<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Blaumachen &#187; Μεταφράσεις</title>
	<atom:link href="http://www.blaumachen.gr/category/translations-greek/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://www.blaumachen.gr</link>
	<description>journal</description>
	<lastBuildDate>Thu, 22 Dec 2011 20:25:27 +0000</lastBuildDate>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>http://wordpress.org/?v=3.3.1</generator>
		<item>
		<title>Πώς μπορεί κανείς ακόμα να θέτει αιτήματα όταν κανένα αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Dec 2011 19:57:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=674</guid>
		<description><![CDATA[Σχετικά με τους απέλπιδες αγώνες στη Γαλλία. (Μετάφραση από το διεθνές περιοδικό SIC)]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;"><a href="http://www.communisation.net/How-one-can-still-put-forward?PHPSESSID=10386d4f170d67911ebd86d7d6ad8f3f"><em>(Μετάφραση από το διεθνές περιοδικό SIC)</em></a></p>
<h3>Σχετικά με τους απέλπιδες αγώνες στη Γαλλία</h3>
<p><strong>Εισαγωγή</strong></p>
<p>Sullair Europe, Sodimatex, Siemens… Η πρακτική των προλετάριων να κρατούν ομήρους τα αφεντικά τους ή να απειλούν ότι θα ανατινάξουν τα εργοστάσιά τους επανεμφανίστηκαν το 2009, μετά από ένα σύντομο κύμα στις αρχές του αιώνα, και έχει από τότε γίνει κάτι σαν μόδα. Μπορούμε μέχρι στιγμής να μετρήσουμε τουλάχιστον 20 περιπτώσεις από την αρχή του 2010.</p>
<p>Αυτό που συνέβη στη Siemens είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό του πλαισίου μέσα στο οποίο αναδύονται τέτοιες πρακτικές αγώνα. Τον Σεπτέμβριο του 2009, η διοίκηση αυτής της μεταλλουργικής βιομηχανίας ανακοίνωσε 470 απολύσεις στο εργοστάσιο του Montbrisson όπως και το οριστικό κλείσιμο του εργοστασίου του Saint-Chamond. Εν όψει της συμφωνίας που θα υπογραφόταν στις 12 Φεβρουαρίου, τα συνδικάτα ετοίμασαν μια αντιπρόταση, ώστε να σωθούν κάποιες θέσεις εργασίας, αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν πουθενά. «Η διεύθυνση πλέον δεν ακούει», σημείωσε ένας εργαζόμενος. Οι εργάτες στη συνέχεια οργάνωσαν διαδηλώσεις, μπλόκαραν δρόμους και κατέβηκαν σε απεργίες στο εργοστάσιο του Montbrisson, αλλά οι προσπάθειές τους απέβησαν άκαρπες. Τελικά, την Δευτέρα 1η Μάρτη του 2010, οι εργαζόμενοι του Saint-Chamond έπιασαν ομήρους δυο στελέχη της εταιρείας με σκοπό να πιέσουν για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων. Οι εργαζόμενοι ανακοίνωσαν ότι οι κινήσεις τους «ήταν κατ’εντολή του συνόλου του προσωπικού», ως απάντηση «στο μπλοκάρισμα των διαπραγματεύσεων». Σε τηλεφωνική επικοινωνία, τα στελέχη περιέγραψαν την κατάστασή τους ως εξής: «[Οι εργαζόμενοι] μας ενημέρωσαν ότι θα παραμείνουμε κρατούμενοι για όσο διάστημα οι διαπραγματεύσεις δεν θα έχουν την πρόοδο που αυτοί επιθυμούν, ειδικά σε ό,τι αφορά την αύξηση της αποζημίωσης πέραν του ελαχίστου ορίου που ορίζει ο νόμος, για όσους έχουν απολυθεί.» Αφού παρέμειναν κλειδωμένοι για ένα βράδυ, αφέθησαν ελεύθεροι και την επόμενη μέρα επιτεύχθηκε συμφωνία με την διοίκηση, η οποία επιβεβαίωσε το κλείσιμο του ενός εργοστασίου, μείωσε τον αριθμό των θέσεων εργασίας που θα χάνονταν κατά 15 και έκανε δεκτή μια αύξηση στην αποζημίωση από τα 25.000 στα 45.000 ευρώ.</p>
<p>Περιπτώσεις απειλών ανατίναξης του εργοστασίου επαναλήφθηκαν επίσης κατά τη διάρκεια του 2010, ακολουθώντας το παράδειγμα του New Fabris τον προηγούμενο χρόνο, ενός αγώνα που επέτρεψε στους εργαζόμενους να λάβουν αποζημίωση πάνω του νόμιμου ορίου της τάξης των 12.000 ευρώ. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε το 2010 στη Sodimatex, μια εταιρεία κατασκευής εξαρτημάτων για αυτοκίνητα, και τον ίδιο μήνα επαναλήφθηκε στο τυπογραφείο Brodard Graphique και στην Poly Implant Prothèse, εταιρεία κατασκευής προσθετικών στήθους από σιλικόνη, όπου στις 12 Απριλίου του 2010 οι εργαζόμενοι απείλησαν να βάλουν φωτιά στις εγκαταστάσεις. Ο Eric Mariaccia, εκπρόσωπος του σωματείου CFDT δήλωσε τα εξής: «Έχουμε ετοιμάσει βόμβες μολότωφ και τοποθετήσαμε εξαιρετικά εύφλεκτα υλικά στην είσοδο του εργοστασίου». Οι εργάτες σκόρπισαν επίσης πολλές χιλιάδες προσθετικών μπροστά από το εργοστάσιο και έβαλαν φωτιά σε λάστιχα αυτοκινήτων.</p>
<p>Ενώ η χρήση τέτοιων μεθόδων μοιάζει αδιανόητη σε άλλες δυτικές χώρες, στη Γαλλία θεωρούνται αποδεκτές από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.<a title="" href="#_ftn1"><sup>[1]</sup></a>Εκτός της χώρας, τέτοια περιστατικά συχνά θεωρούνται έκφραση «μιας γαλλικής νοοτροπίας» και μιας εξεγερτικής παράδοσης που χρονολογείται από τη Γαλλική επανάσταση του 1789. Αν η ηλιθιότητα μιας τέτοιας οπτικής είναι προφανής, οι λόγοι που βρίσκονται πίσω από μια τέτοια ιδιαιτερότητα δεν μπορούν να εξηγηθούν χωρίς τη μελέτη των συγκεκριμένων περιπτώσεων –τόσο των πιο πρόσφατων όσο και των παλαιότερων– αλλά και χωρίς την ανάλυση της εξέλιξης των διαμεσολαβήσεων που εγκαθιδρύθηκαν μεταξύ των τάξεων στη Γαλλία μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.</p>
<p>Τα ερωτήματα στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε, μελετώντας αυτές τις στιγμές είναι: Γιατί αυτές οι μορφές παράνομου αγώνα επανεμφανίζονται σήμερα; Γιατί στη Γαλλία; Και γιατί μόνο στο πλαίσιο σχεδίου απολύσεων και αποζημιώσεων;</p>
<p><strong>Παράνομοι αγώνες στη Γαλλία</strong></p>
<p>Αν και περιπτώσεις απαγωγής αφεντικών ή φυσικής βίας εναντίων εργοδοτών είχαν εμφανιστεί την εποχή του Λαϊκού Μετώπου του 1936, παρέμειναν εξαιρετικά σπάνιες στα μετέπειτα «Τριάντα Χρυσά» χρόνια της ανάπτυξης, από το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι πριν το Μάη του 1968. Στα λίγα περιστατικά που εμφανίστηκαν σε αυτήν την περίοδο, όπως στην Peugeot στο Sochaux το 1961 (προπηλακισμός του εργοδότη), ή το 1967 στο Ducellieux (απαγωγή), δεν βρήκαμε καμία περίπτωση που να οφειλόταν σε κλείσιμο εργοστασίου. Εκείνες οι μορφές δράσης είχαν γίνει με σκεπτικό να κερδηθούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αυξήσεις μισθών<a title="" href="#_ftn2"><sup>[2]</sup></a>.</p>
<p>Το Μάη του 1968 έχουμε την πρώτη εμφάνιση ενός κύματος απαγωγών αφεντικών (τουλάχιστον 11 περιπτώσεις από τις 14 έως τις 20 Μαΐου) οι οποίες συνεχίζονται και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Αλλά καθώς η οικονομική κατάσταση στη Γαλλία ήταν ακόμη σχετικά καλή, τουλάχιστον μέχρι το πετρελαϊκό σοκ του 1973, οι απαγωγές αφεντικών χρησιμοποιούνταν ακόμη κυρίως στα πλαίσια αύξησης των μισθών. Το 1971, στο εργοστάσιο Egelec-Somarel, οι εργαζόμενοι αιχμαλώτισαν δύο αφεντικά μέσα στο εργοστάσιο και τους κράτησαν εκεί 24 ώρες με σκοπό να αυξήσουν τους μισθό τους κατά 50 σέντς την ώρα. Στο Flixecourt, στην Somme, οι εργαζόμενοι κράτησαν αιχμάλωτο τον διευθυντή προσωπικού και τέσσερα στελέχη για να πετύχουν αύξηση μισθού και συνταξιοδότηση στα 60. Στην εταιρεία Le Joint Français, στο Saint Brieux, τρεις διευθυντές κρατήθηκαν για 24 ώρες. Οι εργάτες απαιτούσαν αύξηση στα 70 σεντς την ώρα και 13ο μισθό. Οι Μαοϊκές ομάδες που είχαν μπει στα εργοστάσια εκείνη την περίοδο έπαιξαν ρόλο στην επιλογή αυτού του τρόπου δράσης και μερικές φορές ήταν αποκλειστικά αυτές που αναλάμβαναν την όλη δράση (το 1972 ένα στέλεχος της Renault κρατήθηκε σε ομηρία από μέλη της Gauche Prolétarienne.) Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι αυτές οι δράσεις είναι δύσκολο να συγκριθούν με τους «απέλπιδες αγώνες» που είδαμε να εμφανίζονται στην βιομηχανία του χάλυβα κατά το τέλος της ίδιας δεκαετίας.<a title="" href="#_ftn3"><sup>[3]</sup></a></p>
<p>Δεν είναι παρά στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, οπότε και η ανεργία άρχισε πλέον να αποτελεί πραγματικότητα για όλη τη χώρα, που οι απαγωγές αφεντικών έγιναν μια μορφή αγώνα που αφορούσε συγκεκριμένα τα κλεισίματα εργοστασίων. Εκείνη την περίοδο ξεσπάνε αγώνες πολύ βίαιοι, που συχνά διαρκούν χρόνια, εμπλέκουν μεγάλο αριθμό εργατών σε ολόκληρες περιφέρειες, και υποστηρίζονται με δράσεις αλληλεγγύης εντός και εκτός των περιφερειών αυτών.</p>
<p>Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, μια ευρωπαϊκή συμφωνία για την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας του χάλυβα απείλησε εκατοντάδες θέσεις εργασίας στην περιοχή της Lorraine. Σ΄αυτό το πλαίσιο, σε ένα εργοστάσιο στην πόλη Longwy, 300 από τους 1800 εργαζομένους απήγαγαν και κράτησαν ομήρους τον διευθυντή και δύο στελέχη, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στην οποία θα παίρνονταν αποφάσεις σχετικά με τις απολύσεις. Όταν η αστυνομία επενέβη για να απελευθερώσει τον διευθυντή, οι εργάτες της χαλυβουργίας απάντησαν με επίθεση στο αστυνομικό τμήμα της πόλης. Ο αγώνας τους διήρκησε πέντε μήνες, εμπεριείχε μεγάλη γκάμα μέσων δράσης (απεργία, ελεύθερο ραδιόφωνο, καταστροφή υλικών υποδομής) και κινητοποίησε ολόκληρη την περιφέρεια. Τελικά, οι εργάτες κέρδισαν, μεταξύ άλλων, πρόωρη συνταξιοδότηση στα 50, με σύνταξη από 84 έως 90% του μισθού.<a title="" href="#_ftn4"><sup>[4]</sup></a></p>
<p>Στην Pointe de Givet, στις 9 Ιουλίου του 1982, εργάτες κράτησαν όμηρο τον διευθυντή για 48 ώρες, ως διαμαρτυρία ενάντια στο κλείσιμο του εργοστασίου στο Chiers in Vireux, στις Αρδένες. Ο αγώνας των εργατών κράτησε σχεδόν 2 χρόνια, παράλληλα με έναν αγώνα ενάντια στην κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στην περιοχή. Βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία λάμβαναν χώρα κάθε μήνα (με μολότωφ, ακόμα και πυροβολισμούς) αλλά και βίαιες δράσεις όπως ο εμπρησμός του πύργου ιδιοκτησίας του διευθυντή, καταλήψεις τραπεζών και πλιάτσικο στο Θησαυροφυλάκιο. Μετά από αγώνα αρκετών χρόνων, οι εργάτες κέρδισαν ένα «ιστορικό» πακέτο αποχώρησης που επέτρεψε σε κάποιους να κρατήσουν τους μισθούς τους για δέκα ακόμα χρόνια.<a title="" href="#_ftn5"><sup>[5]</sup></a></p>
<p>Μετά το 1982 και για είκοσι περίπου χρόνια, οι απαγωγές αφεντικών και οι απειλές για καταστροφή εργοστασίων δεν εμφανίζονται σχεδόν καθόλου. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη έκπληξη που προκάλεσαν οι ενέργειες των εργατών στις Cellatex και Moulinex στις αρχές της δεκαετίας του 2000.</p>
<p>Τον Ιούλιο του 2000, το κλείσιμο του εργοστασίου της Cellatex, στο Givet (Αρδέννες) εγκαινίασε την επιστροφή των βίαιων κοινωνικών συγκρούσεων. Αφού η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση, οι εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο. Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν έγιναν με την κυβέρνηση. Όταν στις 17 Ιουλίου, ο νομάρχης των Αρδεννών ανακοίνωσε την προσφορά του για το ποσό της αποζημίωσης, η αντίδραση ήταν βίαιη. Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας οι εργάτες έριξαν 5.000 λίτρα θειικό οξύ στο κοντινό ποτάμι ενώ μέσα στους χώρους του εργοστάσιου παρέμεναν ακόμη 47.000 λίτρα τα οποία απείλησαν ότι ήταν έτοιμοι να τα ρίξουν και αυτά, οποιαδήποτε στιγμή. Η πρόταση που τους είχε γίνει ήταν 2.500 φράγκα αντί για 1.500 που ήταν το ελάχιστο νόμιμο ποσό. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η νομαρχία ανακοίνωσε ότι καλεί νέα συνάντηση για διαπραγματεύσεις και ζήτησε από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να σταματήσουν τις ενέργειες των εργατών. Τελικά οι εργάτες πέτυχαν αποζημίωση 80.000 φράγκων, πολύ πάνω από το κατώτερο νόμιμο όριο (περίπου ίσο με τους μισθούς ενός ολόκληρου χρόνου).<a title="" href="#_ftn6"><sup>[6]</sup></a></p>
<p>Στις 19 Νοεμβρίου του 2001, μετά από 2 μήνες κατάληψης του εργοστασίου (που ήταν να κλείσει μόνιμα και να απολυθούν 1.100 άτομα), οι εργάτες στην Cormelle, ένα από τα εργοστάσια της εταιρίας Moulinex, έλαβαν ασυνήθιστα μέτρα ώστε να τραβήξουν την προσοχή των μίντια. Από τις 11 Σεπτέμβρη ένα πανό κρεμόταν έξω από το εργοστάσιο που έγραφε «Όχι στο κλείσιμο – Ή λεφτά ή μπαμ». Αυτή τη φορά οι εργάτες προσπάθησαν να αποδείξουν ότι δεν αστειεύονταν. Έβαλαν φωτιά σε μια μικρή αποθήκη και άρχισαν να κουβαλούν φιάλες γκαζιού και βαρέλια με θειικό οξύ στην οροφή της. Στην πυροσβεστική που κατέφθασε δεν επέτρεψαν την είσοδο. Μια ομάδα εργατριών σκαρφαλωμένων στην πύλη της εισόδου άρχισε να φωνάζει «Πυροσβέστες φωτιά, καίγεται η Moulinex!». Μια από αυτές συνέχισε: «Σας είχαμε προειδοποιήσει, έχουν περάσει ακριβώς 2 μήνες που περιμένουμε για κάτι συγκεκριμένο. Για τις ιδιωτικές κλινικές δεν δυσκολεύονται να βρουν λεφτά. Για μας όμως τίποτα. Μετά από 30 χρόνια σ’ αυτό το μέρος, ο μισθός μας είναι 6.500 φράγκα και τώρα μας διώχνουν με 50.000 αποζημίωση. Δεν το συζητάμε καν». Ο αστυνομικός διευθυντής απευθύνει έκκληση στους εργάτες: «Μην αφήνετε να καεί το εργοστάσιό σας. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται στο Παρίσι. Φανείτε λογικοί». Ένας άντρας απαντά: «Αν το Παρίσι δεν προσφέρει τίποτα, θα κλιμακώσουμε τον αγώνα κάνοντας σαμποτάζ. Τότε θα μας ακούσουν. Στιςι ειδήσεις δεν μιλούν ποτέ για εμάς». Την επόμενη μέρα γίνεται νέα προσφορά στους εκπροσώπους του σωματείου με πολύ μεγαλύτερη αποζημίωση: 80.000 φράγκα σε όλους. Την εβδομάδα που ακολουθεί υπογράφεται η συμφωνία με την πλειοψηφία των συνδικάτων. Σε αντίθεση με τη Cellatex, η οικονομική αποζημίωση κυμαίνεται από 30.000 έως 80.000 φράγκα, ανάλογα με την παλαιότητα του κάθε εργαζομένου.<a title="" href="#_ftn7"><sup>[7]</sup></a></p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι παρά το 2009, με την κρίση, που παρατηρούμε ένα πραγματικό κύμα από απαγωγές αφεντικών: 6 περιπτώσεις τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2009 και μετά άλλες 4 τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Πρέπει να τονιστεί ότι οι αναδιαρθρώσεις και τα κλεισίματα εργοστασίων αυξήθηκαν από το τέλος του 2008. Έτσι, σύμφωνα με μια ομάδα διαχείρισης κρίσεων του υπουργείου οικονομικών, από την αρχή του 2009 μέχρι τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, υπήρξαν 1.662 σχέδια εθελουσίας εξόδου έναντι μόλις 1.049 για όλο το 2008 και 957 για όλο το 2007.<a title="" href="#_ftn8"><sup>[8]</sup></a> Από τον Ιανουάριο του 2010 οι απαγωγές αφεντικών ξανάρχισαν. Υπήρξε μία περίπτωση μέσα στο μήνα, τρείς τον Φεβρουάριο, περισσότερες από τέσσερις το Μάρτιο, τέσσερις τον Απρίλη συν τρεις απειλές για ανατίναξη εργοστασίου, τρείς απαγωγές τον Μάη και μία τον Ιούνη. Η πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων αφορούσαν εταιρείες υπεργολαβιών από τις οποίες πολλές ανήκαν σε ξένους ομίλους, γεγονός που δυσχεραίνει την εύρεση συνομιλητή. Όλες οι υποθέσεις αφορούσαν πλάνα απολύσεων ή αναδιάρθρωσης και έλαβαν χώρα σε περιοχές όπου οι δυνατότητες για εύρεση άλλης θέσης εργασίας είναι ελάχιστες.</p>
<p>Αυτές οι απαγωγές σπάνια διαρκούσαν περισσότερο από μια νύχτα. Κι όμως, πάντοτε οδηγούσαν στην επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όποιο και αν ήταν το τελικό αποτέλεσμα. Γενικά, στο τέλος των διαπραγματεύσεων, οι θέσεις εργασίας που απειλούνταν δεν σώζονταν, αλλά οι αποζημιώσεις που δίνονταν ήταν πολύ υψηλότερες από αυτές που όριζε ο νόμος. Οι υπάλληλοι στην Continental, οι οποίοι, εκτός από το να απαγάγουν το αφεντικό τους, λεηλάτησαν την Υπονομαρχία, κέρδισαν 50.000 ευρώ αποζημίωση, γεγονός που έπεισε και άλλους να ακολουθήσουν τις μεθόδους τους. Την ανακοίνωση της πληρωμής αυτού του ποσού ακολούθησαν νέες απαγωγές αφεντικών. Τα ΜΜΕ έπαιξαν σημαντικό ρόλο σ’ αυτές τις συγκρούσεις. Συχνά, ήταν οι εργάτες που τα ειδοποιούσαν μόλις απήγαγαν κάποιο αφεντικό και τους εξέφραζαν τα παράπονά τους ενώ η διοίκηση παρέμενε σιωπηλή πάνω στο θέμα. Η υποστήριξη της κοινής γνώμης αναγκάσε το κράτος να παρέμβει δημόσια, το οποίο συχνά ανάγκαζε τους αντιπροσώπους των ξένων ομίλων να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.</p>
<p>Οι περιπτώσεις όπου υπήρξε απειλή για ανατίναξη του εργοστασίου αποδείχθηκαν εξίσου αποτελεσματικές, ιδίως μετά από το παράδειγμα της New Fabris το 2009. Στις 12 Ιουλίου αυτής της χρονιάς, οι εργαζόμενοι της συγκεκριμένης εταιρείας που εξειδικεύεται στην τήξη αλουμινίου για την αυτοκινητοβιομηχανία (υπεργολάβος της Renault και της PSA), τοποθέτησαν φιάλες υγραερίου στο εργοστάσιο και έκαναν τις προθέσεις τους απολύτως σαφείς: «Θα ανατινάξουμε τα πάντα αν δεν μας δοθούν αποζημιώσεις ύψους 30.000 ευρώ πάνω του νομίμου ανωτάτου ορίου». Σε σύγκριση με τους εργάτες του Rencast, που βρέθηκαν στην ίδια θέση και προχώρησαν στην καταστροφή εξαρτημάτων που προορίζονταν για την Renault ρίχνοντάς τα πίσω στα καμίνια, οι εργάτες στην New Fabris κλιμάκωσαν την απειλή τους κατά ένα επίπεδο. Αν και δεν προχώρησαν στην υλοποίηση των απειλών τους, οι 366 εργάτες πέτυχαν να πάρουν ένα μπόνους αποχώρησης 12.000 ευρώ, πέρα από την νόμιμη αποζημίωσή τους.</p>
<p>Από την άλλη, στο πλαίσιο των πλάνων απολύσεων, δεν υπήρξαν σχεδόν καθόλου περιπτώσεις όπου οι εργάτες προσπάθησαν να αυτοδιαχειριστούν την παραγωγή. Έγιναν πολλές αναφορές στην περίπτωση του εργοστασίου της Philips στο Dreux, όπου οι εργαζόμενοι επανεκκίνησαν την παραγωγή «υπό εργατικό έλεγχο» αφότου πληροφορήθηκαν το κλείσιμο του εργοστασίου τους που κατασκεύαζε οθόνες τηλεόρασης. Παρ’ όλα αυτά, τα προϊόντα που παράχθηκαν δεν προορίστηκαν για πώληση αλλά κλειδώθηκαν σε μια αποθήκη ώστε να χρησιμοποιηθούν σαν «διαπραγματευτικό χαρτί».<a title="" href="#_ftn9"><sup>[9]</sup></a> Δέκα μέρες μετά, η διοίκηση επενέβη με δικαστικούς επιμελητές και απείλησε με απολύσεις. Οι εργαζόμενοι επέστρεψαν τις τηλεοράσεις και αυτό ήταν το τέλος αυτού του πειράματος «αυτοδιαχείρισης».<a title="" href="#_ftn10"><sup>[10]</sup></a></p>
<p>Ανάμεσα στις εταιρείες που επηρεάστηκαν από βίαιες δράσεις το 2010, υπάρχουν αρκετοί υπεργολάβοι της αυτοκινητοβιομηχανίας (Proma France, Sodimatex, EAK), αλλά και δύο μεταλλουργικές εταιρίες (Akers, Siemens), μια εταιρία παραγωγής ανελκυστήρων (Renolift-Meyzieu), άλλη μια κατασκευής εφαρμογών πεπιεσμένου αέρα για την BTP και τη βιομηχανία (Sullair-Europe), μια κατασκευαστική ενθεμάτων στήθους από σιλικόνη (Poly Implant Prothèse), ένα εργοστάσιο κατασκευής χάλκινου σύρματος (Usine Essex), μια αρτοβιομηχανία (New Society bread), μια εταιρία βιομηχανικής συντήρησης (Isotherma) και μια εταιρεία τηλεσκοπικών ανυψωτικών (Bobcat). Επηρεάζεται όμως όλο και περισσότερο και ο τομέας των υπηρεσιών. Φέτος (2010), για να αναφερθούμε μόνο σε περιπτώσεις που απασχόλησαν τα ΜΜΕ, απαγωγές αφεντικών έλαβαν χώρα σε μια εταιρεία παρακολούθησης (Vigimark Surveillance), μια τράπεζα (Caisse d’Epargne), τέσσερα νοσοκομεία (Cochin, Emile-Roux, Henri-Mondor και Foix-Jean Rostand), δύο τυπογραφεία (Brodard Graphique και Hélio-Corbeil) και ένα μαγαζί επίπλων (Pier Import). Ο δε τυπογράφος Yvan Lesniak, διευθύνων Σύμβουλος στην Circle Printers, φαίνεται να έχει απαχθεί 7 φορές συνολικά και περιγράφει την ατμόσφαιρα που επικρατεί κάθε φορά που πρέπει να ανακοινώσει ένα πλάνο απολύσεων: «Όταν κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης αρχίζεις να βλέπεις σταυρούς, φέρετρα, αγχόνες, το ομοίωμά σου να κρέμεται από ένα δέντρο, όταν σε έχουν επικηρύξει με φωτογραφία και την επιγραφή ‘καταζητείται’, και πρέπει μετά από όλα αυτά να μπεις μέσα στο κτίριο, το ξέρεις πια ότι ρισκάρεις». Αν και γενικά τα αφεντικά δεν υφίστανται κακοποίηση, η εχθρότητα είναι συχνά χειροπιαστή: «Μου πέταξαν σάπιες ντομάτες στο πρόσωπο, αυγά, με έφτυσαν, με εμπόδισαν να κοιμηθώ. […] Έπρεπε να ζητήσω την άδεια για να πάω στην τουαλέτα, με έβρισαν, διέσχισα ένα φράχτη μίσους, ανθρώπων επιθετικών».<a title="" href="#_ftn11"><sup>[11]</sup></a> Κάποιοι εργοδότες κατέληξαν να συνοδεύονται από δικαστικούς κλητήρες στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και οργανώθηκαν για πολλούς από αυτούς μαθήματα πρόληψης απαγωγών από ειδική ομάδα της χωροφυλακής. Είναι γεγονός ότι η πλειονότητα των απαγωγών και των απειλών ανατίναξης είναι αυθόρμητες, ξεκινούν και οργανώνονται από τη βάση. Για παράδειγμα, ένας αντιπρόσωπος του συνδικάτου της CGT στην Caterpillar, ο Pierre Piccarreta, που έπαιξε το ρόλο του εκπρόσωπου τύπου στην αρχή του αγώνα, δεν ήταν ενήμερος ακόμη και όταν η απαγωγή του αφεντικού είχε ήδη ξεκινήσει και ενημερώθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης που είχε σε άλλο εργοστάσιο. Ο γραμματέας του συνδικάτου του εργοστασίου δήλωσε ότι «έτσι κι αλλιώς, καθ’ολη τη διάρκεια του αγώνα η βάση μας διηύθυνε, αυτή έπαιρνε τις αποφάσεις.»<a title="" href="#_ftn12"><sup>[12]</sup></a>.Για τον Jean-Claude Ducatte, ιδρυτή της Epsy, εταιρίας συμβούλων και ειδικού στην επιχειρηματική στρατηγική, είναι σαφές ότι «στις 9 από τις 10 περιπτώσεις, είναι τα σωματεία που τρέχουν πίσω από τους εργαζομένους οι οποίοι αφήνουν τον θυμό τους να ξεσπάσει.»<a title="" href="#_ftn13"><sup>[13]</sup></a></p>
<p>Και όταν οι συνδικαλιστές της βάσης συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτές τις παράνομες δράσεις, το κάνουν διαχωρίζοντας ολοφάνερα τη θέση τους από τη γραμμή που κατεβάζουν τα κεντρικά συνδικάτα. Για παράδειγμα, ο Xavier Mathieu, αντιπρόσωπος της CGT στην Continental, που εμφανίστηκε πολύ στα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του αγώνα, αποκάλεσε δημόσια τον Bernard Thibault, γενικό γραμματέα της CGT, «racaille» και παράσιτο. Πρέπει να τονιστεί ότι τα κεντρικά συνδικάτα, είτε η CGT, η CFDT, ή το FO, επιθυμούν να επικεντρωθούν στην υπεράσπιση των θέσεων εργασίας και όχι στα αιτήματα για μεγαλύτερες αποζημιώσεις και δηλώνουν ότι δεν εγκρίνουν τρόπους δράσης όπως οι απαγωγές αφεντικών και οι απειλές ανατίναξης του εργοστασίου, αν και δεν μπορούν να τις καταδικάσουν δημόσια. Κατά τη διάρκεια της διαμάχης στην New Fabris, η Maryse Dumas (CGT) δήλωσε στον ραδιοσταθμό Europe 1: «Αντιλαμβάνομαι ότι οι εργαζόμενοι πιστεύουν πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ακουστούν. Αυτά είναι τρόποι δράσης που δεν θα συμβούλευα τους εργαζομένους να ακολουθήσουν καθώς τις περισσότερες φορές οδηγούν σε αδιέξοδο.»</p>
<p>Έτσι, οι συνδικαλιστές βάσης, για να μην παρακαμφθούν εντελώς, είναι αναγκασμένοι να διατηρήσουν μια κριτική στάση απέναντι στους αντιπροσώπους τους. Είναι γεγονός ότι δυσκολεύονται ιδιαίτερα να αποδείξουν την νομιμοποίησή τους, καθώς στον ιδιωτικό τομέα μόλις το 5.2% των εργαζομένων είναι οργανωμένοι στα συνδικάτα. Οι δομές που σε άλλες χώρες καταστέλλουν τους αγώνες και δεν τους επιτρέπουν να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο αντιπαράθεσης έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα στη Γαλλία, και η αιτία αυτής της γαλλικής ιδιαιτερότητας πρέπει να αναζητηθεί στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε το φορντιστικό μοντέλο στη χώρα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.</p>
<p><strong>Ο Φορντισμός και η γαλλική του ιδιαιτερότητα</strong></p>
<p>Ο Φορντισμός είναι μια μορφή της εκμεταλλευτικής σχέσης η οποία προέρχεται από την μεγαλύτερη ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αυτή η μορφή βασίζεται κυρίως στην άντληση σχετικής υπεραξίας, η οποία εξαρτάται από την κατανάλωση των εργατών. Για να μπορέσει να μειωθεί το κόστος αναπαραγωγής της τάξης, και ακολούθως το κομμάτι της αναγκαίας εργασίας σε σχέση με την υπερ-εργασία, τα κόστη των εμπορευμάτων που εισέρχονται σε αυτήν την αναπαραγωγή πρέπει να μειωθούν, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω της μαζικής παραγωγής τους, κάτι που έγινε εφικτό μέσω μιας σημαντικής αύξησης της παραγωγικότητας. Έτσι οι εργάτες μπορούν να αγοράσουν περισσότερα εμπορεύματα, καθώς το κόστος τους έχει μειωθεί σημαντικά, και μια αύξηση στους πραγματικούς μισθούς γίνεται δυνατή παρά το ότι το μερίδιο του μισθού μειώνεται σε σχέση με την προστιθέμενη αξία. Επιπλέον, σε μια εποχή που ο διεθνής ανταγωνισμός ήταν ακόμη περιορισμένος, η αύξηση στους μισθούς είχε άμεσο θετικό αντίκτυπο στην εγχώρια ζήτηση, ωφελώντας τις εγχώριες εταιρείες που ήθελαν να πουλήσουν τα νέα προϊόντα στην αγορά. Στο πλαίσιο του Φορντισμού <em>τα μισθολογικά αιτήματα έχουν λειτουργικό ρόλο στη συσσώρευση του κεφαλαίου σε εθνικό επίπεδο.</em></p>
<p>Σε αυτό το στάδιο, τέτοιου είδους διεκδικήσεις μπορούν να ικανοποιηθούν από το κεφάλαιο, φτάνει να μην θέτουν υπό αμφισβήτηση τις νέες εργασιακές συνθήκες που κρίνονται απαραίτητες για τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας. Παρομοίως, οι συνεχείς επαναστατικοί μετασχηματισμοί στην εργασιακή διαδικασία μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από τους εργάτες από τη στιγμή που οι μισθοί τους αυξάνονται. Οι συλλογικές συμβάσεις παίζουν εδώ σημαντικό ρόλο καθώς θεσπίζουν αυτές τις συνθήκες σε εθνικό επίπεδο.</p>
<p>Στις ΗΠΑ οι συλλογικές συμβάσεις εμφανίζονται την περίοδο του μεσοπολέμου. Μια σημαντική χρονιά ήταν το 1935 όταν τέθηκε σε ισχύ το <em>Wagner Act</em>. Ο νόμος αυτός αναγνώριζε επισήμως την ύπαρξη και τη λειτουργία των εργατικών συνδικάτων και απαγόρευε στους εργοδότες να παρενοχλούν τους εργάτες όταν συμμετείχαν σε κάποιο συνδικάτο ή σε κάποια κινητοποίηση. Τα επόμενα χρόνια οι εργάτες είχαν πολλά και σημαντικά οφέλη στους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες. Αμέσως μετά όμως το τέλος του 2ου ΠΠ, ένα νέο κύμα αγώνων σάρωσε τη χώρα, με μαζικές απεργίες το 1945 και το 1946. Η καπιταλιστική τάξη απάντησε προωθώντας νέα νομοθεσία το 1947, το <em>Taft-Hartley Act</em>, που χαλιναγώγησε τη δύναμη των συνδικάτων. Έκτοτε οι συλλογικές συμβάσεις εξελίχθηκαν με έναν όλο και πιο συγκεντρωτικό και σχεδιασμένο τρόπο, προσανατολισμένο στις απαιτήσεις της παραγωγής και της κερδοφορίας. Οι εργοδότες εξασφάλισαν ότι οι απεργίες δεν θα απειλούσαν τους μετασχηματισμούς της εργασιακής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που συνεπάγονταν την εντατικοποίησή της. Την ίδια στιγμή, θεσπίστηκαν μισθολόγια που αφορούσαν εκτεταμένες χρονικές περιόδους, ικανές να επιτρέψουν τον σχεδιασμό μελλοντικών επενδύσεων – συνθήκη απαραίτητη για την σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας. Σε αντίθεση με την περίοδο πριν την καθιέρωση των συλλογικών συμβάσεων, οπότε και οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν στη διάρκεια περιόδων ύφεσης της συσσώρευσης (λόγω της υποτίμησης των καταναλωτικών αγαθών), ο πραγματικός μισθός μπορούσε τώρα να κινηθεί στην ίδια κατεύθυνση με την συσσώρευση.<a title="" href="#_ftn14"><sup>[14]</sup></a></p>
<p>Στη Σουηδία, λίγα χρόνια πριν τον 2ο ΠΠ αλλά και αμέσως μετά, εμφανίστηκαν νέες θεσμικές σχέσεις οι οποίες προώθησαν την θέσπιση κεντρικών συλλογικών συμβάσεων. Υπό την απειλή της κρατικής παρέμβασης στις εργασιακές διαμάχες, οι οποίες ήταν πολύ σκληρές στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘20, η LO, η μεγαλύτερη εργατική συνομοσπονδία, και η SAF, η συνομοσπονδία των εργοδοτών της Σουηδίας, σύναψαν μεταξύ τους διάφορες συμφωνίες, με σημαντικότερη αυτήν του Saltsjöbaden το 1938. Η τελευταία δημιούργησε ένα μοναδικό μοντέλο αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, που χαρακτηριζόταν από ελάχιστες συγκρούσεις, συνεχείς αυξήσεις μισθών για τους εργάτες και παραγωγικότητας για την βιομηχανία. Η σταθερότητα αυτής της σχέσης οφειλόταν στο γεγονός ότι οι εργοδότες μπορούσαν να βασίζονται στην συγκεντρωτική συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία θα κατέστειλλε τα τοπικά συνδικαλιστικά κινήματα ώστε να μην απειλούν την κερδοφορία των εταιριών, στη βάση δηλαδή μιας συνδικαλιστικής πειθαρχίας που εφαρμοζόταν κάθετα.</p>
<p>Σε σύγκριση με το Σουηδικό μοντέλο, όπου η οργάνωση των συνδικάτων ήταν ιδιαιτέρως συγκεντρωτική, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών οργανωνόταν σε αυτά. Ως εκ τούτου, τα συνδικάτα διαπραγματεύονταν από θέση ισχύος συμφωνίες που αφορούσαν όλους τους εργάτες. Τα Γαλλικά συνδικάτα φαίνεται ότι βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση την περίοδο μετά τον 2ο ΠΠ. Εξαιρετικά πολιτικοποιημένα και σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, είχαν λίγα μέλη και δεν αντιπροσωπεύονταν επαρκώς μέσα στις εταιρείες. Συνδικάτα και εργοδότες δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σχετικά με τις διαδικασίες διαπραγματεύσεων και έτσι τα αιτήματα των εργατών γινόντουσαν δεκτά μόνο μετά από σκληρούς αγώνες (αγώνες που συχνά οδηγούνταν στην υιοθέτηση παράνομων πρακτικών), και καθώς οι ισορροπίες δυνάμεων άλλαζαν οι συγκρούσεις εύκολα επανεμφανίζονταν. Οι εργάτες κέρδιζαν τις διεκδικήσεις τους μετά από ισχυρή κινητοποίηση της βάσης, και αυτό αποτελεί σημαντική ιδιαιτερότητα της ταξικής πάλης στη Γαλλία (κάτι που όμως δεν σημαίνει ότι τα κέρδη των εργατών στη Γαλλία ήταν μεγαλύτερα από αυτά που πέτυχαν με ειρηνικούς τρόπους οι εργάτες σε άλλες χώρες). Αν και υπήρχαν συλλογικές συμβάσεις, αρχικά αυτές αφορούσαν μόνο τις εταιρείες που τις υπέγραφαν και δεν επεκτείνονταν σε κλαδικό επίπεδο. Η αποτυχία των συνδικάτων να επεκτείνουν αυτές τις συμφωνίες σε εθνικό επίπεδο εξηγεί επίσης άλλη μία ιδιορρυθμία της γαλλικής περίπτωσης: τον σημαντικό ρόλο που έπαιζε το κράτος στην γενίκευση και διασφάλιση των αποτελεσμάτων των διεκδικήσεων. Το 1950, ο νόμος της 11ης Φεβρουαρίου σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις έδωσε στον Υπουργό Εργασίας την εξουσία να επεκτείνει τους όρους μιας συλλογικής σύμβασης σε άλλους κλάδους.<a title="" href="#_ftn15"><sup>[15]</sup></a> Πρακτικά, όλες οι Γαλλικές εταιρείες υπόκειντο σε μια συλλογική σύμβαση ανεξαρτήτως της δραστηριότητάς τους και του μεγέθους τους, παρέχοντας έτσι σε όλους τους Γάλλους εργαζόμενους σχετικά ομοιογενείς συνθήκες. Ήταν επίσης το κράτος που εισήγαγε έναν εγγυημένο κατώτατο μισθό, το SMIG, το 1950, σε αντίθεση με τις σκανδιναβικές χώρες όπου ένας κατώτατος μισθός ήταν εγγυημένος de facto από τα συνδικάτα χωρίς κρατική παρέμβαση. Έτσι στη Γαλλία, το κράτος έπαιξε έναν κεντρικό ρόλο στην διασφάλιση μιας σταθερής ανόδου των μισθών και της ομογενοποίησης των αποτελεσμάτων της.</p>
<p>Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και στη Γαλλία, εκείνη την περίοδο τα αιτήματα κινούνταν κυρίως γύρω από το θέμα του μισθού. Ακόμα και όταν συνοδεύονταν από άλλα αιτήματα για τις εργασιακές συνθήκες, η ικανοποίηση όσων αφορούσαν το μισθό έβαζε τέλος στις συγκρούσεις.<a title="" href="#_ftn16"><sup>[16]</sup></a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center">* * *</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είδαμε λοιπόν ότι ο τρόπος που αναπτύχθηκε η ταξική πάλη στην Γαλλία κατά τη διάρκεια του Φορντισμού, δεν εξαιρούσε την ύπαρξη συγκεκριμένων μορφών αγώνα, οι οποίες έφταναν κάποιες φορές, αν και σπάνια, μέχρι τη χρήση παράνομων πρακτικών, όπως δείξαμε στο προηγούμενο κομμάτι. Η χρήση της απαγωγής μπορεί έτσι να γίνει κατανοητή σαν συνέχιση του τρόπου με τον οποίο διεξάγονταν οι αγώνες που αφορούσαν τον μισθό στη Γαλλία. Και παρά το ότι αυτός ο τρόπος δράσης αποκτά περιθωριακό χαρακτήρα σε όλη την περίοδο του Φορντισμού, εκτός της περιόδου κρίσης του, παραμένει στο ρεπερτόριο της συλλογικής δράσης της τάξης.</p>
<p align="left"><strong>Η κρίση του Φορντισμού και η αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</strong></p>
<p>Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 κι έπειτα, η παραγωγή σχετικής υπεραξίας σκόνταφτε όλο και περισσότερο στις ίδιες τις αντιφάσεις της. Η τεράστια αύξηση παραγωγικότητας που επετεύχθη με την εισαγωγή της αλυσίδας παραγωγής στην εργασία, γινόταν ολοένα και δυσκολότερο να διατηρηθεί. Η επέκταση της αυτοματοποίησης απαιτούσε συνεχώς περισσότερες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο, κάτι που σήμαινε την ανάγκη για συνεχή επέκταση των αγορών ενώ την ίδια στιγμή οι κίνδυνοι της υποτίμησης του σταθερού κεφαλαίου αυξάνονταν. Το ίδιο το τεϋλορικό μοντέλο εργασιακής διαδικασίας αντιμετώπιζε τεχνικά προβλήματα που γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρα. Η εντατικοποίηση της εργασίας και ο ακραίος κατακερματισμός της παραγωγικής διαδικασίας επέφεραν μια σειρά από αρνητικές συνέπειες, όπως η δυσκολία να διατηρηθεί ένας κανονικός ρυθμός εργασίας. Η νευρική εξουθένωση, λόγω του εντατικού και ομογενούς ρυθμού εργασίας, οδήγησε σε αύξηση των ελαττωματικών προϊόντων, των ατυχημάτων και της συχνής και απρόβλεπτης απουσίας από τη δουλειά. Αυτό το τελευταίο ανάγκαζε την διοίκηση να προσλαμβάνει πρόσθετη εργατική δύναμη προς αναπλήρωση των κενών που δημιουργούνταν, καθώς οι διακοπές και οι καθυστερήσεις στην αλυσίδα παραγωγής είχαν επιπτώσεις σε ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία. Όταν οι εργασιακές συνθήκες γίνονται δυσβάστακτες, η ίδια η παρουσία ενός μεγάλου αριθμού εργατών συγκεντρωμένων σε ένα εργοστάσιο ενθαρρύνει το συλλογικό αγώνα στους χώρους παραγωγής.<a title="" href="#_ftn17"><sup>[17]</sup></a> Μετά τα μεγάλα κύματα αγώνα στα τέλη των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, μια αναδιάρθρωση της οργάνωσης της εργασίας έγινε απαραίτητη προκειμένου να γκρεμιστούν αυτά τα προπύργια των εργατών.</p>
<p>Η αναδιάρθρωση όμως θα συνεπαγόταν μια ανατροπή όλης της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Για να ξεπεραστούν οι περιορισμοί στην συσσώρευση που εμφανίστηκαν κατά την κρίση του Φορντισμού, η αναδιάρθρωση στόχευσε στην διάλυση κάθε εμποδίου για την ομαλή λειτουργία της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Όχι μόνο αποδιάρθρωσε τα μεγάλα εργοστάσια και τις μονάδες εργασίας, με την εισαγωγή της υπεργολαβίας, της ευέλικτης αγοράς εργασίας και της προσωρινής και μερικής απασχόλησης -που συμβαδίζει με την είσοδο όλο και περισσότερων γυναικών στην αγορά εργασίας-, οι οποίες αναπτύσσονται με θεαματικό ρυθμό,<a title="" href="#_ftn18"><sup>[18]</sup></a> <em>αλλά εξαφάνισε και την ίδια τη σύνδεση ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας και τις αυξήσεις μισθών. </em>Αυτή η αποσύνδεση προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση της αξιοποίησης του κεφαλαίου και την τεράστια επέκταση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας.<a title="" href="#_ftn19"><sup>[19]</sup></a></p>
<p><strong>Το αθέμιτο των μισθολογικών διεκδικήσεων</strong></p>
<p>Από τότε που η αξιοποίηση του κεφαλαίου λαμβάνει πλέον χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, ο ενάρετος κύκλος των αυξήσεων των μισθών και αύξησης της ζήτησης σε εθνικό επίπεδο εξαφανίζεται. «Από τη στιγμή που η συνοχή του Φορντικού τρόπου ρύθμισης βρίσκεται στη σχέση μεταξύ παραγωγικότητας και διανομής σε εθνικό επίπεδο», στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, «η παραγωγή και η διανομή της αξίας αποσυνδέονται από τον τόπο προέλευσης».<a title="" href="#_ftn20"><sup>[20]</sup></a> «Επειδή τα συμφέροντα των πολυεθνικών δε συμπίπτουν πια με αυτά της χώρας προέλευσής τους, η συλλογική διαπραγμάτευση παύει να είναι ο κεντρικός παράγοντας/μοχλός στο σύστημα της εθνικής μακρο-οικονομικής ρύθμισης.»<a title="" href="#_ftn21"><sup>[21]</sup></a></p>
<p>Οι ίδιοι λόγοι που επιτρέπουν στις εταιρίες μιας χώρας όπως η Γαλλία να μεταφέρουν την παραγωγή σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη, ωθούν ταυτόχρονα στην ισχυρή συμπίεση των μισθών των εργαζόμενων στις χώρες του κέντρου, ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπουν την όλο και αυξανόμενη εισροή φθηνών προϊόντων. Το πάγωμα των μισθών, λοιπόν, αντισταθμίζεται εν μέρει από τη μείωση του κόστους των μέσων διαβίωσης. Επομένως, το μερίδιο που καταλαμβάνουν τα εισαγόμενα προϊόντα στη συνολική κατανάλωση των εργατών μεγαλώνει συνεχώς και αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία ενώ το επίπεδο του μισθού αποκτά όλο και λιγότερη επιρροή στη ζήτηση για εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Εφεξής ο μισθός γίνεται ένα απλό κόστος που πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο. Οποιαδήποτε διεκδίκηση για συνολικές αυξήσεις μισθών, απευθυνόμενη στο κεφάλαιο σε εθνικό επίπεδο, γίνεται λοιπόν αδύνατον να ικανοποιηθεί, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε σε αμφισβήτηση την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Εφόσον, σε αντίθεση με τη Φορντική περίοδο, τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να γίνει σε τοπικό επίπεδο και στη συνέχεια να επεκταθεί και στον υπόλοιπο τομέα, καθίσταται δύσκολο για μια μόνο επιχείρηση να αυξήσει τους μισθούς χωρίς να χάσει την ανταγωνιστικότητά της στην αγορά. Οι εργαζόμενοι που παλεύουν για μια τέτοια αύξηση μισθού δεν μπορούν να αγνοήσουν το γεγονός ότι κάνοντας αυτό, αυξάνονται οι πιθανότητες για την επιχείρηση να μεταφερθεί ή να χρεοκοπήσει.</p>
<p>Οι αγώνες ενάντια στα κλεισίματα των εργοστασίων αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι εργάτες δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν και μπορούν να διεκδικήσουν παράταση του χρόνου που παίρνουν μισθό με τη μορφή αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να ανησυχούν για τη μελλοντική υγεία της επιχείρησής τους. Οι εργαζόμενοι που δούλευαν σε επιχειρήσεις όπου απαγωγές αφεντικών και άλλες παράνομες δράσεις θα λάμβαναν χώρα αργότερα, σε πολλές περιπτώσεις είχαν αρχικά αποδεχτεί τη χειροτέρευση των εργασιακών συνθηκών και μερικές φορές και περικοπές μισθού με την ελπίδα ότι όλα αυτά θα απέτρεπαν το κλείσιμο της επιχείρησης.<a title="" href="#_ftn22"><sup>[22]</sup></a> Αλλά όταν αυτό γίνεται αναπόφευκτο, ο θυμός για το ότι συναίνεσαν σε όλα αυτά για το τίποτα, και η γνώση ότι κανείς δεν έχει πια τίποτα να χάσει, μεταφράζεται σε απεγνωσμένες μορφές αγώνα, όπου είναι ξεκάθαρο ότι δεν απασχολεί πια κανέναν η μελλοντική υγεία της επιχείρησης, και ότι όλες οι υποσχέσεις για επανένταξη δε θα αντικαταστήσουν το μοναδικό πράγμα που παραμένει χειροπιαστό: τα λεφτά. Αυτοί οι αγώνες αποδειχθήκαν νικηφόροι, μόνο στο μέτρο που οι εργαζόμενοι που ενεπλάκησαν έλαβαν τελικά επιδόματα πολύ πέρα από αυτά που ορίζει ο νόμος. Έτσι, σύμφωνα με την Christine Ducros και τον Jean-Yves Guérin, οι εργαζόμενοι που καταφεύγουν σε τέτοιες μορφές δράσεων λαμβάνουν αποζημίωση κατά μέσο όρο τέσσερις φορές υψηλότερη από τη νόμιμη, συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Εδώ, ο αποσπασματικός χαρακτήρας των αγώνων δεν αποτελεί σημάδι αδυναμίας τους, αλλά είναι μάλλον αυτό που τους επέτρεψε να κερδίσουν, καθώς η γενίκευσή τους θα τους καθιστούσε μη αποδεκτούς από την καπιταλιστική τάξη.</p>
