμενες φάσεις της παγκόσμιας δραστηριότητας κρίσης του προλεταριάτου και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα από τα σημεία κλειδιά για την επιτυχία της κομμουνιστικής επανάστασης. Οι ταραχές του 2008 στην Ελλάδα σίγουρα δίνουν μια ιδέα του πως θα μπορούσε να είναι μια βαθύτερη εξεγερτική φάση: πολλαπλές εστίες αγώνα, χωρίς τον έλεγχο κανενός κέντρου, το προλεταριάτο θα αγωνιστεί ενάντια στις πιο σαφείς και συγκεκριμένες μορφές της εκμετάλλευσης και της υποταγής. Η αρχική ιδιαιτερότητα ή ακόμη και τοπικισμός αυτών των αντιπαραθέσεων θα αποτελούν την καλύτερη εγγύηση ενάντια σε κάθε προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης. Ακόμη όταν η αντιπαράθεση με το κεφάλαιο και το κράτος γίνεται σ&#8217;αυτό το επίπεδο όσο περισσότερο προχωράει ο αγώνας τόσο περισσότερο θα αποτελεί έναν ιό ο οποίος θα εξαρθρώνει το κράτος και θα είναι πολύ πιο ισχυρός από μια επίθεση στην κορυφή του κρατικού μηχανισμού.</p>
<p><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p>Από τα παραπάνω βλέπουμε ότι η αντι-εργασία έχει επιστρέψει αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Η καταστροφή του φορντιστικού συμβιβασμού τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε σε πολύ σημαντικές αλλαγές στις συνθήκες και στο περιεχόμενο του προλεταριακού αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο. Για παράδειγμα η ελαστικοποίηση της εργασίας σάρωσε τα φορντιστικά εργοστάσια μέσω των εξωτερικών εργολαβιών και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το φαινόμενο αυτό συχνά οικτίρεται ως παράγοντας ταξικής διαίρεσης. Αυτό είναι αλήθεια και είναι ενάντια στο προλεταριάτο και στον καθημερινό διεκδικητικό αγώνα του. Αλλά χρειάζεται να πάμε πιο πέρα. Με την ανάδυση ενός πιο δυνατού κινήματος, χωρίς αιτήματα, για παράδειγμα, θα δούμε την ταύτιση [των εργατών] με τον χώρο εργασίας τους να εξαφανίζεται και τον εχθρό να εμφανίζεται ολοένα και πιο καθαρά ως κεφάλαιο <em>γενικά, </em>ακόμη και σε κάθε μικρό μαγαζί. Επιπλέον η διαίρεση της τάξης από το κεφάλαιο τα τελευταία τριάντα χρόνια θα γυρίσει μπούμερανγκ στο κεφάλαιο όταν η απομαζικοποίηση του προλεταριάτου αποκεντρώσει τη δραστηριότητα κρίσης του προλεταριάτου σε μια πολλαπλότητα πυρήνων στους οποίους η πολιτική δε θα μπορεί να επέμβει (π.χ. Ελλάδα).</p>
<p>Γενικά μιλώντας η αλλαγή της ταξικής σχέσης τα τελευταία τριάντα χρόνια πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο του μανιώδους αγώνα του κεφαλαίου ενάντια στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Η ραγδαία μεταφορά κεφαλαίου στον χρηματοπιστωτικό κλάδο είναι μια πτυχή αυτού του γεγονότος. Οι εξωτερικές εργολαβίες είναι μια ακόμη. Πρόκειται για μια ολόκληρη σειρά επιθέσεων για να μειωθεί η αξία μιας ήδη σημαντικά απαξιωμένης εργατικής δύναμης. Αυτή η κίνηση δεν πηγάζει από την ιδιοτροπία ή την απληστία των καπιταλιστών. Είναι η συνθήκη αναπαραγωγής της κοινωνικής σχέσης, δηλαδή της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο <em>και το προλεταριάτο</em>. Το περιεχόμενο τουλάχιστον ορισμένων από τους αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση δείχνει ότι η έξοδος από την κρίση δεν βρίσκεται σε μια καλύτερη ισορροπία της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα «μοιράσματος του οφέλους της παραγωγικότητας». Υπογείως οι αγώνες αυτοί υποδηλώνουν την αναγκαιότητα απαλλαγής και από τις δύο τάξεις ταυτόχρονα. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 το ζήτημα αυτό τέθηκε σε μικρότερο βαθμό στους αγώνες των εργατών αλυσίδας παραγωγής της φορντιστικής βιομηχανίας. Σήμερα ολόκληρη η εργατική δύναμη βιώνει μια συγκρίσιμη διαδικασία (μια έκφανση αυτής της κατάστασης είναι οι αλλαγές στην εργασία στο γραφείο). Και αυτό είναι αλήθεια για όλες τις πτυχές της ζωής του προλεταριάτου, όχι μόνο για το στοιχείο «εργασία» της προλεταριακής αναπαραγωγής, αλλά επίσης, μέσω της επίθεσης στην αξία της εργατικής δύναμης (τα όρια της σχετικής υπεραξίας οδηγούν στη μείωση των μέσων διαβίωσης), για κάθε πτυχή της ζωής (στέγαση, μεταφορές, σχολεία, ανεργία κτλ.). Κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό που θεωρείτο αντι-εργασία στους προλεταριακούς αγώνες στη συνέχεια θα γίνει <em>αντι-προλεταριάτο</em>. Εκτός και αν κάποιος φαντάζεται μια επιστροφή στις προηγούμενες συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, οι σύγχρονοι αγώνες όπως και η ανάλυση των τρόπων της εκμετάλλευσης σήμερα, δείχνουν προς τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα της κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p><strong>ΙΙΙ &#8211; Κομμουνιστικοποίηση</strong></p>
<p><strong>ΙΙΙ.1 – Η κομμουνιστικοποίηση και η μεταβατική κοινωνία</strong></p>
<p>Μια από τις σημαντικές θέσεις της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης είναι η άρνηση της έννοιας της μεταβατικής κοινωνίας. Αλλά ας μη συγχέουμε την αμεσότητα με την στιγμιαία μετάβαση. Όταν μιλάμε για «αμεσότητα», δεν πρέπει να συγχέουμε το αδιαμεσολάβητο με το ακαριαίο. Ως αμεσότητα του κομμουνισμού αντιλαμβανόμαστε το γεγονός ότι η προλεταριακή επανάσταση δεν έχει πλέον ως στόχο τη δημιουργία μιας μεταβατικής κοινωνίας, αλλά απευθείας τον κομμουνισμό. Κατά συνέπεια: δεν τίθεται πλέον ζήτημα κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, ούτε συμμαχίας με άλλα κοινωνικά στρώματα, ούτε μιας εξελικτικής πραγματοποίησης της μετάβασης (μαρασμός του κράτους κλπ). Η κομμουνιστική επανάσταση παρ&#8217; όλα αυτά έχει μια διάρκεια, μια ιστορία, φάσεις ανάπτυξης και οπισθοχώρησης κτλ.</p>
<p>Η έννοια της αμεσότητας του κομμουνισμού δεν προκύπτει από το πουθενά. Εμφανίστηκε μαζί με την κρίση στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στη βάση της πολιτικής ανικανότητας της αριστεράς και των αριστεριστών να κατανοήσουν τις πιο προωθημένες μορφές της ταξικής πάλης ειδικά αυτές που ομαδοποιώ με τον όρο  αντι-εργασία. Αλλά ούτε η κομμουνιστική επανάσταση ούτε ο κομμουνισμός καταργούν την ιστορία. Και γι&#8217; αυτό ακριβώς επινοήθηκε ο όρος κομμουνιστικο<em>ποίηση</em>: Για να δείξει ότι η κατάργηση των τάξεων και το ξεπέρασμα της οικονομίας είναι μια διαδικασία, με μια σειρά από “πριν” και “μετά” και με πέρασμα του χρόνου. Αλλά αυτές οι διαδοχικές φάσεις δε συνίστανται στη δημιουργία μιας μεταβατικής κοινωνίας <em>ανάμεσα</em> στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Το νόημα της σοσιαλιστικής κοινωνίας που τοποθετεί σ&#8217; αυτή τη μετάβαση το προλεταριακό πρόγραμμα βρίσκεται στο ότι το προλεταριάτο βασίζει τη  δύναμη του στο Κράτος το οποίο αναλαμβάνει να δημιουργήσει τις συνθήκες για τον κομμουνισμό (τελικά ενάντια στα ίδια του τα συμφέροντα!). Αναρωτιέται κανείς πως αυτό το παραμύθι μπορούσε να εξαπατά τους ανθρώπους για τόσο πολύ καιρό. Μήπως γιατί διασφάλιζε το ρόλο που θα είχαν οι πολιτικοί που το πουλούσαν στο προλεταριάτο μετά την επανάσταση;</p>
<p>Άρα η αμεσότητα του κομμουνισμού δεν είναι η ακύρωση του χρόνου που χρειάζεται αλλά το γεγονός ότι η επανάσταση δεν δημιουργεί τίποτα άλλο, μόνο τον κομμουνισμό. Κομμουνιστικοποίηση δε σημαίνει μια καινούργια μορφή ιδιοκτησίας που προηγείται της κατάργησης της ιδιοκτησίας, μια καινούργια μορφή διακυβέρνησης που προηγείται της κατάργησης κάθε μορφής εξουσίας, κτλ., αλλά σημαίνει την κατάργηση της ιδιοκτησίας, την καταστολή κάθε εξουσίας, κτλ., μέσω της δημιουργίας κοινωνικών μορφών που διασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι ζουν καλύτερα από ότι κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας κρίσης.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.2 &#8211; Το ζήτημα της χαριστικότητας</strong></p>
<p>Είναι προφανές ότι η λεηλασία, οι απαλλοτριώσεις των σουπερμάρκετ κτλ., θα αποτελέσουν μέρος της δραστηριότητας κρίσης των προλετάριων που θα κομμουνιστικοποιούν. Αλλά κατά τη γνώμη μου αυτό αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια πρώτη προσέγγιση στην κατάργηση της ιδιοκτησίας.  Στον ΚΤΠ, ακόμη περισσότερο από τις προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής η ιδιοκτησία αφορά λιγότερο το γεγονός της κατοχής (ενός σπιτιού, ενός αυτοκινήτου) από ότι το δικαίωμα πρόσβασης στη φύση καθώς αυτό μονοπωλείται από την καπιταλιστική τάξη. Συνεπώς, η ιδιοκτησία δεν είναι τόσο το δικαίωμα να απολαμβάνει κανείς τα υπάρχοντα του ιδιωτικά, όσο η δυνατότητα να εξαναγκάζει άλλους να δουλεύουν γι&#8217; αυτόν.  Με άλλα λόγια αν είμαι ιδιοκτήτης, είσαι επισφαλής. Με λίγα λόγια, η κατάργηση της ιδιοκτησίας δε συνίσταται απλά στην αναδιανομή των πάντων στους πάντες αλλά πάνω από όλα στη δημιουργία μιας κοινωνικής μορφής στην οποία ζητήματα όπως “τι θα φάμε;”, “που θα κοιμηθούμε;”, “τι θα γίνει με τα παιδιά;” δεν προκύπτουν καν.</p>
<p>Το κείμενο της TC “Communisation vs Socialisation (Koμμουνιστικοποίηση εναντίον Κοινωνικοποίησης)”<a href="#_ftn2">[2]</a> λέει ότι “η χαριστικότητα, η δραστική ριζική μη-λογιστικοδιαχειριστική καταγραφή οποιουδήποτε πράγματος είναι ο άξονας της επαναστατικής κοινότητας που χτίζεται”.</p>
<p>Η μη-λογιστικοποίηση είναι πράγματι ένα θεμελιώδες γεγονός της κομμουνιστικοποίησης. Είναι ο απόλυτος αντι-σχεδιασμός. Αλλά είναι αναγκαίο να καθορίσουμε αν μιλάμε για εμπορεύματα που είναι διαθέσιμα στις αποθήκες του κεφαλαίου ή για πράγματα που παράγονται στη διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>Στην πρώτη περίπτωση, φαίνεται προφανές ότι τα εμπορεύματα που λεηλατούνται ή απαλλοτριώνονται διανέμονται ελεύθερα. Είναι λιγότερο προφανές ότι δεν καταμετρώνται γιατί αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε ουτοπικές εικόνες απεριόριστων πλεονασμάτων, κάτι που δίνει σε κείνους που είναι ενάντια στην κομμουνιστικοποίηση μια καλή ευκαιρία να διαμαρτυρηθούν και να απαιτήσουν έστω λίγη κοινή λογική. Αυτή η οπτική γωνία πρέπει να υπερασπιστεί, πρέπει να επιμείνουμε: Αν οι προλετάριοι αρχίζουν να καταμετρούν τη λεία τους από τις λεηλασίες τους κατά τη δραστηριότητα κρίσης, απευθείας θέτουν ξανά σε λειτουργία μια οικονομία – μια οικονομία αξιών χρήσης, μια σχέση εξουσίας, επιτροπές (ποιος μετράει τι, ποιος αποθηκεύει τι, κτλ.), όλα αυτά πάνε ενάντια στην κομμουνιστικοποίηση. Μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η χαριστικότητα και η μη- λογιστική διαχείριση είναι δύο διαφορετικά πράγματα.</p>