<p>Οι συγκρούσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια αυτών των αγώνων ανάμεσα στη βάση και τα κεντρικά συνδικάτα, δεν είναι η επανάληψη της παλιάς αντίθεσης ανάμεσα στους εργάτες που υπερασπίζονταν την αυτονομία τους και των συνδικάτων που διαμεσολαβούν τη σχέση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Αυτό που οι εργαζόμενοι θέλουν στην πραγματικότητα είναι υψηλότερες αποζημιώσεις αλλά για να τις αποκτήσουν πρέπει να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, και αυτός είναι επίσης και ο στόχος των συνδικάτων βάσης τα οποία όμως δεν μπορούν να επιτελέσουν κανένα ρόλο όταν οι εργοδότες αρνούνται κάθε διαπραγμάτευση. Οι παράνομες μορφές αγώνα γίνονται τελικά ο μοναδικός ρεαλιστικός τρόπος για την επανάληψη των διαπραγματέυσεων. Τα κεντρικά συνδικάτα, από τη μεριά τους, είναι αναγκασμένα να συνυπολογίσουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές απασχόλησης του εργατικού δυναμικού στο σύνολό του, αλλά οι εργαζομένοι που αντιμετωπίζουν το κλείσιμο του χώρου εργασίας τους, δεκάρα δε δίνουν για το μακροπρόθεσμο.</p>
<p>Ωστόσο, πρόκειται μονάχα για μια μικρή μειοψηφία που έχει καταφύγει σε τέτοιες δράσεις, και παρόλο που οι περιπτώσεις που συζητάμε εδώ μπορεί να φαίνονται πολλές συγκριτικά με την παντελή τους απουσία σε άλλες χώρες, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε όλα τα κλεισίματα εργοστασίων στα οποία τέτοιου τύπου δράσεις δε συνέβησαν ποτέ. Επιπλέον, ακόμη κι αν τέτοιου είδους δράσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ριζοσπαστικές, δεν υπάρχει τίποτα το ριζοσπαστικό σε αυτό που διεκδικούν. Και τα χρήματα που έχουν καταφέρει να κερδίσουν, τα οποία φαίνονται σημαντικά μόνο σε σύγκριση με την ισχνή αποζημίωση που καθορίζεται από το νόμο, δεν μπορούν να καθυστερήσουν επ’ αόριστον την επιστροφή στις χαρές της αγοράς εργασίας (αλλά ποιός θα προσλάμβανε κάποιον που είναι γνωστό ότι έχει απαγάγει το πρώην αφεντικό του;).</p>
<p>Το ενδιαφέρον σε αυτούς τους αγώνες, επομένως, δεν είναι το γεγονός ότι θα αποτελούσαν τους σπόρους ενός νέου εργατικού κινήματος, αλλά ότι αναδεικνύουν αυτό με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι οι σημερινοί αγώνες στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό. Στην είδηση ότι το εργοστάσιό τους πρόκειται να κλείσει, οι εργάτες δεν επιζητούν την επανεκκίνηση και αυτοδιαχείριση της παραγωγής. Μακράν του να θεωρούν το χώρο εργασίας τους ως κάτι που θα ήθελαν να επανοικειοποιηθούν, τον στοχοποιούν. Το ταξικό ανήκειν δε σχηματίζει πλέον τη βάση μιας εργατικής ταυτότητας πάνω στην οποία θα μπορούσε να χτιστεί μια νέα κοινωνία. Οι προλετάριοι δεν μπορούν να ξεπεράσουν το ταξικό τους ανήκειν αλλά μέσα στους αγώνες το βιώνουν σαν ένα τοίχο που ορθώνεται μπροστά τους. Το να προχωρήσουν πέρα από αυτό το όριο θα σήμαινε να καταργήσουν τον εαυτό τους ως τάξη ενώ την ίδια στιγμή να καταργήσουν όλες τις άλλες τάξεις: κομμουνιστικοποίηση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="right"><strong>Jeanne Neton &amp; Peter Åström</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<div>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref1"><sup>[1]</sup></a> Την άνοιξη του 2009 μια έρευνα έδειξε ότι σχεδόν ένας στους δύο Γάλλους πολίτες (45%) θεωρούσε ότι το να απαγάγεις το αφεντικό σου είναι κάτι «αποδεκτό» στην περίπτωση κλεισίματος του εργοστασίου. Δες “Sondage choc sur les séquestrations de patrons”, <em>Le Parisien</em>. Ολόκληρη η έρευνα υπάρχει στο www.csa-fr.com/dataset/data2009/opi20090402-l- opinion-des-francais-sur-les-sequestrations-de-patrons.pdf</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref2"><sup>[2]</sup></a> Δες <em>Le Monde</em>, Νοέμβριος 11, 12, 14, 16, 1961, και Xavier Vigna, <em>L’insubordination ouvrière dans les années 68. Essai d’histoire politique des usines</em>, Presses universitaires de Rennes, Rennes 2007, σ. 103.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref3"><sup>[3]</sup></a> Δες Christine Ducros et Jean-Yves Guérin, <em>Le management de la colère</em>, Éditions Max Milo, Paris 2010, pp. 173–174.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref4"><sup>[4]</sup></a> Δες Le Monde Diplomatique, October 1997, www.monde-diplomatique.fr/1997/10/RIMBERT/9295 (in French).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref5"><sup>[5]</sup></a> Δες το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ <em>Ça leur coûtera cher</em> που βρίσκεται στο</p>
<p>http://reposito.internetdown.org/videosetsons/vireux/ (στα Γαλλικά).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref6"><sup>[6]</sup></a> <em>Le Monde</em>, 19 Ιουλίου, 2000.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref7"><sup>[7]</sup></a> <em>Le Monde</em>, 14 Νοεμβρίου, 2001 και <em>Libération</em>, 19 Νοεμβρίου, 2001.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref8"><sup>[8]</sup></a> Δες Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 9.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref9"><sup>[9]</sup></a> Σύμφωνα με σχόλια από τον Manu Georget, εκπροσώπου μιας διαφωνούσας πτέρυγας του συνδικάτου της CGT, που έδρασε σαν επίσημος συνομιλητής κατά τη διάρκεια του αγώνα: http://onvaulxmieuxqueca.ouvaton.org/spip.php?article444&amp;calendrier_mois=09&amp;calendrier_annee=2010 (in French).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref10"><sup>[10]</sup></a> Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τί προοπτικές αυτοδιαχείρισης υπήρχαν πραγματικά από τη στιγμή που τα προϊόντα που παράχθηκαν δεν προσφέρονταν για «ακτιβιστική πώληση» (κάτι που έγινε με τα ρολόγια που παράχθηκαν στην Lip την δεκαετία του 70 και πωλούνταν σε όλη τη Γαλλία σε περίπτερα αλληλεγγύης προς ενίσχυση του αγώνα). Και αν οι οθόνες πλάσμα μιας μάρκας όπως η Philips δεν προσφέρονται για τέτοιου είδους πώληση, τι να πούμε για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων που παράγονται από ένα εργοστάσιο υπεργολαβίας της Renault;</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref11"><sup>[11]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 77.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref12"><sup>[12]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 142.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref13"><sup>[13]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 149.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref14"><sup>[14]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 202.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref15"><sup>[15]</sup></a> Benjamin Coriat, “Wage labor, capital accumulation, and the crisis 1968–82”, in Mark Kesselman &amp; Guy Groux (red.), <em>The French workers’ movement. </em><em>Economic crisis and political change</em>, London 1984, σ. 22.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref16"><sup>[16]</sup></a> “Όπως ο Erbès Seguin […] έχει με οξυδέρκεια παρατηρήσει […] για όλη την περίοδο που μας αφορά εδώ, οι μισθοί έπαιζαν τον ρόλο ενός είδους γενικού υποκατάστατου για όλα τα άλλα αιτήματα των εργατών. Για παράδειγμα η εισαγωγή της νυχτερινής βάρδιας έγινε σε πολλές περιπτώσεις δεκτή με αντάλλαγμα μισθολογικές παραχωρήσεις από τη μεριά των αφεντικών”. – Benjamin Coriat, ο.π., σ. 23.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref17"><sup>[17]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 120f.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref18"><sup>[18]</sup></a> “Από το 1983 μέχρι 2003, οι αριθμοί των εργαζομένων σε καθεστώς υπενοικίασης αυξήθηκαν από τις 113.000 στις 361.000 (+316 %), αυτών που εργάζονταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου (CDD) από τις 263.000 στις 1.624.000 (+ 517 %) και των υποαπασχολούμενων (part-time κλπ.) από τις 148.000 στις 1.186.000, όταν στην ίδια περίοδο οι αριθμοί των σταθερών θέσεων εργασίας (συμβόλαια αορίστου χρόνου (CDI) ή οργανικές θέσεις στο δημόσιο) ανέβηκαν μόλις από τις 16.804.000 στις 18.847.000 (+ 12%)” – Laurent Maudruit, “Les nouvelles métamorphoses de la question sociale”, <em>Le Monde</em>, 7 Απριλίου, 2005.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref19"><sup>[19]</sup></a> Κάποιοι θα μπορούσαν να αντιτείνουν φυσικά ότι ο καπιταλισμός ήταν πάντοτε παγκόσμιος, αλλά η διαδικασία που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια και παρήγαγε έναν <em>παγκόσμιο κύκλο συσσώρευσης</em> είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από το διεθνές εμπόριο <em>μεταξύ</em> των χωρών. Η ανάπτυξη των πολυεθνικών εταιρειών είναι αδιαχώριστη από το φαινόμενο των μετεγκαταστάσεων . Στην περίπτωση της Γαλλίας, όπως και σε άλλες δυτικές χώρες, αυτό ξεκίνησε τη δεκαετία του ‘70 με την υφαντουργική βιομηχανία. (Δες τα παραδείγματα των εταιρειών Kindy και Bidermann στο <em>L’expansion</em> no. 691, November 2004, που αναφέρονται στο: http://www.m-lasserre.com/educpop/dossierdelocs/DusecteurindustrielaceluidelaR&amp;D.htm)</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref20"><sup>[20]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 418.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref21"><sup>[21]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 417</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref22"><sup>[22]</sup></a> Δες Henri Simon, “À Givet, une nouvelle forme de la lutte de classe?”, <em>Échange et mouvement </em>no. 94, 2000.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η τωρινή στιγμή</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 16 Nov 2011 12:38:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=645</guid>
		<description><![CDATA[Στην πορεία του επαναστατικού αγώνα, η κατάργηση του κράτους, της ανταλλαγής, του καταμερισμού εργασίας και κάθε μορφής ιδιοκτησίας, η επέκταση της χαριστικότητας σαν ενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας, με άλλα λόγια η κατάργηση των τάξεων, είναι «μέτρα» που καταργούν το κεφάλαιο και που επιβάλλονται από τις ίδιες τις ανάγκες της πάλης εναντίον της καπιταλιστικής τάξης. Η [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Στην πορεία του επαναστατικού αγώνα, η κατάργηση του κράτους, της ανταλλαγής, του καταμερισμού εργασίας και κάθε μορφής ιδιοκτησίας, η επέκταση της χαριστικότητας σαν ενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας, με άλλα λόγια η κατάργηση των τάξεων, είναι «μέτρα» που καταργούν το κεφάλαιο και που επιβάλλονται από τις ίδιες τις ανάγκες της πάλης εναντίον της καπιταλιστικής τάξης. Η επανάσταση είναι κομμουνιστικοποίηση· τον κομμουνισμό δεν τον έχει σαν σκοπό και αποτέλεσμα, αλλά σαν περιεχόμενο.</p>
<p>Η κομμουνιστικοποίηση και ο κομμουνισμός είναι πράγματα του μέλλοντος, αλλά <em>πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά στο παρόν<em>. </em></em>Η κομμουνιστικοποίηση προαναγγέλλεται στους τωρινούς αγώνες όποτε το προλεταριάτο προσκρούει στην ίδια του την ύπαρξη ως τάξης, μέσα στην ταξική του δράση κατά του κεφαλαίου εντός της σχέσης εκμετάλλευσης, μέσα στην ίδια την πορεία αυτών των αγώνων· όποτε η ίδια η ύπαρξη του προλεταριάτου παράγεται σαν κάτι ξένο στο οποίο το προλεταριάτο προσκρούει στο πλαίσιο της πάλης του ως τάξης, σαν αντικειμενικός καταναγκασμός εξωτερικευμένος στην ίδια την ύπαρξη του κεφαλαίου. <em>Το πρόβλημα είναι πια η ταξική πάλη στο εσωτερικό της</em>. Εκείνο που οι αγώνες προαναγγέλλουν μέσα στον σημερινό κύκλο αγώνων, όποτε το ίδιο το γεγονός της δράσης του προλεταριάτου ως τάξης εμφανίζεται σαν εξωτερικός καταναγκασμός, σαν όριο που χρειάζεται να ξεπεραστεί, είναι το περιεχόμενο της μελλοντικής επανάστασης.</p>
<p>Τα βασικά στοιχεία μιας θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης τοποθετούνται στο παρόν, ειδάλλως το να μιλάμε για κομμουνιστικοποίηση είναι μια ανούσια δραστηριότητα πολιτικής φαντασίας. Το να αντιλαμβανόμαστε την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση έγκειται στην τωρινή κατανόηση του γεγονότος ότι το να αγωνιζόμαστε σαν τάξη αποτελεί το όριο της ταξικής πάλης. Αυτό είναι το κρίσιμο βήμα. Το να κάνουμε το βήμα αυτό είναι ο μοναδικός τρόπος να μιλήσουμε σήμερα για την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση με τρόπο που να συνδέεται με τους τωρινούς αγώνες.</p>
<h2>Νέα κεντρικότητα της μισθολογικής διεκδίκησης: η διεκδίκηση για τον μισθό είναι αθέμιτη</h2>
<p>Με την κρίση του «φορντιστικού καθεστώτος συσσώρευσης» και το ξεπέρασμά του μέσα στην αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στις δεκαετίες του 1970 και ’80, η μισθολογική διεκδίκηση γίνεται βαθμιαία, μέσα στη σχέση προλεταριάτου και κεφαλαίου, <em>αθέμιτη</em> και ακόμα «εκτός συστήματος»<sup>1</sup>. Το «μοίρασμα του πλούτου», εκτός από θεμελιωδώς συγκρουσιακό ζήτημα μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, έγινε και <em>ταμπού</em>.</p>
<p>Η επίθεση στον μισθό δεν αποτελεί ένα αναλλοίωτο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού το οποίο διαρκώς επιδεινώνεται: ενώ το κεφάλαιο είναι αξία εν κινήσει, και άρα η εκμετάλλευση της εργασίας είναι ο ίδιος ο ορισμός του, η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία μέσα στη συνολική διαδικασία αναπαραγωγής είναι πάντοτε ιστορικά συγκεκριμένη. Στην προηγούμενη φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η εκμετάλλευση αυτή παρήγε τους όρους πραγματοποίησής της <em>που ήταν τότε οι βέλτιστοι από την ίδια τη σκοπιά της αξιοποίησης του κεφαλαίου</em>. Αυτό περιλάμβανε όλα όσα έκαναν την αναπαραγωγή του προλεταριάτου προσδιοριστικό στοιχείο της αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου: δημόσιος χαρακτήρας παρεχόμενων υπηρεσιών, περιχαράκωση της συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο, έρπων πληθωρισμός που «σβήνει» την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, «μοίρασμα των οφελών από την αύξηση της παραγωγικότητας». Απ’ όλα αυτά προέκυπτε μια συγκρότηση και θεμιτότητα, μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, του προλεταριάτου ως εθνικού συνομιλητή σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, και μάλιστα από τη σκοπιά του ίδιου του κεφαλαίου. Από τη σοσιαλδημοκρατία έως το συμβουλιακό ρεύμα, εκείνο που διαμορφωνόταν ήταν η <em>εργατική ταυτότητα</em>.</p>
<p>Στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό (του οποίου τώρα γνωρίζουμε την κρίση), η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπέστη μια <em>διπλή αποσύνδεση</em>. Αφενός, αποσύνδεση ανάμεσα στην αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Αφετέρου, αποσύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση και τον μισθό σαν εισόδημα.</p>
<p>Όσον αφορά την πρώτη αποσύνδεση: εμφανίζεται αρχικά σαν γεωγραφικός χωρισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε ζώνες – καπιταλιστικά υπερκέντρα τα οποία συγκεντρώνουν τις λειτουργίες που καταλαμβάνουν την ανώτερη βαθμίδα στην ιεραρχία της οργάνωσης των επιχειρήσεων (χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, υψηλή τεχνολογία, κέντρα ερευνών κτλ.)· δευτερεύουσες ζώνες με δραστηριότητες που απαιτούν ενδιάμεσες τεχνολογίες, ζώνες οι οποίες συγκεντρώνουν την υλικοτεχνική υποστήριξη και την εμπορική διοχέτευση και έχουν ασαφή όρια από τις περιφέρειες που επιτελούν τις δραστηριότητες συναρμολόγησης, συχνά μέσω ανάθεσης σε υποκατασκευαστές· τέλος, ζώνες κρίσεων και «κοινωνικές χωματερές», όπου ανθεί μια ολόκληρη παραοικονομία βασισμένη σε προϊόντα νόμιμα ή μη. Ενώ η αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι ενοποιημένη διαμέσου του χωρισμού σε ζώνες, δεν συμβαίνει το ίδιο με την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Καθεμιά από τις ζώνες αυτές έχει ιδιαίτερες διευθετήσεις αναπαραγωγής. Στον πρώτο κόσμο: μικρά στρώματα υψηλόμισθων, με ιδιωτικοποίηση των κοινωνικοασφαλιστικών κινδύνων, συνδεδεμένα με φράξιες της εργασιακής δύναμης όπου διατηρούνται ορισμένες πτυχές του «φορντισμού» και με άλλες, ολοένα πολυπληθέστερες, που υπόκεινται σε έναν «νέο συμβιβασμό» με περιεχόμενο τη <em>συνολική αγορά της εργασιακής δύναμης</em><sup>2</sup>. Στον δεύτερο κόσμο: ρύθμιση μέσω χαμηλών μισθών που επιβάλλονται από την ισχυρή πίεση των εσωτερικών μεταναστεύσεων και τη μεγάλη επισφάλεια της απασχόλησης, λίγο-πολύ σταθερές νησίδες διεθνούς υπεργολαβικής ανάθεσης, ελάχιστη ή καμία εγγύηση για τους κοινωνικοασφαλιστικούς κινδύνους, μεταναστεύσεις εργασίας. Στον τρίτο κόσμο: ανθρωπιστικές βοήθειες, διάφορα λαθρεμπόρια, αγροτική επιβίωση, ρύθμιση μέσα από κάθε είδους μαφίες και λίγο-πολύ μικροσκοπικούς πολέμους αλλά και με αναβίωση των τοπικών και εθνοτικών μορφών αλληλεγγύης. Αυτός ο χωρισμός σε ζώνες δεν μπορεί παρά να έχει μορφή φράκταλ: κάθε βαθμίδα της κλίμακας, από τον κόσμο μέχρι τη συνοικία, αναπαράγει αυτή την τριχοτόμηση. Υπάρχει πλήρης αποσύνδεση ανάμεσα στην παγκόσμια αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης που ανταποκρίνεται στην αξιοποίηση αυτή. Ανάμεσα στα δύο, η αμοιβαία σχέση αυστηρής ισοδυναμίας ανάμεσα στη μαζική παραγωγή και τις διευθετήσεις αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, ισοδυναμία που όριζε τον φορντισμό, εξαφανίστηκε<sup>3</sup>.</p>
<p>Ο χωρισμός σε ζώνες είναι ένας λειτουργικός προσδιορισμός του κεφαλαίου: το ζητούμενο είναι να διατηρηθούν, παρά τη ρήξη μεταξύ των δύο, επεκτεινόμενες διεθνείς αγορές και μια πλανητική επέκταση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, κι αυτό <em>πέρα από κάθε αναγκαία σχέση σε έναν προκαθορισμένο κοινό χώρο αναπαραγωγής</em>.</p>
<p>Η ρήξη μιας αναγκαίας σχέσης ανάμεσα στην αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης διαρρηγνύει τους χώρους συνεκτικής αναπαραγωγής με την περιφερειακή ή και εθνική τους οριοθέτηση. Η αποσύνδεση παράγει τη διασταύρωση και την επ’ άπειρον επανάληψή της. Οι περιοχές που ορίζονται σαν «ενδιάμεσες» είναι οι πιο ενδιαφέρουσες, επειδή ακριβώς είναι εκείνες με τον εντονότερο συγχρωτισμό. Το ζητούμενο είναι <em>να διαχωριστούν, αφενός, η αναπαραγωγή και κυκλοφορία του κεφαλαίου και, αφετέρου, η αναπαραγωγή και κυκλοφορία της εργασιακής δύναμης</em>.</p>
<p>Όσον αφορά τη δεύτερη αποσύνδεση: η διαρκής αύξηση των χρεών, που ευνοείται από μια πολιτική χαμηλών επιτοκίων, επιτρέπει να αυξάνονται οι δαπάνες των «νοικοκυριών» ταχύτερα από τα εισοδήματά τους. Ο ανταγωνισμός, που μειώνει τις τιμές μόνο υπό τον όρο ότι θα μειώνει τους μισθούς τους, συνοδεύεται από τη δουλεία του χρέους, το οποίο έχει γίνει εξίσου απαραίτητο με το εισόδημα για την επιβίωση<sup>4</sup>.</p>
<p>«Η αύξηση του πλούτου των νοικοκυριών, η οποία συνοδεύεται από εντεινόμενη κοινωνική ανισότητα, είναι ο ρυθμιστής, επειδή στηρίζει τη ζήτηση η οποία επικυρώνει τη χρηματοοικονομική απόδοση του κεφαλαίου. Αλλά η αύξηση αυτού του πλούτου δεν είναι δυνατή χωρίς την πιστωτική επέκταση που αυξάνει τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Γι’ αυτό οι πιστωτικές καταχρήσεις αντανακλώνται στις διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι εντάσεις που ενυπάρχουν σε αυτή τη ρύθμιση εκδηλώνονται με χρηματοπιστωτικές κρίσεις, όχι με πληθωριστικές εξάρσεις. Η αναιμική αύξηση της μεγάλης πλειοψηφίας των μισθολογικών εισοδημάτων αφενός, και οι αντιπληθωριστικές πιέσεις στις τιμές από τον ανταγωνισμό των αναδυόμενων χωρών αφετέρου, καθηλώνουν τη διάδοση των τοπικά οριοθετημένων πληθωριστικών πιέσεων. […] Η βιωσιμότητα της χρέωσης γίνεται επίκεντρο αυτού του τρόπου ρύθμισης, του οποίου η λογική συνίσταται στη μετατόπιση του μακροοικονομικού κινδύνου προς τα νοικοκυριά. […] Όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα προσαρμόστηκε [σωστότερα: είχε προσαρμοστεί – σ.σ.] στη λειτουργία μιας οικονομίας στην οποία το χρέος των νοικοκυριών αποτελεί την κυριότερη πηγή της ζήτησης» (Aglietta και Berrebi, <em>Désordres dans le capitalisme mondial</em>, εκδ. Odile Jacob, σελ. 56-57-60-62).</p>
<p>Ένα τέτοιο σύστημα σχέσεων μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης θεμελιώνεται σε τεράστιες μισθολογικές διαφοροποιήσεις και τις ενισχύει, αλλά δεν ξεχνάει και τους φτωχούς, όπως μας δείχνει η κρίση των <em>subprimes</em> (ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης) και η αύξηση της υπερχρέωσης σε όλες τις χώρες. Μέσα στη διαδοχή των χρηματοπιστωτικών κρίσεων οι οποίες, εδώ και μια εικοσαετία περίπου, ρυθμίζουν τον τωρινό τρόπο αξιοποίησης του κεφαλαίου, η κρίση των <em>subprimes</em> είναι η πρώτη που είχε την αφετηρία της, όχι σε χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία αναφερόμενα σε επενδύσεις σε κεφάλαιο, αλλά στην κατανάλωση των νοικοκυριών και, πιο συγκεκριμένα, των φτωχότερων νοικοκυριών. Με αυτή την έννοια, πρόκειται για ιδιαίτερη κρίση της «μισθωτής» σχέσης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, στον οποίο καθοριστικό στοιχείο ήταν (και παραμένει) η συνεχής μείωση του μεριδίου των μισθών στον παραγόμενο πλούτο, τόσο στις κεντρικές όσο και στις αναδυόμενες χώρες. Μεταξύ άλλων, αυτό διαφοροποιεί την κρίση αυτή από την κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1960, όταν είχε προηγηθεί αύξηση του μεριδίου των μισθών<sup> 5</sup>. Κάθε έξοδος από κρίση προϋποθέτει μαζική απαξίωση κεφαλαίου και άνοδο του ποσοστού εκμετάλλευσης, και το τελευταίο μεταφράζεται μεταξύ άλλων σε συμπίεση του μισθού. Στην παρούσα κρίση, αυτή η συμπίεση του μισθού ήδη εμπεριεχόταν διαρθρωτικά στη φάση που προηγήθηκε, και αυτός είναι ο λόγος που, για να προσδιορίσουμε ειδικά την κρίση αυτή, θα μιλήσουμε για κρίση της μισθωτής σχέσης.</p>
<p>Ο μισθός δεν είναι πια στοιχείο της συνολικής ρύθμισης του καπιταλισμού: υπάρχει αποσύνδεση ανάμεσα στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και την αξιοποίηση του κεφαλαίου· υπάρχει αποσύνδεση ανάμεσα στο εισόδημα και την κατανάλωση, μέσω της μαζικής χρηματοπιστωτικής κινητοποίησης των μισθολογικών εισοδημάτων (τα χρέη και τα συνταξιοδοτικά ταμεία υποκαθιστούν τον άμεσο και έμμεσο μισθό και συντείνουν στον αποκλεισμό του από τον τρόπο ρύθμισης)· η κατάτμηση της εργασιακής δύναμης γίνεται λειτουργικό χαρακτηριστικό αυτού του μισθολογικού καθεστώτος. Η επισφάλεια δεν είναι μόνο το μέρος εκείνο της απασχόλησης που μπορεί να χαρακτηριστεί επισφαλές με τη στενή έννοια. Έχοντας τώρα ενσωματωθεί σε όλους τους κλάδους δραστηριότητας, αποτελεί βέβαια «απειλή» για όλες τις λεγόμενες «σταθερές» θέσεις εργασίας. Οι σταθερές θέσεις εργασίας αποκτούν τα χαρακτηριστικά της επισφάλειας, όπως ιδίως την ελαστικότητα, την κινητικότητα, τη διαρκή διαθεσιμότητα, την εξωτερική ανάθεση εργασιών που καθιστά επισφαλή ακόμα και τη «σταθερή» απασχόληση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και τη λειτουργία βάσει επιμέρους στόχων στις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο κατάλογος των συμπτωμάτων που παρουσιάζει η διάδοση της επισφάλειας στις <em>τυπικά</em> σταθερές θέσεις εργασίας είναι μεγάλος.</p>
<p>Υπάρχει σήμερα στη μισθολογική διεκδίκηση μια δυναμική την οποία αυτή δεν μπορούσε να έχει πριν. Δυναμική <em>εσωτερική</em>, η οποία της δίνεται από το <em>σύνολο</em> της σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όπως προέκυψε από την αναδιάρθρωση και όπως τώρα μπαίνει σε κρίση. Η σημασία της μισθολογικής διεκδίκησης έχει αλλάξει. Στο αποκορύφωμα του προηγούμενου κύκλου αγώνων, οι οπεραϊστές έβλεπαν στη μισθολογική διεκδίκηση την εργατική αυτοκατάφαση, ενώ την άρνηση της εργασίας την αντιλαμβάνονταν σαν θρίαμβο της «κοινωνικής εργασίας». Το περιεχόμενο αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο από αντιστροφή, ενάντια στο κεφάλαιο, της σπουδαιότητας της εργασίας της εργατικής τάξης, όπως η τάξη αυτή οριζόταν και επιβεβαιωνόταν στην πρώτη αυτή φάση της πραγματικής υπαγωγής (βλ. πιο κάτω μια σημείωση σχετικά με την τυπική και την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο). Δεν επρόκειτο μόνο για πλήρη απασχόληση· η θέση που το κεφάλαιο είχε ορίσει για την εργασία μέσα στην ίδια του την αναπαραγωγή όριζε την ικανότητα του προλεταριάτου να κάνει τη θέση αυτή όπλο κατά του κεφαλαίου.</p>
<p>Βέβαια, η κατανομή της εργάσιμης ημέρας μεταξύ αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας πάντοτε ορίζει την πάλη των τάξεων. Τώρα όμως, στο πλαίσιο του αγώνα γύρω από αυτή την κατανομή, συμβαίνει το παράδοξο ότι, μέσα σε εκείνο ακριβώς που ορίζει το προλεταριάτο, στο πιο ενδόμυχο είναι του, σαν τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής <em>και τίποτε άλλο</em>, εμφανίζεται πρακτικά και συγκρουσιακά ότι η ταξική του ύπαρξη γίνεται για το προλεταριάτο το όριο του ίδιου του του αγώνα ως τάξης. Εκεί έγκειται ο <em>τωρινός</em> κεντρικός χαρακτήρας της μισθολογικής διεκδίκησης στην πάλη των τάξεων. Μέσα στην πιο κοινότοπη εξέλιξη της μισθολογικής διεκδίκησης, το προλεταριάτο βλέπει την ύπαρξή του ως τάξης να αντικειμενοποιείται σαν κάτι που του είναι ξένο, στον βαθμό που η ίδια η καπιταλιστική σχέση θέτει το προλεταριάτο <em>στο εσωτερικό της</em> σαν <em>έναν ξένο</em>.</p>
<p>Οι προλετάριοι δεν βρίσκουν στο κεφάλαιο, δηλαδή στη σχέση τους με τον εαυτό τους<sup>6</sup>, παρά μόνο όλες τις διαιρέσεις της μισθωτής εργασίας και της ανταλλαγής, και καμία οργανωτική ή πολιτική μορφή, καμία διεκδίκηση, δεν μπορεί πια να υπερβεί αυτή τη διαίρεση. Μέσα στην ίδια τη δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η διεκδίκηση εμφανιζόταν σαν συναλλαγή προσαρμοσμένη στους μετασχηματισμούς της σχέσης εκμετάλλευσης: η θεμιτότητά της θεμελιωνόταν στον αναγκαίο δεσμό ανάμεσα στους μετασχηματισμούς της παραγωγικής διαδικασίας και τις συνθήκες της αναπαραγωγής. Η αναδιάρθρωση που καθορίζει τη μορφή της σχέσης στον τωρινό κύκλο αγώνων σάρωσε αυτή την ανάγκη, στερώντας από τη διεκδίκηση τη θεμιτότητα που της προσέδιδε ο προηγούμενος κύκλος αγώνων. Η διεκδίκηση δεν δομεί πια μια σχέση με το κεφάλαιο η οποία εμπεριέχει την ικανότητα του προλεταριάτου να βρει μέσα του την ίδια του τη βάση, την ίδια του τη συγκρότηση, την ίδια του την πραγματικότητα, πάνω στο θεμέλιο μιας εργατικής ταυτότητας την οποία επιβεβαίωνε η αναπαραγωγή του κεφαλαίου μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες της. Το προλεταριάτο αναγνωρίζει το κεφάλαιο σαν τον λόγο ύπαρξής του, σαν την ίδια του την ύπαρξη ορθωμένη απέναντί του, <em>σαν τη μοναδική αναγκαιότητα της δικής του ύπαρξης</em>. Το προλεταριάτο βλέπει εφεξής την ύπαρξή του ως τάξης να αντικειμενοποιείται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σαν κάτι που του είναι ξένο και που οδηγείται να το αμφισβητήσει.</p>
<p>Υπάρχει σήμερα μια διαρθρωτική συνύφανση ανάμεσα, αφενός, στην αντίθεση του προλεταριάτου προς το κεφάλαιο (κάτι που εμπεριέχει τη διεκδίκηση) και, αφετέρου, την αυτοαμφισβήτησή του ως τάξης που δεν είναι τίποτε άλλο από τη σχέση της με το κεφάλαιο. Για την καπιταλιστική τάξη η διεκδικητική απεργία δεν είναι πια θεμιτή, αντίθετα απ&#8217; ό,τι ίσχυε σε μια εσωτερική και εν πολλοίς εθνική συγκρουσιακή διαδικασία συσσώρευσης που αποκλήθηκε «φορντιστική».</p>
<p>Αυτή τη συνύφανση ανάμεσα στη διεκδίκηση και την αυτοαμφισβήτηση των προλετάριων ως προλετάριων, που χαρακτηρίζει τον τωρινό κύκλο αγώνων και συνοψίζεται στο ταξικό ανήκειν σαν γενικό όριο των αγώνων στον τωρινό κύκλο, την ξαναβρίσκουμε με ειδικό τρόπο μέχρι και στην κατ’ εξοχήν διεκδίκηση: τη μισθολογική διεκδίκηση. Στην περίπτωση αυτή, η διεκδίκηση δεν εξαφανίζεται· την αλλαγή της σημασίας της πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στην ίδια. Με τη σημερινή κρίση, η μισθολογική διεκδίκηση έχει γίνει ένα αντιφατικό σύστημα: ο μισθός είναι απαραίτητος <em>και</em> αποσυνδεδεμένος· στο έπακρο συμπιεσμένος σαν εισόδημα <em>και</em> κεντρικός σαν κατανάλωση και χρηματοπιστωτική κυκλοφορία· η μισθολογική διεκδίκηση ενοποιείται σαν δράση μιας κοινωνικής εργασιακής δύναμης που είναι παγκόσμια και, ακριβώς γι&#8217; αυτό, κατατμημένη και χωρισμένη σε ζώνες.</p>
<h2>Η κρίση</h2>
<p>Η τωρινή κρίση πρέπει να χαρακτηριστεί ιστορικά και ειδικά μέσα στην ιδιομορφία της σαν <em>κρίση της μισθωτής σχέσης</em>. Πάντα μπορούμε να ανάγουμε όλες τις κρίσεις στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και να αντιμετωπίζουμε τις μορφές εμφάνισης απλώς και μόνο σαν επιφάσεις που θα μπορούσαμε, στη θεμελιώδη ανάλυση, να τις αφήσουμε στην άκρη μην πολυξέροντας τι να τις κάνουμε. Έτσι όμως θα ξεχνούσαμε ότι οι μορφές εμφάνισης είναι το σύνολο της πραγματικότητας και ότι η ουσία (η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) είναι μια έννοια, ένα «νοητικό συγκεκριμένο». Η ίδια η έννοια της κρίσης είναι αδιανόητη χωρίς τις μορφές εμφάνισής της, παράγεται μέσα τους, δεν είναι μια «αληθινή πραγματικότητα» που κρύβεται κάτω απ’ αυτές.</p>
<p>Η τωρινή κρίση ξέσπασε επειδή ορισμένοι προλετάριοι δεν μπορούσαν πια να πληρώνουν τα δάνειά τους. Ξέσπασε εξαιτίας της ίδιας της μισθωτής σχέσης που θεμελίωνε τη χρηματιστικοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας: συμπίεση μισθών σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη «δημιουργία αξίας»· παγκόσμιος ανταγωνισμός του εργατικού δυναμικού. Η εκμετάλλευση του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα είναι η κρυμμένη όψη και η προϋπόθεση της παγκοσμιοποίησης και της αναπαραγωγής αυτού του κεφαλαίου που τείνει σε έναν απόλυτο βαθμό αφαίρεσης. Εκείνο που άλλαξε στην τωρινή περίοδο είναι η κλίμακα του πεδίου μέσα στο οποίο ασκείται αυτή η πίεση: τιμή αναφοράς όλων των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής δύναμης, έγινε η παγκόσμια κατώτατη τιμή. Κάτι που σημαίνει δραστική μείωση αν όχι εξαφάνιση –μέσω της πειθαρχίας που επιβάλλεται από το χρηματιστικό κεφάλαιο και μορφοποιεί το παραγωγικό κεφάλαιο– των αποδεκτών διαφορών στα ποσοστά κέρδους. Η επιζήτηση του μέγιστου κέρδους δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά, με το τέλος της παραλληλίας μεταξύ αύξησης της παραγωγικότητας και αύξησης των μισθών, άλλαξε το μισθολογικό πρότυπο καθώς και ο χώρος αναλογικής κατανομής του κέρδους μέσα στον οποίο ασκείται η πίεση αυτή: η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου είναι πάνω απ’ όλα ήττα των εργατών απέναντι στο κεφάλαιο<sup>7</sup>. Η συμπίεση των μισθών είναι αναγκαία όχι μόνο επειδή η επιζήτηση της μέγιστης υπερεργασίας αποτελεί γενική διαρθρωτική αναγκαιότητα (πάντοτε ιστορικά συγκεκριμένη) του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά και ειδικότερα επειδή αποτελεί λειτουργική προϋπόθεση στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό για να αποφευχθεί η διάδοση πληθωριστικών πιέσεων σε ένα σύστημα συσσώρευσης που βασίζεται στη συνεχή τροφοδοσία σε ρευστότητα. Με την κρίση των <em>subprimes</em>, αυτή ακριβώς η λειτουργική αναγκαιότητα επανεμφανίζεται με αρνητικό τρόπο στο εσωτερικό του ιστορικού τρόπου συσσώρευσης του κεφαλαίου. Εκείνο που βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής κρίσης είναι η μισθωτή σχέση. Η τωρινή κρίση είναι η απαρχή της φάσης ανατροπής των προσδιοριστικών στοιχείων και της δυναμικής του καπιταλισμού όπως αυτός προέκυψε από την αναδιάρθρωση των δεκαετιών του 1970 και 1980. Εκείνο που διαρρηγνύεται σήμερα, και που μετατρέπεται σε εμπόδια και σε προωθητικούς παράγοντες της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, είναι ακριβώς ό,τι είχε συγκροτήσει τη δυναμική του συστήματος (συνύφανση της χρηματιστικοποίησης του παραγωγικού κεφαλαίου και της διπλής αποσύνδεσης του μισθού).</p>
<p>Όλες οι αντιφάσεις διαπλέκονται μετά το 2005 για να οδηγήσουν στο ξέσπασμα της τωρινής κρίσης. Πρώτα απ’ όλα, η αύξηση της κατανάλωσης χάρη στην αύξηση του χρέους, ενώ οι μισθοί λιμνάζουν ή εμφανίζουν πενιχρή αύξηση· έπειτα, η αύξηση των πάγιων επενδύσεων των επιχειρήσεων χάρη σε ένα ποσοστό κέρδους με ελαφρώς ανοδική τάση μετά το 2002<sup>8</sup>, που με τη σειρά της βασίζεται στη συμπίεση των μισθών. Υπάρχει ταυτόχρονα υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και υπερπαραγωγή εμπορευμάτων: υπερσυσσώρευση επειδή υπάρχει υποκατανάλωση· υποκατανάλωση επειδή υπάρχει υπερσυσσώρευση.</p>
<p>Οι προλετάριοι ποτέ δεν καταναλώνουν μέρος της υπεραξίας, αντίθετα απ’ ό,τι υπονοούν οι θεωρίες της υποκατανάλωσης οι οποίες αντιπαραθέτουν την πτώση ή στασιμότητα των μισθών και την πραγματοποίηση της προκύπτουσας αυξανόμενης υπεραξίας. Το μυστικό έγκειται στον υπερβολικά μεγάλο μετασχηματισμό εισοδήματος σε σταθερό κεφάλαιο, μέσω του οποίου η παραγωγή αυξάνεται ποσοτικά ενώ το ποσοστό κέρδους εμφανίζει πτωτική τάση μαζί με την καταναλωτική ικανότητα της κοινωνίας. Η εργατική κατανάλωση μπλοκάρεται, συγκριτικά με την αυξανόμενη παραγωγή, επειδή υπερβολικά πολύ εισόδημα μετασχηματίστηκε σε σταθερό κεφάλαιο (σε τελική ανάλυση η παραγωγή μέσων παραγωγής δεν μπορεί παρά να υπηρετεί την τελική κατανάλωση)· υπερβολικά πολύ εισόδημα μετασχηματίστηκε σε σταθερό κεφάλαιο επειδή σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η μέγιστη παραγωγή υπεραξίας και η σχετική μείωση της εργατικής κατανάλωσης. Η μείωση αυτή μπλοκάρει τότε την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα μπλοκάρεται ο μετασχηματισμός της αυξημένης υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο εξαιτίας, αφενός, του μικρού βαθμού αύξησης της εκμετάλλευσης που θα μπορούσε να προκύψει και, αφετέρου, του ήδη επιτευχθέντος βαθμού μείωσης της εργατικής κατανάλωσης, η οποία δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί παρά μόνο με μια επιτάχυνση του μετασχηματισμού εισοδήματος σε κεφάλαιο.</p>
<p>Πρόκειται για κρίση της μισθωτής σχέσης, ως ικανότητας αξιοποίησης του κεφαλαίου και ως ικανότητας αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Για να μην αφήσουμε στην άκρη τις μορφές εμφάνισης και για να προσδιορίσουμε ειδικά την τωρινή κρίση, χρειάζεται να ενοποιηθεί η θεωρία των κρίσεων<sup>9</sup>. Πρόκειται για μια κρίση στην οποία επιβεβαιώνεται η ταυτότητα υπερσυσσώρευσης και υποκατανάλωσης, κρίση της μισθωτής σχέσης και της αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, κρίση στην οποία το προλεταριάτο, ενάντια και μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, βρίσκεται αντιμέτωπο με την ίδια του την ύπαρξη και δράση ως τάξης με τη μορφή ορίου προς υπέρβαση.</p>
<p>Πέρα από την έννοια της «τελικής κρίσης του καπιταλισμού», η οποία στερείται νοήματος σε θεωρητικό επίπεδο, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε σχετικά με τη φύση αυτής της κρίσης: πρόκειται άραγε για την τελική κρίση <em>αυτής της φάσης συσσώρευσης</em><em>; </em>Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε μια αρνητική απάντηση.</p>
<p>Πρόκειται όντως για διαρθρωτική κρίση αυτής της φάσης συσσώρευσης, για διαρθρωτική κρίση την οποία χαρακτηρίζουμε ειδικά σαν κρίση της μισθωτής σχέσης. Αλλά αυτή η διαρθρωτική κρίση προετοιμάζει μια κρίση της νομισματικής δημιουργίας (κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τις ειδικές μορφές της φάσης συσσώρευσης που χαρακτηρίζεται από τη χρηματιστικοποίηση της αξιοποίησης και τις διαρθρωτικές νομισματικές αλλαγές που εγκαινιάστηκαν το 1971), η οποία, μέσα στην κρίση της μισθωτής σχέσης στην οποία εγγράφεται, διατηρεί και υπερβαίνει αυτή την τελευταία και γίνεται <em>κρίση της αξίας</em>. Κρίση της ανθρώπινης δραστηριότητας ως ποσοτικά σταθμίσιμης με κοινό μέτρο.</p>
<p>Η κρίση της νομισματικής δημιουργίας και η κρίση της μισθωτής σχέσης συγκροτούνται αμοιβαία η μια μέσα στην άλλη. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η αξία δεν είναι η γενικευμένη κοινωνική μορφή των προϊόντων στην ανταλλαγή παρά μόνο επειδή είναι αξία εν κινήσει, επειδή δεν χάνεται ποτέ χάρη στην ανταλλαγή με την εργασιακή δύναμη. Η κρίση της νομισματικής δημιουργίας, κρίση του χρήματος ως αυτονομημένης μορφής της αξίας, δεν είναι μόνο κρίση της κυκλοφορίας, των ανταλλαγών, αλλά και κρίση της ανταλλαγής εμπορευμάτων στον βαθμό που τα εμπορεύματα αυτά είναι κεφάλαιο, δηλαδή φορείς υπεραξίας, πλεονάζοντος χρόνου εργασίας. Μια κρίση της νομισματικής δημιουργίας που επέρχεται ιστορικά σαν κρίση της μισθωτής σχέσης, ή μια κρίση της μισθωτής σχέσης σαν νομισματική κρίση, είναι κρίση της αξίας ως κεφαλαίου ή του κεφαλαίου ως αξίας, δηλαδή, για να το συνοψίσουμε, είναι κρίση της αξίας εν κινήσει: η μοναδική κρίση της αξίας. Η σύζευξη αυτή δεν ενυπήρχε από καταβολής κόσμου στην έννοια του κεφαλαίου, αλλά συντελείται σαν κρίση μιας συγκεκριμένης φάσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ενότητα της κρίσης της νομισματικής δημιουργίας που ενσωματώνει την κρίση της μισθωτής σχέσης προσδιορίζει τότε –σαν κρίση της αξίας– ότι το συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενό της είναι το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει. Όπως εκτίθεται στο μακροσκελές απόσπασμα που ακολουθεί, το να αποτελεί αντίφαση εν κινήσει είναι για το κεφάλαιο η ίδια η δυναμική του, αλλά η δυναμική αυτή, <em>όταν διακρίνεται στα άμεσα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης</em>,<em> </em>γίνεται η αντίφαση του παιχνιδιού που καταργεί τον κανόνα του.</p>