<p>Στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο τα προϊόντα που παράγονται με κομμουνιστικό τρόπο πρέπει να θεωρηθούν δωρεάν. Το δώρο σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η παύση της λειτουργίας της αξίας και η κατάργηση της τιμής για κάποιο χρονικό διάστημα ή σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο/τόπο. Ο κομμουνισμός ικανοποιεί ανάγκες, οποιουδήποτε είδους με έναν τρόπο που δεν είναι ούτε δωρεάν ούτε επί πληρωμή. Ο απλούστερος τρόπος να γίνει κατανοητό είναι αν αντιληφθούμε το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα σύστημα αναγκών απέναντι σε ένα σύστημα παραγωγής διαχωρισμένα το ένα από το άλλο. Σήμερα, αν θέλω να φάω πρέπει να δουλέψω – κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την πείνα μου ή τι μου αρέσει να τρώω. Όταν δουλεύω δε μου δίνουν κάτι να φάω αλλά αντί γι&#8217;αυτό μου δίνουν χρήματα. Μετά τη δουλειά θα πάω να ξοδέψω τα χρήματα σε φαγητό. Φαίνεται ότι το   πρόβλημα με την έννοια του δώρου είναι ότι μας οδηγεί στη σφαίρα της διανομής. Ότι διατηρεί το διαχωρισμό ανάμεσα στην ανάγκη και τα μέσα ικανοποίησης της. Εκτός από το ότι δε χρειάζεται πληρωμή. Γι&#8217; αυτό το λόγο η έννοια  της μη-λογιστικής διαχείρισης είναι πιο θεμελιώδης από αυτή του δώρου, αν επιπλέον οριστεί καλύτερα η φύση της δραστηριότητας για την οποία δεν υπάρχει λογιστική διαχείριση.</p>
<p>Από τη στιγμή που οι προλετάριοι που κομμουνιστικοποιούν αρχίσουν να παράγουν, το ζήτημα δε θα είναι πια τόσο αυτό της χαριστικότητας, αλλά μάλλον αυτό του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της δραστηριότητας, όλων των δραστηριοτήτων. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε πώς η “επαναστατική κοινότητα” χτίζεται πάνω στις δραστηριότητες κομμουνιστικοποίησης οι οποίες είναι πιο ουσιαστικές από τη χαριστικότητα μόνη της.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.3 – Παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα</strong></p>
<p>Οι λέξεις που έχουμε στη διάθεση μας για να περιγράψουμε μια κοινωνία δεν έχουν προβλέψει ότι μια κοινωνία θα μπορούσε να είναι κομμουνιστική. Για να πάμε πέρα από τη θεματική της χαριστικότητας χρειαζόμαστε μια κατηγορία η οποία να μην είναι ούτε “παραγωγή” ούτε “κατανάλωση”. Η ενοποίηση της ζωής στον κομμουνισμό, το ξεπέρασμα όλων των διαχωρισμών, και η άμεση παραγωγή της κοινωνικοποίησης σε ατομικό επίπεδο, όλα θέτουν ζητήματα λεξιλογίου τα οποία θα μπορούσα να επιλύσω μόνο με την έκφραση παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα ή για να το θέσω διαφορετικά κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα (9).</p>
<p><strong>ΙΙΙ.3.1 – Ο αγώνας για την ενοποιητική δραστηριότητα</strong></p>
<p>Η κομμουνιστικοποίηση ξεκινάει μέσα στη δραστηριότητα κρίσης για να την ξεπεράσει. Η κομμουνιστικοποίηση δεν αντιστοιχεί σε κάποιο ιδανικό ή πολιτικό σύνθημα. Είναι η λύση στις δυσκολίες αναπαραγωγής που αντιμετωπίζει το προλεταριάτο στη δραστηριότητα κρίσης. Η δραστηριότητα κρίσης είναι ένας αγώνας για την επιβίωση ενάντια στο κεφάλαιο και τίποτα άλλο. Όταν οι προσπάθειες και τα αιτήματα του προλεταριάτου αποδεικνύονται αναποτελεσματικά για την οικονομική διάσωση του προλεταριάτου, η κομμουνιστικοποίηση κάνει το άλμα στην μη-οικονομία. Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: Η οικονομική κρίση βρίσκεται στο χειρότερο σημείο της, οι ανάγκες του προλεταριάτου είναι τεράστιες και η λύση είναι η άρνηση του παραγωγισμού. Πράγματι, η “παραγωγή” χωρίς παραγωγικότητα δεν είναι λειτουργία παραγωγής. Είναι μια μορφή κοινωνικοποίησης των ανθρώπων η οποία περιλαμβάνει την παραγωγή αλλά χωρίς να μετρά το χρόνο ή οτιδήποτε άλλο (αριθμό ατόμων, εισροές, εκροές).</p>
<p>Κατά τη φάση της καθόδου στην κόλαση της κρίσης, η αναπαραγωγή του προλεταριάτου θα διασφαλιστεί κυρίως από την άμεση απαλλοτρίωση εμπορευμάτων. Ακόμα και σε μια οικονομία που λειτουργεί με το just-in-time, υπάρχουν αποθέματα. Η δραστηριότητα κρίσης θα συνίσταται (μεταξύ άλλων) στην κυρίευση αυτών των αποθεμάτων. Ήδη σε αυτό το στάδιο, μπορούμε να φανταστούμε την απόκλιση μεταξύ της αντεπαναστατικής οδού, η οποία έχει στόχο να λογιστικοποιήσει, να συγκεντρώσει τα αγαθά, να συντονίσει τη διανομή τους, να καταστήσει σεβαστά τα κριτήρια των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων κλπ· και της οδού της κομμουνιστικοποίησης, η οποία αψηφά αυτή την οικονομία της λεηλασίας και τη διαμόρφωση ανώτερων οργάνων διανομής, ακόμα κι αν έχουν εκλεγεί με δημοκρατική ψηφοφορία κλπ. Αυτή η δεύτερη οδός θα επιμείνει στο γεγονός ότι η εμβάθυνση σε τοπικό επίπεδο, η απόλυτη χαριστικότητα, αξίζουν περισσότερο από την αφηρημένη αλληλεγγύη και έναν εξισωτισμό ο οποίος μπορεί να μετρηθεί και να διαχειριστεί από μια εξουσία.</p>
<p>Στην επαναστατική διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης, η έκφραση παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα είναι σχεδόν απρεπής δεδομένης της ένδειας στην οποία βυθίζεται το προλεταριάτο λόγω της κρίσης και η οποία <strong> </strong>προσδίδει χαρακτήρα  επείγοντος στην κατάσταση. Οι επίδοξοι μάνατζερς της αλληλεγγύης και της ισότητας θα επιμείνουν σίγουρα σ&#8217; αυτήν την οπτική γωνία. Υπάρχει ένα πραγματικό παράδοξο εδώ: Επείγουσα κατάσταση λόγω του ότι εκατομμύρια προλετάριοι δε διαθέτουν ούτε τα ελάχιστα προς επιβίωση και η έννοια της παραγωγικότητας θα πρέπει να εγκαταλειφθεί! Υπάρχουν πολλές απαντήσεις σ&#8217; αυτό:</p>