<p>«Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της <em>αξιακής σχέσης</em> και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία. Προϋπόθεσή της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου. Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή ­–η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή από την εφαρμογή αυτής της επιστήμης στην παραγωγή. […] Δεν παρεμβάλλει πια ο εργάτης το τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο σαν ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο αντικείμενο και τον εαυτό του· αντίθετα, παρεμβάλλει τη φυσική διαδικασία –που την μετατρέπει σε βιομηχανική– σαν μέσο ανάμεσα στον εαυτό του και την ανόργανη φύση, που την εξουσιάζει. Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντά της.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Σ’ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ’ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Η <em>κλοπή του ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος,</em> παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ’ αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει –αναγκαστικά– ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης. Η <em>υπερεργασία των πολλών</em> έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η <em>μη-εργασία των λίγων</em> έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία.</p>
<p>»Από τη μια μεριά λοιπόν ξυπνά όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε γι’ αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο θέλει να τις μετρήσει με τον χρόνο εργασίας, και να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις –που κι οι δυο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου– εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα, και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τους υλικούς όρους για να το ανατινάξουν.» (Μαρξ, <em>Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας</em>, μετ. Δ. Διβάρης, εκδ. Στοχαστής, τόμος Β&#8217;, σελ. 538-9).</p>
<p>Το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει γίνεται ο γενικότερος τρόπος για να χαρακτηριστεί η δραστηριότητα του προλεταριάτου στην κρίση αυτή, όταν το προλεταριάτο, μέσα στους αγώνες του, παράγει την ίδια του την ταξική ύπαρξη σαν όριο της ταξικής του δραστηριότητας.</p>
<h2>Τέλος της παλιάς σχηματοποίησης των ορίων: τέλος του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού, τέλος του ακτιβισμού</h2>
<p>Η δράση του προλεταριάτου ως τάξης είναι το ίδιο το όριο της ταξικής πάλης: να ποιο είναι, στη σχέση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου που προέκυψε από την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσω της κρίσης της δεκαετίας του 1970, το γενικότερο προσδιοριστικό στοιχείο του τωρινού κύκλου αγώνων. Ενώ το όριο καθαυτό εξακολουθεί να υφίσταται, οι σχηματοποιήσεις του υπόκεινται σε εξέλιξη ή και σε εξαφάνιση. Η εκρηκτική σύνδεση της κρίσης της μισθωτής σχέσης και του αθέμιτου της μισθολογικής διεκδίκησης, που βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής στιγμής, επιφέρει το τέλος του εναλλακτισμού, με τη μορφή τόσο του ακτιβισμού (κίνημα άμεσης δράσης) όσο και του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού<sup>10</sup> (που συνδέονται ιστορικά μεταξύ τους). Δεν υπάρχει πια ένας άλλος εφικτός κόσμος εδώ και τώρα, ούτε πάνω στη βάση της εργασίας που προσαρμόζει το κεφάλαιο στον εαυτό της, ούτε πάνω στη βάση της κριτικής της εργασίας ως προαπαιτούμενου και προϋπόθεσης για την κατάργηση του κεφαλαίου. Η τωρινή κρίση, που είναι κατά ειδικό τρόπο κρίση της μισθωτής σχέσης, τα έκανε όλα αυτά παρωχημένα.</p>
<p>Αν πάρουμε για παράδειγμα τις μεγάλες κινητοποιήσεις κατά των συνόδων κορυφής στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι τάσεις που δραστηριοποιούνται εκεί, έστω κι αν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλες σαν ριζοσπαστικοδημοκρατικές, οδηγούνται στη συνύπαρξη ή και στην αλληλοδιείσδυση: Μπλακ Μπλοκ, Κομπάς και <em>Tutte bianche</em> στη Γένοβα, παρά τις σοβαρές τριβές· επιμελητεία και υποδομές που παρέχονται από το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας· το Inpeg που προβλέπει τη θέση του Μπλακ Μπλοκ στην Πράγα, κτλ. Επρόκειτο απλώς για μια μεταβατική φάση στην πορεία του τωρινού κύκλου αγώνων.</p>
<p><em>Μια σελίδα έχει γυρίσει</em>:</p>
<ul>
<li>Το τέλος των μεγάλων διαδηλώσεων κατά των συνόδων κορυφής σημαίνει την παρακμή του ακτιβισμού, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτεται με τον τρόπο αυτό η στενή σύνδεσή του με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό.</li>
<li>Η επιτυχία που γνώρισαν στους κύκλους αυτούς οι θεωρίες για μια στρατηγική «αποσκίρτησης» (αναδίπλωση σε «βάσεις των μετόπισθεν», προετοιμασία και οργάνωση της μυθικής διακοπής των ροών) επιβεβαίωσε την <em>οριστική</em> μεταστροφή τους προς τον εναλλακτισμό.</li>
<li>Στις ταραχές της Ελλάδας, οι κύκλοι αυτοί συνάντησαν το εγγενές όριό τους ακριβώς τη στιγμή όπου δεν μπορούσαν πια να είναι «εναλλακτικοί» και «ακτιβιστές».</li>
<li>Η ολοένα μεγαλύτερη βιαιότητα με την οποία η κρίση άρχισε να πλήττει τους «16 – 25χρονους» θα «αποεναλλακτικοποιήσει» τους «εναλλακτικούς κύκλους», για τους οποίους θα αντιστραφεί η σχέση που ξεκινούσε από «ερωτήματα σχετικά με τον κομμουνισμό» για να καταλήξει στον αγώνα κατά του καπιταλισμού.</li>
<li>Ακόμα σημαντικότερο: η γενική απεργία και οι ταραχές στη Γουαδελούπη και στη Μαρτινίκα, και οι αγώνες –παντού– κατά των απολύσεων και υπέρ του μισθού σημαίνουν ότι η διεκδίκηση για τον μισθό, δηλαδή γύρω από την εκμετάλλευση με την πιο τετριμμένη μορφή της, είναι το πεδίο όπου προετοιμάζεται η εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση του ίδιου του ορισμού του ως τάξης.</li>
</ul>
<p>Ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός σχηματοποιούσε τα όρια αυτού του κύκλου αγώνων ακριβώς με το να μετατρέπει το κεφάλαιο σε αξεπέραστο ορίζοντα της εργασίας· ο εναλλακτικός ακτιβισμός αυτονομούσε τη δυναμική αυτού του κύκλου μετατρέποντας την αμφισβήτηση της προλεταριακής συνθήκης σε προαπαιτούμενο, σε προϋπόθεση της κριτικής του κεφαλαίου. Και για τους δύο «ένας άλλος κόσμος ήταν εφικτός» απέναντι ή ενάντια στον σημερινό κόσμο.</p>
<p>Ο ακτιβισμός ήταν η αυτονόμηση της δυναμικής αυτού του κύκλου, με όλες τις ιδεολογικές αναδιατυπώσεις που αυτό συνεπαγόταν. Η δράση του προλεταριάτου ως τάξης και η αυτοαμφισβήτησή του ως τάξης, δύο όροι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι σε μια ταξική αντίφαση, διαχωρίζονταν· πρόκειται για το αν το προλεταριάτο συναντά στον ίδιο τον ταξικό χαρακτήρα της δράσης του το όριο της δράσης του ως τάξης. Ο εναλλακτισμός αντικαθιστά μια αντιφατική διεργασία εσωτερικής παραγωγής της υπέρβασης. Η αμφισβήτηση του ταξικού ανήκειν ήταν κάτι που έπρεπε να πραγματοποιηθεί <em>απέναντι</em> στο κεφάλαιο και όχι κάτι εγγενές στην αντίφαση την οποία συνιστά η εκμετάλλευση. Με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό ή με τον ακτιβισμό, μια άλλη ζωή ήταν εφικτή στον βαθμό που η υπέρβαση του κεφαλαίου βιωνόταν, γινόταν έμπρακτη δραστηριότητα, σαν το άλλο σκέλος μιας διάζευξης της οποίας το πρώτο ήταν το κεφάλαιο.</p>
<p>Το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη χωρίς επιβεβαίωση του εαυτού της μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου (απ’ όπου προβάλλει συχνά η παραδειγματική κατάσταση του νεαρού ανέργου), το γεγονός ότι είναι μια τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής που βρίσκεται σε αντίφαση μαζί του, αυτονομούνταν σε ουσία, σε τρόπο ύπαρξης. Έτσι απορριπτόταν, σαν κάτι εξωτερικό, το εγγενές όριο αυτής της αντιφατικής σχέσης που ορίζει τον νέο κύκλο αγώνων: ο ορισμός της τάξης αποκλειστικά και μόνο μέσα στην αντιφατική της σχέση με το κεφάλαιο.</p>
<p>Σ’ αυτό τον κύκλο αγώνων, έπειτα από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, η αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου τοποθετείται στο επίπεδο της συνολικής αναπαραγωγής, άρα και της αμοιβαίας αναπαραγωγής των τάξεων. Η αντίφαση αυτή δεν εμπεριέχει πια καμία αυτοτελή επιβεβαίωση του προλεταριάτου: τέλος του προγραμματισμού, τέλος της εργατικής ταυτότητας, τέλος εκείνου που άλλοι αποκαλούν «παλιό εργατικό κίνημα». Σ’ αυτή τη δομή της αντίφασης, το προλεταριάτο μπορεί, μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο η οποία είναι αμοιβαία συνεπαγωγή με αυτό (η εκμετάλλευση), να αμφισβητήσει τον εαυτό του σαν τάξη. Από εδώ προκύπτει ότι η κατάργηση του κεφαλαίου είναι και δική του κατάργηση, κατάργηση όλων των τάξεων και κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας.</p>
<p>Ωστόσο, αυτή η επαναστατική (κομμουνιστική) δυναμική του τωρινού κύκλου εμπεριέχει άμεσα, εγγενώς, σαν όριό της αυτό που δεν θα της επέτρεπε ούτε καν να υπάρξει. Το προλεταριάτο παράγει όλη του την ύπαρξη ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο, σε μια σχέση με το κεφάλαιο η οποία δεν επιβεβαιώνει πια για το προλεταριάτο, μέσα σ’ αυτήν ακριβώς την καπιταλιστική σχέση, μια σχέση με τον εαυτό του: την εργατική ταυτότητα. Μέχρι την τωρινή εκρηκτική σύνδεση, η κατάσταση αυτή μετέτρεπε τον τωρινό κύκλο σε <em>μια συνεχή ένταση ανάμεσα, αφενός, στην αυτονόμηση της δυναμικής του, την αμφισβήτηση από το προλεταριάτο της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης, και, αφετέρου, την αναγνώριση ολόκληρης της ύπαρξής του μέσα στις κατηγορίες του κεφαλαίου</em>. Την ένταση αυτή μορφοποιούσαν ο ακτιβισμός από τη μια μεριά και ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός από την άλλη. Άσπονδοι φίλοι αλλά ζωτικά συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο, στον βαθμό που ο καθένας τους, αποτελώντας αυτονόμηση των στοιχείων μίας και της αυτής ολότητας, δεν μπορούσε να υπάρξει παρά μόνο σε σχέση με το αρνητικό <em>του</em>. Αυτό έστω κι αν στον ακτιβισμό αναγνωρίζουμε την επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου και στον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό τη μορφοποίηση των ορίων των αγώνων ως αξεπέραστων φραγμών για τους ίδιους τους αγώνες.</p>
<p>Με τον ακτιβισμό, η δυναμική αυτού του κύκλου αμφισβήτησης από το προλεταριάτο της ίδιας της ύπαρξής του ως τάξης έθετε και κατανοούσε τον εαυτό της αυτονομούμενη, με όλες τις συνακόλουθες ιδεολογικές αναδιατυπώσεις. Το ταξικό ανήκειν θεωρούνταν στην πράξη σαν κάτι ήδη ξεπερασμένο επειδή, μέσα στην ακτιβιστική πρακτική, το ίδιο το κεφάλαιο ετίθετο σαν αλλοτρίωση, πλασματικότητα, σύμβολο, εξωτερικότητα. Οι εξεγερμένοι μπορούσαν να αυτοαποκαλούνται «προλετάριοι» επειδή το να είσαι προλετάριος δεν ήταν πια παρά μόνο ένα σημάδι, το όνομα που δινόταν σε μια πρακτική η οποία αυτοχαρακτηριζόταν άρνηση του κεφαλαίου: «είμαστε προλετάριοι επειδή είμαστε ενάντια στο κεφάλαιο». Επρόκειτο επίσης και για όλη τη θετικότητα του ακτιβισμού μέσα στην αναγκαία σύνδεση και αντιπαράθεσή του με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό.</p>
<p>Η εξαφάνιση του ακτιβισμού που έρρεπε προς τον εναλλακτισμό, και του ακτιβισμού γενικά, συναρτάται με την ανάπτυξη άμεσων αγώνων στους οποίους η εμφάνιση του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού απορρέει από τους ίδιους τους αγώνες σαν αγώνες του προλεταριάτου μέσα στη συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο και όχι σαν αυτονόμηση απέναντί του.</p>
<h2>Τα τωρινά όρια: δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· η αστυνομία, η πειθαρχία</h2>
<p>Στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπέστη μια <em>διπλή αποσύνδεση</em> (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως), η οποία συγκροτεί τη μισθολογική διεκδίκηση σαν διαρθρωτικά αθέμιτη σ’ αυτή την περίοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι μόνο αντίθετη στη μέγιστη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό η μισθολογική διεκδίκηση έγινε το πεδίο όπου προετοιμάζεται η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού, και μάλιστα <em>στον πυρήνα του</em>: στη μισθωτή σχέση, μέσω της οποίας η υλική/ κοινωνική ύπαρξη του προλεταριάτου εξαρτάται από το κεφάλαιο.</p>
<p>Η έκφραση αυτού του ορίου θα είναι τώρα διπλή: δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· ο ταξικός χαρακτήρας του αγώνα σαν όριο είναι η αστυνομία.</p>
<p>Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, πρόκειται για την εργατική βία ενάντια στις αποφάσεις της καπιταλιστικής τάξης, βία με την οποία η εργατική τάξη ζητάει να υπάρχει το κεφάλαιο για την ίδια. Αν ποτέ το κεφάλαιο διανοηθεί να μην  υπάρχει γι’ αυτήν, η εργατική τάξη δεν είναι πια τίποτα. Για να υπάρξει, η εργατική τάξη διεκδικεί, ενάντια στο κεφάλαιο, την καπιταλιστική σχέση. Δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· τέτοιος είναι, μέσα στην ταξική πάλη, ο ταξικός χαρακτήρας του αγώνα σαν όριο. Το ζητούμενο θα είναι η λυσσαλέα υπεράσπιση των συνθηκών ύπαρξης της εργατικής τάξης, όχι η διεκδίκηση της διαχείρισής τους ή της κυριαρχίας πάνω σ’ αυτές. Ίσως δούμε να αναπτύσσεται ένας συνδικαλισμός βάσης, πολύ επιθετικός αλλά πολύ ασταθής και με σποραδικές εξάρσεις, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να σταθεροποιηθεί μέσα στη διαπραγμάτευση. Ένας τέτοιος συνδικαλισμός βάσης θα βρίσκεται πολύ κοντά σε όλες τις μορφές αυτοοργάνωσης· και ο μεν και οι δε θα εκφράζουν και θα επιζητούν να σχηματοποιήσουν αυτό το όριο της ταξικής πάλης που έγκειται στο ίδιο το γεγονός του αγώνα του προλεταριάτου ως τάξης.</p>
<p>Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος: η αστυνομία είναι εκείνη που μας λέει ότι δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση. Πρόκειται βέβαια για τη δύναμη στην οποία, σε τελική ανάλυση, ανάγεται η σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου· αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο, επειδή ακριβώς πρόκειται για σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής. <em>Η αστυνομία είναι επίσης, απέναντί μας, η ίδια μας η ταξική ύπαρξη σαν όριο</em>. Αν το κυριότερο αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας είναι η αναπαραγωγή της συνάντησης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, δεν είναι ωστόσο ευνόητο ότι από τη συνάντηση αυτή προκύπτει αυτομάτως η πρώτη στιγμή της ανταλλαγής μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης). Παντού η πειθάρχηση της εργασιακής δύναμης, απέναντι σε έναν προλετάριο που <em>σαν προλετάριος</em> ξανάγινε φτωχός, είναι το περιεχόμενο της ημερήσιας διάταξης της καπιταλιστικής τάξης. Η αναπαραγωγή της συνάντησης μεταξύ εργασιακής δύναμης και κεφαλαίου γίνεται θέμα πειθαρχίας<sup>11</sup>.</p>
<p>Στον τωρινό κύκλο αγώνων, το να δρα σαν τάξη έγινε, μέσα στην ίδια την ταξική δραστηριότητα του προλεταριάτου, το όριο αυτής της δραστηριότητας. <em>Το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός</em><em> είναι η δομή εκείνη της αντίφασης στην οποία το να δρα σαν τάξη είναι ακριβώς το όριο της δραστηριότητας του προλεταριάτου που έχει γίνει διακύβευμα</em><em> της ταξικής πάλης</em>. Το ότι, για το προλεταριάτο, το να δρα σαν τάξη είναι το όριο της ταξικής του δράσης αποτελεί τώρα μια αντικειμενική κατάσταση της ταξικής πάλης· το ότι το όριο αυτό συγκροτείται σαν τέτοιο μέσα στους αγώνες και γίνεται το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός, αποτελεί <em>διακύβευμα μέσα στους αγώνες αυτούς</em>: επίπεδο της σύγκρουσης με το κεφάλαιο· συγκρούσεις στο εσωτερικό των αγώνων. Ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της τωρινής αντίφασης μεταξύ των τάξεων, αλλά είναι κάθε φορά η ιδιαίτερη πρακτική ενός αγώνα σε μια δεδομένη στιγμή και μέσα σε δεδομένες συνθήκες.</p>
<h2>Η απόκλιση: ορισμός, παραδείγματα</h2>
<p>Αφού το προλεταριάτο δεν επιβεβαιώνεται ποτέ στην ταξική κατάστασή του από την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης της οποίας αποτελεί τον έναν πόλο, δεν μπορεί να θριαμβεύσει με το να γίνει ο απόλυτος πόλος της κοινωνίας. Επειδή ακριβώς το προλεταριάτο είναι μη-κεφάλαιο, επειδή είναι η διάλυση όλων των υπαρχουσών συνθηκών (εργασία, ανταλλαγή, καταμερισμός εργασίας, ιδιοκτησία) μέσα στις συνθήκες αυτές και όχι απέναντί τους, η αντίφαση την οποία συνιστά η εκμετάλλευση μπορεί να πάρει αυτή τη μορφή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού. Το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός είναι τότε εγγενώς ένα περιεχόμενο, δηλαδή μια πρακτική. Σαν μη-κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει εκεί το περιεχόμενο της επαναστατικής δράσης του με τη μορφή κομμουνιστικών μέτρων: κατάργηση της ιδιοκτησίας, του καταμερισμού της εργασίας, της ανταλλαγής, της αξίας. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι τίποτε άλλο από τα κομμουνιστικά μέτρα που εφαρμόζονται σαν απλά μέτρα αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο. Τα μέτρα αυτά είναι η ίδια η πραγματικότητα της παραγωγής, μέσα στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού.</p>
<p>Το ότι η επανάσταση είναι η κατάργηση όλων των τάξεων υπάρχει σαν επίκαιρο γεγονός στο ότι η δράση του προλεταριάτου ως τάξης είναι, για την ίδια τη δράση, ένα όριο. Η κατάργηση αυτή δεν είναι στόχος που τίθεται, δεν είναι ένας ορισμός της επανάστασης σαν νόρμα προς επίτευξη, αλλά είναι ένα τωρινό περιεχόμενο μέσα στην ίδια την ταξική πάλη. Πρόκειται για το «επίφοβο κρίσιμο βήμα» στην ιστορική κατανόηση και στην πρακτική των τωρινών αγώνων. Το να παραγάγει το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό σημαίνει για το προλεταριάτο ότι έρχεται σε σύγκρουση με την προηγούμενη κατάστασή του· δεν είναι «απελευθέρωση», δεν είναι «αυτονομία».</p>
<p>Η αυτοοργάνωση και το περιεχόμενό της, η αυτονομία, δεν μπορούν να ανατρέψουν τις καπιταλιστικές σχέσεις. Όταν το προλεταριάτο αυτοοργανώνεται –και στις μέρες μας ελάχιστοι αγώνες δεν είναι αυτοοργανωμένοι–, συχνά στο πλαίσιο ενός περισσότερο ή λιγότερο συγκρουσιακού καταμερισμού καθηκόντων με τα συνδικάτα, έρχεται σε ρήξη με την προηγούμενη κατάστασή του, αλλά, στην πράξη και κυρίως στην ιδεολογία της αυτονομίας, η ρήξη αυτή δεν είναι στην καλύτερη περίπτωση παρά «απελευθέρωσή» του, αναδιοργάνωση της ύπαρξής του, της δραστηριότητάς του, πάνω στη βάση του τι είναι το προλεταριάτο μέσα σ’ αυτή την κοινωνία: αναδιοργάνωση ονειρεμένη και πάντα απογοητευτική για τους ιδεολόγους της αυτονομίας, οι οποίοι συμμερίζονται με τους ιδεολόγους της δημοκρατίας το ότι δικαιολογούν τις αποτυχίες με τη μη σύμπτωση ανάμεσα στην πραγματικότητα και το ιδεατό σχήμα. Η αυτονομία είναι αυτονομία <em>του προλεταριάτου</em> και όχι καταστροφή της προηγούμενης κατάστασής του. Η αυτονομία του προλεταριάτου είναι οξύμωρο σχήμα. Αν το προλεταριάτο παραμείνει αυτοοργανωμένο, αν δεν ξεπεράσει το στάδιο αυτό, δεν μπορεί παρά να ηττηθεί, αφού δεν έχει υπερβεί τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων δεν έχει καμία σχέση με ένα αυτόνομο προλεταριάτο. <em>Η αυτονομία καθηλώνεται στην κατάργηση των μεσολαβήσεων, ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι ο λόγος που υπάρχουν μεσολαβήσεις: το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη</em>. Χρειάζεται να ενδιαφερθούμε για το περιεχόμενο της επανάστασης, και αυτό αδυνατεί να το κάνει η θεωρία που λογαριάζει την αυτοοργάνωση για <em>αρχινισμένη διαδικασία</em> της επανάστασης, επειδή πρόκειται ακριβώς για εκείνο που η αυτοοργάνωση δεν μπορεί να είναι. Αυτή η κριτική της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας έχει ενδιαφέρον και κρίσιμο περιεχόμενο μόνο αν μιλάμε για την τωρινή ταξική πάλη, μόνο αν ταυτόχρονα εκείνο που χαρακτηρίζουμε, μέσα στην ταξική πάλη, σαν αντίφαση και όριο των τωρινών ταξικών αγώνων είναι το γεγονός ότι το προλεταριάτο αγωνίζεται σαν τάξη.</p>
<p>Το προλεταριάτο βρίσκει, μέσα σε ό,τι αυτό είναι ενάντια στο κεφάλαιο, την ικανότητα να κομμουνιστικοποιήσει την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την ίδια του την ταξική φύση σαν εξωτερικευμένη μέσα στο κεφάλαιο. Με την παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού μπορούμε, ξεκινώντας από τους τωρινούς αγώνες, να κατανοήσουμε <em>το σημείο μεταστροφής της ταξικής πάλης</em><em>, την υπέρβασή της, σαν παραγόμενη υπέρβαση</em>: μέσα στην πάλη της κατά του κεφαλαίου, η τάξη στρέφεται ενάντια στον εαυτό της, δηλαδή αντιμετωπίζει την ίδια της την ύπαρξη, όλα όσα την ορίζουν στη σχέση της με το κεφάλαιο (και η τάξη δεν είναι άλλο από τη σχέση αυτή), σαν όριο της δράσης της. Οι προλετάριοι δεν απελευθερώνουν την «αληθινή ατομικότητά» τους που την αρνείται το κεφάλαιο· η επαναστατική πρακτική είναι ακριβώς η σύμπτωση ανάμεσα στην αλλαγή των περιστάσεων και την ανθρώπινη δραστηριότητα ή αυτομετασχηματισμό. Αυτή ακριβώς η μεταστροφή και η θεωρία της αποτελούν, <em>στο παρόν</em>, τη δυνατότητα της επανάστασης ως κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>Η αναδιάρθρωση της αντιφατικής σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου σημαίνει θεμελιωδώς ότι ο τωρινός κύκλος αγώνων ορίζεται από το γεγονός ότι η αντίφαση μεταξύ των τάξεων διαπλέκεται στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής τους· κι αυτό σημαίνει ότι, μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει απέναντί του και αντιμάχεται την ίδια του τη συγκρότηση και ύπαρξη ως τάξης. Πρόκειται επομένως για την εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, για το τέλος του εργατικού κινήματος και για τη συνακόλουθη χρεωκοπία της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας ως επαναστατικής προοπτικής. Επειδή ακριβώς η προοπτική της επανάστασης δεν συνάπτεται με την επιβεβαίωση της τάξης, δεν μπορεί και να συνάπτεται με την αυτοοργάνωση.</p>
<p>Το να δρα σήμερα το προλεταριάτο σαν τάξη σημαίνει, αφενός, ότι έχει σαν μοναδικό ορίζοντα το κεφάλαιο και τις κατηγορίες της αναπαραγωγής του και, αφετέρου και ταυτόσημα, ότι βρίσκεται σε αντίφαση με την ίδια του την αναπαραγωγή ως τάξης, ότι τη θέτει σε αμφισβήτηση. Αυτή η σύγκρουση, αυτή η <em>απόκλιση</em> στη δράση του προλεταριάτου είναι το περιεχόμενο και το διακύβευμα της ταξικής πάλης. Από τους καθημερινούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη. Αλλά η ρήξη αυτή προαναγγέλλεται στην καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης κάθε φορά που, μέσα στους αγώνες αυτούς, το ταξικό ανήκειν εμφανίζεται σαν εξωτερικός καταναγκασμός αντικειμενοποιημένος στο κεφάλαιο μέσα στην ίδια την εξέλιξη της ταξικής δραστηριότητας του προλεταριάτου.</p>
<p>Η ταξική δράση δημιουργεί στο εσωτερικό της μια <em>απόκλιση</em> μέσω πρακτικών που εξωτερικεύουν τον ίδιο τους τον ταξικό χαρακτήρα σαν καταναγκασμό που αντικειμενοποιείται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Δεν μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα σαν εργάτες αν παραμένουμε εργάτες. Αυτή η σύγκρουση του προλεταριάτου με την ίδια του την ταξική συγκρότηση είναι τώρα το περιεχόμενο της ταξικής πάλης· το <em>διακύβευμα</em> της ταξικής πάλης είναι η εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης καθώς και όλων των τάξεων. Πάνω σ&#8217; αυτήν ακριβώς τη βάση μπορούμε να μιλάμε σήμερα για κομμουνισμό, και να μιλάμε στο παρόν.</p>
<p>Σήμερα η επανάσταση εξαρτάται από την υπέρβαση μιας καταστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το ότι αποτελεί τάξη είναι για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο ταξικός του αγώνας πρέπει να υπερπηδήσει/ καταργήσει.</p>
<p>Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής σχέσης και του διεκδικητικού αγώνα, σαν προαπαιτούμενο για την επαναστατική του δραστηριότητα. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα με την οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Μια φράξια του προλεταριάτου, ξεπερνώντας τον διεκδικητικό χαρακτήρα του αγώνα του, θα πάρει μέτρα κομμουνιστικοποίησης και θα δρομολογήσει έτσι την ενοποίηση του προλεταριάτου, η οποία δεν θα διαφέρει από την ενοποίηση της ανθρωπότητας, δηλαδή από τη δημιουργία της <em>ως του συνόλου των σχέσεων που τα άτομα συνάπτουν μεταξύ τους μέσα στη μοναδικότητά τους</em>.</p>
<p>Από τους διεκδικητικούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη, ποιοτικό άλμα, αλλά η ρήξη αυτή δεν είναι ένα θαύμα, ούτε είναι μια απλή διαπίστωση του προλεταριάτου ότι το μόνο που μπορεί πια να γίνει είναι η επανάσταση γιατί όλα τα άλλα έχουν αποτύχει. Το σύνθημα «Μια μόνο λύση, η επανάσταση» αποτελεί συμμετρική ανοησία σε σχέση με την επαναστατική δυναμική της διεκδικητικής πάλης. Η ρήξη αυτή παράγεται κατά θετικό τρόπο με την εξέλιξη του κύκλου αγώνων που προηγείται, και μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του. Η ρήξη αυτή <em>προαναγγέλλεται</em> με τον πολλαπλασιασμό των <em>αποκλίσεων</em> στο εσωτερικό της ταξικής πάλης ανάμεσα, αφενός, στην εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο και, αφετέρου, την αναπαραγωγή του κεφαλαίου την οποία συνεπάγεται το ίδιο το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη. Η έννοια της απόκλισης προσδιορίζει τη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, μια δυναμική που υφίσταται με εμπειρικά διαπιστώσιμο τρόπο.</p>
<p>Δύο σημεία συνοψίζουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του τωρινού κύκλου αγώνων:</p>
<ul>
<li>η εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σημαίνει το τέλος του εργατικού κινήματος και τη συνακόλουθη χρεωκοπία της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας ως επαναστατικής προοπτικής·</li>
<li>με την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η αντίφαση μεταξύ των τάξεων διαπλέκεται στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής τους. Μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, το προλεταριάτο θέτει σε αμφισβήτηση τον ίδιο του τον εαυτό.</li>
</ul>
<p>Οι διεκδικητικοί αγώνες έχουν χαρακτηριστικά που θα ήταν αδιανόητα πριν από τριάντα χρόνια.</p>
<p>Κατά τη διάρκεια των απεργιών του Δεκεμβρίου 1995 στη Γαλλία, στους αγώνες των «χωρίς χαρτιά», των ανέργων, των λιμενεργατών του Λίβερπουλ, της Cellatex, της Alstom, της Lu, του Marks&amp;Spencer, στην κοινωνική εξέγερση της Αργεντινής, στην εξέγερση της Αλγερίας, στην Ελλάδα, στη Γουαδελούπη κτλ., το ένα ή το άλλο χαρακτηριστικό εμφανίζεται, μέσα στην ίδια την πορεία του αγώνα, σαν όριο – όριο επειδή αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό (κοινωφελής υπηρεσία, εξεύρεση εργασίας, υπεράσπιση του μέσου εργασίας, άρνηση της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων, άρνηση της διαχείρισης με αμιγώς χρηματοοικονομικά κριτήρια, ανάκτηση των εργοστασίων, αυτοοργάνωση κτλ.), στο οποίο συχνά το κίνημα προσκρούει μέσα στις εντάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις της οπισθοχώρησής του, συνοψίζεται πάντα στο γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη και παραμένει τέτοια, κάτι που, αντίθετα από την προηγούμενη περίοδο, έχει γίνει αδύνατον να αποκτήσει θετική χροιά σαν προαναγγελία της επιβεβαίωσης της τάξης.</p>
<p>Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για πύρινες δηλώσεις ή για «ριζοσπαστικές» δράσεις· μπορεί να πρόκειται απλώς για όλες τις πρακτικές «φυγής» ή απόρριψης των προλετάριων απέναντι στην ίδια τους την κατάσταση. Στις τωρινές απεργίες για τις απολύσεις, συχνά και σε αυξανόμενο βαθμό, οι εργάτες δεν διεκδικούν πια τη διατήρηση της απασχόλησης αλλά αξιόλογες αποζημιώσεις. <em>Ενάντια στο κεφάλαιο, η εργασία δεν έχει μέλλον</em>. Οι αγώνες αποκτούν ανοιχτό χαρακτήρα, διεργοστασιακό, διεπιχειρησιακό ή διατομεακό, μερικές φορές σε σύνδεση με τους ανέργους της περιοχής· κι όσο για το τι βάζει στο στόχαστρο, ο αγώνας διεξάγεται εξίσου μέσα όσο και έξω από την επιχείρηση.</p>
<p>Ήδη στους αυτοκτονικούς αγώνες της Cellatex, στην απεργία του Vilvoorde και σε κάμποσες άλλες, γίνεται φανερό ότι το προλεταριάτο δεν είναι τίποτα αν χωριστεί από το κεφάλαιο και ότι δεν μπορεί να παραμείνει αυτό το τίποτα (το γεγονός ότι ζητάει τη συνάντησή του με το κεφάλαιο δεν αναιρεί το χάσμα που ανοίγει ο αγώνας, δεν αναιρεί ότι το προλεταριάτο αναγνωρίζει τον εαυτό του στο χάσμα αυτό αλλά και το αρνείται). Η αποδυνάμωση της εργασίας γίνεται η ίδια η δραστηριότητα του προλεταριάτου, τόσο με τραγικό τρόπο στους αγώνες του που δεν έχουν άμεσες προοπτικές (αυτοκτονικοί) και σε αυτοκαταστροφικές δραστηριότητες, όσο και σαν διεκδίκηση αυτής της αποδυνάμωσης, όπως στον αγώνα των ανέργων και επισφαλών τον χειμώνα του 1998 στη Γαλλία.</p>
<p>Η ανεργία δεν βρίσκεται πια δίπλα στην απασχόληση με ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή. Η κατάτμηση της εργασιακής δύναμης, η ευελιξία, οι εξωτερικές αναθέσεις εργασιών, η κινητικότητα, η μερική απασχόληση, η μαθητεία, τα σταζ, η αδήλωτη εργασία, όλα αυτά έχουν κάνει θολούς τους κάθε είδους διαχωρισμούς. Το τέλος της διχοτομίας μεταξύ εργασίας και ανεργίας είναι μια θεμελιώδης πτυχή σ’ αυτή τη ρευστότητα της αναπαραγωγής της συνάντησης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου η οποία θέτει την αντίφαση μεταξύ των τάξεων στο επίπεδο της αναπαραγωγής τους. Με τους αγώνες των ανέργων και των επισφαλών γίνεται σχεδόν καταφανές ότι η πάλη του προλεταριάτου δεν εμπεριέχει πια καμία επιβεβαίωσή του· αυτό δεν οφείλεται στην ανεργία καθαυτή, αλλά στην τωρινή της ενσωμάτωση στη σχέση εκμετάλλευσης.</p>
<p>Στο γαλλικό κίνημα του 1998, και γενικότερα στους αγώνες των ανέργων κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου αγώνων, <em>ο ορισμός των ανέργων τείνει να γίνει αφετηρία του ανασχηματισμού της μισθωτής απασχόλησης</em>. Η αναγκαιότητα για το κεφάλαιο να μετράει τα πάντα σε χρόνο εργασίας  και να θέτει την εκμετάλλευση της εργασίας σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου γι’ αυτό, είναι ταυτόχρονα αποδυνάμωση της άμεσης ζωντανής εργασίας σε σχέση με τις κοινωνικές δυνάμεις που συγκεντρώνει μέσα του το κεφάλαιο. Η εγγενής αυτή αντίφαση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μέσω της οποίας το κεφάλαιο γίνεται αντίφαση εν κινήσει, παίρνει τότε την ειδική μορφή του ορισμού της τάξης απέναντι στο κεφάλαιο, ενός ορισμού του οποίου η ανεργία αξιώνει να αποτελέσει την αφετηρία. Στους αγώνες των ανέργων και των επισφαλών, η πάλη του προλεταριάτου κατά του κεφαλαίου <em>ενστερνίζεται</em> την αντίφαση αυτή, τη διεκδικεί. Το ίδιο συμβαίνει και όταν οι απολυμένοι δεν απαιτούν δουλειά αλλά αποζημιώσεις.</p>
<p>Όταν εξάλλου γίνεται εμφανές, όπως κατά τις απεργίες του κλάδου των μεταφορών στην Ιταλία ή των εργατών της Φίατ στο Μέλφι, ότι η αυτονομία και η αυτοοργάνωση δεν είναι πια παρά η προοπτική του τίποτα, συγκροτείται η δυναμική αυτού του κύκλου και προετοιμάζεται η υπέρβαση του διεκδικητικού αγώνα πάνω στη βάση του διεκδικητικού αγώνα. <em>Το προλεταριάτο βρίσκεται αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον ορισμό ως τάξης, ο οποίος αυτονομείται από αυτό, του γίνεται ξένος</em>.</p>
<p>Τον Δεκέμβριο 2002 &#8211; Ιανουάριο 2003, στην απεργία της ACT στην Angers (υλικό πληροφορικής, θυγατρική της Bull) συνυπάρχουν μια διασυνδικαλιστική επιτροπή και μια επιτροπή αγώνα που «είναι σε μεγάλο βαθμό ανοιχτή, προέρχεται μάλλον από τη βάση». Τρεις γραμμές παραγωγής επαναλειτουργούν προσωρινά, αλλά αυτό δεν εμποδίζει μετά να πυρποληθούν έτοιμα προϊόντα. Έχει ενδιαφέρον να ξαναδούμε τη χρονολογία των γεγονότων. Το εργοστάσιο καταλαμβάνεται μετά την ανακοίνωση, στις 20 Δεκεμβρίου, της οριστικής διάλυσης της ACT (αφού προηγήθηκαν πολλές μανούβρες και αναβλητικές συζητήσεις). <em>Το εργοστάσιο καταλαμβάνεται, αλλά κανείς δεν ξέρει με ποιον σκοπό</em>. Στις 10 Ιανουαρίου η απεργιακή επιτροπή δέχεται να αναλάβει την παραγωγή ηλεκτρονικών καρτών που προορίζονται για έναν ιταλό κατασκευαστή εξοπλισμού. Στις 22 Ιανουαρίου παραδίδονται 200 κάρτες· στις 23 οι καταληψίες παίρνουν κάρτες από το στοκ και τις καίνε· στις 24 οι καταληψίες εκδιώκονται βίαια. Την ίδια περίοδο οι απολυμένοι μισθωτοί της Μουλινέξ, που πυρπολούν ένα κτίριο του εργοστασίου, εγγράφονται κι αυτοί στη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία ανάγει για το προλεταριάτο την ίδια του την ύπαρξη ως τάξης σε όριο της ταξικής του δράσης. Παρόμοια, το 2006 στο Σαβάρ του Μπανγκλαντές, 50 χλμ. στα βόρεια της Ντάκα, ύστερα από απλήρωτους μισθούς τριών μηνών, δύο εργοστάσια πυρπολούνται και άλλα εκατό ρημάζονται. Στην Αλγερία η παραμικρή μισθολογική διεκδίκηση μεταλλάσσεται σε εξέγερση, οι υπάρχουσες μορφές εκπροσώπησης απορρίπτονται χωρίς να σχηματίζονται καινούργιες και, πέρα από τους άμεσους πρωταγωνιστές της απεργίας και της διεκδίκησης, το διακύβευμα είναι όλες οι συνθήκες ζωής και αναπαραγωγής του προλεταριάτου.</p>
<p>Στην Κίνα και στην Ινδία δεν θα περάσουμε πια από τον πολλαπλασιασμό πολύμορφων διεκδικητικών δράσεων, που αγγίζουν όλες τις πτυχές της ζωής και της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, σε ένα ευρύ <em>εργατικό κίνημα</em>. Συχνά αυτές οι διεκδικητικές δράσεις στρέφονται «παραδόξως» στην καταστροφή των όρων εργασίας. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις εργατικού πληθυσμού της Ινδίας και της Κίνας εντάσσονται σε μια παγκόσμια κατάτμηση της εργασιακής δύναμης. Εξαιτίας τόσο του παγκόσμιου ορισμού τους όσο και του τρόπου ένταξής τους στην εθνική πραγματικότητα, δεν μπορούν να θεωρηθούν αναβίωση σε άλλους τόπους εκείνου που έχει εξαφανιστεί στη «Δύση». Εκείνο που όριζε την εργατική ταυτότητα και εκφραζόταν με το εργατικό κίνημα ήταν ένα κοινωνικό σύστημα ύπαρξης και αναπαραγωγής, όχι απλώς η ύπαρξη ποσοτικών υλικών χαρακτηριστικών<sup>12</sup>.</p>
<p>Στην Αργεντινή οι προλετάριοι αυτοοργανώνονται σαν άνεργοι της Mosconi, εργάτριες της Bruckman, κάτοικοι των παραγκουπόλεων κτλ., αλλά, καθώς αυτοοργανώνονται, προσκρούουν άμεσα σε αυτό που οι ίδιοι είναι – το οποίο, μέσα στον αγώνα, γίνεται αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί και το οποίο, μέσα στις πρακτικές λεπτομέρειες αυτών των μορφών αυτοοργάνωσης, έγινε όντως αντιληπτό σαν κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να βρει μέσα του την ικανότητα να δημιουργήσει άλλες διαπροσωπικές σχέσεις χωρίς να ανατρέψει και να αρνηθεί ό,τι το ίδιο είναι μέσα σε αυτή την κοινωνία, δηλαδή χωρίς να έρθει σε αντίθεση με την αυτονομία και τη δυναμική της. Στην Αργεντινή, με τον τρόπο με τον οποίο τέθηκαν σε λειτουργία οι παραγωγικές δραστηριότητες, με τους έμπρακτους τρόπους της διεξαγωγής τους, κλονίστηκαν τα προσδιοριστικά στοιχεία του προλεταριάτου ως τάξης αυτής της κοινωνίας (ιδιοκτησία, ανταλλαγή, καταμερισμός εργασίας, σχέση ανδρών-γυναικών κτλ.). Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο η επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση γίνεται αξιόπιστη.</p>
<p>Επιπλέον, η αυτοοργάνωση σαν γενικό όριο προς υπέρβαση εμφανίζεται στις διαμάχες μεταξύ αυτοοργανωμένων τομέων. Εκείνο που διαφαίνεται στις διαμάχες αυτές είναι ότι οι εργαζόμενοι που υπερασπίζουν τη σημερινή τους κατάσταση παραμένουν μέσα στις κατηγορίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι οποίες τους ορίζουν. Η ενοποίηση είναι ανέφικτη αν δεν είναι, ακριβώς, κατάργηση της αυοοργάνωσης· είναι εφικτή μόνο αν ο άνεργος, ο εργάτης της Ζανόν και ο καταληψίας σπιτιού δεν μπορούν πια να είναι άνεργος, εργάτης της Ζανόν ή καταληψίας σπιτιού. Είτε υπάρχει ενοποίηση, αλλά τότε υπάρχει και κατάργηση εκείνου ακριβώς που είναι αυτοοργανώσιμο, είτε υπάρχει αυτοοργάνωση, οπότε η ενοποίηση είναι ένα όνειρο που χάνεται μέσα στις διαμάχες τις οποίες συνεπάγεται η ποικιλομορφία των καταστάσεων.</p>
<p>Καθώς υπερασπίζεται τα άμεσα συμφέροντά του, το προλεταριάτο οδηγείται στην αυτοκατάργησή του, επειδή η δραστηριότητά του στο «ανακτημένο εργοστάσιο» δεν μπορεί πια να παραμείνει κλεισμένη στο «ανακτημένο εργοστάσιο», ούτε στην παράθεση, τον συντονισμό ή την ενότητα των «ανακτημένων εργοστασίων» ή ακόμα όλων όσων είναι αυτοοργανώσιμα.</p>
<p>Στη Γαλλία τον Νοέμβριο του 2005, στα λαϊκά προάστια, οι εξεγερμένοι δεν διεκδίκησαν τίποτα. Το περιεχόμενο της εξέγερσης του Νοεμβρίου ήταν η άρνηση των αιτίων της εξέγερσης: οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν στην ίδια τους την κατάσταση, έβαλαν στο στόχαστρο όλα όσα τους παράγουν και τους ορίζουν. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποιον φανταστικό ριζοσπαστισμό των “αλανιών των προαστίων”. Οφείλεται στον συνδυασμό δύο επίκαιρων αιτίων: αφενός, της ιδιαίτερης κατάστασης αυτής της φράξιας του προλεταριάτου και, αφετέρου, του γεγονότος ότι, εν γένει, <em>η διεκδίκηση δεν είναι πια αυτό που ήταν</em>. Οι εξεγερμένοι αποκάλυψαν και επιτέθηκαν στην <em>τωρινή κατάσταση του προλετάριου</em>: αυτής της εργασιακής δύναμης που έχει γίνει επισφαλής σε παγκόσμια κλίμακα. Κι αυτό έκανε αυτομάτως παρωχημένο, την ίδια τη στιγμή που θα μπορούσε να διατυπωθεί μια τέτοια διεκδίκηση, το να θέλει κανείς να είναι “κανονικός προλετάριος”.</p>
<p>Αυτή η συνύφανση ανάμεσα στη διεκδίκηση και την αυτοαμφισβήτηση των προλετάριων, που χαρακτηρίζει τον τωρινό κύκλο αγώνων και συνοψίζεται στο ταξικό ανήκειν σαν γενικό όριο αυτού του κύκλου, έφτασε στον παροξυσμό της στις ταραχές του Νοεμβρίου εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των πρωταγωνιστών τους. Η διεκδίκηση εξαφανίστηκε.</p>