<p>Για το ζήτημα πως η παραγωγή μπορεί να ξαναρχίσει χωρίς εργασία, παραγωγικότητα ή ανταλλαγή. Η αρχή της «παραγωγής» χωρίς παραγωγικότητα σημαίνει ότι η δραστηριότητα των ανθρώπων και οι σχέσεις τους προέχουν σε σχέση με το παραγωγικό αποτέλεσμα. Ανάπτυξη της παραγωγής χωρίς παραγωγικότητα σημαίνει κατάργηση της αξίας στις δυο μορφές της:</p>
<p><em>ανταλλακτική αξία:</em> αν τίποτα δε λογιστικοποιείται, αν το κίνητρο της δραστηριότητας δεν είναι παρά αυτή η ίδια, το προϊόν που προκύπτει από τη δραστηριότητα δεν έχει κανένα αφηρημένο περιεχόμενο·</p>
<p><em>αξία χρήσης:</em> η αξία χρήσης διακρίνεται από την απλή χρησιμότητα εξαιτίας του γεγονότος ότι έχει, και αυτή, ένα αφηρημένο περιεχόμενο. Η χρησιμότητα του εμπορεύματος οφείλει να είναι γενική, ή μέση, για να ικανοποιηθεί ένας άγνωστος χρήστης, του οποίου η ιδιαίτερη ανάγκη δεν είναι γνωστή (έτοιμο-για-χρήση/κατά παραγγελία). Η παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα είναι μια ιδιαίτερη δραστηριότητα ιδιαίτερων ατόμων, τα οποία ικανοποιούν ανάγκες που εκφράζονται σε προσωπικό επίπεδο. Η χρήση των αντικειμένων που κατασκευάζονται φέρουν το σημάδι αυτής της ιδιαιτερότητας. Πρόκειται για την αντι-τυποποίηση. Ο αναγκαστικά τοπικός χαρακτήρας της κομμουνιστικοποίησης θα συμβάλει σε αυτό.</p>
<p>Εδώ έχουμε ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της διαφοράς ανάμεσα στην προγραμματική εκδοχή της κομμουνιστικής θεωρίας και στην εκδοχή της κομμουνιστικοποίησης. Στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του κεφαλαίου η διάκριση ανάμεσα στη χρησιμότητα και την αξία χρήσης είναι στην καλύτερη περίπτωση θολή και θεωρείται άνευ σημασίας. Αλλά κατ&#8217; αυτόν τον τρόπο, αν η αξία χρήσης ταυτίζεται με την χρησιμότητα, η κατάργηση της αξίας περιορίζεται στην κατάργηση της ανταλλακτικής αξίας. Και είναι αλήθεια ότι η κομμουνιστική θεωρία στις προγραμματικές μορφές της προσφέρει πολλές εκδοχές της κατάργησης της αξίας, οι οποίες, τελικά, περιορίζονται στην κατάργηση της ανταλλαγής μέσω του σχεδιασμού. Η δραστηριότητα παραμένει ίδια (εργασία, διαχωρισμένη από την κατανάλωση και το υπόλοιπο της ζωής), και ο σχεδιασμός εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη, την ισότητα και την ικανοποίηση των αναγκών, οι οποίες θεωρούνται εξωγενείς, σχεδόν δοσμένες από τη φύση.  Αντίθετα, καθώς η κομμουνιστικοποίηση θεωρείται ριζοσπαστικός μετασχηματισμός της δραστηριότητας, όλων των δραστηριοτήτων, ως προσωποποίηση της ζωής μέσα από την κατάργηση των τάξεων, η αξία χρήσης αποκαλύπτεται ως αφηρημένη διάσταση της χρησιμότητας, κάτι που ικανοποιεί μια ανάγκη άγνωστη σε ότι αφορά τις ιδιαιτερότητες της και για το λόγο αυτό αποτελεί το μέσο όρο, είναι αφηρημένη.</p>
<p>Κατά την κομμουνιστική επανάσταση, η πράξη της παραγωγής δε θα έχει ποτέ <em>μόνο</em> παραγωγικό χαρακτήρα. Ένα σημείο αυτού μεταξύ άλλων θα είναι το γεγονός ότι το προϊόν θα είναι ιδιάζον: θα αντιστοιχεί σε ανάγκες που έχουν εκφραστεί <em>προσωπικά</em> (από τους άμεσους εκείνη τη στιγμή παραγωγούς ή από άλλους) και ότι η ικανοποίηση της ανάγκης δε θα διαχωρίζεται από την ίδια την παραγωγική πράξη. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα πως θα αλλάξει η κατασκευή των σπιτιών όταν εκλείψει η  προτυποποίηση. Παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα σημαίνει πως κάθε άτομο που εμπλέκεται σε ένα κατασκευαστικό πρότζεκτ θα είναι σε θέση να καταθέτει την άποψη του σχετικά με το προϊόν και τις μεθόδους. Τα πράγματα θα πηγαίνουν πολύ πιο αργά από ότι στη σημερινή αυτοματοποιημένη κατασκευαστική βιομηχανία. Οι συμμετέχοντες στην κατασκευή μπορεί ακόμη και να θέλουν να κατοικήσουν οι ίδιοι  στο κτίσμα που κατασκευάζουν. Θα πρόκειται για  μια εντελώς χαοτική κατάσταση; Ας πούμε ότι ο χρόνος δε θα μετράει και ότι οι περιπτώσεις στις οποίες το πρότζεκτ δε θα ολοκληρώνεται, στις οποίες θα εγκαταλείπεται στη μέση – μπορεί γιατί η παραγωγή των υλικών που χρησιμοποιούνται να γίνεται επίσης χωρίς παραγωγικότητα – δε θα αποτελεί πρόβλημα. Ξανά, αυτό θα συμβαίνει γιατί η δραστηριότητα θα δικαιολογείται στον ίδιο της τον εαυτό, ανεξάρτητα από το παραγωγικό της αποτέλεσμα.</p>
<p>Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι η κομμουνιστικοποίηση αντικαθιστά την κυκλοφορία των αγαθών μεταξύ των «συνασπισμένων παραγωγών» με την κυκλοφορία των ανθρώπων από τη μια δραστηριότητα στην άλλη. Αυτό συνεπάγεται προπάντων ότι:</p>
<p>l    στους «χώρους παραγωγής» δε θα υπάρχει μόνιμο προσωπικό, μπορεί να υπάρχει παραγωγή μπορεί και όχι, ανάλογα με το κίνητρο και τον αριθμό όσων είναι παρόντες, γιατί οι «χώροι παραγωγής» θα είναι πριν από όλα χώροι συνάντησης και ζωής·</p>
<p>l    τουλάχιστον σε ένα πρώτο χρόνο, η κομμουνιστικοποίηση θα λάβει χώρα σε τοπικό επίπεδο, όχι ως αυτάρκεις κοινότητες, αλλά ως πρωτοβουλίες πλήρως ελεγχόμενες από τους συμμετέχοντες. Η κομμουνιστικοποίηση θα λάβει χώρα ως νεφέλωμα τοπικών πρωτοβουλιών. Δεν είναι, νομίζω, παρά μόνο σε τοπική κλίμακα που η κομμουνιστικοποίηση μπορεί να αποδείξει ότι βελτιώνει αμέσως τη ζωή των προλετάριων. Εν τέλει, αυτή η πτυχή είναι θεμελιώδης: οι προλετάριοι κάνουν την επανάσταση για να ζήσουν καλύτερα, όχι για ένα ιδανικό.</p>