<p>Τρεις μήνες μετά (την άνοιξη του 2006), κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στη σύμβαση πρώτης απασχόλησης (CPE), όλος ο κόσμος ήξερε ότι αυτό που θα μπορούσε να προκύψει από την απόσυρση της CPE ήταν στην καλύτερη περίπτωση, αν θριάμβευαν τα συνδικαλιστικά σχέδια, μια «ευελιξία με ασφάλεια» α-λα γαλλικά. Ποιος ήθελε κάτι τέτοιο; Σίγουρα όχι η πλειοψηφία των φοιτητών, των επισφαλών και των μαθητών που ήταν στον δρόμο. Κι όμως, αυτή θα ήταν η μόνη διέξοδος για ένα διεκδικητικό κίνημα. Μια διέξοδος που το κίνημα δεν μπορούσε ούτε καν να την πει στον εαυτό του. Σαν διεκδικητικό κίνημα, το κίνημα των φοιτητών δεν μπορούσε να κατανοήσει τον εαυτό του παρά μόνο μετατρεπόμενο σε γενικό κίνημα των επισφαλών, αλλά τότε είτε θα αυτοϋπονόμευε την ιδιαιτερότητά του, είτε δεν θα μπορούσε παρά να οδηγηθεί σε μια λιγότερο ή περισσότερο βίαιη αντιπαράθεση με όλους αυτούς που, μέσα στις ταραχές του Νοεμβρίου 2005, είχαν δείξει ότι αρνούνται να χρησιμεύσουν ως χειραγωγήσιμη μάζα. Η επιδίωξη της ικανοποίησης της διεκδίκησης μέσω της διεύρυνσής της υπονόμευε τη διεκδίκηση. Ποιος μπορούσε να πιστέψει στη σύνδεση με τους εξεγερμένους του Νοεμβρίου στη βάση μιας σύμβασης αορίστου χρόνου για όλους; Αφενός, η σύνδεση αυτή ήταν αντικειμενικά εγγεγραμμένη στον γενετικό κώδικα του κινήματος και, αφετέρου, η ίδια η <em>αναγκαιότητα</em> της σύνδεσης προκαλούσε μια σχέση αγάπης/ μίσους στο εσωτερικό του κινήματος, εξίσου αντικειμενική. Ο αγώνας ενάντια στη CPE ήταν <em>ένα διεκδικητικό κίνημα που για το ίδιο, σαν διεκδικητικό κίνημα, η ικανοποίηση της διεκδίκησης δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή</em>.</p>
<p>Οι ταραχές στην Ελλάδα και η γενική απεργία στη Γουαδελούπη είναι τα πιο πρόσφατα γεγονότα που χαρακτηρίζουν αυτό τον κύκλο αγώνων.</p>
<p>Στις ταραχές στην Ελλάδα, το προλεταριάτο δεν διεκδικεί τίποτα και, απέναντι στο κεφάλαιο, δεν θεωρεί τον εαυτό του θεμέλιο κανενός εναλλακτισμού· απλώς, μέσω ταραχών που παράγουν το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό και τη σχέση εκμετάλλευσης σαν σκέτη επιβολή, το προλεταριάτο δεν θέλει πια να είναι αυτό που είναι.</p>
<p>Αυτές οι ταραχές ήταν ένα ταξικό κίνημα και όχι μια απλή δράση ακτιβιστών (που κι αυτή θα ήταν ταξικό κίνημα), αλλά δεν ήταν ένας αγώνας μέσα σε ό,τι αποτελεί την ίδια τη μήτρα των τάξεων: <em>την παραγωγή</em>. Έτσι οι ταραχές κατόρθωσαν αυτό το θεμελιώδες, να παραγάγουν και να βάλουν στο στόχαστρο το ταξικό ανήκειν σαν καταναγκασμό, αλλά δεν μπόρεσαν να το κάνουν και να φτάσουν σε αυτό το σημείο παρά μόνο προσκρούοντας, σαν στο ίδιο τους το όριο, σε αυτό το <em>αόρατο φράγμα</em> της παραγωγής. Και ο τρόπος (στόχοι, εξέλιξη των ταραχών, σύνθεση των εξεγερμένων κτλ.) με τον οποίο το κίνημα παρήγαγε αυτόν τον εξωτερικό καταναγκασμό ήταν εγγενώς καθορισμένος από το όριο αυτό. Αυτή ήταν η αμφισημία του κινήματος.</p>
<p>Φοιτητές δίχως μέλλον, νεαροί μετανάστες, επισφαλείς εργαζόμενοι, όλοι είναι προλετάριοι οι οποίοι βιώνουν καθημερινά την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σαν εξαναγκασμό, έναν εξαναγκασμό που <em>εμπεριέχεται</em> σε αυτή την αναπαραγωγή επειδή είναι προλετάριοι, αλλά και οι οποίοι τη βιώνουν καθημερινά σαν <em>διαχωρισμένη</em> και τυχαία (συμπτωματική και μη αναγκαία) σε σχέση με την ίδια την παραγωγή. Αγωνίζονται μέσα στον εξαναγκασμό σαν διαχωρισμένη στιγμή και ταυτόχρονα αντιλαμβάνονται και βιώνουν αυτόν τον διαχωρισμό απλώς και μόνο σαν έλλειψη του ίδιου του αγώνα τους ενάντια σε αυτό τον τρόπο παραγωγής.</p>
<p>Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση το κίνημα παρήγαγε το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά μόνο πάνω σε αυτήν. Με αυτό τον τρόπο το κίνημα τοποθετείται στο επίπεδο του τωρινού κύκλου αγώνων και συνιστά μια καθοριστική ιστορική στιγμή του. Είναι η επίθεση στους θεσμούς και τις μορφές της κοινωνικής αναπαραγωγής, θεωρούμενες αυτοτελώς, η οποία από τη μια συγκρότησε το κίνημα και έγινε η δύναμή του, ενώ από την άλλη εξέφρασε και τα όρια του.</p>
<p>Στην Ελλάδα, είναι στο εσωτερικό αυτής της διαμόρφωσης της ταξικής πάλης, και της εμπεριεχόμενης αμφισημίας, που, για τους αγωνιζόμενους προλετάριους, το ταξικό τους ανήκειν, ο ίδιος τους ο ορισμός ως τάξης μέσα στη σχέση τους με το κεφάλαιο, παράχθηκε και εμφανίστηκε σαν εξωτερικός καταναγκασμός. Αμφισβητήθηκαν σαν προλετάριοι από την ίδια τους την πρακτική μέσα στον αγώνα τους, αλλά δεν το έκαναν παρά μόνο διαχωρίζοντας, στις επιθέσεις τους και στους στόχους τους, τις στιγμές και τους μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αναπαραγωγή και παραγωγή του κεφαλαίου παρέμειναν ξένες η μια από την άλλη.</p>
<p>Σήμερα η επανάσταση εξαρτάται από την υπέρβαση μιας καταστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το ότι αποτελεί τάξη είναι για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο ταξικός του αγώνας πρέπει να υπερπηδήσει/ καταργήσει. Οι ταραχές στην Ελλάδα ανέδειξαν αυτό το εμπόδιο, σχηματοποίησαν την αντίφαση <em>και έμειναν εκεί</em>. Αυτό ήταν το όριό τους, αλλά τώρα η αντίφαση τίθεται πια με πρακτικούς όρους γι’ αυτό τον κύκλο αγώνων μέσα στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό <em>και την κρίση του</em>.</p>
<p>Στη Γουαδελούπη, η υψηλή ανεργία και το μεγάλο μέρος του πληθυσμού που ζει από «εισοδήματα προνοίας» ή από την παραοικονομία κάνουν τη μισθολογική διεκδίκηση να είναι μια λογική αντινομία. Η αντίφαση αυτή δόμησε την πορεία των γεγονότων ανάμεσα σε ένα LKP επικεντρωμένο στους σταθερούς εργαζομένους (κυρίως δημόσιους υπαλλήλους), αλλά που προσπαθεί με τον πολλαπλασιασμό και την άπειρη πολυμορφία των διεκδικήσεων να συγκρατήσει συνενωμένους τους όρους της αντίφασης, και τον παραλογισμό της κεντρικής μισθολογικής διεκδίκησης για τους περισσότερους απ’ όσους βρίσκονταν στα οδοφράγματα, στις λεηλασίες και στις επιθέσεις εναντίον δημόσιων κτιρίων. Η διεκδίκηση αποσταθεροποιήθηκε μέσα στην ίδια την πορεία του αγώνα, αμφισβητήθηκε μαζί με την οργανωτική της μορφή, αλλά οι ιδιαίτερες μορφές της εκμετάλλευσης του συνόλου του πληθυσμού, κληρονομημένες από μια αποικιοκρατική ιστορία, εμπόδισαν την αντίφαση αυτή να ξεσπάσει με μεγαλύτερη βιαιότητα στο εσωτερικό του κινήματος (ας σημειωθεί ωστόσο ότι ο μόνος νεκρός ήταν ένας συνδικαλιστής που σκοτώθηκε σε ένα οδόφραγμα). Από την άποψη αυτή, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού ήταν περισσότερο ένα είδος σχιζοφρένειας παρά μια αληθινή παραγωγή στην πορεία του αγώνα, ήταν περισσότερο μια κοινωνιολογική κατάσταση παρά ένα διακύβευμα του αγώνα. Δεν υπήρξε συγκρουσιακή ανασύνθεση της τάξης γύρω από τους ανέργους και τους επισφαλείς, αλλά μάλλον βίοι παράλληλοι μισθωτών και ανέργων, με το LKP να καπελώνει με μεγάλη δυσκολία το σύνολο. Αυτό δεν εμπόδισε τη μισθολογική διεκδίκηση να προσκρούσει συνολικά σε αυτή τη σύνθεση των διαδηλωτών και να βρει εκεί το όριό της.</p>
<p>Η μισθολογική διεκδίκηση, που τη στήριζε η λίγο-πολύ σταθερή φράξια των μισθωτών, έβρισκε το όριό της στην ίδια τη μάζα των ανέργων και «βοηθούμενων» που είχαν παρασυρθεί στο κίνημα, αλλά δεν επρόκειτο απλώς για εξωτερικό όριο: οι μεν και οι δε δεν ήταν ξένοι που βρίσκονταν «πλάι-πλάι» κατά τύχη. Εκείνο που τους ένωνε ήταν η συνολική αγορά της εργασιακής δύναμης, στο πλαίσιο της οποίας πάντα έχει ήδη αγοραστεί μια συνολική εργασιακή δύναμη, όποια κι αν είναι η ατομική (ή ανά φράξιες) ανάλωσή της από το κεφάλαιο εν γένει έναντι ενός εισοδήματος στο οποίο οι μισθοί δραστηριότητας και άλλες μορφές εισοδημάτων αντισταθμίζονται. Η μισθολογική διεκδίκηση τροποποιείται ριζικά όταν δεν ισχύει πια η μορφή της ελεύθερης σύμβασης. Ο εργαζόμενος δεν μπορεί πια να σπάσει, με μια απελευθέρωση της εργασίας, την αλυσίδα που συνδέει τους όρους της αντιφατικής αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας.</p>
<p>Σ’ αυτό το «πλάι-πλάι» ενυπάρχει και το αθέμιτο της μισθολογικής διεκδίκησης: η διπλή αποσύνδεσή της. Αποσύνδεση σε σχέση με την αξιοποίηση και τη συσσώρευση του κεφαλαίου, για τις οποίες η μισθολογική διεκδίκηση έχει χάσει κάθε εσωτερική σημασία και δυναμική· αποσύνδεση μεταξύ, αφενός, μισθού και, αφετέρου, εισοδήματος και κατανάλωσης, μέσω της δανειοδότησης και όλων των υστερόχρονων ή προνοιακών εισοδημάτων. Η ίδια η σύνθεση των διαδηλωτών και εξεγερμένων εκφράζει ζωντανά και απτά αυτή τη διπλή αποσύνδεση. Ποιες μισθολογικές διεκδικήσεις μπορούν να έχουν οι αναρίθμητοι διαρθρωτικά άνεργοι; Θα ήταν λάθος να αναλύουμε την οργή σαν απόγνωση. Στην πορεία της μισθολογικής διεκδίκησης, η ανεργία είναι η αντίφαση υπερεργασίας/ αναγκαίας εργασίας, είναι το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει. Τότε ολόκληρη η μισθωτή σχέση προσαρμόζεται με βάση την ανεργία και τις «ιδιότυπες» μορφές απασχόλησης, μέχρι και η ίδια η μισθολογική διεκδίκηση, η πορεία της, όσοι συμμετέχουν σε αυτήν, οι δραστηριότητές της.</p>
<p>Ο εγκλωβισμός της μισθολογικής διεκδίκησης στην αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας είναι η ίδια η σύνθεση της εργατικής τάξης στη Γουαδελούπη και στους άλλους υπερπόντιους νομούς της Γαλλίας. Εκεί, αυτή η διαρθρωτική αντίφαση είναι η ίδια η σύνθεση της τάξης. Με αφετηρία τον μισθό, την ενδότερη σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο, στη Γουαδελούπη παίχτηκε στο εσωτερικό της μισθολογικής διεκδίκησης ένα σημαντικότερο έργο: η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως ορίου και εξωτερικότητας μέσα στην ίδια την ταξική πάλη.</p>
<p>Η τοποθέτηση της ανεργίας και της επισφάλειας στον πυρήνα της μισθωτής σχέσης· ο ορισμός της κατάστασης του αδήλωτου εργαζομένου ως γενικής κατάστασης της εργασιακής δύναμης· η τοποθέτηση –όπως με το κίνημα της άμεσης δράσης– της κοινωνικής αμεσότητας του ατόμου ως θεμελίου, που πρέπει να παραχθεί σαν βάση της αντίθεσης προς το κεφάλαιο· η πραγματοποίηση αυτοκτονικών αγώνων όπως στη Cellatex και αλλού την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2000 (Metaleurop –με κάποια επιφύλαξη–, Adelshoffen, Société Française Industrielle de Contrôle et d’Equipements, Bertrand Faure, Mossley, Bata, Moulinex, Daewoo-Orion, ACT – πρώην Bull)· η αναγωγή της ενότητας της τάξης σε μια αντικειμενικότητα που συγκροτείται μέσα στο κεφάλαιο, όπως με τον πολλαπλασιασμό των συλλογικοτήτων και με τα κύματα προσωρινών και εκ περιτροπής απεργιών (Γαλλία 2003, άγγλοι ταχυδρομικοί) – αυτά είναι, για καθέναν από αυτούς τους συγκεκριμένους αγώνες, περιεχόμενα που συγκροτούν τη δυναμική του τωρινού κύκλου <em>στο εσωτερικό και στην πορεία</em> των αγώνων. Στους περισσότερους τωρινούς αγώνες εμφανίζεται η επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο παράγει την ύπαρξή του ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο χωρίς καμία αυτοαναφορική δυνατότητα, που την καταστρέφουν οι ίδιοι οι αγώνες, άρα μια δυναμική που συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο αμφισβητεί τον εαυτό του σαν τάξη. Η δυναμική αυτή έχει όμως πάντα το εγγενές της όριο σε ό,τι ακριβώς την ορίζει σαν δυναμική: στη δράση του προλεταριάτου ως τάξης. Γι’ αυτό μιλάμε για δυναμική (για απόκλιση) στο εσωτερικό του ορίου.</p>
<p>Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής σχέσης και του διεκδικητικού αγώνα, σαν προαπαιτούμενο για την επαναστατική της δραστηριότητα. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα με την οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Η κατάργηση του κεφαλαίου σημαίνει αυτομάτως ότι ο προλετάριος αρνείται τον εαυτό του σαν εργαζόμενο και όχι ότι αυτοοργανώνεται σαν τέτοιος· πρόκειται για ένα κίνημα κατάργησης των επιχειρήσεων, των εργοστασίων, του προϊόντος, της ανταλλαγής (με όλες τις μορφές της).</p>
<p>Το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι επαναστατικό παρά μόνο αναγνωρίζοντας τον εαυτό του σαν τάξη· αυτό συμβαίνει σε κάθε σύγκρουση και, κατά μείζονα λόγο, όταν η ύπαρξή του ως τάξης θα είναι, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, η κατάσταση με την οποία θα χρειαστεί να συγκρουστεί. Δεν πρέπει ωστόσο να παρανοούμε το περιεχόμενο αυτής της «αναγνώρισης». Το να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαν τάξη δεν θα είναι για το προλεταριάτο «επιστροφή στον εαυτό του» αλλά πλήρης εξωστρέφεια, <em>η αυτοαναγνώρισή του ως κατηγορίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</em>. Το τι είμαστε σαν τάξη δεν είναι, κατά άμεσο τρόπο, τίποτε άλλο από τη σχέση μας με το κεφάλαιο. Η «αναγνώριση» αυτή θα είναι εκ των πραγμάτων μια πρακτική αναγνώριση, μέσα στη σύγκρουση· όχι αναγνώριση του εαυτού μας για τον εαυτό μας, αλλά αναγνώριση του κεφαλαίου.</p>
<h2>Η εκμετάλλευση: ένα παιχνίδι που καταργεί τον κανόνα του</h2>
<p>Το αθέμιτο της μισθολογικής διεκδίκησης σε μια κρίση που είναι ειδικά κρίση της μισθωτής σχέσης αποτελεί <em>την αντίφαση και τη δυναμική της τωρινής στιγμής</em>· μέσα στις ίδιες τις δραστηριότητες του προλεταριάτου ως τάξης, εμπεριέχει όλες τις αμφισβητήσεις του ταξικού ανήκειν ως ορίου της ταξικής πάλης. Επανέρχονται τότε σε κεντρική θέση ο ορισμός του προλεταριάτου και ο ορισμός της εκμετάλλευσης ως της αντίφασής του με το κεφάλαιο.</p>
<p>Όταν το να αγωνίζεται το προλεταριάτο σαν τάξη έχει γίνει το ίδιο το εσωτερικό όριο της ταξικής πάλης του, αυτό σημαίνει ότι, μέσα στον πυρήνα της εκμετάλλευσης και της παραγωγής υπεραξίας, θεμελιώνεται το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης σαν ζήτημα του παρόντος, επίκαιρο. Όχι μόνο δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση, αλλά δεν είμαστε τίποτα έξω από την <em>αντίφαση</em> της μισθωτής σχέσης· αυτό τα αλλάζει όλα, και μέσω αυτού μπορούν να αλλάξουν όλα. Τα ζεύγη εκμετάλλευση/ αλλοτρίωση, αμοιβαία συνεπαγωγή/ κυριαρχία, τάξεις/ άτομα, παραγωγική εργασία/ «διάχυτη αξιοποίηση», προορίζονται να γίνουν αντικείμενα πολεμικής και θεωρητικών και πρακτικών διχογνωμιών. Με το να τίθεται η πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σαν η πραγματική εξέλιξη της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου καταργούνται οι αμφισημίες ανάμεσα στους όρους αυτών των αντινομιών. Μια υποτίμηση ή και αγνόηση της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο μέσα στη διαδικασία εκμετάλλευσης δικαιολογεί, αφενός, τον θεωρητικό «αμεσοτισμό» που εκφράζεται με την καταγγελία<sup>13</sup> και, αφετέρου, μια αντίληψη της πρακτικής ως επέμβασης (βλ. το ζήτημα του ακτιβισμού).</p>
<p>Το προλεταριάτο και το κεφάλαιο αποτελούν τους όρους μιας αντίφασης και συνεπώς δεν μπορούν να οριστούν όπως θα ήταν μόνα τους έξω από την αντίφαση αυτή<sup>14</sup>. Η αντίφαση αυτή είναι η ενότητά τους και η αμοιβαία αναπαραγωγή τους. Σαν αμοιβαία <em>ανα-παραγωγή</em>, η αντίφαση παράγει μια ιδιαίτερη χρονικότητα που είναι η ιστορική διεργασία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο χρόνος είναι εσωτερικός στην αντίφαση, είναι μια <em>διάρκεια</em>, και όχι ένα απριόρι που την περιβάλλει και που μέσα του αυτή θα έπρεπε να εκτυλιχθεί, να πραγματωθεί<sup>15</sup>. Σαν αναπαραγωγή, η αντίφαση δεν θέτει αντιμέτωπους δύο ισότιμους όρους, είναι ασύμμετρη σχέση: το κεφάλαιο υπάγει την εργασία. Κατά συνέπεια, η πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η <em>πραγματική εξέλιξη</em> της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου· η αντίφαση <em>υπόκειται</em> στη <em>δική της</em> ιστορία, όχι σε συνθήκες. Από εκεί πηγάζει και η ταυτότητα ανάμεσα σε ό,τι κάνει το προλεταριάτο τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής και ό,τι το κάνει επαναστατική τάξη. Εδώ έχουμε τόσο την κριτική κάθε επαναστατικής φύσης όσο και την κριτική κάθε «αμεσοτισμού» του κομμουνισμού. Κριτική της απελευθέρωσης της εργασίας και της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου ως τάξης που γίνεται κυρίαρχη· κριτική του ακτιβισμού και του εναλλακτισμού.</p>
<p>Η τάξη δεν υπάρχει δύο φορές, μία σαν αναπαραγωγός του κεφαλαίου ο οποίος αγωνίζεται μέσα στα όρια αυτής της αναπαραγωγής και άλλη μία σαν τάση προς τον κομμουνισμό. Μέσω της πτώσης του ποσοστού κέρδους, η εκμετάλλευση είναι <em>μια διεργασία που βρίσκεται συνεχώς σε αντίφαση με την ίδια της την αναπαραγωγή</em>: η κινούμενη πραγματικότητα της εκμετάλλευσης είναι αντίφαση για τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής των οποίων αποτελεί το περιεχόμενο και την κίνηση. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η εργασία υπάρχει κοινωνικά, η αξιοποίηση, αποτελεί την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Οριζόμενο από την εκμετάλλευση, το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίθεση με την αναγκαία κοινωνική ύπαρξη της εργασίας του ως κεφαλαίου, δηλαδή ως αξίας αυτονομημένης και η οποία δεν παραμένει τέτοια παρά μόνο εφόσον αξιοποιείται: <em>η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι αντίφαση μεταξύ των τάξεων. </em>Το προλεταριάτο βρίσκεται διαρκώς σε αντίφαση με τον ίδιο του τον ορισμό ως τάξης: η ανάγκη της αναπαραγωγής του είναι κάτι που το βρίσκει απέναντί του να αντιπροσωπεύεται από το κεφάλαιο – από το κεφάλαιο για το οποίο το προλεταριάτο <em>είναι</em> <em>συνεχώς αναγκαίο και πάντα περισσεύει</em>: πρόκειται για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, για την αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας<sup>16</sup> (που γίνεται αντίφαση της αναγκαίας εργασίας), για το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει (βλ. πιο πάνω). Πρόκειται, με δυο λόγια, για την αντίφαση της παραγωγικής εργασίας: «<em>Παραγωγική εργασία</em> είναι μόνο μία συντομευμένη έκφραση για την όλη σχέση και τον τρόπο, με τον οποίο εμφανίζεται η ικανότητα εργασίας και η εργασία στο καπιταλιστικό προτσές παραγωγής» (Μαρξ, <em>Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]</em><em>, εκδ. Α/συνέχεια, σελ. 134-5</em>).</p>
<p>Η εκμετάλλευση είναι το περίεργο αυτό παιχνίδι όπου κερδίζει πάντα ο ίδιος (επειδή η εκμετάλλευση είναι υπαγωγή)· ταυτόχρονα, και για τον ίδιο λόγο, <em>είναι ένα παιχνίδι που βρίσκεται σε αντίφαση με τον κανόνα του και μια ένταση προς την κατάργηση αυτού του κανόνα</em>. Το αντικείμενο σαν ολότητα, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, <em>βρίσκεται σε αντίφαση με τον εαυτό του μέσα από την αντίφαση των στοιχείων του</em>, επειδή αυτή η αντίφαση με το άλλο είναι για κάθε στοιχείο αντίφαση με τον εαυτό του, στον βαθμό που το άλλο είναι το <em>δικό του</em> άλλο. Στην αντίφαση την οποία αποτελεί η εκμετάλλευση, εκείνο που μας δίνει την υπέρβαση είναι η μη συμμετρικότητά της. <em>Όταν λέμε ότι η εκμετάλλευση είναι για τον εαυτό της μια αντίφαση, ορίζουμε την κατάσταση και την επαναστατική δραστηριότητα του προλεταριάτου</em>. Η πάλη των τάξεων είναι ένα παιχνίδι που μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση του κανόνα του, επειδή μέσα στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, δηλαδή στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας, δεν έχουμε πια να κάνουμε με μια διαδικασία «μόνο του κεφαλαίου» αλλά με την πάλη των τάξεων. Ο κομμουνισμός είναι η αντιφατική κίνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η διεργασία της απαρχαίωσής του. Η υπέρβαση περιλαμβάνεται σαν το ίδιο το περιεχόμενο της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, στις πιο άμεσες μορφές της πάλης των τάξεων.</p>
<p>Ο μη παραγωγικός εργαζόμενος πουλάει κι αυτός την εργασιακή του δύναμη και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον καπιταλιστή του, για τον οποίο ο βαθμός εκμετάλλευσης θα καθορίσει το τμήμα της αξίας (την υπεραξία) που θα μπορέσει να ιδιοποιηθεί σαν κέρδος. Αλλά από την ίδια την παραγωγική εργασία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το προλεταριάτο δεν περιορίζεται στους παραγωγικούς εργαζομένους. Πράγματι, πρώτον, είναι στην ίδια τη φύση της υπεραξίας να υφίσταται σαν κέρδος, μεταξύ άλλων και για τα ίδια τα παραγωγικά κεφάλαια· δεύτερον, για τον ίδιο αυτό λόγο, είναι ολόκληρη η καπιταλιστική τάξη που εκμεταλλεύεται ολόκληρη την εργατική τάξη, ενώ ο προλετάριος ανήκει στην καπιταλιστική τάξη πριν πουλήσει τον εαυτό του στο τάδε ή στο δείνα αφεντικό. Όμως η συνολική κοινωνική εργασία την οποία το κεφάλαιο δημιουργεί καθώς την ιδιοποιείται (η κοινωνική εργασία δεν προϋπάρχει μέσα στον προλετάριο ούτε στο σύνολο της τάξης πριν από την ιδιοποίησή της) δεν αποτελεί μια ομοιογενή μάζα χωρίς διακρίσεις, διαμεσολαβήσεις και ιεραρχία, δεν αποτελεί μια ολότητα που κάθε μέρος της εμπεριέχει όλους τους καθορισμούς της ολότητας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ένα κεντρικό ζήτημα: ενώ κάθε προλετάριος έχει τυπικά ταυτόσημη σχέση με το ιδιαίτερο κεφάλαιο που τον εκμεταλλεύεται, η σχέση του με το κοινωνικό κεφάλαιο διαφέρει ανάλογα με το αν ο ίδιος είναι ή όχι παραγωγικός εργαζόμενος (δεν πρόκειται για θέμα συνείδησης αλλά για μια αντικειμενική κατάσταση). Αν, στο κέντρο της πάλης των τάξεων, δεν υπήρχε η αντίφαση την οποία αντιπροσωπεύει η παραγωγική εργασία, για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής <em>και για το προλεταριάτο</em>, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για επανάσταση (η επανάσταση θα ήταν κάτι εξωγενές σε σχέση με τον τρόπο παραγωγής, στην καλύτερη περίπτωση μια ουτοπία, στη χειρότερη τίποτα).</p>
<p>Ενώ το προλεταριάτο δεν περιορίζεται στην τάξη των εργαζομένων που παράγουν υπεραξία, <em>εκείνο που το δομεί είναι η αντίφαση την οποία αποτελεί η παραγωγική εργασία</em>. Η παραγωγική εργασία (που παράγει υπεραξία, δηλαδή κεφάλαιο) είναι η ζωντανή και αντικειμενική αντίφαση αυτού του τρόπου παραγωγής. Δεν πρόκειται για μια φύση που έχει προσδεθεί σε πρόσωπα: ο ίδιος εργαζόμενος μπορεί να εκτελεί ορισμένες παραγωγικές και ορισμένες μη παραγωγικές εργασίες· ο παραγωγικός χαρακτήρας της εργασίας μπορεί να οριστεί στο επίπεδο του συλλογικού εργαζομένου· ο ίδιος (προσωρινός) εργαζόμενος μπορεί, από τη μια εβδομάδα στην άλλη, να περνάει από μια παραγωγική σε μια μη παραγωγική εργασία. Αλλά η σχέση του συνόλου του προλεταριάτου με το κεφάλαιο δομείται από την αντιφατική κατάσταση της παραγωγικής εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Το ζήτημα είναι να ξέρουμε, πάντα με βάση την ιστορία και τη συγκυρία, τον τρόπο με τον οποίο αυτή η θεμελιώδης (καταστατική) αντίφαση δομεί σε μια δεδομένη στιγμή την πάλη των τάξεων, γνωρίζοντας ότι είναι στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να μην εμφανίζεται ξεκάθαρα η αντίφαση αυτή, αφού η υπεραξία μετατρέπεται εξ ορισμού σε κέρδος και το κεφάλαιο είναι αξία εν κινήσει. Η μοναχική ώρα του έσχατου καθοριστικού στοιχείου δεν έρχεται ποτέ.</p>
<p>Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραγωγικοί εργαζόμενοι είναι επαναστάτες εκ φύσεως και μονίμως. Οι τάξεις δεν είναι αθροίσματα ατόμων, το προλεταριάτο και η καπιταλιστική τάξη αποτελούν τους κοινωνικούς πόλους της αντίφασης –πτώση του ποσοστού κέρδους ή παραγωγική εργασία– που δομεί το σύνολο της κοινωνίας. Η ιδιαίτερη σχέση της παραγωγικής εργασίας με το κοινωνικό κεφάλαιο (ιδιαίτερη σε σχέση με κάθε άλλη εργασία που υπόκειται σε εκμετάλλευση) δεν παγιώνεται σαν ουσία των παραγωγικών εργαζομένων. Ωστόσο, μέσα στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας που δομεί <em>το σύνολο της κοινωνίας</em> και τη διαιρεί σε πόλους αντιτιθέμενων τάξεων, οι παραγωγικοί εργαζόμενοι βρίσκονται σε μια μοναδική κατάσταση. Όταν μπλοκάρουν την παραγωγή αξίας <em>και υπεραξίας</em>, οι άνθρωποι που ζουν στο κέντρο της εσωτερικής σύγκρουσης του κεφαλαίου ως αντίφασης εν κινήσει δεν «μπλοκάρουν» απλώς. Μέσα στη μοναδική δράση τους, η οποία δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο αλλά απλώς την εμπλοκή τους στον αγώνα, η αντίφαση που δομεί το σύνολο της κοινωνίας σαν πάλη των τάξεων επιστρέφει στον εαυτό της, στην ίδια της τη συνθήκη, επειδή η σχέση εκμετάλλευσης δεν συνδέει τον παραγωγικό εργαζόμενο με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, αλλά άμεσα, στη σχέση του με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, τον συνδέει με το κοινωνικό κεφάλαιο. Εκείνο που, κατά πραγματικό τρόπο, συγκαλύπτεται συνεχώς μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, όχι μόνο σαν εσωτερική αντίφαση της αναπαραγωγής (την οποία εννοούμε εδώ σαν ενότητα της παραγωγής και της κυκλοφορίας) αλλά και σαν <em>εκείνο που κάνει να υπάρχει η ίδια η αντίφαση</em>: <em>η εργασία σαν ουσία της αξίας η οποία, στο πλαίσιο του κεφαλαίου, είναι αξία μόνο σαν αξία εν κινήσει</em>. Μέσα στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας –αντίφαση υπερεργασίας/ αναγκαίας εργασίας, δηλαδή αντίφαση της αναγκαίας εργασίας, δηλαδή αντίφαση της παραγωγικής εργασίας με τον εαυτό της στο πλαίσιο της αντίφασής της με το κεφάλαιο– το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει είναι αντίφαση μεταξύ τάξεων, είναι ταξική πάλη: η αντίφαση (η εκμετάλλευση) επανέρχεται στον εαυτό της, <em>στην ίδια της τη συνθήκη</em>.</p>
<p>Η επανάσταση θα ξεκινήσει το δικό της έργο όταν οι εργάτες θα βγαίνουν από τα εργοστάσια για να τα καταργήσουν, επιτιθέμενοι στον πυρήνα της παραγωγής αξίας· η επανάσταση θα προσκρούσει στην αυτοοργάνωση, στην αυτονομία και σε οτιδήποτε μπορεί να συνδέεται με τη «συμβουλιακή» πρακτική, σε οτιδήποτε θα μπορούσε να μας οδηγήσει να αναδιοργανώσουμε «με υπεύθυνο τρόπο» την παραγωγή. Η επανάστασή μας είναι η επανάσταση της εποχής όπου η αντίφαση μεταξύ των τάξεων τοποθετείται στο επίπεδο της αμοιβαίας συνεπαγωγής τους και της αναπαραγωγής τους. Και «ο πιο αδύναμος κρίκος» αυτής της αντίφασης, της εκμετάλλευσης, που συνδέει τις τάξεις μεταξύ τους, τοποθετείται στις στιγμές της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, εκεί όπου ακριβώς, μακράν από το να βρίσκει επιβεβαίωση, ο ορισμός του προλεταριάτου ως τάξης της παραγωγικής εργασίας εμφανίζεται πάντα (και ολοένα περισσότερο μέσα στις σύγχρονες μορφές της αναπαραγωγής) σαν τυχαίος και περιστασιακός, όχι μόνο για κάθε προλετάριο ειδικά, αλλά διαρθρωτικά για το σύνολο της τάξης. Αλλά αν η πάλη των τάξεων παραμείνει κίνημα στο επίπεδο της αναπαραγωγής, δεν θα έχει ενσωματώσει τον ίδιο της τον λόγο ύπαρξης, την παραγωγή. <em>Εδώ βρίσκεται σήμερα το επανεμφανιζόμενο όριο όλων των ταραχών και των «εξεγέρσεων», αυτό που σε επίπεδο γεγονότων τις ορίζει σαν «μειοψηφικές». </em>Η επανάσταση θα πρέπει να περικυκλώσει την παραγωγή για να την καταργήσει σαν ιδιαίτερη στιγμή των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και, με τον τρόπο αυτό, να καταργήσει την εργασία καταργώντας τη μισθωτή εργασία. Εδώ εντοπίζεται ο καθοριστικός ρόλος της παραγωγικής εργασίας και αυτών οι οποίοι σε μια δεδομένη στιγμή είναι οι άμεσοι φορείς της αντίφασης της παραγωγικής εργασίας, επειδή τη βιώνουν στην ίδια τους την ύπαρξη για το κεφάλαιο σαν ταυτόχρονα αναγκαία και περιττή. Κατέχουν <em>αντικειμενικά</em> τη δυνατότητα να μετατρέψουν αυτή την επίθεση σε αντίφαση για το ίδιο το κεφάλαιο, να αναστρέψουν ενάντια στον εαυτό της και ενάντια στον εαυτό τους την αντίφαση που αποτελεί η εκμετάλλευση. Ο δρόμος της κατάργησης της εκμετάλλευσης περνάει από την ίδια την εκμετάλλευση· όπως το κεφάλαιο, έτσι και η επανάσταση είναι κι αυτή μια αντικειμενική διαδικασία.</p>
<p>Ακόμα κι αν ορίσουμε την τρέχουσα κρίση, στο γίγνεσθαί της, σαν κρίση της αξίας, η κρίση δεν παύει να είναι σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο. Η ίδια η επανάσταση είναι το «μπλοκάρισμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής· το «μπλοκάρισμα» δεν είναι προαπαιτούμενο της επανάστασης. Το προλεταριάτο καταργεί τις τάξεις μέσα στην επανάσταση, με μέτρα που παίρνονται στη διάρκεια μιας κρίσης η οποία <em>γίνεται</em> επαναστατική κρίση και η οποία <em>γίνεται</em>, σαν τέτοια, το μπλοκάρισμα της συσσώρευσης. Δεν υπάρχει κατάσταση, δεν υπάρχει κρίση, που, αν την αντιληφθούμε μονομερώς, να είναι χωρίς διέξοδο για το κεφάλαιο. Η κρίση της σχέσης εκμετάλλευσης διαπιστώνεται στο προλεταριάτο και στο κεφάλαιο, σαν επιδίωξη μιας επιδείνωσης της εκμετάλλευσης και σαν αντίσταση στην επιδείνωση αυτή. Αυτή ακριβώς η αντίσταση, στην απτή της εξέλιξη, δείχνει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, ότι ενάντια στο προλεταριάτο, <em>και εξαιτίας της δραστηριότητάς του</em>, δεν μπορεί να αναδιαρθρωθεί, να συγκροτήσει έναν ανώτερο τρόπο αξιοποίησης.</p>
<p>Τα πράγματα πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε ιστορικά και ποιοτικά. Κάθε κρίση είναι μια ορισμένη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ των τάξεων και των αντίστοιχων πρακτικών τους. Εκεί ακριβώς ο προηγούμενος κύκλος αγώνων γίνεται καθοριστικός· εκείνο που μπορεί να μπλοκάρει την καπιταλιστική αναπαραγωγή είναι ένας τύπος πρακτικής που εμφανίζεται στην πορεία της κρίσης. Ίσαμε τότε όλες οι κρίσεις, ακόμα και οι σφοδρότερες, είναι πάντα στιγμές της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ποτέ δεν υπάρχει σχέδιο, εκείνο που υπάρχει, από την ίδια τη φύση του κεφαλαίου, είναι μια διαδικασία αξιοποίησης/ απαξίωσης: η κρίση, από μόνη της, είναι άνοιγμα προς μιαν αναδιάρθρωση. Ένας τύπος πρακτικών που εμφανίζονται μέσα στην κρίση είναι αυτό που μετατρέπει την κρίση σε επανάσταση, δηλαδή σε «τελική κρίση»<sup>17</sup>. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσα στην κρίση, οι προηγούμενες συνθήκες της αξιοποίησης, και του κύκλου αγώνων, γίνονται καθοριστικές: αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου η οποία ορίζεται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της σχέσης τους· εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που να επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου· ταυτότητα ανάμεσα στην ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης και την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Δηλαδή δραστηριότητες απόκλισης στο ίδιο το εσωτερικό της ταξικής δραστηριότητας, στο εσωτερικό των αγώνων.</p>
<p>Μέσα στην κρίση, στην πορεία αυτών των αγώνων, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού μέσα στο κεφάλαιο είναι το ποιοτικό άλμα, η υπέρβαση της ταξικής δράσης ως ορίου, αλλά μια παραγόμενη υπέρβαση που κάθε άλλο παρά είναι άσχετη με την προηγούμενη πορεία του κύκλου αγώνων, που δεν θα μπορούσε ούτε καν να υπάρξει χωρίς αυτήν. Η υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων του είναι, απλούστατα, αυτό που οδηγεί το προλεταριάτο να περάσει σε κάτι άλλο: στην κατάργηση του κυρίαρχου συστήματος.</p>
<p>Η δραστηριότητα του προλεταριάτου μπορεί να γίνει, στους στόχους της και στην πορεία των μέτρων αγώνα κατά της εκμετάλλευσης, έμπρακτη επίθεση ενάντια στα προσδιοριστικά στοιχεία της εκμετάλλευσης τη στιγμή ακριβώς που η αντίφαση μεταξύ των τάξεων μετατρέπεται από στιγμή της αμοιβαίας συνεπαγωγής σε εξωτερίκευση του ταξικού ανήκειν. Υπάρχει μια στιγμή όπου όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία, όλες οι αντιφατικές διεργασίες, όλες οι ιστορικές σημασίες δεν αρκούν πια, αν δεν θέτουν ότι την επαναστατική ρήξη την παράγει η πάλη του προλεταριάτου μέσα στη <em>δική της</em> δυναμική.</p>
<p>Και πάλι όμως η επανάσταση μπορεί να αποτύχει, να ηττηθεί· η επέκταση των μέτρων κομμουνιστικοποίησης δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων. Πρόκειται για μέτρα που παίρνονται ενάντια στο κεφάλαιο, πράγμα που σημαίνει ότι η αναπαραγωγή του ή τα θεμέλιά της –η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης έστω και με «ανορθόδοξες» μορφές, η ανταλλαγή, κάποιες μορφές στοιχειώδους κοινωνικής πρόνοιας οργανωμένης από κράτη, ή άλλες θεσμικές ανασυνθέσεις– βρίσκονται πάντα εκεί μέσα στην κατ’ εξοχήν καταστροφική κατάσταση (καταστροφική με την έννοια ότι τίποτα δεν ριζώνει για να συγκροτήσει σύστημα) την οποία αποτελεί η επανάσταση. Είναι αλήθεια ότι η δυναμική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι αντίφαση για εκείνο ακριβώς του οποίου αποτελεί τη δυναμική (ένα παιχνίδι που μπορεί να αμφισβητήσει τον ίδιο του τον κανόνα), αλλά παραμένει επίσης, για τον ίδιο λόγο, η δυναμική του.</p>
<p>Η επανάσταση εγγράφεται εκεί σαν μια συγκυρία πιθανή ως προς τη μελλοντική επέλευσή της, αναγκαία ως προς τη σημερινή θεώρηση των ταξικών αγώνων των οποίων η συγκυρία αυτή είναι αποτέλεσμα. Η ίδια η κομμουνιστικοποίηση είναι ένα σύνολο δραστηριοτήτων ενάντια στην καπιταλιστική αναπαραγωγή· με αυτή την έννοια η νίκη της δεν ενυπάρχει μέσα της, αλλά η κομμουνιστικοποίηση αναπτύσσει και τις δικές της αντιφάσεις. Η απλούστερη από τις αντιφάσεις αυτές είναι ότι αναπτύσσει μορφές κοινωνικοποίησης που την καθηλώνουν σαν τοπική αναπαραγωγή, αυτοδιαχείριση επιβίωσης, νόθες μορφές ανταλλαγών. Αυτές οι μορφές κοινωνικοποίησης, αυτοδιαχείρισης, που ενδέχεται να εμφανιστούν δεν είναι αντεπανάσταση· μπορεί να αποτελέσουν γρανάζια της αντεπανάστασης, αλλά δεν είναι η ίδια η αντεπανάσταση. Η αντεπανάσταση είναι πάντοτε ειδικά καπιταλιστική· αυτές οι «αυτοδιαχειριστικές» μορφές που ενδέχεται να χρησιμεύσουν σαν γρανάζια θα σαρωθούν, και μάλιστα βίαια, από την αντεπανάσταση την οποία θα έχουν βοηθήσει να αναλάβει τα ηνία.</p>
<p>Αλλά υπάρχει μια ακόμα σοβαρότερη εσωτερική αντίφαση της επαναστατικής διαδικασίας, που σχετίζεται με την ίδια τη διαδικασία ενοποίησης του προλεταριάτου μέσα στην κατάργησή του. Μια κρίση της αξίας μπορεί, ξεκινώντας από τον καπιταλιστικό πυρήνα της, την κρίση της εργασίας που παράγει υπεραξία, να είναι για το προλεταριάτο μια πάλη κατά του κεφαλαίου μέσα στην οποία απορροφά, ενάντια στην καπιταλιστική τάξη, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Πρόκειται για τη διαδικασία κατάργησής του μέσα στην κατάργηση της ανταλλαγής, στην οποία αναγκάζονται να συμμετάσχουν κάθε είδους περιφερειακά στρώματα και φτωχοί που δεν είναι στην κυριολεξία προλετάριοι. Με αυτή τη διαδικασία ενοποίησης παρασύρονται στο κίνημα τεράστιες μάζες προλετάριων που δεν είναι εργάτες. Με άλλα λόγια, η αντίφαση που επιφέρει την κατάργηση της αξίας είναι η αντίφαση του κεφαλαίου ως αντίφασης εν κινήσει (βλ. πιο πάνω), αλλά η αντίφαση αυτή σαν ζωντανή δύναμη είναι η αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας, δηλαδή το προλεταριάτο με τη στενή έννοια της εργατικής τάξης. Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση ενοποιείται το προλεταριάτο μέσα στην κατάργηση της αξίας· πάνω σε αυτή τη βάση θα πρέπει να συμπεριλάβει, να παρασύρει, μια τεράστια μάζα κατεστραμμένων αγροτών, προλετάριων της παραοικονομίας κτλ., οι οποίοι είναι βέβαια ενταγμένοι στον παγκόσμιο κύκλο του κεφαλαίου, υφίστανται εκμετάλλευση, αλλά σαν <em>μετέχοντες σε ανταλλαγή</em>. Δεν βιώνουν την αντίφαση της αξίας σαν αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας, επομένως δεν βιώνουν άμεσα την ανάγκη της υπέρβασής της. Η μιζέρια και η ακραία ένδεια δεν είναι από μόνες τους αναγκαιότητα και εξαναγκασμός για επαναστατικότητα. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει εκεί μια εκφοβιστική μάζα για υλική και κοινωνική χειραγώγηση. Εκεί βρίσκεται επίσης και η δυνατότητα πολλών βάρβαρων μικροπολέμων.</p>
<p>Η κομμουνιστική επανάσταση είναι πάνω απ’ όλα μια κατάσταση εντροπίας· όλες οι κοινωνικές διαμορφώσεις (οι μορφές που συγκροτούσαν κοινωνία) αρχίζουν να πέφτουν στο κενό, και μάλιστα επανεμφανίζονται καταστάσεις παλαιότερες, αντιφάσεις που θεωρούνταν ξεπερασμένες, που σχετίζονται με προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο να προοιωνιζόμαστε την πιθανή εμφάνιση, μέσα στην κρίση και εξαιτίας των χαρακτηριστικών του κύκλου αγώνων και της ιδιαίτερης ιστορικής φύσης αυτής της κρίσης, πρακτικών που συνθέτουν μια επαναστατική <em>συγκυρία</em>. Η επαναστατική συγκυρία είναι εσωτερική παραβίαση των νόμων αναπαραγωγής του τρόπου παραγωγής, επειδή οι νόμοι που οδηγούν την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν έχουν σκοπιμότητα παρά <em>μόνο από την άποψη κάποιου που βρίσκεται στο εσωτερικό των νόμων αυτών</em>. Οι νόμοι που οδηγούν τον καπιταλισμό στον χαμό του δεν παράγουν ένα ιδεώδες που θα περιμέναμε μοιρολατρικά την πραγμάτωσή του· η σκοπιμότητα αυτή είναι μια εγγενής οργάνωση της πάλης των τάξεων που οι αγώνες του προλεταριάτου μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν <em>έμπρακτα</em>. Η αποκρυπτογράφηση αυτή είναι μια επαναστατική συγκυρία. Σε μια συγκυρία υπάρχει το αβέβαιο, υπάρχει συνάντηση, υπάρχουν πράγματα της τάξης του <em>συμβάντος</em>: μια σκοπιμότητα που παράγει και αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στην τυχαιότητα της μιας ή της άλλης πρακτικής.</p>
<p>Με την τωρινή κρίση προετοιμάζεται, μέσα στη δράση του προλεταριάτου, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού, <em>και μάλιστα στον πυρήνα του</em>: στη μισθωτή σχέση. Η διεκδίκηση και η πρόσκρουση του προλεταριάτου στην ίδια του την ταξική ύπαρξη ως όριο της δράσης του δεν αλληλοαποκλείονται πια. Στους τωρινούς μισθολογικούς αγώνες (μισθολογικούς με την ευρεία έννοια των αγώνων γύρω από τη μισθωτή σχέση, που περιέχουν τόσο τις διεκδικήσεις για το επίπεδο του μισθού και για τις μορφές του έμμεσου μισθού όσο και τις διεκδικήσεις για τις συνθήκες εργασίας, την επισφάλεια ή τις απολύσεις), η διεκδίκηση δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να μην αποσταθεροποιηθεί, σαν διεκδίκηση, μέσα στην ίδια την πορεία της πάλης και να συγκροτήσει τις οργανωτικές μορφές που της αντιστοιχούν χωρίς αυτές να αμφισβητηθούν. Η διεκδίκηση για τον μισθό γίνεται τώρα το προνομιακό πεδίο όπου μπορεί να προαναγγελθεί η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού.</p>
<p>Η <em>τωρινή στιγμή</em> ορίζεται από τη σχέση και την αλληλοδιείσδυση της <em>κρίσης της μισθωτής σχέσης</em> και του <em>αθέμιτου της μισθολογικής διεκδίκησης</em>. Η εκρηκτική αυτή σύνδεση βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής στιγμής.</p>
<p>Στις μέρες μας, οι αποκλίσεις μέσα στη δράση της τάξης (αναπαραγωγή της ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής/ αυτοαμφισβήτησή της) υπάρχουν μέσα στην πορεία των περισσότερων αντιπαραθέσεων<sup>18</sup>. <em>Είμαστε θεωρητικοί ιχνηλάτες και υπέρμαχοι αυτών των αποκλίσεων</em><em> που, μέσα στην πάλη του προλεταριάτου, αποτελούν την αυτοαμφισβήτησή του· και είμαστε πρακτικά συνεργοί τους όταν συμμετέχουμε άμεσα</em>. Υπάρχουμε μέσα σε αυτή τη ρήξη, μέσα σε αυτή τη διχοστασία της δραστηριότητας του προλεταριάτου ως τάξης.</p>
<h2>Το στοίχημά μας</h2>
<p>Οι δραστηριότητες απόκλισης είναι παρούσες και βάζουν άμεσα ερωτήματα στη θεωρία, κι έτσι την τροποποιούν και τη διαμορφώνουν· και οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι «δικές μας» με τη στενή έννοια της προσωπικής ανάμιξης.</p>
<p>Το ζήτημα της επέμβασης, και το αλληλένδετο ζήτημα της επιστροφής της θεωρίας στην πρακτική, τίθεται μόνο από τη στιγμή που η πολυμορφία των δραστηριοτήτων γίνεται αφαίρεση: η <em>Πρακτική</em> σαν αφαίρεση. Το ζήτημα της επέμβασης μετατρέπει αυτό που κάνουμε μέσα στον ένα ή τον άλλο αγώνα (ή αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε), δηλαδή πρακτικές πάντοτε συγκεκριμένες, σε μια <em>αφαίρεση της πρακτικής</em>, συγκροτώντας το δίλημμα επέμβαση/ αναμονή. Η διαδικασία αφαίρεσης είναι ένας απτός μηχανισμός, που συγκροτείται με εμπειρικά διαπιστώσιμες δραστηριότητες και στάσεις: η «πρακτική επαγρύπνηση»· η δυνατότητα «επιλογής» μεταξύ των αγώνων· το «τμήμα της κοινωνίας που βρίσκεται πάνω απ’ την κοινωνία»· το «όλα με αφορούν»· η εξαφάνιση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου μέσα στην πάλη των τάξεων, μια εξαφάνιση μέσω της οποίας «τα πάντα μπορούν να συμβούν», με την αναπαραγωγή να διατηρείται σαν πλαίσιο <em>αλλά όχι σαν ορισμός των πρωταγωνιστών</em>· το ζήτημα της στρατηγικής και η επανάσταση σαν <em>σκοπός</em> προς επίτευξη· η <em>απόφαση του ατόμου</em> σαν μεθοδολογική αφετηρία, αντί για την ύπαρξη μιας αντιφατικής διαδικασίας ή μιας απόκλισης που εκφράζεται από δραστηριότητες· η υπερπήδηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξ ονόματος μιας κατάστασης που κρίνεται, για το σύνολο του προλεταριάτου, σαν θεμελιωδώς κοινή αλλά πέρα από τις αντικειμενικές πολυμορφίες (εδώ ξανασυναντάμε την πραγματική ανάπτυξη της αντίφασης, δηλαδή το προλεταριάτο-τάξη του κεφαλαίου και την αντίφασή του με το κεφάλαιο σαν πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής).</p>
<p>Ο πυρήνας της κριτικής της επέμβασης ως ζητήματος έγκειται στην αφαίρεση της πρακτικής και στην αντικειμενοποίηση της πάλης των τάξεων, που αλληλοστηρίζονται. Η «Πρακτική» αποκτά καθαυτή, σαν οντότητα, ένα νόημα απέναντι στο εξίσου αφηρημένο συμπλήρωμά της, την ταξική πάλη σαν <em>κατάσταση</em>. Οι ιδιαίτερες πρακτικές <em>σαν τέτοιες</em> δεν είναι πια παρά περιστασιακές εκδηλώσεις της αφαίρεσης Πρακτική. Εκεί βρίσκεται το βαθύτερο θεμέλιο του ζητήματος της επέμβασης, δηλαδή της επέμβασης ως ζητήματος, και της κατανόησης που έχει η επέμβαση για τη θεωρία: ένα «όπλο» που επιστρέφει στην πρακτική. Η θεωρία δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει τη χρησιμότητά της. Η θεωρία περιλαμβάνεται στον <em>αυτοκριτικό χαρακτήρα</em> των αγώνων· η <em>κριτική σχέση της θεωρίας έχει αλλάξει</em>. Η θεωρητική παραγωγή ανήκει σε μια πρακτική που δεν είναι «η δική μας» και σε μια θεωρία που ούτε αυτή είναι «η δική μας».</p>
<p>Η πρακτική για την οποία μιλάμε είναι η πρακτική όλων εκείνων που, με τις δραστηριότητές τους, δημιουργούν μια απόκλιση στο εσωτερικό της δράσης του προλεταριάτου ως τάξης και θέτουν αυτή την τελευταία σαν όριο προς υπέρβαση. Η πρακτική για την οποία μιλάμε είναι η θεωρία με την ευρεία έννοια, δηλαδή η πρακτική και ο αυτοστοχασμός της ταξικής πάλης. Η θεωρία με τη στενή έννοια είναι μια συμπύκνωση, δηλαδή μια ιδιαίτερη και όχι άμεση έκφραση, μια δουλειά επεξεργασίας που έχει τους δικούς της νόμους, μια <em>νοητικά επεξεργασμένη</em> έκφραση αυτής της πρακτικής. Γι’ αυτήν το ζήτημα είναι πάνω απ’ όλα να φτάσει στη <em>θεωρητική</em> ύπαρξη της κομμουνιστικής υπέρβασης με όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρο τρόπο· για το έργο αυτό χρησιμοποιούμε όσα μέσα έχουμε στη διάθεσή μας. Η ύπαρξη αυτής της νοητικά επεξεργασμένης έκφρασης είναι εγγενής και απαραίτητη για την ίδια την ύπαρξη της πρακτικής και της θεωρίας με την ευρεία έννοια. Υπάρχει και παράγεται με πολύμορφο τρόπο, συνεχή είτε εφήμερο. Δεν έχει ρόλο, στο μέτρο που συμμετέχει στον ορισμό εκείνου απέναντι στο οποίο θα μπορούσε να υποτεθεί ότι έχει ένα ρόλο· αποτελεί μια «στιγμή», για να καταφύγουμε στις εκφράσεις της φιλοσοφίας. Η «επικύρωσή» της υπάρχει μέσα στην ίδια και δεν είναι επικύρωση, ούτε άλλωστε την κατοχυρώνει· διαρκώς υπόκειται σε ό,τι τη συγκροτεί και του οποίου αποτελεί μέρος σαν «στιγμή», ξαναδιαμορφώνεται από αυτό: από τη θεωρία με την ευρεία έννοια, από την πρακτική. Δεν προσδίδει, <em>ατομικά</em>, σε όσους την ασκούν καμία ιδιαίτερη στάση ή ιδιότητα, επειδή το <em>αντικείμενό της</em>, στο οποίο θα όφειλε να δικαιολογηθεί ή να εφαρμοστεί, δεν είναι η Πρακτική. Η εφαρμογή της θεωρίας υπάρχει όταν σκεφτόμαστε σε σχέση με έναν αγώνα ότι θα μπορούσαμε να συμμετέχουμε ή να μη συμμετέχουμε. Συνίσταται άραγε η εφαρμογή στο «πώς να συμμετέχουμε;». Αν είναι έτσι, έχουμε βγάλει τη θεωρία από τον χώρο της, από το «οικοσύστημά» της, και θα χρειαστεί να την επανεισαγάγουμε: αυτή είναι η «μιλιτάντικη» στάση, η οποία δημιουργεί το ζήτημα της εφαρμογής της θεωρίας, της επικύρωσής της, του ρόλου της. Το ζήτημα αυτό ενυπάρχει στη θεωρία μόνο αν έχουμε διαχωρίσει την απόφαση για τη δραστηριότητα και τις συνθήκες της εφαρμογής της. Στην περίπτωση αυτή, η πρακτική δεν είναι <em>αναγκαία</em> αλλά αποτελεί απόφαση, και το άτομο είναι το υποκείμενο της απόφασης αυτής.</p>
<p>Η θεωρία έχει γίνει ένα <em>αντικειμενικό</em> προσδιοριστικό στοιχείο των δραστηριοτήτων απόκλισης, κι έτσι ξεφεύγουμε από το ατέλειωτο ανακλαστικό πηγαινέλα μεταξύ «θεωρίας» και «πρακτικής» (η δίχως τέλος λογική της ιδεολογίας των «διδαγμάτων» των αγώνων, τα οποία προέρχονται από τους αγώνες και επιστρέφουν σε αυτούς) και επομένως από το «ζήτημα της επέμβασης». Για να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο, πρέπει να βγούμε από μια διαλεκτική της αλληλεπίδρασης: τη μια η πραγματικότητα επηρεάζει τη σκέψη, την άλλη η σκέψη επηρεάζει την πραγματικότητα. Όσο δεν έχουμε αντιληφθεί την πραγματικότητα σαν «συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα», άρα και αντιστρόφως τη συνείδηση σαν «συνειδητό είναι», εγκλωβιζόμαστε στη συζήτηση περί συνείδησης και πραγματικότητας, αγκομαχούμε να δώσουμε μια μη ιδεαλιστική απάντηση στο κατ’ εξοχήν ερώτημα του ιδεαλισμού. Κι έτσι αναζητούμε έναν «ρόλο» για τη θεωρία.</p>
<p>Το αναγκαστικά θεωρητικό προσδιοριστικό στοιχείο της ύπαρξης και της πρακτικής του προλεταριάτου δεν μπορεί να συγχέεται με την απλή κίνηση της αντίφασης-αναπαραγωγής της τάξης στη σχέση της με το κεφάλαιο. Απέναντι στην κίνηση αυτή, η τάξη υπόκειται σε μια αφαίρεση για να γίνει μια νοητική θεωρητική σχηματοποίηση που διατηρεί κριτική σχέση με αυτή την αναπαραγωγή. <em>Η σχετική αυτονομία της θεωρητικής παραγωγής συνίσταται στον αφηρημένο</em><em> και κριτικό</em><em> χαρακτήρα της σε σχέση με την αμεσότητα των αγώνων</em>. Καμιά θεωρία δεν αρκείται να πει «να τι συμβαίνει», «<em>το πράγμα</em><em> μιλάει από μόνο του</em>». Όταν η θεωρία λέει «έτσι είναι τα πράγματα» ή «να με ποιο τρόπο» –<em>sic</em>, για να το πούμε με μια λέξη– πρόκειται για μια συγκεκριμένη νοητική κατασκευή. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η αμοιβαία συνεπαγωγή είναι υπαγωγή (αναπαραγωγή)· έτσι ό,τι παράγουμε σαν θεωρία με την πιο τυπική της έννοια είναι όντως μια σχηματοποίηση της τωρινής εμπειρίας των προλετάριων, αλλά πολύ απέχει από το να είναι η μαζική άμεση συνείδηση αυτής της εμπειρίας, είναι αφαίρεση και κριτική της.</p>
<p>Στην περίοδο που αρχίζει, το να εντοπίζουμε και να προωθούμε τις δραστηριότητες απόκλισης, το να είμαστε μέρος τους όταν βρισκόμαστε εκεί σαν άτομα που ορίζονται σε κάποιο σημείο της κοινωνίας και τίποτα περισσότερο, και όχι σαν άτομα που τα καλεί ανά πάσα στιγμή το κέλευσμα της «Πρακτικής», σημαίνει ότι <em>αυτή η κριτική σχέση αλλάζει</em>. Δεν είναι πια εξωτερικότητα αλλά μια πτυχή των δραστηριοτήτων απόκλισης, έχει δεθεί μαζί τους· δηλαδή είναι κριτική σχέση όχι <em>έναντι</em> της ταξικής πάλης και της άμεσης εμπειρίας αλλά <em>μέσα</em> σε αυτή την άμεση εμπειρία.</p>
<p>Ενώ η δράση του προλεταριάτου ως τάξης έχει γίνει το ίδιο το όριο της ταξικής δράσης, ενώ αυτό γίνεται, μέσα στην αντίφαση της τωρινής στιγμής, η πιο κοινότυπη πορεία των αγώνων, ο θεωρητικολόγος χαρακτήρας των αγώνων γίνεται <em>η κριτική τους αυτοκατανόηση</em>. Οι άμεσοι αγώνες, πρακτικά και στον λόγο που εκφέρουν, παράγουν αδιάκοπα μέσα τους μια εσωτερική απόσταση. Η απόσταση αυτή είναι η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης σαν συγκεκριμένη, αντικειμενική θεωρητική συνάρθρωση του θεωρητικολόγου χαρακτήρα των αγώνων και της θεωρίας με τη στενή της έννοια, που η διάδοσή της γίνεται μια πρωταρχική πρακτική δραστηριότητα.</p>
<p>Με το να γίνει οικεία, η θεωρία αυτή θα μπορεί να είναι, διαρκώς περισσότερο, η κριτική θεωρία ολοένα πιο θεωρητικολόγων αγώνων. <em>Η διάδοση της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης θα είναι η ενοποίηση ολοένα πιο αυτοκριτικών αγώνων και της θεωρητικής παραγωγής με τη στενή έννοια</em>. Η διάδοση αυτή θα επιτρέψει να εμφανιστούν πολεμικές και να αναδυθεί, μέσα στους αγώνες, μια ενδεχόμενη έκφραση της προοπτικής της υπέρβασης, που αντίθετα απ’ ό,τι συχνά συμβαίνει σήμερα δεν θα είναι κάτι υπόρρητο προς αποκρυπτογράφηση.</p>
<p>Μένουν να γίνουν πολλά γύρω από την επιβεβαίωση μιας επαναστατικής θεωρίας, τη διάδοσή της, τη συγκρότηση περισσότερο ή λιγότερο σταθερών πυρήνων πάνω σε μια τέτοια βάση, καθώς και τις δραστηριότητες αυτών των πυρήνων. Η «κοινωνικοποίηση» της κεντρικής έννοιας της θεωρίας μας, της κομμουνιστικοποίησης, είναι δική μας υπόθεση. Το έργο αυτό είναι η δραστηριότητα οπαδών της κομμουνιστικοποίησης, οι οποίοι συμμετέχουν σε ταξικούς αγώνες με όλες τις συγκρούσεις και τις αποκλίσεις που τους διαπερνούν. Στην τωρινή στιγμή, η θεωρία σαν σύνολο συγκεκριμένων δραστηριοτήτων (γράψιμο, έντυπο, συζητήσεις, διάδοση με διάφορες μορφές κτλ.) γίνεται άμεσα ένα <em>αντικειμενικό</em> προσδιοριστικό στοιχείο αυτών των δραστηριοτήτων απόκλισης, και όχι λόγος σχετικά με αυτές.</p>
<p>Αυτό είναι το στοίχημά μας.</p>
<p><em>Ιούλιος 2010</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>1.  Η αναδιάρθρωση που συνόδευσε την κρίση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν μια εργατική ήττα, η ήττα της εργατικής ταυτότητας, όποιες κι αν ήταν οι κοινωνικές και πολιτικές μορφές της ύπαρξής της (από τα κομμουνιστικά κόμματα έως την αυτονομία, από το σοσιαλιστικό κράτος έως τα εργατικά συμβούλια). Η εργατική ταυτότητα στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην αντίφαση που αναπτύσσεται στην πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1960, ανάμεσα, αφενός, στη δημιουργία και την ανάπτυξη μιας εργασιακής δύναμης που ενεργοποιείται από το κεφάλαιο με ολοένα συλλογικότερο και κοινωνικότερο τρόπο και, αφετέρου, τις μορφές της ιδιοποίησης αυτής της εργασιακής δύναμης από το κεφάλαιο στην άμεση διαδικασία παραγωγής και στη διαδικασία αναπαραγωγής. Μια συγκρουσιακή κατάσταση που, μέσα στον κύκλο αγώνων, αναπτύσσεται σαν εργατική ταυτότητα, βρίσκει τα διακριτικά της γνωρίσματα και τους άμεσους τρόπους κατανόησής της στο «μεγάλο εργοστάσιο»· στη διχοτομία μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας, μεταξύ εργασίας και εκπαίδευσης· στην υποταγή της εργασιακής διαδικασίας στη συνάθροιση των εργαζομένων· στις σχέσεις μεταξύ μισθών, οικονομικής μεγέθυνσης και παραγωγικότητας στο εσωτερικό ενός εθνικού χώρου· στις θεσμικές εκπροσωπήσεις που όλα αυτά συνεπάγονται τόσο στο εργοστάσιο όσο και στο επίπεδο του κράτους· στην περιχαράκωση της συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο. Η απόσπαση σχετικής υπεραξίας αποτελεί την κινητήρια αρχή ανάπτυξης και μεταλλαγής της πραγματικής υπαγωγής, τόσο στο επίπεδο της άμεσης διαδικασίας παραγωγής όσο και στο επίπεδο της συνολικής αναπαραγωγής. Στα δύο αυτά επίπεδα εμφανίζονται, κατά την πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, τα εμπόδια στη συνέχιση της συσσώρευσης όπως η συσσώρευση αυτή είχε δομηθεί από την απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Επρόκειτο για όλα όσα είχαν γίνει εμπόδιο στην απρόσκοπτη λειτουργία της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου. Από τη μια πλευρά βρίσκουμε όλους τους διαχωρισμούς, τις προστασίες, τις συγκεκριμενοποιήσεις που ορθώνονται απέναντι στην πτώση της αξίας της εργασιακής δύναμης, κατά το ότι εμποδίζουν μια κατάσταση όπου το σύνολο της εργατικής τάξης, σε παγκόσμια κλίμακα, μέσα στη συνέχεια της ύπαρξής της, της αναπαραγωγής της και της διεύρυνσής της, θα υποχρεωνόταν να βρεθεί αντιμέτωπη σαν τάξη με το σύνολο του κεφαλαίου. Από την άλλη πλευρά βρίσκουμε όλους τους περιορισμούς της κυκλοφορίας, της ανακύκλησης, της συσσώρευσης, οι οποίοι παρεμποδίζουν τη μετατροπή του υπερπροϊόντος σε υπεραξία και πρόσθετο κεφάλαιο. Με την αναδιάρθρωση που ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1980, η παραγωγή υπεραξίας και η αναπαραγωγή των συνθηκών αυτής της παραγωγής συμπίπτουν. Εκείνο που είχε γίνει εμπόδιο στην αξιοποίηση τη βασισμένη στη σχετική υπεραξία ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχαν δομηθεί, από τη μια η ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, από την άλλη ο μετασχηματισμός της υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο και, τέλος, η αύξηση της σχετικής υπεραξίας στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Αυτή η μη σύμπτωση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής ήταν η βάση του σχηματισμού και της επιβεβαίωσης, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, μιας <em>εργατικής ταυτότητας</em>· ήταν η ύπαρξη ενός χάσματος ανάμεσα στην παραγωγή υπεραξίας και την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης, ενός χάσματος που καθιστούσε δυνατό τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε δύο ηγεμονίες, δύο τρόπους διαχείρισης, δύο μορφές ελέγχου της αναπαραγωγής. Επρόκειτο για την ίδια την ουσία του εργατικού κινήματος. Στα τρία στοιχεία που την ορίζουν (εργασιακή διαδικασία, ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, σχέσεις μεταξύ των κεφαλαίων με βάση την εξίσωση του ποσοστού κέρδους), η απόσπαση σχετικής υπεραξίας συνεπάγεται τη σύμπτωση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, και συνακόλουθα τη συνύφανση ανάμεσα, αφενός, στη συγκρότηση και αναπαραγωγή του προλεταριάτου ως τάξης και, αφετέρου, την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο έχει τότε σαν θεμελιώδες περιεχόμενο την ίδια της την ανανέωση, απ’ όπου και η ταυτότητα ανάμεσα στη συγκρότηση του προλεταριάτου ως τάξης και την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, η οποία το ορίζει σαν τάξη, το προλεταριάτο θέτει σε αμφισβήτηση τον εαυτό του.</p>
<p>2. Η καπιταλιστική τάξη αγοράζει, για συνολική χρήση της, μια ορισμένη ποσότητα παραγωγικής εργασίας –με τη μεσολάβηση του κράτους ή οργανισμών με εκπροσώπηση εργοδοτών και εργαζομένων, και ολοένα περισσότερο ιδιωτικών οργανισμών που αναλαμβάνουν αυτή τη λειτουργία– και συμπληρώνει την αξία της ανάλογα με τη χρήση που της κάνει ο τάδε ή ο δείνα καπιταλιστής· ο μισθός γίνεται, όχι η πληρωμή μιας ατομικής ικανότητας με βάση την ίδια, αλλά ποσοστό της συνολικής αξίας της διαθέσιμης εργασιακής δύναμης. Η εργασιακή δύναμη προϋποτίθεται έτσι σαν ιδιοκτησία του κεφαλαίου, όχι μόνο τυπικά (ο εργαζόμενος πάντα ανήκε σε ολόκληρη την καπιταλιστική τάξη πριν πουλήσει τον εαυτό του στον έναν ή στον άλλο καπιταλιστή) αλλά και πραγματικά, κατά το ότι το κεφάλαιο πληρώνει την ατομική αναπαραγωγή της <em>ανεξάρτητα από την άμεση κατανάλωσή της, η οποία για κάθε συγκεκριμένη εργασιακή δύναμη είναι τυχαία</em>. Το κεφάλαιο δεν έγινε ξαφνικά φιλάνθρωπο· σε κάθε εργαζόμενο αναπαράγει κάτι που του ανήκει: τη γενική παραγωγική δύναμη της εργασίας, που έχει γίνει εξωτερική και ανεξάρτητη από κάθε εργαζόμενο και ακόμα κι από το άθροισμά τους. Αντιστρόφως, η εργασιακή δύναμη που βρίσκεται άμεσα σε δραστηριότητα, που καταναλώνεται παραγωγικά, βλέπει την αναγκαία εργασία της, η οποία της αναλογεί σαν ατομικό μερίδιο, να ορίζεται όχι από τις ανάγκες της δικής της αναπαραγωγής και μόνο, αλλά σαν τμήμα της γενικής εργασιακής δύναμης (που αντιπροσωπεύει το σύνολο της αναγκαίας εργασίας), σαν τμήμα της συνολικής αναγκαίας εργασίας. <em>Τείνει να υπάρχει αναλογική κατανομή ανάμεσα στα εισοδήματα της εργασίας και τα εισοδήματα της μη εργασίας</em>.</p>
<p>3. Το αποτέλεσμα αυτής της παγκόσμιας επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τη μορφή του χωρισμού σε ζώνες σημαίνει την προλεταριοποίηση μιας τεράστιας πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού και ταυτόχρονα την παραγωγή μεγάλων μαζών πλεοναζόντων προλετάριων (βλ. τις εργασίες του  Mike Davis και τις παλαιότερες εργασίες του Serge Latouche).</p>
<p>4. «Το αποκορύφωμα είναι ότι οι μισθωτοί έχουν την τύχη να βασανίζονται με δικά τους έξοδα, αφού η αποταμίευση την οποία χρησιμοποιεί ο χρηματοπιστωτικός κόσμος των μετόχων, εκείνος που απαιτεί απόδοση χωρίς τέλος, είναι στην πραγματικότητα δική τους.» (<em>Le Monde diplomatique</em>, Μάρτιος 2008). Περίπου 1/3 των αμερικανών μισθωτών εργάζονται για επιχειρήσεις που ο κυριότερος μέτοχός τους είναι ένα συνταξιοδοτικό ταμείο.</p>
<p>5. Όταν το 1955 στη Γαλλία οι απεργίες των μεταλλεργατών της Ναντ και του Σεν-Ναζέρ εξελίσσονται σε ταραχές, καταλήγουν σε ευνοϊκές μισθολογικές συμφωνίες και η εργοδοσία, για να αναχαιτίσει την εξάπλωση του κινήματος (κυρίως στην περιοχή του Παρισιού), δρομολογεί τις «Συμφωνίες Ρενό», οι οποίες εισάγουν μεγάλες αυξήσεις μισθών, τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, τρίτη εβδομάδα άδειας μετ’ αποδοχών, επικουρική σύνταξη, ημερήσιες αποζημιώσεις σε περίπτωση ασθένειας και πληρωμή των ημερών αργίας.</p>
<p>6. Η σχέση του προλεταριάτου με τον εαυτό του δεν είναι ποτέ «άμεση αυτοσυνείδηση», δεν είναι ποτέ αυτοτελής, αλλά είναι πάντα σχέση με το κεφάλαιο, το οποίο αποτελεί για το προλεταριάτο τη σχέση με τον εαυτό του. Ακόμα και η «εργατική ταυτότητα» είναι μια ορισμένη σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο σαν σχέση με τον εαυτό του. Η ιδιαιτερότητα της τωρινής φάσης της σχέσης εκμετάλλευσης έγκειται στο γεγονός ότι η σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο δεν περιέχει πια στο εσωτερικό της μια σχέση του προλεταριάτου με τον εαυτό του η οποία θα επιβεβαίωνε μια δική του ταυτότητα απέναντι στο κεφάλαιο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα η ανώτερη μορφή της «τάξης για τον εαυτό της» είναι οι εξεγερσιακές ταραχές, δηλαδή η αναγνώριση εκ μέρους των προλετάριων, με την επίθεσή τους σε όλες τις συνθήκες ύπαρξης και αναπαραγωγής του προλεταριάτου, ότι μέσα στο κεφάλαιο αποτελούν μια εξωτερικότητα. Το προλεταριάτο δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του σαν τάξη παρά μόνο υπάρχοντας πλήρως έξω από τον εαυτό του.</p>
<p>7. Η χρηματιστικοποίηση αυτή δεν αποτέλεσε εφαρμογή κάποιου σχεδίου. Συγκροτήθηκε στην πορεία, κατά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980.</p>
<p>8. Δηλαδή μετά την κρίση του 1997–2001, η οποία προκάλεσε κάποια απαξίωση κεφαλαίου αλλά όχι μείωση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας στα ασιατικά εργοστάσια.</p>
<p>9. Όσον αφορά τη θεωρία των κρίσεων ο μαρξισμός διασπάστηκε σε δύο μεγάλες τάσεις. Η πρώτη εξηγεί τις κρίσεις με βάση την εργατική υποκατανάλωση και συνεπώς τις δυσκολίες στην πραγματοποίηση της υπεραξίας: πρόκειται για τις αντιλήψεις περί υποκατανάλωσης. Η δεύτερη βασίζεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και άρα στην ανεπάρκεια υπεραξίας σε σχέση με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, στην οποία το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου μειώνεται συγκριτικά με το σταθερό του μέρος: η κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης σε σχέση με τις δυνατότητες αξιοποίησης του συσσωρευμένου κεφαλαίου. Στον Μαρξ βρίσκουμε στοιχεία που δικαιολογούν και τις δύο θέσεις, αλλά επίσης, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, τον συγκερασμό τους. Η ενοποίηση της θεωρίας των κρίσεων είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση της δεύτερης. Με την έννοια αυτή δεν πρόκειται, αν κυριολεκτήσουμε, για «ενοποίηση» αλλά για τη δεύτερη που αναπτύσσεται σε ολότητα, που ωθείται στα όριά της.</p>
<p>10. Αυτό που αποκαλούμε ριζοσπαστικό δημοκρατισμό δεν ορίζει απλώς μια ιδεολογία (την ιδεολογία της &#8220;κοινωνίας των πολιτών&#8221;, τον &#8220;πολιτοκεντρισμό&#8221;), αλλά επίσης αποτελεί μια πρακτική της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται στη σχηματοποίηση και επιβεβαίωση των ορίων των τωρινών αγώνων μέσα στην ιδιαιτερότητά τους. Εκείνο που αποτελεί την επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων αποτελεί ταυτόχρονα και το εγγενές του όριο. Το προλεταριάτο παράγει όλα όσα το συνθέτουν, όλη του την ύπαρξη, μέσα στις κατηγορίες του κεφαλαίου, και γι’ αυτό ακριβώς μπορεί να αποτελέσει την κατάργησή του· αλλά αυτό είναι ταυτόχρονα και ολόκληρο το όριο των αγώνων αυτής της περιόδου, που το σχηματοποιεί ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός: η επικύρωση της ύπαρξης της τάξης εντός του κεφαλαίου. Όλα αυτά είναι απολύτως πραγματικά μέσα στην ταξική πάλη. Για τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό, η κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής περιορίζεται στην αναγκαιότητα για το προλεταριάτο να ελέγχει τις συνθήκες ύπαρξής του. Να γιατί αυτό το κοινωνικό κίνημα βρίσκει στη δημοκρατία, την οποία διεκδικεί σαν ριζοσπαστική, τη μορφή και το πιο γενικό περιεχόμενο της ύπαρξης και της δράσης του (κυριαρχία, έλεγχος). Ο προλετάριος αντικαθίσταται από τον πολίτη, η επανάσταση από τον εναλλακτισμό. Το κίνημα αυτό είναι πολύ πλατύ: περιλαμβάνει από μορφές που δεν διεκδικούν παρά μόνο μια διευθέτηση, έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μέχρι εναλλακτικές προοπτικές που θέλουν να πιστεύουν ότι έρχονται σε ρήξη με τον καπιταλισμό ενώ παραμένουν στην προβληματική της κυριαρχίας, του ελέγχου, της διαχείρισης.</p>
<p>11. Για το δεύτερο αυτό σημείο, βλέπε πιο κάτω, σε παράρτημα, τις παρατηρήσεις των ελλήνων συντρόφων του Blaumachen.</p>
<p>12. Το να κατορθώσουν η Κίνα ή η Ινδία να συγκροτηθούν αυτοτελώς σαν εσωτερική αγορά εξαρτάται από μιαν αληθινή επανάσταση στην ύπαιθρο (ιδιωτικοποίηση της γης στην Κίνα· εξαφάνιση της μικρής ιδιοκτησίας και των μορφών επίμορτης καλλιέργειας στην Ινδία), αλλά επίσης και κυρίως από μια αναδιευθέτηση του παγκόσμιου κύκλου του κεφαλαίου η οποία θα αντικαθιστά τη σημερινή παγκοσμιοποίηση (επανεθνικοποίηση των οικονομιών που θα υπερβαίνει/ διατηρεί την παγκοσμιοποίηση, αποχρηματιστικοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου). Με άλλα λόγια, μια τέτοια υπόθεση βρίσκεται έξω από τη σημερινή μας δυνατότητα εννοιολόγησης γιατί βρίσκεται έξω από αυτό τον κύκλο αγώνων: προϋποθέτει την ήττα της επανάστασης όπως τη φέρει αυτός ο κύκλος αγώνων και, μέσα στην ήττα αυτή, μιαν αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.</p>
<p>13. Η καταγγελία είναι η μορφή του θεωρητικού «αμεσοτισμού» – της κριτικής της καπιταλιστικής κοινωνίας που την αντιλαμβάνεται όπως εκείνη παρουσιάζεται. Ξεκινώντας από τις φαινομενικές κατηγορίες, ο θεωρητικός «αμεσοτισμός» δεν φτάνει ποτέ στο γενικό, επειδή το γενικό δεν κρύβεται μέσα στο εμπειρικό, σε ό,τι φαίνεται άμεσα, ώστε να μπορούμε, ξεκινώντας από εκεί, να φτάσουμε στο γενικό με φυσικό και βαθμιαίο τρόπο· το «γενικό» είναι ένα προϊόν της σκέψης, μέσω του οποίου η σκέψη οικειοποιείται την πραγματικότητα και την αναπαράγει. Μια πιο τετριμμένη μορφή της καταγγελίας αντιπροσωπεύει η <em>Monde diplomatique</em><em>, η οποία κάθε μήνα, με κατάλληλα εστιασμένο και τεκμηριωμένο τρόπο, μας μαθαίνει ότι ο καπιταλισμός διευθύνεται από καπιταλιστές</em>.</p>
<p>14. Έτσι, όταν λέω ότι «το προλεταριάτο και το κεφάλαιο βρίσκονται σε αντίφαση», η διατύπωση αυτή, που δεν μπορώ να την αποφύγω, βρίσκεται πάντα στα όρια του λάθους.</p>
<p>15. Το παρελθόν είναι άδειο, το ίδιο και το μέλλον, μόνο το παρόν είναι γεμάτο. Η διάρκεια είναι μια ομογενοποίηση εν κινήσει, είναι συγχώνευση, δυναμική αλληλοδιείσδυση των φάσεων της αντίφασης. Το τι είναι η αντίφαση είναι αξεχώριστο από το τι αλλάζει. Δεν υπάρχει αφενός η δομή της αντίφασης και αφετέρου το γίγνεσθαί της, υπάρχει μόνο η αντίφαση της οποίας η ουσία είναι ότι αλλάζει. Η διάρκεια είναι αδιάκοπη ροή, ακατάπαυστη δημιουργία. Η επικέντρωση στις συνάφειες της αιτιότητας από τη μια και η τελεολογία από την άλλη, προϋποθέτοντας και οι δύο τον χρόνο, τον προϋποθέτουν χωρίς αποτέλεσμα πάνω στην πραγματικότητα. Αντίθετα, ο συνυφασμένος «χρόνος» είναι διάρκεια.</p>
<p>16. «Στην παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο, η ύπαρξη του <em>αναγκαίου</em> εργάσιμου χρόνου καθορίζεται από τη δημιουργία <em>περίσσιου</em> εργάσιμου χρόνου. […] Όπως είδαμε, είναι νόμος του κεφαλαίου να δημιουργεί υπερεργασία, διαθέσιμο χρόνο· αυτό μπορεί να το κάνει μονάχα κινητοποιώντας <em>αναγκαία εργασία</em> – πραγματοποιώντας δηλαδή την ανταλλαγή με τον εργάτη. Γιαυτό η τάση του είναι να δημιουργεί όσο γίνεται περισσότερη εργασία· όπως εξίσου και να περιορίζει στο ελάχιστο την αναγκαία εργασία. Γιαυτό το κεφάλαιο τείνει να μεγαλώνει τον εργαζόμενο πληθυσμό, όπως και να τοποθετεί ολοένα ένα μέρος απ’ αυτόν σαν υπερπληθυσμό – σαν πληθυσμό πού είναι για την ώρα άχρηστος, μέχρι το κεφάλαιο να μπορέσει να τον αξιοποιήσει. […] Ωστόσο προϋπόθεση είναι και παραμένει η εργασία γενικά, και η υπερεργασία υπάρχει μόνο σε σχέση με την αναγκαία, άρα μόνο στο βαθμό που υπάρχει η τελευταία. Ώστε το κεφάλαιο πρέπει αδιάκοπα να δημιουργεί αναγκαία εργασία, για να δημιουργεί υπερεργασία· πρέπει να αυξάνει την αναγκαία εργασία (δηλαδή να αυξάνει τις <em>ταυτόχρονες</em> εργάσιμες ημέρες) για να μπορεί να μεγαλώνει το πλεόνασμα· εξίσου όμως πρέπει και να την αίρει σαν αναγκαία, για να την τοποθετεί σαν υπερεργασία. […] Από την άλλη μεριά, το νέο πρόσθετο κεφάλαιο που δημιουργείται μπορεί να αξιοποιηθεί σαν τέτοιο μόνο αν ανταλλαγεί με ζωντανή εργασία. Γιαυτό το κεφάλαιο τείνει εξίσου να μεγαλώνει τον <em>εργατικό πληθυσμό</em> όσο και αδιάκοπα να μειώνει το <em>αναγκαίο</em> του μέρος (αδιάκοπα να τοποθετεί πάλι ένα μέρος του σαν εφεδρεία). […] Το κεφάλαιο, σαν δημιουργία υπερεργασίας είναι εξίσου, και την ίδια στιγμή, δημιουργία και μη-δημιουργία αναγκαίας εργασίας· υπάρχει μόνο στο βαθμό που η τελευταία υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει» (Μαρξ, <em>Βασικές γραμμές…</em>, σελ. 299-301).</p>
<p>17. Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους, όπως λέγαμε, η έννοια της «τελικής κρίσης» δεν έχει κανένα νόημα. Πρώτον, δεν υπάρχει ποτέ «μπλοκάρισμα» της συσσώρευσης που να φέρνει το προλεταριάτο ή την ανθρωπότητα μπροστά σε παρθένο έδαφος: η κρίση είναι πάντα σχέση αξιοποίησης/ απαξίωσης. Δεύτερον, εκείνο που καταστρέφει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι ένας τύπος πρακτικών του προλεταριάτου, δηλαδή μια ιδιαίτερη διαμόρφωση της ταξικής πάλης. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ένα τρίτο στοιχείο: ο «θεωρητικός λόγος» δεν μπορεί να υπερβεί τον δικό του κύκλο αγώνων γιατί πιο πέρα αρχίζει η «μεταφυσική», όπως θα έλεγε ο κριτικός του «καθαρού λόγου».</p>
<p>18. Εκείνο που μέσα στο κείμενο αυτό αποκαλείται <em>απόκλιση</em> διαρρηγνύει κάθε αγώνα θεωρούμενο χωριστά, αλλά οι όροι της απόκλισης αυτής μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι εκπροσωπούνται σε διαφορετικούς αγώνες μέσα στην ίδια φάση της ταξικής πάλης (οι ταραχές του Νοεμβρίου και ο αγώνας των εργαζομένων του τραμ της Μασσαλίας ή των ναυτικών της SNCM την ίδια στιγμή). Όλα είναι ζήτημα κλίμακας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>To αυθεντικό κείμενο στα αγγλικά μπορεί να βρεθεί στο <a href="http://communisation.net/The-Present-Moment,23">http://communisation.net/The-Present-Moment,23</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 22 Feb 2011 11:55:36 +0000</pubDate>
		<dc:creator>woland</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=475</guid>
		<description><![CDATA[Παρουσιάζουμε ένα πρόσφατο κείμενο του Bruno Astarian το οποίο μεταφράσαμε από κοινού με το Πρακτορείο RIOTERS. Στο κείμενο τίθεται το ζήτημα του ποια θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος από την κρίση με βάση τη "δραστηριότητα κρίσης" του προλεταριάτου, δηλαδή, την ιδιαίτερη μορφή του προλεταριακού αγώνα σε μια εξέγερση. Το κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά σήμερα, που ο άνεμος της εξέγερσης σαρώνει την Αφρική και τη Μέση Ανατολή. 
Σύντομα, θα παρουσιάσουμε σ'αυτό τον ιστότοπο και τη δική μας κριτική στις απόψεις του κειμένου, επιδιώκοντας παραγωγικό και συντροφικό διάλογο με το συγγραφέα.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><em>Παρουσιάζουμε ένα πρόσφατο κείμενο του Bruno Astarian το οποίο μεταφράσαμε από κοινού με το Πρακτορείο RIOTERS. Στο κείμενο τίθεται το ζήτημα του ποια θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος από την κρίση με βάση τη &#8220;δραστηριότητα κρίσης&#8221; του προλεταριάτου, δηλαδή, την ιδιαίτερη μορφή του προλεταριακού αγώνα σε μια εξέγερση. Το κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά σήμερα, που ο άνεμος της εξέγερσης σαρώνει την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.</em></p>
<p><em>Σύντομα, θα παρουσιάσουμε σ&#8217;αυτό τον ιστότοπο και τη δική μας κριτική στις απόψεις του κειμένου, επιδιώκοντας παραγωγικό και συντροφικό διάλογο με το συγγραφέα.</em><br />
______________________________________________</p>
<p>Περισσότερο απ&#8217; το να είναι απλώς ένα κείμενο για την κομμουνιστικοποίηση, ό,τι ακολουθεί περιγράφει τη σχέση μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, απ&#8217; την προοπτική της κρίσης, στην παρούσα περίοδο.</p>
<p>Στην πρώτη ενότητα, προσπάθησα να προσδιορίσω τη δραστηριότητα κρίσης του προλεταριάτου, στις εξεγερτικές φάσεις της ιστορίας του. Μου φάνηκε σημαντικό να φέρω στο προσκήνιο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκείνων των στιγμών αγώνα που διαφέρουν ποιοτικά από την καθημερινή διαδικασία της ταξικής πάλης. Αυτή η τελευταία, που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής τόσο πολλών συντρόφων, παρέχει μόνο μια ένδειξη (η οποία φυσικά δεν πρέπει να υποτιμάται) του τί συμβαίνει όταν το προλεταριάτο ξεσηκώνεται ενάντια στην εκμετάλλευση μ&#8217; έναν βίαιο και γενικευμένο τρόπο. Εκείνη τη στιγμή, το προλεταριάτο έρχεται αντιμέτωπο με το κεφάλαιο μ&#8217; έναν τρόπο που φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα του ξεπεράσματος της κοινωνικής αντίφασης, κάτι που δε συμβαίνει στους (&#8220;διεκδικητικούς&#8221;) αγώνες που είναι προσανατολισμένοι σε κάποια αιτήματα.</p>
<p>Στη δεύτερη ενότητα, ήθελα να τονίσω τις ειδικές συνθήκες της παραπάνω ανάγνωσης σήμερα, ακόμη κι αν στην παρούσα κρίση έχουν λάβει χώρα μόνο σχετικά λίγες προλεταριακές εξεγέρσεις. Οι περιπτώσεις της Ελλάδας και του Μπαγκλαντές, ωστόσο, παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις του τί θα μπορούσε να συμβεί σε μια πιθανή φάση εμβάθυνσης της κρίσης.</p>
<p>Η τρίτη ενότητα θέτει το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης. Αφορά στην έναρξη μιας πραγματικά επαναστατικής διαδικασίας, βασισμένης στην δραστηριότητα κρίσης<a href="#_ftn1">[1]</a> που αντιστοιχεί στην παρούσα περίοδο. Αυτή θα μπορούσε να ονομαστεί η επαναστατική διέξοδος από την κρίση, με την έννοια ότι το προλεταριάτο θέτει τον αγώνα του ενάντια στο κεφάλαιο στο επίπεδο της οικοδόμησης πραγματικών, πρακτικών καταστάσεων που καταργούν τις ταξικές σχέσεις και ξεπερνούν την αξία και την οικονομία. Οι προλεταριακοί ξεσηκωμοί σε Ελλάδα και Μπαγκλαντές δεν έφτασαν σ&#8217; αυτό το επίπεδο.</p>
<p><strong>Εισαγωγή</strong></p>
<p>Η τρέχουσα κρίση θέτει το ζήτημα του ποιά θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική διέξοδος απ&#8217; την κρίση. Η κρίση, είναι γενικά το αμόνι στο οποίο σφυρηλατείται η κομμουνιστική θεωρία, η οποία έχει την ιδιαιτερότητα να μην είναι ούτε πολιτική ούτε οικονομική επιστήμη, ούτε φιλοσοφία, αλλά μια κατηγορία από μόνη της. Αυτό που κάνει τη θεωρία αυτή μοναδική, είναι ότι η τάξη που την υποστηρίζειείναι επίσης μοναδική: το προλεταριάτο είναι η πρώτη (και τελευταία) εκμεταλλευόμενη τάξη στην ιστορία, η εκμετάλλευση της οποίας περιοδικά καθιστά αδύνατη και θέτει υπό αμφισβήτηση την πιο άμεση αναπαραγωγή της. Όταν η καπιταλιστική κρίση ξεσπά, το προλεταριάτο αναγκάζεται να εξεγερθεί προκειμένου να βρει μιαν άλλη κοινωνική μορφή ικανή να αποκαταστήσει την κοινωνικοποίηση και την άμεση αναπαραγωγή του. Σ&#8217; ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού, αυτή η εναλλακτική μορφή έχει ονομαστεί <em>κομμουνισμός</em>, αν και το περιεχόμενο που αποδίδεται στη λέξη ποικίλει σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με την περίοδο. Ωστόσο, η κομμουνιστική θεωρία έχει, σε κάθε περίπτωση, χαρακτηριστεί ως η επαναλαμβανόμενη κίνηση μεταξύ της ανάλυσης και κριτικής της καπιταλιστικής κοινωνίας και της προβολής της εξόδου απ&#8217; την καπιταλιστική κρίση που μπορεί να φέρει το προλεταριάτο. Η κομμουνιστική κοινωνία που προβάλλεται σε κάθε περίοδο έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προκύπτουν απ&#8217; την ιστορικά διαμορφωμένη δομή της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Μ&#8217; άλλα λόγια, η έννοια του κομμουνισμού έχει μια ιστορία, όπως και η ίδια η ταξική σχέση. Το αναλλοίωτο του θεμελιώδους περιεχομένου της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης (άντληση υπεραξίας) δεν αποκλείει τις ιστορικές ιδιαιτερότητες.</p>
<p>Μέχρι τώρα, αυτό που χαρακτήριζε την κομμουνιστική θεωρία ήταν η οικοδόμησή της γύρω από ένα πρόγραμμα μέτρων που θα εφαρμοζόταν όταν η προλεταριακή εξέγερση θα &#8216;χε πάρει την εξουσία. Αυτή η γενική φόρμουλα διέφερε ανάλογα με την περίοδο. Το πρόγραμμα του Μανιφέστου (εθνικοποιήσεις) δεν είναι το ίδιο μ&#8217; αυτό της Παρισινής Κομμούνας (άμεση συλλογική δημοκρατία), που με τη σειρά του διαφέρει απ&#8217; αυτό της Ρωσικής και της Γερμανικής επανάστασης του 1917-1918 (εργατικά συμβούλια). Παρά τις διαφορές τους, όμως, οι αρχές είναι οι ίδιες: με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το αποτέλεσμα της εξέγερσης στην οποία το προλεταριάτο  εξαναγκάζεται από την καπιταλιστική κρίση, είναι η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και η δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία, δικτατορία πάντοτε, είτε δημοκρατική (συμβούλια) είτε αυταρχική (το κόμμα), σημαίνει την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών από τις περιουσίες τους και την επιβολή της εργασίας σε όλους. Σ&#8217; αυτό το σημείο αρχίζει η <em>μεταβατική περίοδος,</em> κατά την οποία η κοινωνία πρέπει να κινηθεί απ&#8217; το βασίλειο της αναγκαιότητας προς αυτό της ελευθερίας. Αυτό είναι το λεγόμενο <em>προγραμματικό</em> σχήμα της κομμουνιστικής επανάστασης. Είναι πλέον παρωχημένο.</p>
<p>Ο στόχος αυτού του κειμένου είναι να παρουσιάσει την λεγόμενη εναλλακτική της  <em>κομμουνιστικοποίησης</em> αντ&#8217; αυτού του προγραμματικού σχήματος. Σε ιστορική κλίμακα, πρόκειται για μια νέα εναλλακτική, μιας και η γέννησή της μπορεί να χρονολογηθεί στην κρίση των δεκαετιών &#8217;60-&#8217;70.</p>
<p><strong>Ι – ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΡΙΣΗΣ</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Η κρίση πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως ένα κοινωνικό, κι όχι οικονομικό, φαινόμενο, ως κρίση της κοινωνικής σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Όταν η κρίση της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης βαθαίνει και γίνεται εξεγερτική, η δραστηριότητα του προλεταριάτου μεταβάλλεται ποιοτικά απ&#8217; αυτήν που είχε στην συνηθισμένη πορεία της ταξικής πάλης, η οποία δε σταματά ποτέ, ούτε καν σε περιόδους ευημερίας. Θα ονομάσω αυτήν την ιδιαίτερη μορφή του προλεταριακού αγώνα σε μια εξέγερση, <em>δραστηριότητα κρίσης</em>. Είναι σ&#8217; αυτήν την πολύ συγκεκριμένη στιγμή που ολόκληρο το ζήτημα του κομμουνισμού έχει τις ρίζες του, καθώς είναι εδώ και μόνον εδώ που το ζήτημα της σύνδεσης μεταξύ της καπιταλιστικής κοινωνίας (σε κρίση) και του κομμουνισμού (ως ξεπέρασμα της αντίφασης κεφαλαίου-εργασίας) εγείρεται κοινωνικά. Κι είναι από εδώ που η κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας τελικά θα ξεκινήσει. Στην ιστορία του προλεταριάτου, η δραστηριότητα κρίσης εμφανίζεται τόσο στα οδοφράγματα του Παρισιού του 19ου αιώνα, όσο και στις σημερινές ταραχές. Σ&#8217; αυτές τις στιγμές, μπορεί κανείς να κατανοήσει την ιδιαιτερότητα αυτής της έννοιας. Αν η τρέχουσα κρίση εκτυλιχθεί σε εξεγερτικές φάσεις, η δραστηριότητα κρίσης θα πάρει φυσικά ειδικά γνωρίσματα που θα χαρακτηρίζουν το ιστορικό επίπεδο που έχει φτάσει η αντίφαση μεταξύ των τάξεων. Και τα όρια των τρεχουσών ταραχών θα πρέπει να ξεπεραστούν, ποιοτικά και ποσοτικά, προκειμένου να πάρει μορφή μια πραγματική πιθανότητα κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p><strong>I.1 Η κρίση της αμοιβαίας προϋπόθεσης των τάξεων σηματοδοτεί και το τέλος της αυτοματικής κοινωνικής αναπαραγωγής</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ), όπως και στους άλλους τρόπους παραγωγής, η τάξη της εργασίας και η τάξη της ιδιοκτησίας προϋποθέτουν η μια την άλλη. Με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αυτή η αμοιβαία προϋπόθεση γίνεται άμεσα ισχυρότερη χάρις στο γεγονός ότι το προλεταριάτο τη στιγμή που σταματά να εργάζεται χάνει κάθε πρόσβαση στα μέσα παραγωγής. Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, τα πράγματα δεν ήταν έτσι, ή τουλάχιστον εν μέρει. Η αμοιβαία προϋπόθεση των τάξεων έγινε ακόμη πιο συμπαγής από τη στιγμή που εγκαθιδρύθηκε η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο καθώς κατ&#8217; αυτόν τον τρόπο η ολότητα της ζωής του προλεταριάτου ελέγχεται πλέον άμεσα από το κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο έχει ξεγυμνώσει την εργασία από τις επιδεξιότητές της, και η δεξιοτεχνία δεν αποτελεί λύση για όλους αυτούς τους προλεταρίους που η κρίση έχει θέσει εκτός εργασίας. Το ίδιο ισχύει για τις αγροτικές δραστηριότητες. Στις βιομηχανικές χώρες η γεωργία είναι καθαρά καπιταλιστική, και μόνο οι πιο περιθωριακοί προλετάριοι θα επιχειρούσαν μια επιστροφή στην ύπαιθρο, καταλήγοντας σε μια κατάσταση ζωής κοντινή σ&#8217; αυτήν των παραγκουπόλεων. Ομοίως, στις αναπτυσσόμενες χώρες, ο μετασχηματισμός της υπαίθρου εμποδίζει αυτούς που την άφησαν για να βρουν μια θέση μισθωτού στις πόλεις να επιστρέψουν όταν μείνουν άνεργοι. Αυτό συνέβη στην Ασιατική κρίση του 1998, και συμβαίνει στην Κίνα σήμερα.</p>