<p>l    Οι “χώροι παραγωγής” θα είναι στην πραγματικότητα χώροι ζωής, γιατί κάθε “παραγωγή” θα αποτελεί ολοκληρωτική δραστηριότητα, όχι για λόγους ομορφιάς της ολότητας, αλλά γιατί αυτό θα αντιστοιχεί στις ανάγκες του αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο. Αυτή η τάση ενοποίησης λείπει από τις σημερινές εξεγέρσεις όχι γιατί αυτές παραμένουν οριοθετημένες στην αρχική τους εστία ή στο τμήμα του προλεταριάτου που εξεγείρεται, αλλά επίσης γιατί δεν μπορούν να διευρύνουν το πεδίο δράσης τους (να περάσουν για παράδειγμα από τις λεηλασίες των σουπερμάρκετ στην επανοικειοποίηση των διαμερισμάτων, για να μην αναφερθούμε στην παραγωγή).</p>
<p>Η προσπάθεια να μπει κανείς υπερβολικά στις λεπτομέρειες μιας τέτοιας κατάστασης θα κατέληγε στη σκιαγράφηση του περιγράμματος μιας μη-οικονομίας εξίσου περιοριστικής με την μεταβατική κοινωνία. Παράλληλα, δεν είναι δυνατόν να μην μπούμε σε λεπτομέρειες (δείχνοντας έτσι τη φτώχια της φαντασίας μας) και ταυτόχρονα να κάνουμε χειροπιαστό το γεγονός ότι όλες οι λύσεις που θα φέρει η κομμουνιστική επανάσταση έχουν ως αρχή το να τίθενται σε πρώτο πλάνο οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων και η δραστηριότητα και όχι το αποτέλεσμά της δραστηριότητας τους. Δηλαδή ότι το κύριο «αποτέλεσμα», το οποίο η δραστηριότητα έχει ως στόχο, είναι η ίδια η δραστηριότητα. Τα άτομα θα κυκλοφορούν μεταξύ των δραστηριοτήτων υπό την επίδραση των σχέσεών τους και κάθε φάση αυτής της κυκλοφορίας θα είναι μια στιγμή της αναπαραγωγής. Μαζί με αυτά τα άτομα θα κυκλοφορούν και προϊόντα, αλλά χωρίς ανταλλαγή.</p>
<p><strong>III.3.2 </strong><strong> Το τέλος του διαχωρισμού των αναγκών</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όπως γράψαμε παραπάνω, εναντίον της κομμουνιστικοποίησης είναι πιθανό να εμφανιστεί μια τάση “οικονομικού ρεαλισμού” στο όνομα του επείγοντος της κατάστασης, της εμβάθυνσης της φτώχειας της τάξης και των τεράστιων ανικανοποίητων αναγκών. Αρκετά σχόλια μπορούν να αποτελέσουν κριτική αυτής της οπτικής γωνίας:</p>
<p>α) Από τη μια πλευρά το αχανές των ανικανοποίητων αναγκών για το οποίο μιλάμε αφορά τους σύγχρονους προλετάριους, αυτή τη στιγμή, μέσα στην κρίση αλλά χωρίς επανάσταση. Αλλά οι ανάγκες δεν είναι απόλυτο μέγεθος. Σχετίζονται με τη ζωή του καθενός. Ο μισθωτός που είναι αναγκασμένος να δουλεύει αισθάνεται πολύ πιο άνετα αν έχει ένα αυτοκίνητο που να λειτουργεί, μια κάρτα απεριορίστων για τα ΜΜΜ, το σχολικό που πηγαινοφέρνει τα παιδιά στο σχολείο και οικιακή βοήθεια για να κρατιέται το σπίτι καθαρό κτλ. Δεν έχει νόημα να γίνεται κριτική σ&#8217;αυτές τις ανάγκες, να λέμε ότι είναι τεχνητές, απατηλές, ότι οι προλετάριοι είναι θύματα των διαφημίσεων. Ας σημειώσουμε απλώς ότι αντιστοιχούν σε ένα συγκεκριμένο τύπο ζωής. Στη δραστηριότητα κρίσης, όλα αλλάζουν. Φυσικά υπάρχει πάντα η ανάγκη για 2500 θερμίδες την ημέρα, για κάλυμα από το κρύο και τη βροχή κτλ. Για εκείνους που βρίσκονται κάτω από αυτό το βασικό όριο διαβίωσης, η πρώτη απάντηση θα είναι απλά να πάρουν ότι χρειάζονται. Υπάρχουν τόσα άδεια σπίτια, και όλα εκείνα τα κτίρια που έχουν αποκλειστικά καπιταλιστική λειτουργία (τράπεζες, γραφεία, αποθήκες&#8230;), όλα τα είδη των δυνατοτήτων για τους προλετάριους που δεν έχουν αξιοπρεπή καταλύματα. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες.</p>
<p>β) ένας άλλος τρόπος να χρησιμοποιήσει κανείς το αχανές των αναγκών για να δικαιολογήσει μια φάση οικονομικής μετάβασης θα ήταν να αναφέρει το ζήτημα του χάσματος όσον αφορά τα επίπεδα ανάπτυξης. Οι κάτοικοι των φτωχών κρατών πρέπει με κάποιο τρόπο να φτάσουν το επίπεδο ανάπτυξης των πλούσιων κρατών, των οποίων οι προλετάριοι θα έπρεπε να καταβάλλουν επιπλέον προσπάθεια για να τους βοηθήσουν σ&#8217; αυτό.  Το ζήτημα εδώ δεν είναι να αρνηθούμε την ανάγκη της αλληλεγγύης γενικά, αλλά να σκεφτούμε το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται αυτό το επιχείρημα για να δικαιολογηθεί ο οικονομικός ρεαλισμός. Αυτοί οι οποίοι μιλούν για οικονομικό ρεαλισμό δεν αντιμετωπίζουν τη φτώχεια με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει ο Mike Davis  τις παραγκουπόλεις; Απόλυτη ένδεια, ριζικός αποκλεισμός, μια σχεδόν ζωώδης ζωή, ο Mike Davis αντιμετωπίζει τους κατοίκους των παραγκουπόλεων σαν να μην ανήκουν στην παγκόσμια καπιταλιστική κοινωνία. Σ&#8217; αυτήν την απλοϊκή οπτική γωνία ασκείται κριτική από τους αγώνες που λαμβάνουν χώρα στις παραγκουπόλεις, οι οποίοι δείχνουν καθαρά την ταξική σχέση που υπάρχει  ανάμεσα σ&#8217; αυτούς που ζουν στις παράγκες και το κεφάλαιο. Επιπλέον, οι ακραίες συνθήκες ζωής στις παράγκες έχουν προωθήσει την ανάπτυξη νέων κοινωνικών μορφών ή παραγωγικών διαδικασιών όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή.  Καθώς αυτές λαμβάνουν χώρα στο περιθώριο της αξιοποίησης, δίνουν μόνο μια γεύση του εύρους της φαντασίας που θα απελευθερωθεί όταν οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων θα είναι ικανοί να διαρρήξουν τον ζουρλομανδύα με τον οποίο τους τυλίγει η περιβάλλουσα πόλη. Η φαντασία τους κυμαίνεται απ&#8217; τις οικοδομικές διαδικασίες (τις οποίες η Παγκόσμια Τράπεζα προσπάθησε μάταια να διαδόσει, καθώς είναι εξαιρετικά φθηνές) μέχρι την αστική (urban) μικρο-γεωργία και περιλαμβάνει απόπειρες αυτοδιαχείρισης των παραγκουπόλεων. Τίποτε το επαναστατικό, αλλά αρκετά ευφάνταστα για να δείξουν ότι οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων γνωρίζουν πολύ καλά τί να κάνουν, και δεν έχουν ανάγκη καμιά κομμουνιστική &#8220;αναπτυξιακή βοήθεια&#8221;. Αυτό δεν αποκλείει την αλληλεγγύη, αλλά