<p>Η αλληλεξάρτηση των δυο τάξεων είναι σήμερα πιο έντονη από ποτέ άλλοτε. Αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να διασώσει τις δουλειές που κινδυνεύουν να χαθούν απ&#8217; το κεφάλαιο, χωρίς να σώσει το ίδιο το κεφάλαιο, πχ. δουλεύοντας σκληρότερα για λιγότερο μισθό. Καθώς η ειδικευμένη εργασία χάθηκε μέσα απ&#8217; τα χέρια του για να ενσωματωθεί στο πάγιο κεφάλαιο, το προλεταριάτο δεν μπορεί πλέον να αξιώσει, όπως στην τυπική υπαγωγή, ότι θα μπορούσε να πάρει τα μέσα παραγωγής και να παράγει χωρίς τους καπιταλιστές. Ένας τέτοιος ισχυρισμός ήταν ήδη αυταπάτη την εποχή των ειδικευμένων τεχνιτών και των μαστόρων. Σήμερα, ακόμη και οι ειδικευμένοι εργάτες γνωρίζουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των τεχνικών-υλικών συνθηκών της δραστηριότητάς τους είναι ενσωματωμένο στις μηχανές, τους υπολογιστές, τα εργαλεία και τα μέσα της εργασίας τους. Μ&#8217; άλλα λόγια, η λειτουργία της ιδιοκτησίας σήμερα δεν είναι πια -υποθέτοντας ότι κάποτε ήταν- να απολαμβάνει τους καρπούς της, αλλά να διαχειρίζεται ένα σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής που έχει αναπτύξει ακριβώς προκειμένου να διαφύγει του ελέγχου της εργατικής τάξης, πλήρως και οριστικά. Ακόμα και μετά την εξαφάνιση όλων των καπιταλιστών που πλουτίζουν απ&#8217; τις μετοχές τους, μια επανάσταση <em>της εργατικής τάξης</em> που οραματίζεται μόνο την επανοικειοποίηση των μέσων παραγωγής δε θα μπορούσε να αποφύγει την ανάθεση της διαχείρισης των μέσων αυτών σε μια ειδική κατηγορία εργατών που θα κατέληγαν να γίνουν ένας συλλογικός καπιταλιστής. Σήμερα, η αυτοδιαχείριση είναι μια χίμαιρα για μεσαία διοικητικά στελέχη.</p>
<p>Η αμοιβαία προϋπόθεση των τάξεων τις δένει μαζί γύρω από μια τεράστια μάζα πάγιου κεφαλαίου. Αυτή η πραγματικότητα απονοηματοδοτεί κάθε έννοια επαναστατικής διεξόδου από την κρίση που θα επιβεβαίωνε την εργατική τάξη και την εργασία ως τέτοιες, ενάντια στους καπιταλιστές, οι οποίοι θα εξαλείφονταν. Εάν το προλεταριάτο πρόκειται να καταργήσει το κεφάλαιο, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο καταργώντας τη μισθωτή εργασία, το πάγιο κεφάλαιο που ορίζει το περιεχόμενο της εργασίας <em>και την εργασία την ίδια</em>.</p>
<p>Όσο η καπιταλιστική κοινωνία αναπαράγεται κανονικά, η δραστηριότητα του προλεταριάτου προκύπτει αυτοματοποιημένα και άμεσα από την αλληλουχία των διαφόρων φάσεων του κύκλου (1): Όταν η εργατική δύναμη πουλιέται, το περιεχόμενο της εργασίας της ίδιας, ακολουθούμενης από την ανάπαυση και την ανασύσταση της εργατικής δύναμης &#8211; επιβάλλονται άμεσα από το κεφάλαιο. Μακράν του να είναι μια εθελοντική και συνειδητά επιλεγμένη πράξη, η ίδια η πώληση της εργατικής δύναμης επιβάλλεται στον εργάτη μόλις ο μισθός του έχει καταναλωθεί, δηλαδή αμέσως μετά το κλείσιμο του κύκλου.</p>
<p>Όλοι αυτοί οι αυτοματισμοί στην κοινωνική αναπαραγωγή εξαφανίζονται όταν εκρήγνυται η κρίση. Τότε, η δραστηριότητα του προλεταριάτου αναγκάζεται να <em>στραφεί προς την εφευρετικότητα</em>. Στην εξεγερτική κρίση, η σχέση αμοιβαίας προϋπόθεσης γίνεται συγκρουσιακή. Η εργασία και η εκμετάλλευση σταματούν μαζικά, και δεν υπάρχει πια διαπραγμάτευση για την ανταλλαγή μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Σ&#8217; αυτήν τη σύγκρουση, η καπιταλιστική τάξη προσπαθεί με όλα τα μέσα να εξαναγκάσει τους προλεταρίους να εργαστούν για έναν μειωμένο μισθό, ενώ οι προλετάριοι αποζητούν να επιβάλλουν ένα υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης απ&#8217; αυτό που απέρριψαν όταν ξεσηκώθηκαν ενάντια στο κεφάλαιο.</p>
<p>Αυτή η εξεγερτική στιγμή – θα ξαναγυρίσουμε σ&#8217; αυτό – είναι η στιγμή της μεγαλύτερης υποκειμενικής έντασης της δραστηριότητας του προλεταριάτου. Η ιστορία μας δείχνει πώς η δραστηριότητα κρίσης του προλεταριάτου στάθηκε ικανή, σε κάθε περίοδο, να επινοεί κοινωνικές μορφές που ήταν προηγουμένως απροσδόκητες, προκειμένου να ανταπεξέλθει απέναντι στον κίνδυνο που είναι υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει εντός της κρίσης.</p>
<p><strong>I.2 </strong><strong>Προλεταριακή εξατομίκευση στη δραστηριότητα κρίσης</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όσα μόλις είπαμε για τους αυτοματισμούς της προλεταριακής αναπαραγωγής μεσούσης της ευημερίας του κεφαλαίου φαίνεται να θέτουν την τάξη πάνω από τα άτομα: Το ταξικό ανήκειν καθορίζει τη συμπεριφορά των ατόμων. Η διεισδυτικότητα της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο αφήνει μικρή ελευθερία στο προλεταριάτο. Είναι ελεύθερο να πουλήσει την εργατική του δύναμη ή να πεθάνει, να πάρει το λεωφορείο ή να αργήσει στη δουλειά, να υπακούει εντολές ή να απολυθεί κλπ. Στη δουλειά, μόνο η αφηρημένη γενική εργασία παράγει εμπορεύματα, όχι η προσωπική εργασία ενός συγκεκριμένου προλεταρίου. Αυτή η αφηρημένη γενική εργασία (συνεργασία) ανήκει στο κεφάλαιο. Εν γένει, η αναπαραγωγή των τάξεων είναι μόνο μια στιγμή της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, και όλη η δραστηριότητά του εμφανίζεται σαν μια απέραντη μαζικοποιημένη ρουτίνα.</p>
<p>Αυτή ακριβώς είναι που διαρρηγνύεται όταν η κρίση μετατρέπεται σε εξέγερση. Τίποτα απ&#8217; όσα προτείνουν οι καπιταλιστές δε γίνεται αποδεκτό πια απ&#8217; το προλεταριάτο. Ακόμα και σε έναν περιορισμένο χωροχρόνο, δεν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό βιοτικό επίπεδο που θα συνιστούσε ένα  ακαθόριστο επίπεδο κάτω απ&#8217; το οποίο το προλεταριάτο αυτόματα θα ξεσηκωνόταν. Η ιστορία δείχνει ότι το προλεταριάτο μπορεί να αποδεχτεί αβυσσαλέα φτώχεια, αλλά επίσης ότι κάποιες φορές αρνείται την υποβάθμιση του βιοτικού του επιπέδου, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι φαινομενικά χειρότερο από άλλες επιθέσεις που δέχεται από το κεφάλαιο. Οι παράμετροι αυτής της αιφνίδιας στροφής απ&#8217; την υποταγή στην εξέγερση δεν μπορούν να καθοριστούν εκ των προτέρων.</p>
<p>Εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στις περιόδους ευημερίας, σε μια εξέγερση δεν υπάρχουν πια αυτοματισμοί. Τότε, οι προλετάριοι οι ίδιοι πρέπει να εφεύρουν τον τρόπο που θα επανακοινωνικοποιηθούν μεταξύ τους για να αντιμετωπίσουν το κεφάλαιο. Μια διαδικασία αλληλεπίδρασης αναπτύσσεται μεταξύ των προλεταρίων, και όσο πιο προχωρημένη είναι η εξατομίκευσή τους, τόσο πιο έντονη είναι η διαδικασία αυτή. Είτε το ζητούμενο είναι το χτίσιμο οδοφραγμάτων γύρω απ&#8217; τις γειτονιές της εργατικής τάξης στο Παρίσι (για παράδειγμα το 1848), η ανταρσία των ναυτών του Κιέλου το 1918, ή οι καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας από νεαρούς Έλληνες [Σ.τ.Μ. δεν ήταν φυσικά μόνο Έλληνες] μετά τον φόνο ενός απ&#8217; αυτούς απ&#8217; την αστυνομία, η εξέγερση ξεκινά πάντα από ένα ατομικό επίπεδο. Είτε με τη συζήτηση ή δίνοντας το παράδειγμα, πρέπει να υπάρχουν μερικοί προλετάριοι που θα κάνουν την αρχή. Μερικές γυναίκες έπρεπε να κρούσουν τον συναγερμό και να προσπαθήσουν να εμποδίσουν τον στρατό του Θιέρσου να καταλάβει τα κανόνια της Εθνοφρουράς, για να γεννηθεί η Κομμούνα. Κανείς δεν έδωσε εντολές γι&#8217; αυτό, καθώς κανείς δεν είχε κάποιο λόγο να υπακούει. Οι τρόποι με τους οποίους μια εξέγερση ξεκινά κι αναπτύσσεται είναι πάντοτε κάπως μυστηριώδεις, και σπάνια αναφέρονται στα βιβλία ιστορίας. Και, σε κάθε περίπτωση, δε θα υπήρχαν εκεί μαθήματα να αντληθούν από επίδοξους ηγέτες καθώς οι περιστάσεις είναι, στην κάθε λεπτομέρειά τους, κάθε φορά ξεχωριστές. Το μόνο πράγμα που μετράει είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, κάποιοι προλετάριοι έπρεπε, ως άτομα, να πάρουν την πρωτοβουλία να ξεπεράσουν τα όρια της νομιμότητας, τον φόβο τους, ώστε η δραστηριότητα κρίσης να μπορέσει να πάρει μορφή μ&#8217; έναν διαδραστικό τρόπο. Χωρίς τη δραστηριότητα κρίσης, καμιά κομμουνιστική επανάσταση δεν είναι εφικτή. Αναλόγως, η εξατομίκευση του υποκειμένου είναι μια απ&#8217; τις αναγκαίες συνθήκες για τον κομμουνισμό.</p>
<p>Όλες οι προλεταριακές εξεγέρσεις στην ιστορία επιδεικνύουν μια στιβαρή ανάπτυξη της προλεταριακής εξατομίκευσης στη δραστηριότητα κρίσης (ο ρόλος των γυναικών είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα). Αυτή η εξατομίκευση προκύπτει άμεσα από την κρίση του κεφαλαίου, η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση τον ταξικό προσδιορισμό. Στις σημερινές συνθήκες, η εξατομίκευση στη δραστηριότητα κρίσης θα ενισχυθεί απ&#8217; το γεγονός ότι, ακόμα και πριν την κρίση, το κεφάλαιο πέτυχε μια απομαζικοποίηση του προλεταριάτου (επισφάλεια, υπενοικιάσεις-υπεργολαβίες εργαζομένων&#8230;). Η εξατομίκευση του υποκειμένου σε καμιά περίπτωση δεν υπονοεί τον ατομισμό. Αντίθετα, επειδή ακριβώς βρίσκεται στη βάση των δι-ατομικών σχέσεων, η σύσταση της τάξης παύει να είναι ένα πλήθος (όπως στις διαδηλώσεις πίσω απ&#8217; τα συνδικαλιστικά πανώ), και γίνεται μια ενεργή και συνειδητή συλλογικότητα, ικανή να δρα και να αντιδρά, να παίρνει πρωτοβουλίες και να τις διορθώνει, να συζητά στο εσωτερικό της και να αντιμετωπίζει τους καπιταλιστές με τον καταλληλότερο τρόπο. Μέσω αυτής της αλληλεπίδρασης των προλεταρίων-ατόμων, το προλεταριάτο σχηματίζει μια εσωτερική κοινωνική σχέση που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την πιθανότητα του κομμουνισμού. Ωστόσο, αυτή η κοινωνική σχέση πρέπει να αποκτήσει χειροπιαστή ύπαρξη.</p>
<p><strong>I.3 </strong><strong>Απαλλοτριώνοντας τα στοιχεία του κεφαλαίου, αλλά όχι για να δουλεύουμε</strong></p>
<p>Η πραγματική οικοδόμηση της δραστηριότητας κρίσης ως μια κοινωνική σχέση ιδιαίτερη για το προλεταριάτο, λαμβάνει χώρα όταν αυτό συγκρούεται με το κεφάλαιο και παίρνει υπό την κατοχή του συγκεκριμένα πράγματα (εργοστάσια, αποθέματα, οχήματα, κτίρια, κλπ). Όσο δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, η προλεταριακή δραστηριότητα παραμένει στο επίπεδο των συνελεύσεων, διαδηλώσεων, κι αιτημάτων. Όταν η δραστηριότητα του προλεταριάτου ξεπεράσει αυτό το επίπεδο, διασχίζει ένα ποιοτικό όριο που, τότε και μόνον τότε, το κάνει να φαίνεται ως το πιθανό υποκείμενο μιας κομμουνιστικής επανάστασης. Αυτή η διάκριση μειώνει τη σημασία των προλεταριακών αγώνων στην καθημερινή κίνηση της ταξικής πάλης.</p>
<p>Οι εξεγερτικοί ξεσηκωμοί του προλεταριάτου δεν μπορούν να αποφύγουν την απαλλοτρίωση ορισμένων στοιχείων του κεφαλαίου. Αυτή η διαδικασία έχει θεωρηθεί ως το ξεκίνημα της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών, με το οποίο υπονοείται σαφώς η επιστροφή στην εργασία υπό των έλεγχο των εργατών και για το δικό τους συμφέρον. Μια τέτοια υπόνοια πιθανώς πηγάζει κυρίως από μια ιδεολογία που αναπτύχθηκε στην προλεταριακή πολιτική, βασισμένη στην ειδικευμένη εργασία και στην ιδέα ότι το κεφάλαιο κλέβει την παραγωγή απ&#8217; τους εργάτες, οι οποίοι θα μπορούσαν άνετα να παράγουν χωρίς τους καπιταλιστές. Αυτό, που ήδη κατά την εποχή του δεν ήταν παρά μια ιδεολογία, σήμερα δεν έχει πια καμιά βάση. Οι εργάτες όντως παίρνουν κάποιες φορές τα μέσα παραγωγής και αρχίζουν να παράγουν για λογαριασμό τους, αλλά αυτό συμβαίνει έξω απ&#8217; τις εξεγερτικές φάσεις και στην πραγματικότητα αυτό γίνεται ακριβώς επειδή δεν υπάρχει τότε πλέον ένα δυνατό προλεταριακό κίνημα. Φυσικά, αυτές οι αυτοδιαχειριστικές απόπειρες συνεπάγονται συγκρούσεις με το κεφάλαιο. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν αντιστοιχούν παρά σε τρόπους επιβίωσης στην παρούσα κοινωνία.</p>
<p>Είναι ένας γενικός κανόνας ότι, στην πρώτη έξαρσή του, ένας ξεσηκωμός ποτέ δεν απαλλοτριώνει στοιχεία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας για να επανεκκινήσει την παραγωγή για λογαριασμό του. Κάτι τέτοιο είναι σημαντικό, καθώς ανακοινώνει την πιθανότητα μιας κοινωνικής σχέσης μεταξύ ατόμων που δεν έχει την εργασία ως περιεχόμενό της. Δε νομίζω ότι υπάρχει στην ιστορία ούτε ένα μεμονωμένο παράδειγμα επιστροφής εξεγερμένων προλετάριων στην εργασία που να μη συνέβη με την αντεπαναστατική ανατροπή της εξέγερσης. Ο Otto Geyrtonnex (2) θεωρεί ότι ο ισπανικός ξεσηκωμός του Ιούλη του 1936 είναι μια εξαίρεση: στη διάρκεια των πρώτων ημερών του ξεσηκωμού, &#8220;ορισμένα κομμάτια της εργατικής τάξης είδαν την ανάγκη να καταλάβουν τα εργοστάσια προκειμένου να οπλιστούν. Πολυάριθμοι μεταλλεργάτες χρησιμοποίησαν τα εργαλεία που προηγουμένως τους σκλάβωναν προκειμένου να οπλίσουν τα φορτηγά. Ξαφνικά εμφανίστηκαν φούρνοι&#8230;, μεταφορές και υπηρεσίες ξανάνοιξαν&#8230; αυτές οι δραστηριότητες δεν κινητοποιούνταν ποτέ απ&#8217; την ανάγκη να πουλήσουν, απ&#8217; την παραγωγή αξίας. Αυτό που μετρούσε ήταν ο επαναστατικός αγώνας, και η παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες που προέκυπταν απ&#8217; τον ίδιο ξεσηκωμό&#8221;. Δεν πρόκειται για μια καθ&#8217; εαυτόν αντίφαση ότι η εξεγερτική έξαρση περιλαμβάνει μια μερική ανάληψη και συνέχιση της παραγωγής. Η παραγωγή δεν είναι αναγκαστικά αντεπαναστατική. Στην παρούσα περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται πως η επαναστατική έξαρση διοχετεύεται κυρίως προς διαχωρισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η παραγωγή στοχεύει στην υποστήριξη του μετώπου. Επιπλέον, όπως ο ίδιος ο Otto Geyrtonnex παραδέχεται, αν και ορισμένες προλεταριακές πρωτοβουλίες επέτρεπαν κατά περιπτώσεις την &#8220;αναβίωση μια δημιουργικότητας κι ενός πνεύματος πρωτοβουλίας σε ολική ρήξη με την μισθωτή σκλαβιά&#8221;, σε άλλες περιπτώσεις απλά ανέλαβαν ως δική τους μια &#8220;εργασία που σε τελευταία ανάλυση δε διέφερε και τόσο απ&#8217; αυτήν που προηγουμένως ήταν αναγκασμένοι να κάνουν&#8221; (3). Υπό το φως αυτών των στοιχείων, μου φαίνεται εφικτό να θεωρήσουμε ότι, ακόμα και στο ξεκίνημα της ισπανικής εξέγερσης, η επιστροφή στην παραγωγή όπως προέκυψε είναι ενδεικτική της σταθεροποίησης και του ξεκινήματος της αντεπαναστατικής αντιστροφής μέσα απ&#8217; την αυτοδιαχείριση. Κάτι τέτοιο δεν πέρασε χωρίς αντίσταση, όμως αυτή παρέμεινε αποσπασματική.</p>
<p>Οι τρέχουσες συνθήκες καπιταλιστικής παραγωγής στην πραγματικότητα επιβεβαιώνουν τον γενικό κανόνα: η απαλλοτρίωση στοιχείων του κεφαλαίου στις εξεγέρσεις των καιρών μας προφανώς δε στοχεύει στην απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και την επανεκκίνηση της παραγωγής απ&#8217; τους εργάτες που περιλαμβάνει αυτή. Αν και θα επανέρθουμε σ&#8217; αυτό το θέμα.</p>
<p><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p>Η προλεταριακή εξέγερση δημιουργεί τις υποκειμενικές συνθήκες για την κομμουνιστική επανάσταση μέσω της προλεταριακής δραστηριότητας κρίσης. Η υποκειμενική έκφραση της τάξης τροποποιείται βαθύτατα απ&#8217; τις σχέσεις αλληλεπίδρασης που δημιουργούν μεταξύ τους τα άτομα για να απαλλοτριώσουν στοιχεία του κεφαλαίου και να αντιμετωπίσουν το κεφάλαιο: Όσο διαρκούσε η εκμετάλλευση, η παραγωγή υπεραξίας και η απόδοση των προϊόντων της στην ιδιοκτησία συνιστούσε την συμμετοχή του προλεταριάτου στην οικοδόμηση της κοινωνικής σχέσης. Με την κρίση, το προλεταριάτο δεν είναι πλέον ένα μερικό υποκείμενο καθορισμένο απ&#8217; τη σχέση υπαγωγής του σε μια άλλη τάξη, αλλά μάλλον παίρνει την υπόσταση ενός υποκειμένου από μόνο του. Το στοιχείο-κλειδί αυτής της υποκειμενικότητας-σε-κρίση είναι ότι περιλαμβάνει δι-ατομικές σχέσεις, ότι βρίσκει στον εαυτό της τα μέσα πρόσβασης στη φύση, και ότι η εργασία δεν είναι ούτε το περιεχόμενο ούτε ο σκοπός της.</p>
<p><strong>II Η ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>II.1</strong><strong>Περιοδολόγηση</strong></p>
<p>Θα ήταν αρκετό να συνοψίσουμε τα γενικά στοιχεία που προηγήθηκαν με την περιοδολόγηση της ιστορίας του καπιταλισμού, αν και δε θα το κάνουμε εδώ αυτό. Η ανάλυσή μου στο Hic Salta του 1998 (4) είναι μόνο το γενικό πλαίσιο, αν και επαρκής για να δείξει ότι η κρίση του κεφαλαίου, όπως και το κεφάλαιο το ίδιο, έχει μια ιστορία. Ως αποτέλεσμα, η κομμουνιστική θεωρία και η ίδια η έννοια του κομμουνισμού έχουν επίσης μια ιστορία. Παρά τα ορισμένα αμετάβλητα στοιχεία, ο κομμουνισμός του 1848 ή του 1918 δεν είναι και τόσο ταυτόσημοι μ&#8217; αυτόν του σήμερα.</p>
<p><strong>II.2</strong><strong>Οι προϋποθέσεις για τον κομμουνισμό στην αυγή του 21ου αιώνα</strong></p>
<p>Σε σύγκριση με τις γενικές συνθήκες μιας κομμουνιστικής επανάστασης όπως αυτές που αναλύσαμε προηγουμένως, ποιά είναι η ιδιαιτερότητα της τρέχουσας περιόδου; Ας πουμε πρώτα ότι η τρέχουσα περίοδος προσφέρει καλύτερες συνθήκες για το ξεπέρασμα του κεφαλαίου από ποτέ άλλοτε: η ίδια διαπίστωση ισχύει για κάθε νέα φάση της κρίσης, μιας και η αντίφαση μεταξύ των τάξεων ποτέ δεν υποβαθμίζεται όσο ξεδιπλώνεται η ιστορία. Όμως η περίοδός μας επίσης θέτει ριζοσπαστικά νέα προβλήματα, καθώς ο υψηλός βαθμός υπαγωγής του συνόλου της κοινωνικής αναπαραγωγής στο κεφάλαιο είναι ενδεικτικός της δυσκολίας να φανταστεί κανείς  το  ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής χωρίς την κατάργηση και των δυο τάξεων <em>την ίδια στιγμή</em>, χωρίς το ξεπέρασμα της οικονομίας και την επινόηση μιας ολότελα καινούριας ζωής για την οποία οι τρέχουσες κατηγορίες κοινωνικής ανάλυσης είναι βασικά άχρηστες. Θα επανέρθουμε σ&#8217; αυτό όμως.</p>
<p>Μου φαίνεται πως τα δυο βασικά στοιχεία που πρέπει να υπογραμμιστούν εάν θέλουμε να αναλύσουμε τις υποκειμενικές συνθήκες μιας κομμουνιστικής επανάστασης στους καιρούς μας είναι: η επιστροφή της  αντι-εργασίας, μετά από μια περίοδο έκλειψής της, και η απομαζικοποίηση του προλεταριάτου στον μεταφορντισμό.</p>
<p><strong>II.2</strong><strong> Οι συνθήκες για τον κομμουνισμό στην αυγή του 21ου αιώνα</strong></p>
<p><strong>II.2.1: Η αντι-εργασία επέστρεψε</strong></p>
<p>Στις δεκαετίες 1960-70 η αντίδραση των εργατών στις συνθήκες εργασίας του Φορντισμού ξεπέρασε τα μισθολογικά αιτήματα τα οποία ως τότε είχαν ως στόχο την αντιστάθμιση των ακραίων συνθηκών εργασίας. Οι μισθοί φυσικά ήταν αρκετά καλοί σε κάποιες περιπτώσεις (ειδικά στην αυτοκινητοβιομηχανία). Αυτό ήταν μέρος του  φορντιστικού (ταξικού) συμβιβασμού. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν που αμφισβητήθηκε από την εξέγερση των εργατών στην αλυσίδα παραγωγής. Πέρα από τα μισθολογικά αιτήματα που ελέγχονταν από τα συνδικάτα, και ενάντια σ&#8217; αυτά, οι εργάτες στις δεκαετίες του 1960 και 1970 άρχισαν να κάνουν σαμποτάζ, να απουσιάζουν από την εργασία τους, να πίνουν αλκοόλ και να παίρνουν ναρκωτικά, να σταματούν να δουλεύουν με την παραμικρή αφορμή ή χωρίς καμία αφορμή δημιουργώντας χάος στην παραγωγή. Όλες αυτές οι δράσεις ταξινομήθηκαν με τον όρο <em>αντι-εργασία</em> για να υπογραμμιστεί η έλλειψη ταύτισης των προλετάριων με τη δραστηριότητα τους στο εργοστάσιο, η έλλειψη σεβασμού στις μηχανές και η έλλειψη περηφάνιας για το γεγονός ότι είναι εργάτες. Αυτές οι εκφάνσεις της προλεταριακής εξέγερσης ενάντια στο κεφάλαιο ήταν που αποτέλεσαν τη βάση για τις μετέπειτα θεωρητικές εξελίξεις, από το τέλος της επιβεβαίωσης της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο ως «ξεπέρασμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέχρι τη σύγχρονη έννοια της κομμουνιστικοποίησης (αμεσότητα του κομμουνισμού, ταυτόχρονη κατάργηση και των δύο τάξεων, ξεπέρασμα της οικονομίας και της εργασίας).</p>
<p>Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 η εξέγερση των εργατών αλυσίδας παραγωγής ενάντια στην «φορντιστικού τύπου» εργασία προκάλεσε μια σοβαρή κρίση αξιοποίησης. Ενώ τα αφεντικά αντέδρασαν αυτοματοποιώντας, απολύοντας και μεταφέροντας τις εγκαταστάσεις αλλού, οι σχολιαστές που είχαν στην υπηρεσία τους ξόρκιζαν την ανασύνθεση της εργασίας. Στην πραγματικότητα όσο αφορά την εργασιακή διαδικασία, το αποτέλεσμα της κρίσης αυτής της περιόδου, ο μεταφορντισμός, λίγο διέφερε από τον Φορντισμό, μολονότι ήταν πιο άγριος, πιο αποκεντρωμένος και πάνω από όλα το τέλος του συμβιβασμού που ήταν αρχικά απαραίτητος για την παγκόσμια εξάπλωση αυτού του τρόπου εκμετάλλευσης της εργασίας. Στις ανεπτυγμένες χώρες η εργασία δεν ανασυντέθηκε αλλά το σύστημα των αυτοδιαχειριζόμενων ομάδων εργασίας, η αυτοματοποίηση συγκεκριμένων παραγωγικών λειτουργιών, η απλή και καθαρή καταστολή με την απειλή των απολύσεων και η αναδιάρθρωση έκανε την εργοστασιακή εργασία και – αυτό ήταν κάτι καινούργιο – την εργασία στο γραφείο ακόμη πιο καταστροφική. Οι δεκαετίες του 1980 και 1990 σημαδεύτηκαν από τη νίκη των αφεντικών.</p>
<p>Όλα αυτά θέτουν άμεσα το ζήτημα: Τι θα συμβεί όταν ξεσπάσει η εξέγερση στα σημερινά εργοστάσια στα οποία οι συνθήκες έχουν χειροτερέψει κατά πολύ; Θέτω την ερώτηση σε μελλοντικό χρόνο γιατί παρά το ότι δεν έχουμε δει ακόμη σημαντικές εξεγέρσεις στα βιομηχανικά κέντρα υπάρχουν ήδη οι σχετικές ενδείξεις. Μετά από μια περίοδο σιωπής η αντι-εργασία έχει επιστρέψει.</p>
<p>Μια ένδειξη ριζοσπαστικοποίησης του ταξικού πολέμου είναι ότι η σπατάλη χρόνου από τους εργάτες έχει επανεμφανισθεί και αποτελεί προσφιλές ζήτημα για τους ειδικούς του management. Μόνο που ο όρος που χρησιμοποιείται σήμερα είναι «downtime» (απραξία, χαμένες εργατοώρες). «Το downtime επηρεάζει (&#8230;) όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων. Οι χαμένες εργατοώρες μπορεί να πηγάζουν από (…) την συμπεριφορά συγκεκριμένων εργαζομένων. Το ζήτημα γι&#8217;αυτούς είναι να εκδικηθούν για τις άσχημες συνθήκες εργασίας ή τους χαμηλούς μισθούς (5).</p>
<p>Αυτά τα σοφά λόγια ακολουθούν μια μεγάλης διάρκειας επίθεση των αφεντικών με την οποία πήραν πίσω όλο το “νεκρό χρόνο” της εργάσιμης ημέρας, όπως με το νόμο για το 35ωρο στη Γαλλία. Παρά – ή εξαιτίας – της ουσιαστικής αύξησης της παραγωγικότητας  φαίνεται ότι η καταπολέμηση της σπατάλης αποτελεί ακόμη και σήμερα έναν από τους στόχους των καπιταλιστών.</p>
<p>Μια άλλη πτυχή της σύγχρονης ταξικής πάλης στις ανεπτυγμένες χώρες μου φαίνεται εξίσου σημαντική: όταν οι εργάτες αγωνίζονται ενάντια στις απολύσεις – ολοένα και περισσότερο βίαια – ξεκινούν τον αγώνα, όχι από την υπεράσπιση της εργασίας τους, αλλά κατευθείαν από τη διαπραγμάτευση των όρων του σχεδίου της αναδιάρθρωσης. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν δείχνει ότι είναι ικανοποιημένοι με την απώλεια της εργασίας τους και ότι θεωρούν ότι μπορούν να ζήσουν άνετα με τα επιδόματα ανεργίας. Μάλλον δείχνει ότι είναι ρεαλιστές σχετικά με το ζήτημα της εργασίας. Η αναγκαιότητα ξεπεράσματος του συστήματος του μισθού (αν όχι της ίδιας της εργασίας) είναι λοιπόν μια υλική πτυχή μιας ολοένα και πιο διαδεδομένης πρακτικής της Δυτικής εργατικής τάξης. Δεν επιζητούν πλέον από το αφεντικό να σώσει την επιχείρηση του αλλά η αποζημίωση να είναι το δυνατόν μεγαλύτερη ώστε να μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους <em>ακόμη και χωρίς την εναλλακτική της μισθωτής εργασίας</em>.</p>
<p>Ο μεταφορντισμός ίσως δεν είναι ο σωστός όρος για τις αναπτυσσόμενες χώρες, τουλάχιστον όσο αφορά την εργασιακή διαδικασία. Σε 30 μόλις χρόνια, η Κίνα, το “παγκόσμιο εργοστάσιο”, συγκέντρωσε δεκάδες εκατομμυρίων υπερεκμεταλλευόμενων προλετάριων σε εργοστάσια τα οποία δεν βρίσκονται στην αιχμή της παγκόσμιας προόδου. Η εξέγερση των εργατών πήρε τη μορφή της “αντι-εργασίας” αντίστοιχη με αυτήν που είχε στη Δύση στα χρόνια του 1960-70. Αναφερόμενο σε ένα κύμα απεργιών σε εργοστάσια της Ιαπωνίας το καλοκαίρι του 2005 ένα περιοδικό  που απευθύνεται σε επιχειρηματίες των πολυεθνικών που λειτουργούν στην Ασία ανησυχούσε:</p>
<p>“Παρά το γεγονός ότι οι εργάτες προφανώς δεν έχουν αρχηγούς, αναπτύσσουν μια ακέφαλη οργανωτική στρατηγική. Επειδή οι εργάτες έχουν σε μεγάλο βαθμό κοινά συμφέροντα και μια αίσθηση ότι υποφέρουν τα ίδια δεινά, αντιδρούν με το παραμικρό έναυσμα. Οι εργάτες εξηγούν ότι όταν είναι δυσαρεστημένοι αρκεί μια χούφτα από αυτούς να σηκωθεί και να φωνάξει “Απεργία!” για να σταματήσει ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής ζητωκραυγάζωντας. (6)</p>
<p>Κάτι που θυμίζει με νοσταλγία σχεδόν την άγρια ατμόσφαιρα στα ιταλικά εργοστάσια  το 1969. Εκτός από το ότι τώρα η κατάσταση είναι χωρίς καμία αμφιβολία πιο σοβαρή. Οι δολοφονίες των αφεντικών ή οι λιγότερο ακραίες ενέργειες όπως οι καταστροφές των εργοστασίων συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που θυμίζουν συγκεκριμένα στοιχεία της αντιεργασίας του 1960-70 αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό: Έλλειψη πειθαρχίας, καταστροφική μανία, λίγα ή καθόλου αιτήματα, αδιαφορία για τις συνέπειες που θα έχουν οι ενέργειες στο εργοστάσιο, ή στα μηχανήματα ή στις δουλειές. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ιδιαίτερα έντονα στους αγώνες στο Μπαγκλαντές.</p>
<p><strong>Οι εργάτες υφαντουργίας στο Μπαγκλαντές.</strong></p>
<p>Αυτή η υπο-βιομηχανοποιημένη χώρα είχε την εμπειρία μιας ταχύτατης ανάπτυξης της υφαντουργικής βιομηχανίας από το 1970. Σήμερα υπάρχουν 4000 επιχειρήσεις, από 8 που υπήρχαν το 1977, στις οποίες εργάζονται περί τα 2 εκατομύρια, κυρίως νεαρές εργάτριες. Η επέκταση της βιομηχανίας παραγωγής υφασμάτων αποτελεί μέρος της παγκόσμιας τάσης των δυτικών και ιαπωνικών εταιρειών να μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις τους σε χώρες στις οποίες το εργατικό κόστος είναι χαμηλότερο. Το Μπαγκλαντές εξάγει το 80% των υφασμάτων που παράγονται στη χώρα.</p>
<p>Το Μάιο του 2006, η βίαιη καταστολή των εργατών που διαμαρτύρονταν για τις περικοπές στους μισθούς πυροδότησε μια σειρά άγριων κινητοποίησεων οι οποίες επεκτάθηκαν και σε άλλες επιχειρήσεις από αυτήν που ξεκίνησε το κίνημα. Στο ζενίθ του βίαιου κύματος στις 22 Μαίου το κίνημα επεκτάθηκε σε πολλά εργοστάσια δύο εκ των οποίων πυρπολήθηκαν και εκατοντάδες λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Ολόκληρος ο πληθυσμός και όχι μόνο οι εργάτριες πήρε μέρος στα γεγονότα. Στις πιο βίαιες μάχες οι γυναίκες προφανώς άφησαν τους άντρες να βγουν μπροστά. Την επόμενη ημέρα η εξέγερση επεκτάθηκε μέχρι την πρωτεύουσα Ντάκα.  Οι λεηλασίες και οι καταστροφές έφτασαν μέχρι το κέντρο της πόλης. Σ&#8217;αυτό το σημείο σύμφωνα με το κείμενο του Εchanges (7), εμφανίστηκαν τα αιτήματα.</p>
<p>Μια συμφωνία υπογράφηκε τελικά ανάμεσα στα αφεντικά και την Ομοσπονδία Εργατών Υφάσματος. Αναθεωρήθηκε πολλές φορές αλλά εφαρμόστηκε ελάχιστες. Έτσι το κίνημα ξαναξεκίνησε το φθινόπωρο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ένα κίνημα που ηττήθηκε με την εύθραυστη συλλογική σύμβαση που υπογράφηκε, βρήκε τη δύναμη να επανέλθει μερικούς μήνες αργότερα με την ίδια μανία και βιαιότητα.  Όπως και την άνοιξη το κίνημα διαδόθηκε με μεγάλη ταχύτητα και κέρδισε έδαφος με τις λεηλασίες και τις καταστροφές εργοστασίων. Αυτή είναι η πιο εντυπωσιακή πτυχή του: Οι εργάτες στον αγώνα τους να διατηρήσουν το μισθό τους και τις συνθήκες εργασίας τους καταστρέφουν τα εργοστάσια μέσα στα οποία εργάζονται παρά το γεγονός ότι οι δουλειές σε αυτά είναι σπάνιες και θεωρούνται ελκυστικές. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους σε αυτά τα εργοστάσια προέρχονται από τις παρακείμενες παραγκουπόλεις.</p>
<p>Το κίνημα επανήλθε στο τέλος του 2007 και στις αρχές του 2008. Όπως και το 2006 δε χρειάστηκε και πολύ για να γενικευθεί το κίνημα και να πυρποληθούν αυτοκίνητα  στις μπλοκαρισμένες λεωφόρους.  Στις 5 Ιανουαρίου του 2008, 1500 εργάτες του εργοστασίου Paina εμφανίστηκαν εκεί για να διεκδικήσουν την εργασία τους αφού τους είχε επιβληθεί lock-out, καθώς τα αφεντικά θεώρησαν σκόπιμο να κλείσουν το εργοστάσιο όταν ξεκίνησαν οι κινητοποιήσεις. Οι εργάτες εμφανίστηκαν στην πραγματικότητα για να πληρωθούν αυτά που τους όφειλε το αφεντικό τους και όχι για να εργαστούν. Το αφεντικό ήθελε να τους δώσει τα μισά από τα συμφωνημένα οπότε οι εργάτες εισέβαλαν στο εργοστάσιο και έσπασαν ότι βρήκαν μπροστά τους.</p>
<p>Το κίνημα συνεχίστηκε τους επόμενους μήνες. Παραθέτουμε μόνο τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα: 400 εργάτριες που απολύθηκαν ξαφνικά χωρίς καμία προειδοποίηση και αποζημίωση επιτέθηκαν στο πιο κοντινό αστυνομικό τμήμα. Η αστυνομία πυροβόλησε τις εργάτριες και το αλληλέγγυο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρισε πίσω στο εργοστάσιο, το λεηλάτησε και το πυρπόλησε.</p>
<p>Πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2009, το κίνημα ξέσπασε ξανά στα προάστια της Ντάκα. Απεργοί από πολλά εργοστάσια υφάσματος έμαθαν ότι τα εργοστάσια που ανήκουν στο Ha Meem Group ήταν ακόμη σε λειτουργία. Οι εργάτες αυτών των εργοστασίων δε συμμετείχαν στην απεργία καθώς η κατάσταση τους είναι καλύτερη, πρόκειται για εργάτες που παράγουν απευθείας για τον ιδιοκτήτη και όχι για υπεργολάβους. Περίπου 50 χιλιάδες εργάτες (και μη) κινήθηκαν προς τα εργοστάσια. Η αστυνομία αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Στο δρόμο τους οι εργάτες λεηλάτησαν και πυρπόλησαν περί τα 50 εργοστάσια. Την ίδια στιγμή μικρές ομάδες βγήκαν από το πλήθος και μεθοδικά επιτέθηκαν ειδικά στα εργοστάσια στα οποία δούλευαν απεργοσπάστες.  Άλλες ομάδες μπλόκαραν τις παρακείμενες λεωφόρους ώστε να εμποδίσουν την πρόσβαση στα πυροσβεστικά οχήματα και τα κατάφεραν για 5 ώρες. Το επεισόδιο αυτό περιλαμβάνει δύο στενά συνυφασμένες όψεις: Η επίθεση στα εργοστάσια γενικά και η επίθεση στα εργοστάσια στα οποία υπήρχαν απεργοσπάστες.  Δηλαδή ήταν ταυτόχρονα μια επίθεση ενάντια στο κεφάλαιο και ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών. Η ταυτόχρονη ύπαρξη σύγκρουσης μεταξύ εργατών και κεφαλαίου και μεταξύ των ίδιων των εργατών αντικατοπτρίζει τον προαναφερθέντα κατακερματισμό του προλεταριάτου, εδώ στη μορφή της υπεργολαβίας. Δεν υπάρχει λόγος να λυπάται κανείς γι&#8217; αυτό. Αυτός είναι ο τρόπος υλοποίησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης τις τελευταίες δεκαετίες.</p>
<p>Επιμένουμε σ&#8217;αυτήν την ιδιαίτερα παράδοξη φύση αυτών των κινημάτων τα οποία <em>υπερασπίζονται</em> τη μισθωτή συνθήκη την ώρα που <em>καταστρέφουν</em> τα μέσα παραγωγής. Το προλεταριάτο αναπτύσσει ριζοσπαστική δραστηριότητα κρίσης, καταλαμβάνει τα μέσα παραγωγής και μπουκάρει στα εργοστάσια – αλλά για να τα καταστρέψει. Είδαμε ότι αυτές οι καταστροφές δεν ήταν παράπλευρες απώλειες που προκλήθηκαν από παραδοσιακές αλλά λίγο πιο βίαιες από το συνηθισμένο διαδηλώσεις. Από αυτά που γνωρίζω για την Κίνα και το Μπαγκλαντές η καταστροφή δεν είναι αποτέλεσμα κακοτυχίας. Είναι μέρος του θεμελιώδους περιεχομένου αυτών των αγώνων. Η περίπτωση του Μπαγκλαντές θα μπορούσε να αποτελεί για την εποχή μας ότι οι εξεγέρσεις στα αμερικανικά γκέτο τη δεκαετία του 60. Με μια βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο καταστάσεις: Τώρα, το μέρος του παραγωγικού προλεταριάτου που βρίσκεται σε ένα παγκόσμιο κέντρο άντλησης σχετικής υπεραξίας είναι άμεσα αναμεμειγμένο σε ένα κίνημα που αφήνει τους πολιτικούς και τον κόσμο άφωνους.</p>
<p><strong>Μέσα μαζικής μεταφοράς</strong></p>
<p>Αν οι καταστροφές των εργοστασίων δείχνουν ότι οι προλετάριοι δεν επιβεβαιώνουν τους εαυτούς τους ως εργάτες στη δραστηριότητα κρίσης, πιστεύω ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις καταστροφές των μέσων μαζικής μεταφοράς. Από όσο γνωρίζω πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο. Οι νέοι εξεγερμένοι στην Ελλάδα κατέστρεψαν σταθμούς του μετρό. Στην Αργεντινή επίσης ορισμένοι σταθμοί αποτέλεσαν θέατρα συγκρούσεων και ταραχών που διέκοψαν τη λειτουργία των τραίνων. Ακόμη και στη Γαλλία που τα τραίνα έχουν καλή φήμη, η ένταση είναι αισθητή στα μέσα μεταφοράς του Παρισιού. Τα βαγόνια μεταφοράς κρέατος της γραμμής Troyes που μεταφέρουν τους εργάτες στο Παρίσι έχουν αναγκαστεί να περάσουν μέσα από διπλές γραμμές CRS (γαλλικά ΜΑΤ) χωρίς να σταματούν στις στάσεις. Στη γραμμή αυτή που είναι πασίγνωστη για τις καθυστερήσεις όταν ένα δρομολόγιο ματαιώνεται και το επόμενο προγραμματίζεται να μη σταματάει σε κάποιο σταθμό, οι επιβάτες επικοινωνούν μεταξύ τους για να μάθουν τι συμβαίνει και κάνουν ο ένας τη χάρη στον άλλον να πατήσουν το συναγερμό ώστε το τραίνο να αναγκαστεί να σταματήσει. Και αυτό δημιουργεί πραγματικό χάος! (8)</p>
<p>Η επιδεινούμενη ποιότητα των μέσων μαζικής μεταφοράς δεν είναι αποτέλεσμα της παρούσας κρίσης. Οι επιθέσεις και οι καταστροφές των μέσων μεταφοράς θα είναι κατά την άποψη μου μέρος της δραστηριότητας κρίσης του προλεταριάτου στις επόμενες εξεγέρσεις. Απλώς και μόνο επειδή ο χρόνος που ξοδεύεται στα μέσα μεταφοράς είναι απλήρωτος χρόνος εργασίας και επειδή δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο τα μέσα μαζικής μεταφοράς, η σύνδεση, δηλαδή, των προαστίων με τα εργοστάσια και τα γραφεία να μείνουν ανέπαφα, όταν αυτό δε συμβαίνει με τα ίδια τα προάστια και τα γραφεία ή τα εργοστάσια. Εντέλει αυτό [οι καταστροφές στα ΜΜΜ, Σ.τ.Μ.] θα συμβεί γιατί το να στοιβάζονται στα τραίνα αποτελεί μια ταπείνωση που οι προλετάριοι είναι υποχρεωμένοι να ανέχονται δύο φορές την ημέρα. Με την αμφισβήτηση της μεταφοράς από τη δουλειά στο σπίτι οι προλετάριοι επιτίθενται στη θεμελιώδη διαίρεση της δραστηριότητας. Και πράγματι το ξεπέρασμα του διαχωρισμού ανάμεσα στην εργασία και τη σχόλη, ανάμεσα στην κοινωνική και την ιδιωτική ζωή, ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση είναι μια θεμελιώδης στιγμή της κομμουνιστικής επανάστασης.</p>
<p>Καθώς το επίπεδο διαβίωσης φθίνει και οι συνθήκες εργασίας επιδεινώνονται, οι αγώνες του προλεταριάτου εκφράζουν τη μεγαλειώδη επιστροφή της αντι-εργασίας. Σε κάθε μια από τις εμφανίσεις της αντι-εργασίας, το προλεταριάτο λέει πως όταν συγκρούεται με το κεφάλαιο σκοπός του δεν είναι να αποκαταστήσει το φορντιστικό συμβιβασμό αλλά κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο απουσιάζει εντελώς από το τοπίο, δεν υπάρχει στην κοινωνία. Δεν μπορούμε να οργανωθούμε γύρω από το έμβρυο μιας μελλοντικής κοινωνίας το οποίο θα αναπτύξουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρατηρήσουμε ότι οι πιο μαχητικοί αγώνες είναι εκείνοι που παίρνουν τη μία ή την άλλη μορφή (ή πολλές μορφές) της αντι-εργασίας. Μπορεί να συναχθεί πως όταν το προλεταριάτο εξεγείρεται μαζικά στα πιο σημαντικά καπιταλιστικά αστικά κέντρα δεν ακολουθεί ένα προλεταριακό προγραμματικό μοντέλο οποιασδήποτε εκδοχής.  Σε κάθε περίπτωση οι πιο προωθημένες ενέργειες της εξέγερσης δε θα είναι οι καταλήψεις των εργοστασίων, δε θα είναι η δημιουργία εργατικών συμβουλίων τα οποία θα διαχειριστούν τα εργοστάσια ή πτυχές της προλεταριακής αναπαραγωγής (συμβούλια γειτονιάς κτλ.). Το πιο προωθημένο κομμάτι του προλεταριάτου δε θα επιβάλλει την εργασία σε ολόκληρη την κοινωνία, θα είναι αντίθετο σε κάθε προσπάθεια σχεδιασμού, σε κάθε επιστροφή στην εργατική οργάνωση ως βάση της κοινωνίας. Και όλα αυτά γιατί αυτή την ιστορική στιγμή αυτό που λένε οι προλετάριοι σε όποιον έχει τη διάθεση να δει και να καταλάβει είναι ότι είναι εργάτες μόνο υπό περιορισμό χωρίς τιμή και χωρίς μέλλον και ακόμη και η εργασία τους είναι άμεσα καταστροφική για την ύπαρξη τους.</p>
<p><strong>ΙΙ.2.2. Απομαζικοποίηση του προλεταριάτου</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όπως έχουμε δει στη δραστηριότητα κρίσης υπάρχει η εγγενής τάση να εξατομικεύονται οι προλετάριοι θέτοντας προσωρινά σε αμφισβήτηση την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο.  Κατά τη διάρκεια των 30 προηγούμενων ετών η κατάτμηση του προλεταριάτου οδήγησε σε μια προφανή απομαζικοποίηση της τάξης και δεν υπάρχει λόγος να ζητά κανείς την τυπική επανένωση της εκτός κι αν έχει σχέδια να μπει στην πολιτική.</p>
<p>Η επίδραση της απομαζικοποίησης στους αγώνες είναι αναγνωρίσιμη σε αρκετά επίπεδα. (Είδαμε ήδη μια έκφραση της στο Μπαγκλαντές). Για παράδειγμα τα κόμματα και τα συνδικάτα ελάχιστα έχουν να κάνουν με το ξέσπασμα και την κλιμάκωση των περισσότερων σημαντικών συγκρούσεων. Στη Δύση οι προλετάριοι αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία προκειμένου να προστατευθούν από τις πιο οδυνηρές συνέπειες της κρίσης. Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες συνήθως δεν αναλαμβάνουν καμία πρωτοβουλία. Και συνήθως η παρουσία των συνδικαλιστών δεν  μπορεί να ακυρώσει τη λογική ανάπτυξη του προλεταριακού κινήματος το οποίο καθώς γίνεται ολοένα και πιο ριζοσπαστικό εξαρτάται όλο και περισσότερο από <em>τοπικές πρωτοβουλίες</em> παρά από <em>εθνικά συνθήματα</em>. Τέτοιες τοπικές πρωτοβουλίες (είτε ενός συνδικάτου είτε όχι)  είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι μεγάλες οργανώσεις δεν έχουν πλέον επαφή με την πραγματικότητα της ταξικής σχέσης. Επίσης η ύπαρξη τους δείχνει πως οι εργάτες έχουν ξεπεράσει σε κάποιο βαθμό την παθητικότητα που χαρακτήριζε τη φάση της φορντιστικής ευμάρειας. Βέβαια δεν αποτελούν, ως τέτοιες, εξεγερτικές καταστάσεις.</p>
<p><strong>Ελλάδα, Δεκέμβρης 2008</strong></p>
<p>Καθ’ όλη την ιστορία του προλεταριάτου, η εξέγερση αποτελεί μια έντονη φάση εξατομίκευσης και με το πέρασμα του χρόνου αυτό το χαρακτηριστικό έχει γίνει περισσότερο σαφές. (Άλλοι παράγοντες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο όπως το βάθος της κρίσης). Οι ταραχές στην Ελλάδα το Δεκέμβρη του 2008 ήταν πιθανόν ένα οριακό σημείο σ&#8217; αυτή τη διαδικασία. Χωρίς να δώσω μια λεπτομερή αναφορά των γεγονότων και παρότι έχω πλήρη επίγνωση των προβλημάτων που τίθενται από την απουσία της “παραδοσιακής” εργατικής τάξης θα ήθελα να τονίσω ορισμένα σημεία.</p>
<p>Ο ρόλος των κινητών και του internet στη διάδοση των ταραχών από το πρώτο κιόλας βράδυ υπογραμμίζεται συχνά από τους σχολιαστές. Βέβαια γνωρίζουν ότι αυτά τα μέσα επικοινωνίας κυρίως πλημμυρίζουν τον κόσμο με κουτσομπολιό, άγνοια και προκατάληψη. Χρειάζεται κάτι περισσότερο από την επικοινωνία αυτού του είδους για να προωθηθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ υποκειμένων και να ξεκινήσουν ταραχές. Με λίγα λόγια, παρόλη την άνεση της επικοινωνίας δεν υπάρχει λιγότερη μανία και ατομική τόλμη στο γεγονός ότι τα άτομα που τη μία στιγμή αποτελούσαν μια ομάδα νεαρών που συνέκριναν τα κινητά τους την επόμενη έγιναν κομάντο που πετούσαν μολότοφ. Γιατί αυτό είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό του ελληνικού κινήματος: αναπτύχθηκε σαν μια χαλαρή συσσώρευση <em>μικρών</em> ομάδων οι οποίες δρούσαν <em>τοπικά</em> και <em>ανεξάρτητα</em> χωρίς να νοιάζονται αν “οι μάζες” ακολουθούσαν. Δεν επιχειρηματολογώ υπέρ της πρωτοποριακής δράσης η οποία θα κάνει τις μάζες να συνειδητοποιήσουν την ιστορική τους ευθύνη. Ούτε και οι νεαροί εξεγερμένοι στην Ελλάδα έκαναν κάτι τέτοιο. Δεν ήταν πολιτικοί και οι πράξεις τους σε ορισμένες περιπτώσεις τρόμαξαν ακόμη και τους αναρχικούς.</p>
<p>Οι πηγές που χρησιμοποίησα (κυρίως τα Παιδιά της Γαλαρίας και το Βlaumachen) δεν ανέλυσαν λεπτομερώς τις διαδηλώσεις. Ωστόσο δεν υπήρξαν μεγάλες διαδηλώσεις. Το μεγαλύτερο νούμερο ήταν 20.000 διαδηλωτές. Αυτή η διαδήλωση έλαβε χώρα στην Αθήνα τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου. Στη διαδήλωση καλούσε η κατάληψη της Νομικής σχολής, δηλαδή, οι αριστεριστές. Σύμφωνα με τα ΠτΓ η διαδήλωση προχωρούσε αργά  με 1500 νέους να μπαινοβγαίνουν απ&#8217; αυτήν καταστρέφοντας και λεηλατώντας. Την ίδια στιγμή περισσότερες λεηλασίες και επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα συνέβαιναν σε άλλα σημεία της πόλης αλλά αυτή τη φορά χωρίς “μεγάλη” διαδήλωση. Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις τεράστιες πορείες που σκόπευαν να δείξουν στον Ζιπέ ότι ήταν δύο εκατομμύρια.  Γενικά οι αναφορές ή τα χρονολόγια που δημοσιεύτηκαν από Έλληνες συντρόφους αναφέρονται συνεχώς σε διαδηλώσεις των 200-300 ατόμων στα προάστια, σκοπός των οποίων ήταν τις περισσότερες φορές να επιτεθούν στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Η σημασία αυτών των συστηματικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε νέους και στην αστυνομία είναι υπό συζήτηση (αποτελεί τον καλύτερο στόχο η αστυνομία;). Αλλά δεν αρνείται κανείς την προχωρημένη απομαζικοποίηση ενός εξεγερτικού κινήματος το οποίο κυρίως λόγω αυτής της διασποράς (αλλά και της αξιοσημείωτης απουσίας αιτημάτων) έσπειρε το φόβο σε πολλές κυβερνήσεις.</p>
<p>Πιστεύω ότι αυτή η τάση πρόκειται να αναπτυχθεί περαιτέρω στις επόμενες φάσεις της παγκόσμιας δραστηριότητας κρίσης του προλεταριάτου και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα από τα σημεία κλειδιά για την επιτυχία της κομμουνιστικής επανάστασης. Οι ταραχές του 2008 στην Ελλάδα σίγουρα δίνουν μια ιδέα του πως θα μπορούσε να είναι μια βαθύτερη εξεγερτική φάση: πολλαπλές εστίες αγώνα, χωρίς τον έλεγχο κανενός κέντρου, το προλεταριάτο θα αγωνιστεί ενάντια στις πιο σαφείς και συγκεκριμένες μορφές της εκμετάλλευσης και της υποταγής. Η αρχική ιδιαιτερότητα ή ακόμη και τοπικισμός αυτών των αντιπαραθέσεων θα αποτελούν την καλύτερη εγγύηση ενάντια σε κάθε προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης. Ακόμη όταν η αντιπαράθεση με το κεφάλαιο και το κράτος γίνεται σ&#8217;αυτό το επίπεδο όσο περισσότερο προχωράει ο αγώνας τόσο περισσότερο θα αποτελεί έναν ιό ο οποίος θα εξαρθρώνει το κράτος και θα είναι πολύ πιο ισχυρός από μια επίθεση στην κορυφή του κρατικού μηχανισμού.</p>
<p><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p>Από τα παραπάνω βλέπουμε ότι η αντι-εργασία έχει επιστρέψει αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Η καταστροφή του φορντιστικού συμβιβασμού τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε σε πολύ σημαντικές αλλαγές στις συνθήκες και στο περιεχόμενο του προλεταριακού αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο. Για παράδειγμα η ελαστικοποίηση της εργασίας σάρωσε τα φορντιστικά εργοστάσια μέσω των εξωτερικών εργολαβιών και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το φαινόμενο αυτό συχνά οικτίρεται ως παράγοντας ταξικής διαίρεσης. Αυτό είναι αλήθεια και είναι ενάντια στο προλεταριάτο και στον καθημερινό διεκδικητικό αγώνα του. Αλλά χρειάζεται να πάμε πιο πέρα. Με την ανάδυση ενός πιο δυνατού κινήματος, χωρίς αιτήματα, για παράδειγμα, θα δούμε την ταύτιση [των εργατών] με τον χώρο εργασίας τους να εξαφανίζεται και τον εχθρό να εμφανίζεται ολοένα και πιο καθαρά ως κεφάλαιο <em>γενικά, </em>ακόμη και σε κάθε μικρό μαγαζί. Επιπλέον η διαίρεση της τάξης από το κεφάλαιο τα τελευταία τριάντα χρόνια θα γυρίσει μπούμερανγκ στο κεφάλαιο όταν η απομαζικοποίηση του προλεταριάτου αποκεντρώσει τη δραστηριότητα κρίσης του προλεταριάτου σε μια πολλαπλότητα πυρήνων στους οποίους η πολιτική δε θα μπορεί να επέμβει (π.χ. Ελλάδα).</p>
<p>Γενικά μιλώντας η αλλαγή της ταξικής σχέσης τα τελευταία τριάντα χρόνια πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο του μανιώδους αγώνα του κεφαλαίου ενάντια στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Η ραγδαία μεταφορά κεφαλαίου στον χρηματοπιστωτικό κλάδο είναι μια πτυχή αυτού του γεγονότος. Οι εξωτερικές εργολαβίες είναι μια ακόμη. Πρόκειται για μια ολόκληρη σειρά επιθέσεων για να μειωθεί η αξία μιας ήδη σημαντικά απαξιωμένης εργατικής δύναμης. Αυτή η κίνηση δεν πηγάζει από την ιδιοτροπία ή την απληστία των καπιταλιστών. Είναι η συνθήκη αναπαραγωγής της κοινωνικής σχέσης, δηλαδή της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο <em>και το προλεταριάτο</em>. Το περιεχόμενο τουλάχιστον ορισμένων από τους αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση δείχνει ότι η έξοδος από την κρίση δεν βρίσκεται σε μια καλύτερη ισορροπία της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα «μοιράσματος του οφέλους της παραγωγικότητας». Υπογείως οι αγώνες αυτοί υποδηλώνουν την αναγκαιότητα απαλλαγής και από τις δύο τάξεις ταυτόχρονα. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 το ζήτημα αυτό τέθηκε σε μικρότερο βαθμό στους αγώνες των εργατών αλυσίδας παραγωγής της φορντιστικής βιομηχανίας. Σήμερα ολόκληρη η εργατική δύναμη βιώνει μια συγκρίσιμη διαδικασία (μια έκφανση αυτής της κατάστασης είναι οι αλλαγές στην εργασία στο γραφείο). Και αυτό είναι αλήθεια για όλες τις πτυχές της ζωής του προλεταριάτου, όχι μόνο για το στοιχείο «εργασία» της προλεταριακής αναπαραγωγής, αλλά επίσης, μέσω της επίθεσης στην αξία της εργατικής δύναμης (τα όρια της σχετικής υπεραξίας οδηγούν στη μείωση των μέσων διαβίωσης), για κάθε πτυχή της ζωής (στέγαση, μεταφορές, σχολεία, ανεργία κτλ.). Κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό που θεωρείτο αντι-εργασία στους προλεταριακούς αγώνες στη συνέχεια θα γίνει <em>αντι-προλεταριάτο</em>. Εκτός και αν κάποιος φαντάζεται μια επιστροφή στις προηγούμενες συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, οι σύγχρονοι αγώνες όπως και η ανάλυση των τρόπων της εκμετάλλευσης σήμερα, δείχνουν προς τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα της κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p><strong>ΙΙΙ &#8211; Κομμουνιστικοποίηση</strong></p>
<p><strong>ΙΙΙ.1 – Η κομμουνιστικοποίηση και η μεταβατική κοινωνία</strong></p>
<p>Μια από τις σημαντικές θέσεις της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης είναι η άρνηση της έννοιας της μεταβατικής κοινωνίας. Αλλά ας μη συγχέουμε την αμεσότητα με την στιγμιαία μετάβαση. Όταν μιλάμε για «αμεσότητα», δεν πρέπει να συγχέουμε το αδιαμεσολάβητο με το ακαριαίο. Ως αμεσότητα του κομμουνισμού αντιλαμβανόμαστε το γεγονός ότι η προλεταριακή επανάσταση δεν έχει πλέον ως στόχο τη δημιουργία μιας μεταβατικής κοινωνίας, αλλά απευθείας τον κομμουνισμό. Κατά συνέπεια: δεν τίθεται πλέον ζήτημα κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, ούτε συμμαχίας με άλλα κοινωνικά στρώματα, ούτε μιας εξελικτικής πραγματοποίησης της μετάβασης (μαρασμός του κράτους κλπ). Η κομμουνιστική επανάσταση παρ&#8217; όλα αυτά έχει μια διάρκεια, μια ιστορία, φάσεις ανάπτυξης και οπισθοχώρησης κτλ.</p>
<p>Η έννοια της αμεσότητας του κομμουνισμού δεν προκύπτει από το πουθενά. Εμφανίστηκε μαζί με την κρίση στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στη βάση της πολιτικής ανικανότητας της αριστεράς και των αριστεριστών να κατανοήσουν τις πιο προωθημένες μορφές της ταξικής πάλης ειδικά αυτές που ομαδοποιώ με τον όρο  αντι-εργασία. Αλλά ούτε η κομμουνιστική επανάσταση ούτε ο κομμουνισμός καταργούν την ιστορία. Και γι&#8217; αυτό ακριβώς επινοήθηκε ο όρος κομμουνιστικο<em>ποίηση</em>: Για να δείξει ότι η κατάργηση των τάξεων και το ξεπέρασμα της οικονομίας είναι μια διαδικασία, με μια σειρά από “πριν” και “μετά” και με πέρασμα του χρόνου. Αλλά αυτές οι διαδοχικές φάσεις δε συνίστανται στη δημιουργία μιας μεταβατικής κοινωνίας <em>ανάμεσα</em> στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Το νόημα της σοσιαλιστικής κοινωνίας που τοποθετεί σ&#8217; αυτή τη μετάβαση το προλεταριακό πρόγραμμα βρίσκεται στο ότι το προλεταριάτο βασίζει τη  δύναμη του στο Κράτος το οποίο αναλαμβάνει να δημιουργήσει τις συνθήκες για τον κομμουνισμό (τελικά ενάντια στα ίδια του τα συμφέροντα!). Αναρωτιέται κανείς πως αυτό το παραμύθι μπορούσε να εξαπατά τους ανθρώπους για τόσο πολύ καιρό. Μήπως γιατί διασφάλιζε το ρόλο που θα είχαν οι πολιτικοί που το πουλούσαν στο προλεταριάτο μετά την επανάσταση;</p>
<p>Άρα η αμεσότητα του κομμουνισμού δεν είναι η ακύρωση του χρόνου που χρειάζεται αλλά το γεγονός ότι η επανάσταση δεν δημιουργεί τίποτα άλλο, μόνο τον κομμουνισμό. Κομμουνιστικοποίηση δε σημαίνει μια καινούργια μορφή ιδιοκτησίας που προηγείται της κατάργησης της ιδιοκτησίας, μια καινούργια μορφή διακυβέρνησης που προηγείται της κατάργησης κάθε μορφής εξουσίας, κτλ., αλλά σημαίνει την κατάργηση της ιδιοκτησίας, την καταστολή κάθε εξουσίας, κτλ., μέσω της δημιουργίας κοινωνικών μορφών που διασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι ζουν καλύτερα από ότι κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας κρίσης.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.2 &#8211; Το ζήτημα της χαριστικότητας</strong></p>
<p>Είναι προφανές ότι η λεηλασία, οι απαλλοτριώσεις των σουπερμάρκετ κτλ., θα αποτελέσουν μέρος της δραστηριότητας κρίσης των προλετάριων που θα κομμουνιστικοποιούν. Αλλά κατά τη γνώμη μου αυτό αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια πρώτη προσέγγιση στην κατάργηση της ιδιοκτησίας.  Στον ΚΤΠ, ακόμη περισσότερο από τις προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής η ιδιοκτησία αφορά λιγότερο το γεγονός της κατοχής (ενός σπιτιού, ενός αυτοκινήτου) από ότι το δικαίωμα πρόσβασης στη φύση καθώς αυτό μονοπωλείται από την καπιταλιστική τάξη. Συνεπώς, η ιδιοκτησία δεν είναι τόσο το δικαίωμα να απολαμβάνει κανείς τα υπάρχοντα του ιδιωτικά, όσο η δυνατότητα να εξαναγκάζει άλλους να δουλεύουν γι&#8217; αυτόν.  Με άλλα λόγια αν είμαι ιδιοκτήτης, είσαι επισφαλής. Με λίγα λόγια, η κατάργηση της ιδιοκτησίας δε συνίσταται απλά στην αναδιανομή των πάντων στους πάντες αλλά πάνω από όλα στη δημιουργία μιας κοινωνικής μορφής στην οποία ζητήματα όπως “τι θα φάμε;”, “που θα κοιμηθούμε;”, “τι θα γίνει με τα παιδιά;” δεν προκύπτουν καν.</p>
<p>Το κείμενο της TC “Communisation vs Socialisation (Koμμουνιστικοποίηση εναντίον Κοινωνικοποίησης)”<a href="#_ftn2">[2]</a> λέει ότι “η χαριστικότητα, η δραστική ριζική μη-λογιστικοδιαχειριστική καταγραφή οποιουδήποτε πράγματος είναι ο άξονας της επαναστατικής κοινότητας που χτίζεται”.</p>
<p>Η μη-λογιστικοποίηση είναι πράγματι ένα θεμελιώδες γεγονός της κομμουνιστικοποίησης. Είναι ο απόλυτος αντι-σχεδιασμός. Αλλά είναι αναγκαίο να καθορίσουμε αν μιλάμε για εμπορεύματα που είναι διαθέσιμα στις αποθήκες του κεφαλαίου ή για πράγματα που παράγονται στη διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>Στην πρώτη περίπτωση, φαίνεται προφανές ότι τα εμπορεύματα που λεηλατούνται ή απαλλοτριώνονται διανέμονται ελεύθερα. Είναι λιγότερο προφανές ότι δεν καταμετρώνται γιατί αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε ουτοπικές εικόνες απεριόριστων πλεονασμάτων, κάτι που δίνει σε κείνους που είναι ενάντια στην κομμουνιστικοποίηση μια καλή ευκαιρία να διαμαρτυρηθούν και να απαιτήσουν έστω λίγη κοινή λογική. Αυτή η οπτική γωνία πρέπει να υπερασπιστεί, πρέπει να επιμείνουμε: Αν οι προλετάριοι αρχίζουν να καταμετρούν τη λεία τους από τις λεηλασίες τους κατά τη δραστηριότητα κρίσης, απευθείας θέτουν ξανά σε λειτουργία μια οικονομία – μια οικονομία αξιών χρήσης, μια σχέση εξουσίας, επιτροπές (ποιος μετράει τι, ποιος αποθηκεύει τι, κτλ.), όλα αυτά πάνε ενάντια στην κομμουνιστικοποίηση. Μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η χαριστικότητα και η μη- λογιστική διαχείριση είναι δύο διαφορετικά πράγματα.</p>
<p>Στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο τα προϊόντα που παράγονται με κομμουνιστικό τρόπο πρέπει να θεωρηθούν δωρεάν. Το δώρο σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η παύση της λειτουργίας της αξίας και η κατάργηση της τιμής για κάποιο χρονικό διάστημα ή σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο/τόπο. Ο κομμουνισμός ικανοποιεί ανάγκες, οποιουδήποτε είδους με έναν τρόπο που δεν είναι ούτε δωρεάν ούτε επί πληρωμή. Ο απλούστερος τρόπος να γίνει κατανοητό είναι αν αντιληφθούμε το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα σύστημα αναγκών απέναντι σε ένα σύστημα παραγωγής διαχωρισμένα το ένα από το άλλο. Σήμερα, αν θέλω να φάω πρέπει να δουλέψω – κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την πείνα μου ή τι μου αρέσει να τρώω. Όταν δουλεύω δε μου δίνουν κάτι να φάω αλλά αντί γι&#8217;αυτό μου δίνουν χρήματα. Μετά τη δουλειά θα πάω να ξοδέψω τα χρήματα σε φαγητό. Φαίνεται ότι το   πρόβλημα με την έννοια του δώρου είναι ότι μας οδηγεί στη σφαίρα της διανομής. Ότι διατηρεί το διαχωρισμό ανάμεσα στην ανάγκη και τα μέσα ικανοποίησης της. Εκτός από το ότι δε χρειάζεται πληρωμή. Γι&#8217; αυτό το λόγο η έννοια  της μη-λογιστικής διαχείρισης είναι πιο θεμελιώδης από αυτή του δώρου, αν επιπλέον οριστεί καλύτερα η φύση της δραστηριότητας για την οποία δεν υπάρχει λογιστική διαχείριση.</p>
<p>Από τη στιγμή που οι προλετάριοι που κομμουνιστικοποιούν αρχίσουν να παράγουν, το ζήτημα δε θα είναι πια τόσο αυτό της χαριστικότητας, αλλά μάλλον αυτό του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της δραστηριότητας, όλων των δραστηριοτήτων. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε πώς η “επαναστατική κοινότητα” χτίζεται πάνω στις δραστηριότητες κομμουνιστικοποίησης οι οποίες είναι πιο ουσιαστικές από τη χαριστικότητα μόνη της.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.3 – Παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα</strong></p>
<p>Οι λέξεις που έχουμε στη διάθεση μας για να περιγράψουμε μια κοινωνία δεν έχουν προβλέψει ότι μια κοινωνία θα μπορούσε να είναι κομμουνιστική. Για να πάμε πέρα από τη θεματική της χαριστικότητας χρειαζόμαστε μια κατηγορία η οποία να μην είναι ούτε “παραγωγή” ούτε “κατανάλωση”. Η ενοποίηση της ζωής στον κομμουνισμό, το ξεπέρασμα όλων των διαχωρισμών, και η άμεση παραγωγή της κοινωνικοποίησης σε ατομικό επίπεδο, όλα θέτουν ζητήματα λεξιλογίου τα οποία θα μπορούσα να επιλύσω μόνο με την έκφραση παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα ή για να το θέσω διαφορετικά κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα (9).</p>
<p><strong>ΙΙΙ.3.1 – Ο αγώνας για την ενοποιητική δραστηριότητα</strong></p>
<p>Η κομμουνιστικοποίηση ξεκινάει μέσα στη δραστηριότητα κρίσης για να την ξεπεράσει. Η κομμουνιστικοποίηση δεν αντιστοιχεί σε κάποιο ιδανικό ή πολιτικό σύνθημα. Είναι η λύση στις δυσκολίες αναπαραγωγής που αντιμετωπίζει το προλεταριάτο στη δραστηριότητα κρίσης. Η δραστηριότητα κρίσης είναι ένας αγώνας για την επιβίωση ενάντια στο κεφάλαιο και τίποτα άλλο. Όταν οι προσπάθειες και τα αιτήματα του προλεταριάτου αποδεικνύονται αναποτελεσματικά για την οικονομική διάσωση του προλεταριάτου, η κομμουνιστικοποίηση κάνει το άλμα στην μη-οικονομία. Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: Η οικονομική κρίση βρίσκεται στο χειρότερο σημείο της, οι ανάγκες του προλεταριάτου είναι τεράστιες και η λύση είναι η άρνηση του παραγωγισμού. Πράγματι, η “παραγωγή” χωρίς παραγωγικότητα δεν είναι λειτουργία παραγωγής. Είναι μια μορφή κοινωνικοποίησης των ανθρώπων η οποία περιλαμβάνει την παραγωγή αλλά χωρίς να μετρά το χρόνο ή οτιδήποτε άλλο (αριθμό ατόμων, εισροές, εκροές).</p>
<p>Κατά τη φάση της καθόδου στην κόλαση της κρίσης, η αναπαραγωγή του προλεταριάτου θα διασφαλιστεί κυρίως από την άμεση απαλλοτρίωση εμπορευμάτων. Ακόμα και σε μια οικονομία που λειτουργεί με το just-in-time, υπάρχουν αποθέματα. Η δραστηριότητα κρίσης θα συνίσταται (μεταξύ άλλων) στην κυρίευση αυτών των αποθεμάτων. Ήδη σε αυτό το στάδιο, μπορούμε να φανταστούμε την απόκλιση μεταξύ της αντεπαναστατικής οδού, η οποία έχει στόχο να λογιστικοποιήσει, να συγκεντρώσει τα αγαθά, να συντονίσει τη διανομή τους, να καταστήσει σεβαστά τα κριτήρια των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων κλπ· και της οδού της κομμουνιστικοποίησης, η οποία αψηφά αυτή την οικονομία της λεηλασίας και τη διαμόρφωση ανώτερων οργάνων διανομής, ακόμα κι αν έχουν εκλεγεί με δημοκρατική ψηφοφορία κλπ. Αυτή η δεύτερη οδός θα επιμείνει στο γεγονός ότι η εμβάθυνση σε τοπικό επίπεδο, η απόλυτη χαριστικότητα, αξίζουν περισσότερο από την αφηρημένη αλληλεγγύη και έναν εξισωτισμό ο οποίος μπορεί να μετρηθεί και να διαχειριστεί από μια εξουσία.</p>
<p>Στην επαναστατική διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης, η έκφραση παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα είναι σχεδόν απρεπής δεδομένης της ένδειας στην οποία βυθίζεται το προλεταριάτο λόγω της κρίσης και η οποία <strong> </strong>προσδίδει χαρακτήρα  επείγοντος στην κατάσταση. Οι επίδοξοι μάνατζερς της αλληλεγγύης και της ισότητας θα επιμείνουν σίγουρα σ&#8217; αυτήν την οπτική γωνία. Υπάρχει ένα πραγματικό παράδοξο εδώ: Επείγουσα κατάσταση λόγω του ότι εκατομμύρια προλετάριοι δε διαθέτουν ούτε τα ελάχιστα προς επιβίωση και η έννοια της παραγωγικότητας θα πρέπει να εγκαταλειφθεί! Υπάρχουν πολλές απαντήσεις σ&#8217; αυτό:</p>
<p>Για το ζήτημα πως η παραγωγή μπορεί να ξαναρχίσει χωρίς εργασία, παραγωγικότητα ή ανταλλαγή. Η αρχή της «παραγωγής» χωρίς παραγωγικότητα σημαίνει ότι η δραστηριότητα των ανθρώπων και οι σχέσεις τους προέχουν σε σχέση με το παραγωγικό αποτέλεσμα. Ανάπτυξη της παραγωγής χωρίς παραγωγικότητα σημαίνει κατάργηση της αξίας στις δυο μορφές της:</p>
<p><em>ανταλλακτική αξία:</em> αν τίποτα δε λογιστικοποιείται, αν το κίνητρο της δραστηριότητας δεν είναι παρά αυτή η ίδια, το προϊόν που προκύπτει από τη δραστηριότητα δεν έχει κανένα αφηρημένο περιεχόμενο·</p>
<p><em>αξία χρήσης:</em> η αξία χρήσης διακρίνεται από την απλή χρησιμότητα εξαιτίας του γεγονότος ότι έχει, και αυτή, ένα αφηρημένο περιεχόμενο. Η χρησιμότητα του εμπορεύματος οφείλει να είναι γενική, ή μέση, για να ικανοποιηθεί ένας άγνωστος χρήστης, του οποίου η ιδιαίτερη ανάγκη δεν είναι γνωστή (έτοιμο-για-χρήση/κατά παραγγελία). Η παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα είναι μια ιδιαίτερη δραστηριότητα ιδιαίτερων ατόμων, τα οποία ικανοποιούν ανάγκες που εκφράζονται σε προσωπικό επίπεδο. Η χρήση των αντικειμένων που κατασκευάζονται φέρουν το σημάδι αυτής της ιδιαιτερότητας. Πρόκειται για την αντι-τυποποίηση. Ο αναγκαστικά τοπικός χαρακτήρας της κομμουνιστικοποίησης θα συμβάλει σε αυτό.</p>
<p>Εδώ έχουμε ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της διαφοράς ανάμεσα στην προγραμματική εκδοχή της κομμουνιστικής θεωρίας και στην εκδοχή της κομμουνιστικοποίησης. Στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του κεφαλαίου η διάκριση ανάμεσα στη χρησιμότητα και την αξία χρήσης είναι στην καλύτερη περίπτωση θολή και θεωρείται άνευ σημασίας. Αλλά κατ&#8217; αυτόν τον τρόπο, αν η αξία χρήσης ταυτίζεται με την χρησιμότητα, η κατάργηση της αξίας περιορίζεται στην κατάργηση της ανταλλακτικής αξίας. Και είναι αλήθεια ότι η κομμουνιστική θεωρία στις προγραμματικές μορφές της προσφέρει πολλές εκδοχές της κατάργησης της αξίας, οι οποίες, τελικά, περιορίζονται στην κατάργηση της ανταλλαγής μέσω του σχεδιασμού. Η δραστηριότητα παραμένει ίδια (εργασία, διαχωρισμένη από την κατανάλωση και το υπόλοιπο της ζωής), και ο σχεδιασμός εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη, την ισότητα και την ικανοποίηση των αναγκών, οι οποίες θεωρούνται εξωγενείς, σχεδόν δοσμένες από τη φύση.  Αντίθετα, καθώς η κομμουνιστικοποίηση θεωρείται ριζοσπαστικός μετασχηματισμός της δραστηριότητας, όλων των δραστηριοτήτων, ως προσωποποίηση της ζωής μέσα από την κατάργηση των τάξεων, η αξία χρήσης αποκαλύπτεται ως αφηρημένη διάσταση της χρησιμότητας, κάτι που ικανοποιεί μια ανάγκη άγνωστη σε ότι αφορά τις ιδιαιτερότητες της και για το λόγο αυτό αποτελεί το μέσο όρο, είναι αφηρημένη.</p>
<p>Κατά την κομμουνιστική επανάσταση, η πράξη της παραγωγής δε θα έχει ποτέ <em>μόνο</em> παραγωγικό χαρακτήρα. Ένα σημείο αυτού μεταξύ άλλων θα είναι το γεγονός ότι το προϊόν θα είναι ιδιάζον: θα αντιστοιχεί σε ανάγκες που έχουν εκφραστεί <em>προσωπικά</em> (από τους άμεσους εκείνη τη στιγμή παραγωγούς ή από άλλους) και ότι η ικανοποίηση της ανάγκης δε θα διαχωρίζεται από την ίδια την παραγωγική πράξη. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα πως θα αλλάξει η κατασκευή των σπιτιών όταν εκλείψει η  προτυποποίηση. Παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα σημαίνει πως κάθε άτομο που εμπλέκεται σε ένα κατασκευαστικό πρότζεκτ θα είναι σε θέση να καταθέτει την άποψη του σχετικά με το προϊόν και τις μεθόδους. Τα πράγματα θα πηγαίνουν πολύ πιο αργά από ότι στη σημερινή αυτοματοποιημένη κατασκευαστική βιομηχανία. Οι συμμετέχοντες στην κατασκευή μπορεί ακόμη και να θέλουν να κατοικήσουν οι ίδιοι  στο κτίσμα που κατασκευάζουν. Θα πρόκειται για  μια εντελώς χαοτική κατάσταση; Ας πούμε ότι ο χρόνος δε θα μετράει και ότι οι περιπτώσεις στις οποίες το πρότζεκτ δε θα ολοκληρώνεται, στις οποίες θα εγκαταλείπεται στη μέση – μπορεί γιατί η παραγωγή των υλικών που χρησιμοποιούνται να γίνεται επίσης χωρίς παραγωγικότητα – δε θα αποτελεί πρόβλημα. Ξανά, αυτό θα συμβαίνει γιατί η δραστηριότητα θα δικαιολογείται στον ίδιο της τον εαυτό, ανεξάρτητα από το παραγωγικό της αποτέλεσμα.</p>
<p>Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι η κομμουνιστικοποίηση αντικαθιστά την κυκλοφορία των αγαθών μεταξύ των «συνασπισμένων παραγωγών» με την κυκλοφορία των ανθρώπων από τη μια δραστηριότητα στην άλλη. Αυτό συνεπάγεται προπάντων ότι:</p>
<p>l    στους «χώρους παραγωγής» δε θα υπάρχει μόνιμο προσωπικό, μπορεί να υπάρχει παραγωγή μπορεί και όχι, ανάλογα με το κίνητρο και τον αριθμό όσων είναι παρόντες, γιατί οι «χώροι παραγωγής» θα είναι πριν από όλα χώροι συνάντησης και ζωής·</p>
<p>l    τουλάχιστον σε ένα πρώτο χρόνο, η κομμουνιστικοποίηση θα λάβει χώρα σε τοπικό επίπεδο, όχι ως αυτάρκεις κοινότητες, αλλά ως πρωτοβουλίες πλήρως ελεγχόμενες από τους συμμετέχοντες. Η κομμουνιστικοποίηση θα λάβει χώρα ως νεφέλωμα τοπικών πρωτοβουλιών. Δεν είναι, νομίζω, παρά μόνο σε τοπική κλίμακα που η κομμουνιστικοποίηση μπορεί να αποδείξει ότι βελτιώνει αμέσως τη ζωή των προλετάριων. Εν τέλει, αυτή η πτυχή είναι θεμελιώδης: οι προλετάριοι κάνουν την επανάσταση για να ζήσουν καλύτερα, όχι για ένα ιδανικό.</p>
<p>l    Οι “χώροι παραγωγής” θα είναι στην πραγματικότητα χώροι ζωής, γιατί κάθε “παραγωγή” θα αποτελεί ολοκληρωτική δραστηριότητα, όχι για λόγους ομορφιάς της ολότητας, αλλά γιατί αυτό θα αντιστοιχεί στις ανάγκες του αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο. Αυτή η τάση ενοποίησης λείπει από τις σημερινές εξεγέρσεις όχι γιατί αυτές παραμένουν οριοθετημένες στην αρχική τους εστία ή στο τμήμα του προλεταριάτου που εξεγείρεται, αλλά επίσης γιατί δεν μπορούν να διευρύνουν το πεδίο δράσης τους (να περάσουν για παράδειγμα από τις λεηλασίες των σουπερμάρκετ στην επανοικειοποίηση των διαμερισμάτων, για να μην αναφερθούμε στην παραγωγή).</p>
<p>Η προσπάθεια να μπει κανείς υπερβολικά στις λεπτομέρειες μιας τέτοιας κατάστασης θα κατέληγε στη σκιαγράφηση του περιγράμματος μιας μη-οικονομίας εξίσου περιοριστικής με την μεταβατική κοινωνία. Παράλληλα, δεν είναι δυνατόν να μην μπούμε σε λεπτομέρειες (δείχνοντας έτσι τη φτώχια της φαντασίας μας) και ταυτόχρονα να κάνουμε χειροπιαστό το γεγονός ότι όλες οι λύσεις που θα φέρει η κομμουνιστική επανάσταση έχουν ως αρχή το να τίθενται σε πρώτο πλάνο οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων και η δραστηριότητα και όχι το αποτέλεσμά της δραστηριότητας τους. Δηλαδή ότι το κύριο «αποτέλεσμα», το οποίο η δραστηριότητα έχει ως στόχο, είναι η ίδια η δραστηριότητα. Τα άτομα θα κυκλοφορούν μεταξύ των δραστηριοτήτων υπό την επίδραση των σχέσεών τους και κάθε φάση αυτής της κυκλοφορίας θα είναι μια στιγμή της αναπαραγωγής. Μαζί με αυτά τα άτομα θα κυκλοφορούν και προϊόντα, αλλά χωρίς ανταλλαγή.</p>
<p><strong>III.3.2 </strong><strong> Το τέλος του διαχωρισμού των αναγκών</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όπως γράψαμε παραπάνω, εναντίον της κομμουνιστικοποίησης είναι πιθανό να εμφανιστεί μια τάση “οικονομικού ρεαλισμού” στο όνομα του επείγοντος της κατάστασης, της εμβάθυνσης της φτώχειας της τάξης και των τεράστιων ανικανοποίητων αναγκών. Αρκετά σχόλια μπορούν να αποτελέσουν κριτική αυτής της οπτικής γωνίας:</p>
<p>α) Από τη μια πλευρά το αχανές των ανικανοποίητων αναγκών για το οποίο μιλάμε αφορά τους σύγχρονους προλετάριους, αυτή τη στιγμή, μέσα στην κρίση αλλά χωρίς επανάσταση. Αλλά οι ανάγκες δεν είναι απόλυτο μέγεθος. Σχετίζονται με τη ζωή του καθενός. Ο μισθωτός που είναι αναγκασμένος να δουλεύει αισθάνεται πολύ πιο άνετα αν έχει ένα αυτοκίνητο που να λειτουργεί, μια κάρτα απεριορίστων για τα ΜΜΜ, το σχολικό που πηγαινοφέρνει τα παιδιά στο σχολείο και οικιακή βοήθεια για να κρατιέται το σπίτι καθαρό κτλ. Δεν έχει νόημα να γίνεται κριτική σ&#8217;αυτές τις ανάγκες, να λέμε ότι είναι τεχνητές, απατηλές, ότι οι προλετάριοι είναι θύματα των διαφημίσεων. Ας σημειώσουμε απλώς ότι αντιστοιχούν σε ένα συγκεκριμένο τύπο ζωής. Στη δραστηριότητα κρίσης, όλα αλλάζουν. Φυσικά υπάρχει πάντα η ανάγκη για 2500 θερμίδες την ημέρα, για κάλυμα από το κρύο και τη βροχή κτλ. Για εκείνους που βρίσκονται κάτω από αυτό το βασικό όριο διαβίωσης, η πρώτη απάντηση θα είναι απλά να πάρουν ότι χρειάζονται. Υπάρχουν τόσα άδεια σπίτια, και όλα εκείνα τα κτίρια που έχουν αποκλειστικά καπιταλιστική λειτουργία (τράπεζες, γραφεία, αποθήκες&#8230;), όλα τα είδη των δυνατοτήτων για τους προλετάριους που δεν έχουν αξιοπρεπή καταλύματα. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες.</p>
<p>β) ένας άλλος τρόπος να χρησιμοποιήσει κανείς το αχανές των αναγκών για να δικαιολογήσει μια φάση οικονομικής μετάβασης θα ήταν να αναφέρει το ζήτημα του χάσματος όσον αφορά τα επίπεδα ανάπτυξης. Οι κάτοικοι των φτωχών κρατών πρέπει με κάποιο τρόπο να φτάσουν το επίπεδο ανάπτυξης των πλούσιων κρατών, των οποίων οι προλετάριοι θα έπρεπε να καταβάλλουν επιπλέον προσπάθεια για να τους βοηθήσουν σ&#8217; αυτό.  Το ζήτημα εδώ δεν είναι να αρνηθούμε την ανάγκη της αλληλεγγύης γενικά, αλλά να σκεφτούμε το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται αυτό το επιχείρημα για να δικαιολογηθεί ο οικονομικός ρεαλισμός. Αυτοί οι οποίοι μιλούν για οικονομικό ρεαλισμό δεν αντιμετωπίζουν τη φτώχεια με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει ο Mike Davis  τις παραγκουπόλεις; Απόλυτη ένδεια, ριζικός αποκλεισμός, μια σχεδόν ζωώδης ζωή, ο Mike Davis αντιμετωπίζει τους κατοίκους των παραγκουπόλεων σαν να μην ανήκουν στην παγκόσμια καπιταλιστική κοινωνία. Σ&#8217; αυτήν την απλοϊκή οπτική γωνία ασκείται κριτική από τους αγώνες που λαμβάνουν χώρα στις παραγκουπόλεις, οι οποίοι δείχνουν καθαρά την ταξική σχέση που υπάρχει  ανάμεσα σ&#8217; αυτούς που ζουν στις παράγκες και το κεφάλαιο. Επιπλέον, οι ακραίες συνθήκες ζωής στις παράγκες έχουν προωθήσει την ανάπτυξη νέων κοινωνικών μορφών ή παραγωγικών διαδικασιών όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή.  Καθώς αυτές λαμβάνουν χώρα στο περιθώριο της αξιοποίησης, δίνουν μόνο μια γεύση του εύρους της φαντασίας που θα απελευθερωθεί όταν οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων θα είναι ικανοί να διαρρήξουν τον ζουρλομανδύα με τον οποίο τους τυλίγει η περιβάλλουσα πόλη. Η φαντασία τους κυμαίνεται απ&#8217; τις οικοδομικές διαδικασίες (τις οποίες η Παγκόσμια Τράπεζα προσπάθησε μάταια να διαδόσει, καθώς είναι εξαιρετικά φθηνές) μέχρι την αστική (urban) μικρο-γεωργία και περιλαμβάνει απόπειρες αυτοδιαχείρισης των παραγκουπόλεων. Τίποτε το επαναστατικό, αλλά αρκετά ευφάνταστα για να δείξουν ότι οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων γνωρίζουν πολύ καλά τί να κάνουν, και δεν έχουν ανάγκη καμιά κομμουνιστική &#8220;αναπτυξιακή βοήθεια&#8221;. Αυτό δεν αποκλείει την αλληλεγγύη, αλλά όχι ως προϋπόθεση της κομμουνιστικοποίησης στις αναπτυσσόμενες χώρες, με τους προλετάριους που ζουν εκεί -και οι οποίοι έχουν κάποιο προλετάριο συγγενή στις παραγκουπόλεις των πλουσίων χωρών. Φυσικά, οι ανάγκες που θα καλύπτει η κομμουνιστικοποίηση εκεί δε θα είναι οι ίδιες μ&#8217; αυτές στις παγκόσμιες μητροπόλεις του κεφαλαίου. Όμως, γιατί να είναι οι ίδιες; Και γιατί θα έπρεπε η ακραία φτώχεια των κατοίκων των αναπτυσσομένων χωρών να εμποδίζει την κομμουνιστικοποίηση; Αυτή η τελευταία δεν προκύπτει από κάποια υποθετική αφθονία. Το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης δεν είναι να ανταποκριθεί σε μια λίστα εκ των προτέρων καθιερωμένων αναγκών, αλλά να ξεπεράσει την έννοια της ανάγκης ως έλλειψης, ξεπερνώντας την ιδιοκτησία (κάθε ιδιοκτησία) των μέσων της ικανοποίησής της. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως και στις χώρες του κέντρου, αλλά σ&#8217; ένα παραγωγικό πλαίσιο εντελώς διαφορετικό, η επανάσταση δε θα πραγματοποιηθεί ως μια σειρά προκαθορισμένων μέτρων που να εξυπηρετούν μια λίστα πραγματικών ανικανοποίητων κι επειγόντων αναγκών. Η μεταμόρφωση της κοινωνίας όχι μόνο θα ξεπεράσει τον διαχωρισμό μεταξύ ανάγκης και ικανοποίησης, αλλά θα γεννήσει ανάγκες και δραστηριότητες και θα εξαφανίσει άλλες, με τρόπο συνεχή και ρευστό (10).</p>
<p>Όλη αυτή η προβληματική δεν είναι καθαρά φαντασία. Βασίζεται στην πραγματική κίνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Φέρνω στον νου μου πιο συγκεκριμένα την Αργεντινή, όπου η κρίση των δεκαετιών 1990-2000 ώθησε ένα κομμάτι του κινήματος των piqueteros προς αρκετά ριζοσπαστικές θέσεις. Τα χαρακτηριστικά αυτής της τάσης ήταν ο βολονταρισμός (και η πρωτοβουλία) της παραγωγής χωρίς το προϊόν να είναι ο μόνος σκοπός, καθώς οι piqueteros θεωρούσαν πως η παραγωγική πράξη θα πρέπει να είναι επίσης μια στιγμή αλλαγής των σχέσεων μεταξύ των ατόμων. Εξ&#8217; ού και η αρχή της οριζόντιας οργάνωσης, της άρνησης των αρχηγών, οι γενικές συνελεύσεις χωρίς συγκεκριμένη θεματολογία, η λήψη αποφάσεων χωρίς ψηφοφορία, αλλά βάσει συναίνεσης. Εκεί βρίσκονται οι περιορισμένες εμπειρίες, περικυκλωμένες από μια καπιταλιστική κοινωνία που συνεχίζει να αναπαράγεται περισσότερο εύκολα παρά δύσκολα. Φέρουν μέσα τους το στίγμα των ορίων τους, ιδιαίτερα όσον αφορά τον βολονταρισμό τους, το κάλεσμα τους για &#8220;αλλαγή των συνειδήσεων&#8221; ως προϋπόθεση μιας ποιοτικής αλλαγής της παραγωγικής πράξης. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμαίνονται κι όσα γράφτηκαν παραπάνω για τις παραγκουπόλεις.</p>
<p>Με βάση τέτοιες εμπειρίες σκέφτομαι ότι η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι κάτι το εξαιρετικά περίπλοκο, ούτε κάτι περισσότερο ουτοπικό από μια μεταβατική κοινωνία και την σταδιακή απονέκρωση του Κράτους – όσο  φυσικά δεν προσπαθούμε να στριμώξουμε την καπιταλιστική κοινωνία, με τα εργοστάσια και τα γραφεία της, τα αεροδρόμια και τα σουπερμάρκετ της&#8230; σ&#8217; ένα κομμουνιστικό καλούπι. Διαφορετικά, είμαι απόλυτα πρόθυμος να λάβω ένα μάθημα ρεαλισμού, με την προϋπόθεση ότι δε θα μου κάνετε λόγο για οικονομία.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.3.3 Το ζήτημα του ατόμου</strong></p>
<p>Ένα απ&#8217; τα σημεία όπου περιπλέκεται η συζήτηση της κομμουνιστικοποίησης είναι το ζήτημα του ατόμου. Υπάρχει, και δίκαια, έμφαση στο γεγονός ότι η κατάργηση των τάξεων είναι συνώνυμη με την εμφάνιση στο προσκήνιο του ελεύθερου, άμεσα κοινωνικού ατόμου (11). Αυτό είναι και το τέλος του ταξικού προσδιορισμού, όπου το άτομο είναι και κάνει ό,τι του υπαγορεύεται από το ταξικό του ανήκειν. Αυτό το ανήκειν μπορεί να εμφανίζεται με διάφορους τρόπους (συμμετοχή σε μια εταιρία, ο στιγματισμός μιας γειτονιάς κλπ). Γενικά σημαίνει ότι το άτομο που τώρα χειρίζεται ένα μηχάνημα, που φροντίζει έναν ασθενή κλπ, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η μαριονέτα των θεσμών που το προσδιορίζουν. Αντιμέτωπο μ&#8217; αυτόν τον ντετερμινισμό, το άτομο που θέλει ν&#8217; αποδείξει την ιδιαιτερότητά του (ή το οποίο, λόγω των αναπόφευκτων ορίων της αντικειμενοποίησης αυτής, είναι αναγκασμένο να το κάνει ώστε να γίνει η δουλειά του) εμφανίζεται σαν μια μονάδα, ένα ελεύθερο ηλεκτρόνιο του οποίου η εξέγερση φέρνει περισσότερο σε προσωπική ιδιοτροπία. Λέει &#8220;δεν είμαι μαριονέτα, είμαι ένα άτομο&#8221;, αλλά αυτό είναι μόνο εν μέρει αληθές καθώς το κεφάλαιο έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος της προσωπικότητάς του, την οποία βρίσκει ξανά ως ικανότητες ενσωματωμένες στην μηχανή, ως προσωπικές προτιμήσεις που πλασάρονται από περιοδικά κλπ. Έτσι, όταν καταφάσκει στην προσωπικότητά του, καταλήγει να επαναλαμβάνει κοινοτοπίες, ή να αποκοινωνικοποιείται, ορισμένες φορές οδηγούμενο ακόμα και στην τρέλα.</p>
<p>Ωστόσο είναι συχνά αυτό ακριβώς το ιδιότροπο άτομο πάνω στο οποίο προβάλλουμε την εικόνα του κομμουνισμού, ακόμα κι όταν υιοθετούμε την μαρξική έκφραση του κοινωνικού ατόμου. Μερικές φορές το έκανα κι εγώ όταν υποστήριξα ξεκάθαρα την αρχή της ευχαρίστησης ενάντια στην αρχή του ρεαλισμού, ώστε να πω ότι στον κομμουνισμό, τίποτε δε θα παράγεται εάν τα άτομα που συμμετέχουν σ&#8217; αυτή τη δραστηριότητα δε βρίσκουν σ&#8217; αυτό την ικανοποίηση της προσωπικής τους ευχαρίστησης. Μπροστά σ&#8217; αυτό το γεγονός, η ρεαλιστική κριτική εύκολα θα κάνει λόγο για ουτοπία. Και θα προτείνει οργανωτικά σχήματα, με κανόνες και καθήκοντα που δεν είναι παρά πυροσβεστήρες για να περιορίσουν την ιδιότροπη ατομικότητά μας. Κάτι που καταλήγει τελικά στην αποκατάσταση της οικονομίας. Η συζήτηση περιπλέκεται κι άλλο.</p>
<p>Για να βγούμε απ&#8217; αυτόν τον φαύλο κύκλο, πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε θετικά αυτό που συνιστά η ατομικότητα του κομμουνισμού. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για κάτι ολοκληρωτικά μυστηριώδες. Για να το προσεγγίσουμε, έχουμε τον εξεγερμένο προλετάριο. Πρόκειται για τον προλετάριο αυτόν που εκδηλώνεται στη δραστηριότητα κρίσης, στην εξέγερση, κι όχι για το εξεγερμένο άτομο της καθημερινότητας για το οποίο μίλησα παραπάνω. Στην πραγματικότητα, η ιδιαιτερότητα της δραστηριότητας κρίσης είναι ότι γεννιέται από μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ των προλετάριων-ατόμων που σηματοδοτεί ανεξίτηλα την κρίση (όχι ακόμα με την κατάργηση) του ταξικού προσδιορισμού. Είναι αυτό που ονόμασα παραπάνω το τέλος των κοινωνικών αυτοματισμών. Τί βλέπουμε λοιπόν τώρα στη δραστηριότητα κρίσης; Βλέπουμε άτομα, τα οποία μόλις χθες σχημάτιζαν μιαν αδιαφοροποίητη μάζα μισθωτών, να επινοούν κοινωνικές μορφές αγώνα επιδεικνύοντας άνευ προηγουμένου φαντασία, τους βλέπουμε να παίρνουν αποφάσεις (και συχνά να τις εφαρμόζουν), τους βλέπουμε να προσαρμόζονται απ&#8217; τη μια στιγμή στην άλλη στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, τους βλέπουμε να λησμονούν τα προσωπικά τους συμφέροντα του &#8220;πριν&#8221;, ορισμένες φορές ακόμα και να πυρπολούν τις γέφυρες με τον παρελθόν, με κίνδυνο της ζωής τους. Κι όλα αυτά χωρίς κανέναν ηγέτη, ή τουλάχιστον χωρίς κάποιον προϋπάρχοντα ηγέτη, χωρίς μια προϋπάρχουσα οργάνωση, χωρίς μια τυπική δέσμευση και χωρίς υπευθυνότητα προς κάποιον ανώτερο. Σ&#8217; όλες τις σημαντικές εξεγερτικές στιγμές της ιστορίας του προλεταριάτου, αυτοί που δεσμεύονται στον αγώνα δεν περιμένουν να αποφασιστεί αυτός από κάποια ψηφοφορία. Αφήνουν το ένα μέτωπο για να περάσουν στο άλλο, ή αφήνουν τον αγώνα, χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν. Η συμμετοχή του ατόμου (στα οδοφράγματα, στα εργατικά συμβούλια, στις ταραχές) είναι προαιρετική, αβέβαιη, επαφίεται στη δική του απόφαση. Και προχωρεί παρ&#8217; ολ&#8217; αυτά, επειδή η εξέγερση δεν είναι άθροισμα αυθαίρετων ατομικών εξεγέρσεων, αλλά η ανάπτυξη (πλέοντας στο πέλαγος της Ιστορίας) μιας ιδιαίτερης κοινωνικής δραστηριότητας όπου τα άτομα κοινωνικοποιούνται άμεσα. Και όπου, ήδη, η δραστηριότητα έχει τον πρώτο λόγο σε σχέση με το αποτέλεσμά της (διαφορετικά πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα ίδια &#8220;λάθη&#8221; που εντοπίζουμε τυφλοσούρτη σε τόσες πολλές εξεγέρσεις;).</p>