όχι ως προϋπόθεση της κομμουνιστικοποίησης στις αναπτυσσόμενες χώρες, με τους προλετάριους που ζουν εκεί -και οι οποίοι έχουν κάποιο προλετάριο συγγενή στις παραγκουπόλεις των πλουσίων χωρών. Φυσικά, οι ανάγκες που θα καλύπτει η κομμουνιστικοποίηση εκεί δε θα είναι οι ίδιες μ&#8217; αυτές στις παγκόσμιες μητροπόλεις του κεφαλαίου. Όμως, γιατί να είναι οι ίδιες; Και γιατί θα έπρεπε η ακραία φτώχεια των κατοίκων των αναπτυσσομένων χωρών να εμποδίζει την κομμουνιστικοποίηση; Αυτή η τελευταία δεν προκύπτει από κάποια υποθετική αφθονία. Το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης δεν είναι να ανταποκριθεί σε μια λίστα εκ των προτέρων καθιερωμένων αναγκών, αλλά να ξεπεράσει την έννοια της ανάγκης ως έλλειψης, ξεπερνώντας την ιδιοκτησία (κάθε ιδιοκτησία) των μέσων της ικανοποίησής της. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως και στις χώρες του κέντρου, αλλά σ&#8217; ένα παραγωγικό πλαίσιο εντελώς διαφορετικό, η επανάσταση δε θα πραγματοποιηθεί ως μια σειρά προκαθορισμένων μέτρων που να εξυπηρετούν μια λίστα πραγματικών ανικανοποίητων κι επειγόντων αναγκών. Η μεταμόρφωση της κοινωνίας όχι μόνο θα ξεπεράσει τον διαχωρισμό μεταξύ ανάγκης και ικανοποίησης, αλλά θα γεννήσει ανάγκες και δραστηριότητες και θα εξαφανίσει άλλες, με τρόπο συνεχή και ρευστό (10).</p>
<p>Όλη αυτή η προβληματική δεν είναι καθαρά φαντασία. Βασίζεται στην πραγματική κίνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Φέρνω στον νου μου πιο συγκεκριμένα την Αργεντινή, όπου η κρίση των δεκαετιών 1990-2000 ώθησε ένα κομμάτι του κινήματος των piqueteros προς αρκετά ριζοσπαστικές θέσεις. Τα χαρακτηριστικά αυτής της τάσης ήταν ο βολονταρισμός (και η πρωτοβουλία) της παραγωγής χωρίς το προϊόν να είναι ο μόνος σκοπός, καθώς οι piqueteros θεωρούσαν πως η παραγωγική πράξη θα πρέπει να είναι επίσης μια στιγμή αλλαγής των σχέσεων μεταξύ των ατόμων. Εξ&#8217; ού και η αρχή της οριζόντιας οργάνωσης, της άρνησης των αρχηγών, οι γενικές συνελεύσεις χωρίς συγκεκριμένη θεματολογία, η λήψη αποφάσεων χωρίς ψηφοφορία, αλλά βάσει συναίνεσης. Εκεί βρίσκονται οι περιορισμένες εμπειρίες, περικυκλωμένες από μια καπιταλιστική κοινωνία που συνεχίζει να αναπαράγεται περισσότερο εύκολα παρά δύσκολα. Φέρουν μέσα τους το στίγμα των ορίων τους, ιδιαίτερα όσον αφορά τον βολονταρισμό τους, το κάλεσμα τους για &#8220;αλλαγή των συνειδήσεων&#8221; ως προϋπόθεση μιας ποιοτικής αλλαγής της παραγωγικής πράξης. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμαίνονται κι όσα γράφτηκαν παραπάνω για τις παραγκουπόλεις.</p>
<p>Με βάση τέτοιες εμπειρίες σκέφτομαι ότι η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι κάτι το εξαιρετικά περίπλοκο, ούτε κάτι περισσότερο ουτοπικό από μια μεταβατική κοινωνία και την σταδιακή απονέκρωση του Κράτους – όσο  φυσικά δεν προσπαθούμε να στριμώξουμε την καπιταλιστική κοινωνία, με τα εργοστάσια και τα γραφεία της, τα αεροδρόμια και τα σουπερμάρκετ της&#8230; σ&#8217; ένα κομμουνιστικό καλούπι. Διαφορετικά, είμαι απόλυτα πρόθυμος να λάβω ένα μάθημα ρεαλισμού, με την προϋπόθεση ότι δε θα μου κάνετε λόγο για οικονομία.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.3.3 Το ζήτημα του ατόμου</strong></p>
<p>Ένα απ&#8217; τα σημεία όπου περιπλέκεται η συζήτηση της κομμουνιστικοποίησης είναι το ζήτημα του ατόμου. Υπάρχει, και δίκαια, έμφαση στο γεγονός ότι η κατάργηση των τάξεων είναι συνώνυμη με την εμφάνιση στο προσκήνιο του ελεύθερου, άμεσα κοινωνικού ατόμου (11). Αυτό είναι και το τέλος του ταξικού προσδιορισμού, όπου το άτομο είναι και κάνει ό,τι του υπαγορεύεται από το ταξικό του ανήκειν. Αυτό το ανήκειν μπορεί να εμφανίζεται με διάφορους τρόπους (συμμετοχή σε μια εταιρία, ο στιγματισμός μιας γειτονιάς κλπ). Γενικά σημαίνει ότι το άτομο που τώρα χειρίζεται ένα μηχάνημα, που φροντίζει έναν ασθενή κλπ, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η μαριονέτα των θεσμών που το προσδιορίζουν. Αντιμέτωπο μ&#8217; αυτόν τον ντετερμινισμό, το άτομο που θέλει ν&#8217; αποδείξει την ιδιαιτερότητά του (ή το οποίο, λόγω των αναπόφευκτων ορίων της αντικειμενοποίησης αυτής, είναι αναγκασμένο να το κάνει ώστε να γίνει η δουλειά του) εμφανίζεται σαν μια μονάδα, ένα ελεύθερο ηλεκτρόνιο του οποίου η εξέγερση φέρνει περισσότερο σε προσωπική ιδιοτροπία. Λέει &#8220;δεν είμαι μαριονέτα, είμαι ένα άτομο&#8221;, αλλά αυτό είναι μόνο εν μέρει αληθές καθώς το κεφάλαιο έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος της προσωπικότητάς του, την οποία βρίσκει ξανά ως ικανότητες ενσωματωμένες στην μηχανή, ως προσωπικές προτιμήσεις που πλασάρονται από περιοδικά κλπ. Έτσι, όταν καταφάσκει στην προσωπικότητά του, καταλήγει να επαναλαμβάνει κοινοτοπίες, ή να αποκοινωνικοποιείται, ορισμένες φορές οδηγούμενο ακόμα και στην τρέλα.</p>
<p>Ωστόσο είναι συχνά αυτό ακριβώς το ιδιότροπο άτομο πάνω στο οποίο προβάλλουμε την εικόνα του κομμουνισμού, ακόμα κι όταν υιοθετούμε την μαρξική έκφραση του κοινωνικού ατόμου. Μερικές φορές το έκανα κι εγώ όταν υποστήριξα ξεκάθαρα την αρχή της ευχαρίστησης ενάντια στην αρχή του ρεαλισμού, ώστε να πω ότι στον κομμουνισμό, τίποτε δε θα παράγεται εάν τα άτομα που συμμετέχουν σ&#8217; αυτή τη δραστηριότητα δε βρίσκουν σ&#8217; αυτό την ικανοποίηση της προσωπικής τους ευχαρίστησης. Μπροστά σ&#8217; αυτό το γεγονός, η ρεαλιστική κριτική εύκολα θα κάνει λόγο για ουτοπία. Και θα προτείνει οργανωτικά σχήματα, με κανόνες και καθήκοντα που δεν είναι παρά πυροσβεστήρες για να περιορίσουν την ιδιότροπη ατομικότητά μας. Κάτι που καταλήγει τελικά στην αποκατάσταση της οικονομίας. Η συζήτηση περιπλέκεται κι άλλο.</p>
<p>Για να βγούμε απ&#8217; αυτόν τον φαύλο κύκλο, πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε θετικά αυτό που συνιστά η ατομικότητα του κομμουνισμού. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για κάτι ολοκληρωτικά μυστηριώδες. Για να το προσεγγίσουμε, έχουμε τον εξεγερμένο προλετάριο. Πρόκειται για τον προλετάριο αυτόν που εκδηλώνεται στη δραστηριότητα κρίσης, στην εξέγερση, κι όχι για το εξεγερμένο άτομο της καθημερινότητας για το οποίο μίλησα παραπάνω. Στην πραγματικότητα, η ιδιαιτερότητα της δραστηριότητας κρίσης είναι ότι γεννιέται από μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ των προλετάριων-ατόμων που σηματοδοτεί ανεξίτηλα την κρίση (όχι ακόμα με την κατάργηση) του ταξικού προσδιορισμού. Είναι αυτό που ονόμασα παραπάνω το τέλος των κοινωνικών αυτοματισμών. Τί βλέπουμε λοιπόν τώρα στη δραστηριότητα κρίσης; Βλέπουμε άτομα, τα οποία μόλις χθες σχημάτιζαν μιαν αδιαφοροποίητη μάζα μισθωτών, να επινοούν κοινωνικές μορφές αγώνα επιδεικνύοντας άνευ προηγουμένου φαντασία, τους βλέπουμε να παίρνουν αποφάσεις (και συχνά να τις εφαρμόζουν), τους βλέπουμε να προσαρμόζονται απ&#8217; τη μια στιγμή στην άλλη στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, τους βλέπουμε να λησμονούν τα προσωπικά τους συμφέροντα του &#8220;πριν&#8221;, ορισμένες φορές ακόμα και να πυρπολούν τις γέφυρες με τον παρελθόν, με κίνδυνο της ζωής τους. Κι όλα αυτά χωρίς κανέναν ηγέτη, ή τουλάχιστον χωρίς κάποιον προϋπάρχοντα ηγέτη, χωρίς μια προϋπάρχουσα οργάνωση, χωρίς μια τυπική δέσμευση και χωρίς υπευθυνότητα προς κάποιον ανώτερο. Σ&#8217; όλες τις σημαντικές εξεγερτικές στιγμές της ιστορίας του προλεταριάτου, αυτοί που δεσμεύονται στον αγώνα δεν περιμένουν να αποφασιστεί αυτός από κάποια ψηφοφορία. Αφήνουν το ένα μέτωπο για να περάσουν στο άλλο, ή αφήνουν τον αγώνα, χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν. Η συμμετοχή του ατόμου (στα οδοφράγματα, στα εργατικά συμβούλια, στις ταραχές) είναι προαιρετική, αβέβαιη, επαφίεται στη δική του απόφαση. Και προχωρεί παρ&#8217; ολ&#8217; αυτά, επειδή η εξέγερση δεν είναι άθροισμα αυθαίρετων ατομικών εξεγέρσεων, αλλά η ανάπτυξη (πλέοντας στο πέλαγος της Ιστορίας) μιας ιδιαίτερης κοινωνικής δραστηριότητας όπου τα άτομα κοινωνικοποιούνται άμεσα. Και όπου, ήδη, η δραστηριότητα έχει τον πρώτο λόγο σε σχέση με το αποτέλεσμά της (διαφορετικά πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα ίδια &#8220;λάθη&#8221; που εντοπίζουμε τυφλοσούρτη σε τόσες πολλές εξεγέρσεις;).</p>
<p>Παρά την ακραία βραχυζωία της, η δραστηριότητα κρίσης είναι το καλειδοσκόπιο εκείνο μες απ&#8217; το οποίο μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα του πως θα ήταν ένα άμεσα και προσωπικά ελεύθερο, κοινωνικό υποκείμενο. Είναι απ&#8217; αυτό το σημείο που, κατά τη γνώμη μου, είναι εφικτό να ισχυριστούμε ότι μια γενική δραστηριότητα είναι δυνατή χωρίς ένα επιβεβλημένο σχέδιο ή συντονισμό, χωρίς δικαιώματα και καθήκοντα.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.4 Κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα</strong></p>
<p>Το βασίλειο της αναγκαιότητας δεν είναι αυτό στο οποίο οι παραγωγικές δυνάμεις δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν μιαν αφθονία για την οποία δεν ξέρουμε πού ακριβώς αρχίζει. Το βασίλειο της αναγκαιότητας είναι εκείνο στο οποίο η ύπαρξη της ιδιοκτησίας αποτελεί συνεχή απειλή αποκοινωνικοποίησης και θανάτου για όσους δεν είναι ιδιοκτήτες. Να γιατί, σήμερα, το δωρεάν ή οι χαμηλές τιμές προκαλούν αντιδράσεις αποθήκευσης και υπερκατανάλωσης. Στον κομμουνισμό, αυτός ο φόβος της έλλειψης θα εξαφανιστεί ταυτόχρονα με την ιδιοκτησία. Η θετική κατάργηση της ιδιοκτησίας είναι επίσης η εγγύηση ότι η χαριστικότητα δε θα σημαίνει απλά &#8220;τιμή=0&#8243;. Αντίθετα, η χαριστικότητα είναι χαριστικότητα της δραστηριότητας (με την έννοια ότι το παραγωγικό αποτέλεσμα είναι δευτερεύον). Είναι ελεύθερη είσοδος στις συνθήκες ζωής (περιλαμβανομένων των μέσων &#8220;παραγωγής&#8221; και &#8220;κατανάλωνης&#8221;) του καθενός.</p>
<p>Η κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα και η παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα είναι ταυτόσημες όταν γίνονται αντιληπτές ως ενοποιητικές δραστηριότητες. Ο &#8220;παραγωγός&#8221; δεν αφήνει τις ανάγκες του στο εργαστήρι. Περιλαμβάνει στην &#8220;παραγωγική&#8221; δραστηριότητά του τις επιλογές του, την προσωπικότητά του και την ικανοποίηση των αναγκών του. Κι αντίστροφα, ο &#8220;καταναλωτής&#8221; δε στέλνεται πίσω σε μια ζωή στερημένη από κοινωνικότητα για να ενσωματώσει τις λειτουργίες της άμεσης αναπαραγωγής του.</p>
<p><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p>Ακόμα κι αν είχε μια εγκυρότητα, η έννοια της μεταβατικής κοινωνίας έχει καταστεί ξεπερασμένη κι αντιδραστική. Η κομμουνιστική επανάσταση σήμερα δεν μπορεί παρά να προσδιοριστεί ως ταυτόχρονη κατάργηση των δυο τάξεων απ&#8217; το κομμουνιστικοποιητικό προλεταριάτο. Είναι λοιπόν, έμμεσα, ριζική μεταμόρφωση της δραστηριότητας, το ξεπέρασμα κάθε διαχωρισμού. Η κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας ξεκινά σαν μια επίθεση στον συσσωρευμένο πλούτο του κεφαλαίου, που τίθεται στις ανάγκες του αγώνα, χωρίς λογιστική, ως παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα, ως κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα. Προκύπτει μέσα απ&#8217; την προλεταριακή δραστηριότητα κρίσης και πραγματοποιεί το θετικό της ξεπέρασμα γενικεύοντας το κομμάτι της ελευθερίας που κατακτιέται μέσα απ&#8217; την εξέγερση.</p>
<p><strong>ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ</strong></p>
<p>Εδώ και πολλά χρόνια, το θέμα της κομμουνιστικοποίησης έχει εγείρει πολεμικές οι οποίες, πολύ συχνά, δεν είναι καλά πληροφορημένες. Πρέπει να παραδεχτώ ότι απαιτεί μια κάποια αφέλεια για να επιβεβαιώσουμε ότι η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι και τόσο αξεπέραστο πρόβλημα. Υπάρχουν αυτοί που απορρίπτουν ολοκληρωτικά το ζήτημα μιας επαναστατικής εξόδου από την κρίση λέγοντας &#8220;θα δούμε όταν έρθει εκείνη η ώρα τί θα κάνουν οι προλετάριοι&#8221;. Πάντοτε αμφισβητούσα αυτήν την άποψη για δυο κυρίως λόγους:</p>
<p>Πρώτον, μια ανάλυση του συνολικού κινήματος του ταξικού αγώνα δεν μπορεί να  απαλλάσσεται από το φόρτο του να προσπαθήσει να κατανοήσει τι συνιστά το ξεπέρασμα της αντίφασης μεταξύ των τάξεων. Δεν μπορούμε να επαναπαυτούμε στο να προσδιορίσουμε τους όρους μιας αντίφασης. Τη στιγμή που το κάνουμε, η αντίφαση μετακινείται, και δεν γίνεται να την ακολουθήσουμε επαρκώς χωρίς να κατανοούμε, όσο γίνεται περισσότερο, τί παράγει η αντίφαση αυτή. Προφανώς, τίποτε δεν είναι βέβαιο εκ των προτέρων, κι ακόμα λιγότερο στην περίπτωση της κομμουνιστικοποίησης, για την οποία, όπως έχουμε δει, ακόμα και το λεξιλόγιο τείνει να είναι ελλειπτικό. Παρ’ όλ’ αυτά, η κομμουνιστική θεωρία διατρεχόταν πάντοτε απ&#8217; αυτήν την ένταση, που πρέπει να την αποδεχθούμε ακόμα κι αν αναγνωρίζουμε τα όριά μας.</p>
<p>Δεύτερον, η εγγύτητα και η διαπλοκή μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης μας αναγκάζει να διαχωρίζουμε όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρα αυτό που προωθεί την προλεταριακή δραστηριότητα κρίσης προς τον κομμουνισμό από αυτό που την κινεί προς τα πίσω, προς την αποκατάσταση της αξίας (αυτή η όψη του προβλήματος έτυχε μόνο αναφοράς εδώ).</p>
<p>Αυτός ήταν ο λόγος για την απόπειρα σ&#8217; αυτό το κείμενο να μιλήσω για το τί θα είναι η κομμουνιστικοποίηση, βασιζόμενος στην προλεταριακή δραστηριότητα κρίσης. Τα παραδείγματα που έδωσα δε θα πρέπει να εμποδίσουν περαιτέρω θεωρητική συζήτηση για τη συνεχή βελτίωση της αντίληψής μας για το τί είναι το περιεχόμενο της προλεταριακής εξεγερτικής δράσης, της κατάργησης της αξίας, του ξεπεράσματος της εργασίας και της απελευθέρωσης της δραστηριότητας κλπ, αλλά επίσης τί είναι η <em>καταργημένη</em> αξία, η <em>ξεπερασμένη</em> εργασία, η <em>εγκαθιδρυμένη</em> ελευθερία κλπ</p>
<p>Β.Α. Ιούνιος 2010</p>
<p>Σημειώσεις</p>
<p>(1) Αυτό δεν υπονοεί ότι δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Αυτή η σύγκρουση είναι συνεχής και μέρος των διαρκών ρυθμίσεων της σχέσης της εκμετάλλευσης. Οι εξεγερτικές φάσεις του αγώνα διαφέρουν απ&#8217; αυτό το συνεχές απ&#8217; το γεγονός ότι το προλεταριάτο καθιστά τον εαυτό του επαναστατικό υποκείμενο.</p>
<p>(2) Against the myth of self-management, project, July 2009.</p>
<p>(3) Ο Michael Seidman παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την αντίσταση των εργατών σ&#8217; αυτήν την επιστροφή στην αυτοδιαχειριζόμενη εργασία στο Republic of Egos, a Social History of the Spanish Civil War, και στο Ouvriers contre le travail, Ed. Senonevero (Έχει εκδοθεί στα ελληνικά ένα κεφάλαιο του βιβλίου από το Κόκκινο Νήμα με τίτλο: «Η αντίσταση των εργατών στην εργασία»).</p>
<p>(4) Eléments sur la périodisation du capital ; histoire du capital, histoire des crises, histoire du communisme, Hic Salta, 1998. Διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://patlotch.free.fr/text/1e9b5431-1140.html</p>
<p>(5) Laurent Cappelletti (ακαδημαϊκός), Les Echos, Ιούλιος 21, 2009.</p>
<p>(6) Corporate Social Responsibility Asia, vol. 2, #4, 2006.</p>
<p>(7) Echanges #118, Fall, 2006. Περισσότερα στα τεύχη 119, 124, και 126.</p>
<p>(8) Από έναν συνάδελφο στη δουλειά που χρησιμοποιεί τη γραμμή. Δεν έχω δεί περιστατικά σαν κι αυτό που αναφέρονται στις εφημερίδες.</p>
<p>(9) B. Astarian, Le communisme, tentative de définition, 1996, στο Hic Salta 1998</p>
<p>(10) Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για τον τρόπο με τον οποίο η αναγκαστική παραγωγικότητα ορίζει τον ρυθμό της ζωής και δημιουργεί τη ρουτίνα εκείνη που, επειδή κερδίζει χρόνο, επιβάλλει την επανάληψή της και παγώνει τους όρους της παρξης.</p>
<p>(11) Δε θεωρώ (όπως η TC για παράδειγμα) ότι το &#8220;κοινωνικό άτομο&#8221; είναι οξύμωρο. Όλα εξαρτώνεται απ&#8217; το άτομο και την κοινωνία.</p>
<hr size="1" /><a href="#_ftnref1">[1]</a> Σ.τ.Μ. δες και το κείμενο Η κομμουνιστικοποίηση ως έξοδος από την κρίση http://www.rebelnet.gr/articles/view/La-communisation-comme-sortie-de-crise</p>
<p><a href="#_ftnref2">[2]</a> http://www.anarchistblackcat.org/index.php?topic=5422.0</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>