<p>Παρά την ακραία βραχυζωία της, η δραστηριότητα κρίσης είναι το καλειδοσκόπιο εκείνο μες απ&#8217; το οποίο μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα του πως θα ήταν ένα άμεσα και προσωπικά ελεύθερο, κοινωνικό υποκείμενο. Είναι απ&#8217; αυτό το σημείο που, κατά τη γνώμη μου, είναι εφικτό να ισχυριστούμε ότι μια γενική δραστηριότητα είναι δυνατή χωρίς ένα επιβεβλημένο σχέδιο ή συντονισμό, χωρίς δικαιώματα και καθήκοντα.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.4 Κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα</strong></p>
<p>Το βασίλειο της αναγκαιότητας δεν είναι αυτό στο οποίο οι παραγωγικές δυνάμεις δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν μιαν αφθονία για την οποία δεν ξέρουμε πού ακριβώς αρχίζει. Το βασίλειο της αναγκαιότητας είναι εκείνο στο οποίο η ύπαρξη της ιδιοκτησίας αποτελεί συνεχή απειλή αποκοινωνικοποίησης και θανάτου για όσους δεν είναι ιδιοκτήτες. Να γιατί, σήμερα, το δωρεάν ή οι χαμηλές τιμές προκαλούν αντιδράσεις αποθήκευσης και υπερκατανάλωσης. Στον κομμουνισμό, αυτός ο φόβος της έλλειψης θα εξαφανιστεί ταυτόχρονα με την ιδιοκτησία. Η θετική κατάργηση της ιδιοκτησίας είναι επίσης η εγγύηση ότι η χαριστικότητα δε θα σημαίνει απλά &#8220;τιμή=0&#8243;. Αντίθετα, η χαριστικότητα είναι χαριστικότητα της δραστηριότητας (με την έννοια ότι το παραγωγικό αποτέλεσμα είναι δευτερεύον). Είναι ελεύθερη είσοδος στις συνθήκες ζωής (περιλαμβανομένων των μέσων &#8220;παραγωγής&#8221; και &#8220;κατανάλωνης&#8221;) του καθενός.</p>
<p>Η κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα και η παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα είναι ταυτόσημες όταν γίνονται αντιληπτές ως ενοποιητικές δραστηριότητες. Ο &#8220;παραγωγός&#8221; δεν αφήνει τις ανάγκες του στο εργαστήρι. Περιλαμβάνει στην &#8220;παραγωγική&#8221; δραστηριότητά του τις επιλογές του, την προσωπικότητά του και την ικανοποίηση των αναγκών του. Κι αντίστροφα, ο &#8220;καταναλωτής&#8221; δε στέλνεται πίσω σε μια ζωή στερημένη από κοινωνικότητα για να ενσωματώσει τις λειτουργίες της άμεσης αναπαραγωγής του.</p>
<p><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p>Ακόμα κι αν είχε μια εγκυρότητα, η έννοια της μεταβατικής κοινωνίας έχει καταστεί ξεπερασμένη κι αντιδραστική. Η κομμουνιστική επανάσταση σήμερα δεν μπορεί παρά να προσδιοριστεί ως ταυτόχρονη κατάργηση των δυο τάξεων απ&#8217; το κομμουνιστικοποιητικό προλεταριάτο. Είναι λοιπόν, έμμεσα, ριζική μεταμόρφωση της δραστηριότητας, το ξεπέρασμα κάθε διαχωρισμού. Η κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας ξεκινά σαν μια επίθεση στον συσσωρευμένο πλούτο του κεφαλαίου, που τίθεται στις ανάγκες του αγώνα, χωρίς λογιστική, ως παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα, ως κατανάλωση χωρίς αναγκαιότητα. Προκύπτει μέσα απ&#8217; την προλεταριακή δραστηριότητα κρίσης και πραγματοποιεί το θετικό της ξεπέρασμα γενικεύοντας το κομμάτι της ελευθερίας που κατακτιέται μέσα απ&#8217; την εξέγερση.</p>
<p><strong>ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ</strong></p>
<p>Εδώ και πολλά χρόνια, το θέμα της κομμουνιστικοποίησης έχει εγείρει πολεμικές οι οποίες, πολύ συχνά, δεν είναι καλά πληροφορημένες. Πρέπει να παραδεχτώ ότι απαιτεί μια κάποια αφέλεια για να επιβεβαιώσουμε ότι η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι και τόσο αξεπέραστο πρόβλημα. Υπάρχουν αυτοί που απορρίπτουν ολοκληρωτικά το ζήτημα μιας επαναστατικής εξόδου από την κρίση λέγοντας &#8220;θα δούμε όταν έρθει εκείνη η ώρα τί θα κάνουν οι προλετάριοι&#8221;. Πάντοτε αμφισβητούσα αυτήν την άποψη για δυο κυρίως λόγους:</p>
<p>Πρώτον, μια ανάλυση του συνολικού κινήματος του ταξικού αγώνα δεν μπορεί να  απαλλάσσεται από το φόρτο του να προσπαθήσει να κατανοήσει τι συνιστά το ξεπέρασμα της αντίφασης μεταξύ των τάξεων. Δεν μπορούμε να επαναπαυτούμε στο να προσδιορίσουμε τους όρους μιας αντίφασης. Τη στιγμή που το κάνουμε, η αντίφαση μετακινείται, και δεν γίνεται να την ακολουθήσουμε επαρκώς χωρίς να κατανοούμε, όσο γίνεται περισσότερο, τί παράγει η αντίφαση αυτή. Προφανώς, τίποτε δεν είναι βέβαιο εκ των προτέρων, κι ακόμα λιγότερο στην περίπτωση της κομμουνιστικοποίησης, για την οποία, όπως έχουμε δει, ακόμα και το λεξιλόγιο τείνει να είναι ελλειπτικό. Παρ’ όλ’ αυτά, η κομμουνιστική θεωρία διατρεχόταν πάντοτε απ&#8217; αυτήν την ένταση, που πρέπει να την αποδεχθούμε ακόμα κι αν αναγνωρίζουμε τα όριά μας.</p>
<p>Δεύτερον, η εγγύτητα και η διαπλοκή μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης μας αναγκάζει να διαχωρίζουμε όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρα αυτό που προωθεί την προλεταριακή δραστηριότητα κρίσης προς τον κομμουνισμό από αυτό που την κινεί προς τα πίσω, προς την αποκατάσταση της αξίας (αυτή η όψη του προβλήματος έτυχε μόνο αναφοράς εδώ).</p>
<p>Αυτός ήταν ο λόγος για την απόπειρα σ&#8217; αυτό το κείμενο να μιλήσω για το τί θα είναι η κομμουνιστικοποίηση, βασιζόμενος στην προλεταριακή δραστηριότητα κρίσης. Τα παραδείγματα που έδωσα δε θα πρέπει να εμποδίσουν περαιτέρω θεωρητική συζήτηση για τη συνεχή βελτίωση της αντίληψής μας για το τί είναι το περιεχόμενο της προλεταριακής εξεγερτικής δράσης, της κατάργησης της αξίας, του ξεπεράσματος της εργασίας και της απελευθέρωσης της δραστηριότητας κλπ, αλλά επίσης τί είναι η <em>καταργημένη</em> αξία, η <em>ξεπερασμένη</em> εργασία, η <em>εγκαθιδρυμένη</em> ελευθερία κλπ</p>
<p>Β.Α. Ιούνιος 2010</p>
<p>Σημειώσεις</p>
<p>(1) Αυτό δεν υπονοεί ότι δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Αυτή η σύγκρουση είναι συνεχής και μέρος των διαρκών ρυθμίσεων της σχέσης της εκμετάλλευσης. Οι εξεγερτικές φάσεις του αγώνα διαφέρουν απ&#8217; αυτό το συνεχές απ&#8217; το γεγονός ότι το προλεταριάτο καθιστά τον εαυτό του επαναστατικό υποκείμενο.</p>
<p>(2) Against the myth of self-management, project, July 2009.</p>
<p>(3) Ο Michael Seidman παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την αντίσταση των εργατών σ&#8217; αυτήν την επιστροφή στην αυτοδιαχειριζόμενη εργασία στο Republic of Egos, a Social History of the Spanish Civil War, και στο Ouvriers contre le travail, Ed. Senonevero (Έχει εκδοθεί στα ελληνικά ένα κεφάλαιο του βιβλίου από το Κόκκινο Νήμα με τίτλο: «Η αντίσταση των εργατών στην εργασία»).</p>
<p>(4) Eléments sur la périodisation du capital ; histoire du capital, histoire des crises, histoire du communisme, Hic Salta, 1998. Διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://patlotch.free.fr/text/1e9b5431-1140.html</p>
<p>(5) Laurent Cappelletti (ακαδημαϊκός), Les Echos, Ιούλιος 21, 2009.</p>
<p>(6) Corporate Social Responsibility Asia, vol. 2, #4, 2006.</p>
<p>(7) Echanges #118, Fall, 2006. Περισσότερα στα τεύχη 119, 124, και 126.</p>
<p>(8) Από έναν συνάδελφο στη δουλειά που χρησιμοποιεί τη γραμμή. Δεν έχω δεί περιστατικά σαν κι αυτό που αναφέρονται στις εφημερίδες.</p>
<p>(9) B. Astarian, Le communisme, tentative de définition, 1996, στο Hic Salta 1998</p>
<p>(10) Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για τον τρόπο με τον οποίο η αναγκαστική παραγωγικότητα ορίζει τον ρυθμό της ζωής και δημιουργεί τη ρουτίνα εκείνη που, επειδή κερδίζει χρόνο, επιβάλλει την επανάληψή της και παγώνει τους όρους της παρξης.</p>
<p>(11) Δε θεωρώ (όπως η TC για παράδειγμα) ότι το &#8220;κοινωνικό άτομο&#8221; είναι οξύμωρο. Όλα εξαρτώνεται απ&#8217; το άτομο και την κοινωνία.</p>
<hr size="1" /><a href="#_ftnref1">[1]</a> Σ.τ.Μ. δες και το κείμενο Η κομμουνιστικοποίηση ως έξοδος από την κρίση http://www.rebelnet.gr/articles/view/La-communisation-comme-sortie-de-crise</p>
<p><a href="#_ftnref2">[2]</a> http://www.anarchistblackcat.org/index.php?topic=5422.0</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/02/%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Théorie Communiste</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2010/10/theorie-communiste/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2010/10/theorie-communiste/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 10 Oct 2010 11:17:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator>woland</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=387</guid>
		<description><![CDATA[Πώς μπορεί το προλεταριάτο, δρώντας αποκλειστικά και μόνο ως τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής, στο πλαίσιο της αντίφασής του με το κεφάλαιο στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, να καταργήσει το κεφάλαιο, άρα και τις τάξεις, άρα και τον εαυτό του, δηλαδή να παραγάγει τον κομμουνισμό;]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><span style="font-size: medium;"><strong>Για την ιστορική καταγωγή της</strong><strong><br />
«</strong><strong>Th</strong><strong>é</strong><strong>orie</strong><strong> </strong><strong>Communiste</strong><strong>»</strong></span></p>
<p>[Από το κείμενο Qui sommes nous?]</p>
<p>Το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Théorie Communiste» (TC) κυκλοφόρησε το 1977. Η αρχική ομάδα σχηματίστηκε το 1975. Νωρίτερα, κάποια από τα μέλη αυτής της ομάδας εξέδιδαν το περιοδικό «Intervention Communiste» (κυκλοφόρησαν δύο τεύχη το ’72 και το ’73) και συμμετείχαν στην έκδοση «Cahiers du Communisme de Conseils». Αυτό το περιοδικό εκδιδόταν στη Μασσαλία ανάμεσα στο ’68 και το ’73 και ήταν στενά συνδεδεμένο με την ICO («Informations et Correspondance Ouvriére», η οποία αργότερα έγινε «Echanges et Mouvement»). Η ομάδα διαχωρίστηκε από τα «Cahiers du Communisme de Conseils» όταν το περιοδικό αυτό άρχισε να συγχωνεύεται με τη «Révolution Internationale» («International Communist Current»). Το σύντομο ιστορικό που ακολουθεί μας επιτρέπει εν μέρει να κατανοήσουμε τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα που οδήγησαν στη γέννηση της TC.</p>
<p>Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μια ολόκληρη τάση που αντιμετώπιζε ήδη κριτικά την ιστορική υπεραριστερά άρχισε να βρίσκει ορισμένες όψεις της ανάλυσης της υπεραριστεράς ανεπαρκείς, συγκεκριμένα την κριτική όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών διαμεσολαβήσεων που μορφοποιούν το γεγονός ότι το προλεταριάτο ανήκει, ως τάξη, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Στα συμπεράσματα που μπορούμε να αντλήσουμε από το κύμα των ταξικών αγώνων του τέλους  της δεκαετίας του ’60, η ίδια η έκκληση να δράσει η τάξη για τον εαυτό της αποκρύπτει το ουσιώδες πρόβλημα: το ζήτημα δεν είναι να ανακαλύψουμε ξανά μια καθαρή επιβεβαίωση του προλεταριάτου. Η επανάσταση, η καταστροφή του κεφαλαίου, θα είναι η άμεση άρνηση όλων των τάξεων, συμπεριλαμβανομένου του προλεταριάτου. Ωστόσο, δεν θέλαμε να υιοθετήσουμε την προσέγγιση της «Invariance» η οποία, εκκινώντας από αυτή την παρατήρηση, κατέληγε να αρνηθεί κάθε ταξική προσέγγιση των αντιφάσεων της υπάρχουσας κοινωνίας και της επανάστασης, ούτε αυτή του «Mouvement Communiste», με επικεφαλής τον Jean Barrot (Ζιλ Ντωβέ), το οποίο επιδίωξε να ριζοσπαστικοποιήσει την προβληματική της υπεραριστεράς με μια δόση μπορντιγκισμού.</p>
<p>Αρχικά, το θεωρητικό έργο της TC (σε συνεργασία με την ομάδα που εξέδιδε τη «Négation») συνίστατο στην επεξεργασία της έννοιας του εργατικού προγράμματος, του «προγραμματισμού». Η κρίση του τέλους της δεκαετίας του ’60/ αρχής της δεκαετίας του ’70 ήταν η πρώτη κρίση του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Σηματοδοτούσε το τέλος όλων των προηγούμενων κύκλων, οι οποίοι από τις αρχές του 19<sup>ου</sup> αιώνα είχαν ως άμεσο περιεχόμενο και ως στόχο την ενίσχυση της τάξης εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την επιβεβαίωσή της ως τάξης της παραγωγικής εργασίας, μέσω της κατάληψης της εξουσίας και της έναρξης μιας μεταβατικής περιόδου. Πρακτικά και θεωρητικά, ο προγραμματισμός χαρακτηρίζει το σύνολο αυτής της περιόδου των ταξικών αγώνων του προλεταριάτου. Παρόλο που αναγκαστικά ανανέωσε αυτή την προβληματική, η «Echanges» (που εκδίδεται στα αγγλικά και τα γαλλικά) παραμένει στην ίδια γενική βάση, δηλαδή στο ότι μέσα σε κάθε αγώνα το προλεταριάτο οφείλει να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό του∙ η επανάσταση γίνεται έτσι η εξέλιξη των αγώνων, η εξέλιξη αυτής της κατάκτησης του εαυτού.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong>«Théorie Communiste»</strong></h2>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">[κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «THÉORIE COMMUNISTE»</p>
<p style="text-align: center;">αριθ. 14, Δεκ. 1997]</p>
<p><em>Η αφορμή για το γράψιμο του κειμένου αυτού δόθηκε όταν μια ομάδα «νεαρών» Λυωνέζων, που τους απασχολούσε ένας θεωρητικός προβληματισμός πάνω στην ιταλική και την ολλανδική υπεραριστερά, ζήτησε να «παρουσιάσει» το περιοδικό «Théorie Communiste». Αυτό στάθηκε για μας μια ευκαιρία να συνοψίσουμε την προβληματική μας και τις σημερινές μας θέσεις. Μέσα στη σύνοψη αυτή ενσωματώνουμε κάπου-κάπου ορισμένες παραγράφους από παλαιότερα τεύχη του περιοδικού, αλλά το ουσιώδες είναι η συνολική και σύντομη έκθεση της θεωρητικής μας δουλειάς και εκείνων που σήμερα αποτελούν τους θεμελιώδεις της άξονες.</em></p>
<p>____________________</p>
<p>Το θεμελιώδες πρόβλημα στο οποίο αναπόφευκτα οδηγείται κάθε θεωρητική παραγωγή, το οποίο οφείλει να αντιμετωπίσει και να προσπαθήσει να επιλύσει, είναι το ακόλουθο: <em>πώς μπορεί το προλεταριάτο, δρώντας αποκλειστικά και μόνο ως τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής, στο πλαίσιο της αντίφασής του με το κεφάλαιο στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, να καταργήσει το κεφάλαιο, άρα και τις τάξεις, άρα και τον εαυτό του, δηλαδή να παραγάγει τον κομμουνισμό;</em></p>
<p>Η γενεαλογία αυτού του ζητήματος μάς οδηγεί στην κληρονομιά της υπεραριστεράς, και κυρίως της γερμανο-ολλανδικής. Θα μπορούσαμε βέβαια να φτάσουμε ως τον Μαρξ, ή τον Μπακούνιν στη διαμάχη του με τον Μαρξ, και ως μερικούς αναρχικούς θεωρητικούς. Πιο κάτω θα δούμε γιατί η λεγόμενη Ιταλική Αριστερά δεν έφτασε ως την αναγκαιότητα αυτού του ερωτήματος.</p>
<p>Το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η TC από τις απαρχές της το 1975 είναι εκείνο που θέτει, σε μια προοπτική που παραμένει ταξική, η παραγωγή του κομμουνισμού ως κατάργηση του κεφαλαίου και συνεπώς των τάξεων, ως υπέρβαση όλων των σημερινών κατηγοριών μέσα στις οποίες ορίζονται το κεφάλαιο και οι τάξεις: ανταλλαγή, αξία, κράτος, ύπαρξη των τάξεων ως ιδιαιτεροποίηση της κοινότητας, καταμερισμός της εργασίας, ιδιοκτησία, σύστημα της μισθωτής εργασίας, συσσώρευση, παραγωγικές δυνάμεις, επιχειρηματικό πλαίσιο, ύπαρξη και άρα διαχείριση της οικονομίας. Ο κομμουνισμός δεν είναι η εργατική διαχείριση αυτού του τρόπου παραγωγής, ο συνειδητός επωμισμός των αντιφάσεών του, η συνέχιση του δικού του προγράμματος ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων το οποίο δεν θα μπορούσε να φέρει σε πέρας ο ίδιος· ο κομμουνισμός δεν είναι τρόπος παραγωγής, δεν είναι ούτε καν κοινωνία, με την έννοια μιας ολότητας όπου θα ήταν εμβαπτισμένες οι σχέσεις που τα άτομα ορίζουν αναμεταξύ τους μέσα στη μοναδικότητά τους, επειδή δεν θεωρεί τίποτε από τα όσα υπάρχουν ως κάτι που πρέπει να αναπαραχθεί. Ο κομμουνισμός είναι αυτό που το προλεταριάτο βρίσκει μέσα του την ικανότητα να παραγάγει, καταργώντας το κεφάλαιο και τον εαυτό του.</p>
<p>Τοποθετούμαστε λοιπόν μέσα στην «κληρονομιά» της γερμανο-ολλανδικής υπεραριστεράς, αλλά χρειάζεται να εξηγήσουμε ποια είναι για εμάς η δυναμική αυτής της «κληρονομιάς». Το να τοποθετείται κάποιος στο πλαίσιο αυτής της «κληρονομιάς» δεν συνίσταται στην επανάληψη του οποιουδήποτε αναλλοίωτου χαρακτήρα των θέσεων του K.A.P.D., της A.A.U.D. ή θεωρητικών όπως ο Γκόρτερ, ο Πάννεκουκ ή ο Ρύλε. Δεν είναι καν σταχυολόγηση από ένα σύνολο θέσεων· το σημαντικό είναι το θεωρητικό σύστημα, η προβληματική.</p>
<p><strong>***</strong></p>
<p>Η γερμανική επανάσταση βρίσκει την πιο ολοκληρωμένη θεωρητική της έκφραση στα κείμενα και στην οργανωτική πρακτική των διάφορων τάσεων της υπεραριστεράς, μέσα ακριβώς από το πλήθος των διασπάσεων και συσπειρώσεων. Η υπεραριστερά εκφράζει, αφενός, την <em>περάτωση</em> ενός προηγούμενου μακρόχρονου κύκλου αγώνων (από το 1871 ή ακόμη από το 1848) και, αφετέρου, την αποτυχία αυτού του κύκλου. Ωστόσο, εξαιτίας του ίδιου του περιεχομένου της ταξικής πάλης και μάλιστα στην ήττα της, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο η υπεραριστερά αποσαφήνισε αυτό το περιεχόμενο και θεωρητικοποίησε την ήττα, η υπεραριστερά προαναγγέλλει μια <em>νέα περίοδο</em>, μια νέα δόμηση τη ταξικής πάλης από πρακτική και θεωρητική άποψη.</p>
<p>Ο κύκλος αγώνων που περατώνεται με τη γερμανική επανάσταση του 1918-1923 είναι εκείνος της επανάστασης και του κομμουνισμού ως <em>επιβεβαίωσης</em> της τάξης –  η οποία αναγορεύεται άρχουσα τάξη, εγκαθιδρύει μια μεταβατική περίοδο, επωμίζεται την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τον ιστορικό τερματισμό των αντιφάσεων του καπιταλισμού. Πρόκειται για την «κοινωνία των συνασπισμένων παραγωγών» που περιγράφει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», για τα μέτρα που σκιαγραφεί το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» του 1848 ή η «Κριτική του προγράμματος της Γκότα». Για να φτάσουμε σ’ αυτή την «αποθέωση» του προλεταριάτου που γίνεται άρχουσα τάξη, οι προϋποθέσεις της επανάστασης, αλλά και η ίδια η επανάσταση, εκδηλώνονται με την ενίσχυση της τάξης στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: ενίσχυση του κόμματος (του οποίου η ίδια η έννοια και η ύπαρξη συνδέονται με τη συγκεκριμένη δόμηση της ταξικής πάλης), συνδικαλιστική πίεση, συνταγματικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, κοινοβουλευτισμός. Στην πραγματικότητα, μέσα σ’ αυτή την προοπτική όπου η επανάσταση είναι επιβεβαίωση της τάξης, ο ρεφορμισμός ενυπάρχει στην ίδια τη διαδικασία της ταξικής πάλης. Δεν πρόκειται για σφάλματα, για παρεκκλίσεις από κάποια ορθοδοξία. Το γεγονός ότι το προλεταριάτο θέτει την επανάσταση ως επιβεβαίωσή του, αναγόρευσή του σε άρχουσα τάξη και γενίκευση της προλεταριακής συνθήκης στο σύνολο της κοινωνίας· ότι η ενίσχυσή του στο εσωτερικό του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής αποτελεί τη βασιλική οδό αυτής της επιβεβαίωσης· ότι η τελευταία συγχέεται μάλιστα με την ενίσχυση του ίδιου του κεφαλαίου – όλα αυτά έχουν να κάνουν με τον τρόπο με τον οποίο δομείται η αντίφαση μεταξύ των τάξεων, μέσα σ’ αυτή την ιστορική φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής την οποία, ακολουθώντας την περιοδολόγηση του Μαρξ, αποκαλούμε τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.</p>
<p>Στη φάση αυτή, το κεφάλαιο –για να εκφραστούμε συνοπτικά– αποτελεί έναν εξωτερικό καταναγκασμό από τον οποίο το προλεταριάτο μπορεί να απελευθερωθεί· το ζητούμενο είναι η απελευθέρωση της εργασίας, η οποία μπορεί τότε να φαίνεται σαν πραγματικά διαφορετική από τη μισθωτή εργασία, δηλαδή σαν σχέση της εργασίας με τον εαυτό της στον βαθμό που η εργασία θεωρείται επιδεκτική απελευθέρωσης. Έτσι όμως η επανάσταση και ο κομμουνισμός γίνονται ανέφικτα. Όχι επειδή από καταβολής κόσμου η επανάσταση είναι κάτι άλλο. Αλλά επειδή η επιβεβαίωση της τάξης –όταν τίθεται πρακτικά με τέτοιο τρόπο μέσα την πάλη των τάξεων– και η διαδικασία την οποία απαιτεί στο εσωτερικό του καπιταλισμού, βρίσκουν στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου την αναγκαιότητά τους, την ύπαρξή τους. Βρίσκουν το εγγενές όριό τους στην ίδια την ανάπτυξη του κεφαλαίου, αναγκαία μορφή αυτής της ενίσχυσης της τάξης και της οργάνωσής της.</p>
<p>Πράγματι, από τη στιγμή που η μετάβαση στην πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο έχει προχωρήσει σημαντικά (τέλος 19ου αιώνα), η αυτόνομη επιβεβαίωση της τάξης έρχεται σε αντίθεση με την ενίσχυσή της στο εσωτερικό του κεφαλαίου, κατά το ότι αυτή η ενίσχυση είναι σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό η ίδια η κίνηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, η [αυτόνομη] επιβεβαίωση δεν μπορεί παρά να βρίσκει σ’ αυτή την ενίσχυση το θεμέλιό της, τον ορισμό των στόχων της και τον <em>λόγο ύπαρξής της</em>. Η γενική κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, όχι μόνο της γερμανικής, είναι η πολιτική, κοινωνική και θεωρητική εκδήλωση αυτής της δυναμικής. Η επανάσταση ως επιβεβαίωση λειτουργεί βάσει μιας δυαδικότητας όρων που αναπτύσσεται ιστορικά ως αντίθεση ανάμεσα στην <em>αυτόνομη επιβεβαίωση</em> της τάξης και την <em>ενίσχυσή</em> της μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Οι όροι της αντίθεσης, που ώς το 1871 μπορούσαν να συνυπάρχουν στο εργατικό κίνημα κατά το μάλλον ή ήττον «φιλικά», δεν το μπορούν πια&#8230; Η γερμανική επανάσταση, κι επομένως και οι διάφορες τάσεις της υπεραριστεράς, παγιδεύονται από αυτή την κατάσταση: η αυτόνομη επιβεβαίωση του προλεταριάτου συγκρούεται με ό,τι είναι, με ό,τι έχει γίνει το προλεταριάτο μέσα στο κεφάλαιο, συγκρούεται με την ίδια την ισχύ της τάξης ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. <em>Η επανάσταση ως επιβεβαίωση της τάξης βρίσκεται αντιμέτωπη με την ίδια της την άρνηση</em> (η αντεπανάσταση είναι εγγενώς συνδεδεμένη μαζί της) <em>μέσα</em> <em>σ’ αυτό που αποτελεί τον λόγο ύπαρξής της</em>. Σε σχέση με τη γερμανική επανάσταση έγινε λόγος για «τραγωδία», και η έκφραση θα ήταν σχεδόν σωστή – αν δεν υπονοούσε μια εσωτερική αντίφαση της τάξης (οι δύο εξαναγκασμοί του τραγικού ήρωα). Η ισχύς της τάξης, ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι στην πραγματικότητα ισχύς του κεφαλαίου στο οποίο η ισχύς της τάξης πάντα υπάγεται και το οποίο την κάνει πραγματικά δική του εξ ορισμού, σαν δική του κίνηση. Στην περίοδο της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, η ενίσχυση της τάξης, μέσα στην οποία η εργασία τίθεται σαν ουσία του κεφαλαίου, συγχέεται με την ίδια την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Έτσι, από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η ενίσχυση της τάξης μπορεί να αναγορευθεί διαχείριση του κεφαλαίου, να γίνει καθαυτήν η οξεία μορφή της αντεπανάστασης. Αναγνωρίζοντας ως περιεχόμενό της την ανταλλαγή, την αξία, το πλαίσιο της επιχείρησης (πάντοτε η τάξη υπάρχει κάπου για το κεφάλαιο), τη συσσώρευση βάσει των τομέων, τον σχεδιασμό, η επιβεβαίωση της τάξης θέτει την αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως προϋπόθεσή της και, σύμφωνα με την ιστορικά προσδιορισμένη φύση της, θέτει την επανάσταση ως ανέφικτη. Η ρωσική επανάσταση υπήρξε το υπόδειγμα αυτού του ανέφικτου, αυτής της διαδικασίας, έστω κι αν χρειάστηκαν ιδιαίτερες περιστάσεις προκειμένου να είναι η ίδια η επιβεβαίωση της τάξης εκείνη που ολοκληρώνεται ως αντεπανάσταση και ανάπτυξη του κεφαλαίου (ο προσδιορισμός της σύνθεσης της καπιταλιστικής τάξης παρουσιάζει σχετικό μόνο ενδιαφέρον).</p>
<p>Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (για να τοποθετήσουμε χρονολογικά τη ρήξη), η μετάβαση του κεφαλαίου στην πραγματική υπαγωγή, ύστερα από τη μακρόχρονη ύφεση στα τέλη του 19ου αιώνα, έχει ξεκινήσει για τα καλά. Η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο σημαίνει ότι η αναπαραγωγή του προλεταριάτου ενσωματώνεται, κατά συγκρουσιακό τρόπο, στον ίδιο τον κύκλο του κεφαλαίου (σχετική υπεραξία)· σημαίνει ότι η απορρόφηση της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο πραγματοποιείται μέσα στην ίδια την άμεση διαδικασία παραγωγής, η οποία, χάρη στην ανάπτυξη του παγίου κεφαλαίου, έχει εναρμονιστεί με την έννοια του κεφαλαίου· σημαίνει ότι η ανταλλαγή στις τιμές παραγωγής εκμηδενίζει -στο επίπεδο της συνολικής αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής- τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της εργασίας ως εργασίας που παράγει αξία· σημαίνει ότι η εργασία που παράγει υπεραξία, με τη μορφή της σχετικής υπεραξίας, προσδιορίζεται πλήρως ως μισθωτή εργασία. Η ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι συνεχώς, και θεμελιωδώς, ιστορία της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο. Η μετάβαση του τρόπου παραγωγής στην πραγματική υπαγωγή οικοδομεί τους ιστορικούς καθορισμούς της στην περίοδο του επαναστατικού κύματος που ακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μετάβαση αυτή θα φέρει τα «στίγματά» της ως ιδιαιτεροποίηση της εργατικής τάξης και επιβεβαίωση μιας εργατικής ταυτότητας στο εσωτερικό της ίδιας της αναπαραγωγής του κεφαλαίου (βλ. «Προβληματικές της αναδιάρθρωσης», T.C. 12).</p>
<p>Η γερμανική επανάσταση, και η θεωρητική της έκφραση στη γερμανο-ολλανδική υπεραριστερά, <em>από τη μια πλευρά</em> εκφράζουν την πάλη εναντίον αυτής της ενσωμάτωσης της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης στον ίδιο τον κύκλο του κεφαλαίου. Πρόκειται για την έμπρακτη κριτική όλων των μεσολαβήσεων της ενίσχυσης της τάξης στο εσωτερικό του τρόπου παραγωγής σαν διαδικασίας της ίδιας της επανάστασης: συνδικαλισμός, μαζικό κόμμα, κοινό μέτωπο, κοινοβουλευτισμός. Ορισμένες μερίδες της υπεραριστεράς φτάνουν μάλιστα στο σημείο να επικρίνουν κάθε μισθολογικό αγώνα ότι εκτρέπει την τάξη από την επανάσταση, επειδή οι αγώνες αυτοί είναι «αυτοαναγνώριση» της τάξης μέσα στο σύστημα. <em>Από την άλλη πλευρά</em>, η υπεραριστερά ανάγει τον κομμουνισμό σε αποκάλυψη του <em>είναι του προλεταριάτου</em> ως τάξης παραγωγικής, τάξης της εργασίας, της συνεργατικής εργασίας μεγάλης κλίμακας. Θεωρείται ότι τίποτε δεν χωρίζει πια την τάξη από κάτι που αυτή περιέχει άμεσα, που το φέρει εντός της: τον κομμουνισμό. Η μορφή συμβούλιο είναι επομένως η φυσική μορφή της δραστηριότητάς της. Αλλά τότε ο κομμουνισμός δεν είναι τίποτε άλλο από την εκ μέρους του προλεταριάτου διαχείριση της παραγωγής βάσει των κατηγοριών που ορίζουν και το ίδιο: ιδιοκτησία (συλλογική, κοινωνική, κρατική&#8230;), καταμερισμός της εργασίας, ανταλλαγή, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ύπαρξη μιας οικονομίας ως τομέα της αντικειμενοποίησης των κοινωνικών σχέσεων. Εκδηλώνοντας με τον σαφέστερο τρόπο την ενσωμάτωσή του, δηλαδή το γεγονός ότι ορίζεται από το κεφάλαιο, το προλεταριάτο δεν μπορεί πια μέσα στον αγώνα του παρά μόνο να ενισχύσει συγκρουσιακά τον αντίπαλό του (το κεφάλαιο είναι ακριβώς η διαδικασία αυτής της σύγκρουσης) και να αναγνωρίσει την αναγκαιότητά του<sup><a name="sdfootnote1anc" href="#sdfootnote1sym"><sup>1</sup></a></sup>.</p>
<p>Την ενσωμάτωση που πραγματοποιείται στη μετάβαση προς την πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας η υπεραριστερά την είδε μόνο στις μεσολαβήσεις της ενίσχυσης της τάξης, και διαχώρισε τις μεσολαβήσεις αυτές από τον ορισμό του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο κομμουνισμός ήταν η αποκάλυψη, η απελευθέρωση του ίδιου τού είναι της τάξης, όπως η τάξη υπάρχει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και όπως ορίζεται απ’ αυτόν. Η ιταλική υπεραριστερά δεν έφτασε ώς ένα τέτοιο σημείο ρήξης που παράγει ερωτήματα και υπερβάσεις. Περιορίστηκε στην κριτική των μεσολαβήσεων όχι καθεαυτές, όχι επειδή ήταν μεσολαβήσεις, αλλά κατά τυπικό τρόπο· τις μορφές αυτών των μεσολαβήσεων τις κατανοούσε μόνο ως μορφές και έτσι ακριβώς διατύπωνε την κριτική της γι’ αυτές (μαζικό κόμμα, ενιαίο μέτωπο, αντιφασισμός&#8230;). Ήθελε τις μεσολαβήσεις (κόμμα, συνδικάτα, μεταβατική περίοδος, εργατικό κράτος) της ενίσχυσης της τάξης μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ή της επιβεβαίωσής της, χωρίς αυτές να εκφράζουν την ύπαρξη της τάξης ως τάξης αυτού του τρόπου παραγωγής (βλ. τις συζητήσεις του «Bilan» σχετικά με τον συνδικαλισμό και μάλιστα ακόμη και σχετικά με την ύπαρξη του προλεταριάτου).</p>
<p>Η εμβάθυνση της πραγματικής υπαγωγής δεν μπορούσε παρά να αποβεί μοιραία για την υπεραριστερά. Γινόταν ολοένα καταφανέστερο –όχι σαν διανοητική ανακάλυψη αλλά ως πρακτική της τάξης μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής– ότι ο συνδικαλισμός, ο κοινοβουλευτισμός, ο ενστερνισμός της δημοκρατίας (στον βαθμό που η δημοκρατία αποτελεί τον αναγκαίο φετιχισμό αυτής της κοινωνίας, συμμαχία των τάξεων), η εκ μέρους του εργαζομένου υπεράσπιση της συνθήκης του, η οργάνωση σε κόμμα, όλα αυτά δεν ήταν μεσολαβήσεις εξωτερικές από το είναι της τάξης, απ’ ό,τι η τάξη ήταν εξ ορισμού μέσα στην αμοιβαία συνεπαγωγή της με το κεφάλαιο. <em>Ο ισχυρισμός, παράλληλα προς την κριτική όλων των μεσολαβήσεων, ότι το είναι της τάξης φέρει άμεσα τον κομμουνισμό δεν μπορούσε να αφήσει «ανέπαφο» αυτό το είναι σαν επαναστατική φύση προς ελευθέρωση</em>. Γινόταν φανερό, μέσα στην κριτική αυτών των μεσολαβήσεων και όλων των πρακτικών που παίρνουν την ονομασία «παλιό εργατικό κίνημα», ότι εκείνοι που διατύπωναν την κριτική απλώς «έδειχναν» και προσέκρουαν στο γεγονός ότι το προλεταριάτο ανήκει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και ορίζεται μέσα του, ενώ ταυτόχρονα επέμεναν να αντιλαμβάνονται τον κομμουνισμό ως αποκάλυψη και ελευθέρωση αυτού του είναι. Εμμένοντας στην κατάφαση αυτού του είναι, δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν την αντίληψη της επανάστασης ως απελευθέρωσης της τάξης, ενώ ταυτόχρονα, με την κριτική των μεσολαβήσεων, καταργούσαν κάθε δυνατότητα υλοποίησης αυτής της κατάφασης. Διατηρούσαν εξάλλου μια προοπτική του κομμουνισμού ως εργατικής διαχείρισης του κεφαλαίου.</p>
<p>Ωστόσο, η ιστορία της γερμανο-ολλανδικής υπεραριστεράς δεν είναι απλώς και μόνο μια πορεία προς αυτό το αδιέξοδο· η γερμανο-ολλανδική υπεραριστερά είχε επίσης, σχεδόν ενάντια στον εαυτό της (όπως δείχνει η ίδια η ιστορία των διασπάσεών της στις δεκαετίες του 1920 και 1930), παραγάγει τις προϋποθέσεις και τα θεωρητικά όπλα της υπέρβασής της. Ο προβληματισμός της σχετικά με το «παλιό εργατικό κίνημα», η ανάλυσή της για τη ρωσική επανάσταση και οι κριτικές της για την εργατική πολιτική οδήγησαν τη γερμανο-ολλανδική υπεραριστερά να θεωρήσει ότι το προλεταριάτο κάνει την επανάσταση, φέρει τον κομμουνισμό, όντας σε αντίφαση με όλα όσα συνιστούν και εκφράζουν την άμεση ύπαρξή του σ’ αυτή την κοινωνία και καταστρέφοντάς τα. Διατηρούσαν την επανάσταση ως κατάφαση του είναι της τάξης, ενώ συγχρόνως κριτικάριζαν όλες τις μορφές ύπαρξης αυτού του είναι. Πάντα σε μια προοπτική κατάφασης της τάξης, η υπεραριστερά βρισκόταν σε αδιέξοδο αλλά η κριτική της για την ύπαρξη της τάξης αποτελούσε την οδό διαφυγής από το αδιέξοδο. Θα αρκούσε να μη θεωρείται πια ότι αυτή η ύπαρξη της τάξης βρίσκεται σε αντίφαση με το είναι της.</p>
<p>Εκείνο που η «Υπεραριστερά» (ο όρος εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920, σχηματοποιώντας, μετά τον θρίαμβο της αντεπανάστασης, όλες τις προόδους της Αριστεράς μέσα στο επαναστατικό κύμα) δεν κατόρθωσε ποτέ να πει ήταν ότι η τάξη είναι επαναστατική βρίσκοντας μέσα στον ίδιο τον ορισμό της ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής την ικανότητα και την αναγκαιότητα να αρνηθεί, ενάντια στο κεφάλαιο, τον εαυτό της ως τάξη. Όταν το κατόρθωσε, στην κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1960, ήταν το κύκνειο άσμα της. Όσοι πλησίασαν περισσότερο αυτή την αντίληψη δεν μπόρεσαν, μέσα στην υποβλητικότητα της εργατικής ταυτότητας σ’ αυτή την πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, παρά να εγκαταλείψουν τη θεωρία του κομμουνισμού ως θεωρία του προλεταριάτου (όπως, στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η ομάδα «Κομμουνιστής Εργάτης»· ορισμένοι από το «Bilan»· η «τάση του Έσσεν» του K.A.P.D., που συνάντησε τις θεωρίες των «Jungen» σχετικά με τον εργάτη-άτομο· και όλοι όσοι εγκατέλειψαν «μην πιστεύοντας πια στο προλεταριάτο»). Χρειάστηκε να περιμένουμε τη δεκαετία του 1960 για να ξανατεθεί το ζήτημα· αυτή ήταν η βασική συνεισφορά της «Καταστασιακής Διεθνούς», αν και με παραπλανητικό τρόπο. Οι ορισμοί του προλεταριάτου και του θεάματος προϋποθέτουν ότι το πρόβλημα έχει ήδη λυθεί, καθώς περιορίζονται στο επίπεδο του ατόμου και του εμπορεύματος· είχαμε και πάλι την αλλοτρίωση, αλλά όχι την αμοιβαία συνεπαγωγή μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Τελικά η «Invariance» έλυσε το πρόβλημα καίγοντας τα χλωρά μαζί με τα ξερά: «Το καταληκτικό σημείο έχει ήδη υποδειχθεί: να τοποθετήσουμε τα όρια της θεωρίας του προλεταριάτου σε ιστορικό επίπεδο, δηλαδή να δείξουμε ότι κατά τους επαναστατικούς αγώνες αυτού του αιώνα το προλεταριάτο δεν πρότεινε μιαν άλλη κοινωνία, έναν άλλο τρόπο ζωής· ότι σε τελική ανάλυση διεκδικούσε απλώς μιαν άλλη διαχείριση του κεφαλαίου [...] Επιβλήθηκε τότε η ανάγκη να οριοθετηθούν τα όσα εκείνοι (οι αγώνες της δεκαετίας του 1920) είχαν κατορθώσει να δώσουν, καθώς και να κατανοηθεί γιατί το δρων κίνημα των ημερών μας δεν κατόρθωνε να ξεπεράσει αυτά τα προηγούμενα. Προέκυψε πως δεν θα μπορούσαμε να βγούμε από το αδιέξοδο αν δεν εγκαταλείπαμε τη θεωρία του προλεταριάτου» (Jacques Camatte, «Invariance», σειρά II αριθ. 6, σελ. 39, 1975).</p>
<p>Στον βαθμό που εμβαθυνόταν η πραγματική υπαγωγή, η οποία ήταν η πραγματική αντεπανάσταση επί το έργον σε σχέση με την περίοδο των αρχών της δεκαετίας του 1920, φαινόταν ότι οι μεσολαβήσεις της ύπαρξης της τάξης μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όχι μόνο δεν ήταν εξωτερικές από αυτό το «είναι» της τάξης, ώστε να πρέπει να επιβεβαιωθεί εναντίον τους, αλλά δεν ήταν άλλο από αυτό το είναι σε κίνηση, μέσα στην αναγκαία συνεπαγωγή του με τον άλλο πόλο της κοινωνίας. Η υπεραριστερά έφτανε ταυτόχρονα, αφενός, στην κριτική κάθε σχέσης ανάμεσα στην ύπαρξη της τάξης στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τον κομμουνισμό και, αφετέρου, στην επιβεβαίωση της αρμονικής αντιστοιχίας του κομμουνισμού και του είναι της τάξης· η αντίφαση ξεπερνιόταν προσωρινά με την κατανόηση (περιορισμό) της ενσωμάτωσης σαν απόρροιας όλων των μεσολαβήσεων που τίθενται ανάμεσα στο είναι της τάξης και τον κομμουνισμό. Κατά την υπεραριστερά, έπρεπε να καταπολεμήσουμε και να εξαλείψουμε όλες αυτές τις μεσολαβήσεις. Το προλεταριάτο έπρεπε να αρνηθεί τον εαυτό του ως τάξη του κεφαλαίου (να αποκτήσει την αυτονομία του) για να πραγματώσει εκείνο που το προλεταριάτο αληθινά ήταν και που υπερέβαινε το κεφάλαιο: τάξη της εργασίας και της κοινωνικής της οργάνωσης, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά η ξεροκέφαλη πραγματικότητα επέβαλλε να δούμε ότι το αληθινό είναι του προλεταριάτου ήταν ακριβώς εκείνο που επέτρεπε στις μεσολαβήσεις να υπάρχουν, βρισκόταν σε μιαν αναγκαία σχέση με αυτές τις μεσολαβήσεις. Η υπεραριστερά μάς είχε <em>υποδηλώσει</em> ότι «η επανάσταση και ο κομμουνισμός δεν είναι επιβεβαίωση της τάξης όπως αυτή υπάρχει μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής». Αλλά δεν κατόρθωσε η ίδια να αντλήσει τις συνέπειες αυτής της διαπίστωσης ως προς ό,τι θεωρούσε επαναστατικό είναι του προλεταριάτου, το οποίο πάντοτε το έθετε σαν διαχωρισμένο από την «ύπαρξη» του προλεταριάτου (η υπεραριστερά λειτουργούσε βάσει μιας δυαδικότητας που μπορούσε να πάρει τη μορφή: προλεταριάτο/ εργατική τάξη).</p>
<p>Η υπεραριστερά, παρ’ όλους της τους περιορισμούς, μάς είχε οδηγήσει ίσαμε το θεμελιώδες θεωρητικό σημείο του κομμουνισμού ως άρνησης του προλεταριάτου (κάτι που ακόμη και σήμερα χρειάζεται να ορίσουμε). Μόνο μετά την επαναστατική ανάκαμψη του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970 υποχρεωθήκαμε να αντλήσουμε τα θεωρητικά διδάγματα όλου αυτού του κύκλου αγώνων, που άρχισε τη δεκαετία του 1920, και να τον ξεπεράσουμε. Η εμπειρία αυτών των χρόνων δεν μπορούσε πια να αφήσει καμία ψευδαίσθηση ότι οι διαχειριστικές προοπτικές είναι επαναστατικές. Η ιταλική υπεραριστερά είχε ήδη ενστερνισθεί αυτή την κριτική, αλλά χωρίς να τη συνδέει –κάθε άλλο μάλιστα– με την άρνηση της τάξης από την ίδια την τάξη, εκτός ίσως κατά έναν τρόπο που ήταν «λαθρόβιος» σε σχέση με τον επίσημο λόγο της (βλ. τις αμφιβολίες του Μπορντίγκα που τόνισε ο Camatte στο βιβλίο «Bordiga et la passion du communisme», εκδ. Spartacus). Ο κύκλος αγώνων που είχε περατωθεί μάς άφηνε δύο βεβαιότητες: η επανάσταση και ο κομμουνισμός είναι κατάργηση του καπιταλισμού κι επομένως και κατάργηση των τάξεων, όλων των τάξεων, συμπεριλαμβανομένου του προλεταριάτου (εδώ έχουμε την κομμουνιστική θεωρία ως θεωρία της επανάστασης)· η αντίφαση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου είναι η ίδια η διαδικασία μέσα στην οποία παράγεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, η ίδια η διαδικασία της συσσώρευσής του ως ποιοτική κίνηση, και η ίδια η διαδικασία των αναδιαρθρώσεών του (εδώ έχουμε την κομμουνιστική θεωρία ως θεωρία της αντεπανάστασης). Έτσι εξαλειφόταν αυτομάτως η δυνατότητα να αναζητήσουμε αλλού, και όχι στις αυστηρά καπιταλιστικές συνθήκες αυτής της αντίφασης, την ικανότητα του προλεταριάτου να παραγάγει τον κομμουνισμό. Ξαναβρισκόμασταν λοιπόν αδυσώπητα αντιμέτωποι με το ερώτημα που τέθηκε στην αρχή αυτού του κειμένου: «πώς μια τάξη που δρα αποκλειστικά και μόνο ως τάξη μπορεί να καταργήσει τις τάξεις»;</p>
<p><strong>***</strong></p>
<p>Διατυπώθηκαν τότε, στις συνθήκες των αρχών της δεκαετίας του 1970, δύο τύποι απαντήσεων. Η πρώτη συνίστατο στην υιοθέτηση των συνεισφορών της υπεραριστεράς, χωρίς τη διαχειριστική πτυχή (περιοδικό και βιβλίο «Le Mouvement Communiste») ή αφήνοντάς την σε εκκρεμότητα· στην περίπτωση αυτή οδηγούμασταν απλώς και μόνο σε έναν κατάλογο «επαναστατικών θέσεων» («Bail à céder»), των οποίων οι «επαναστάτες» ήταν θεματοφύλακες (Le Mouvement Communiste 4). Η συλλογιστική αυτή συνεχίζεται αργότερα σε περιοδικά όπως το «La Banquise» ή το «La Guerre Sociale», αλλά σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό στηρίζεται σε μιαν ανθρωπιστική κατανόηση του προλεταριάτου, η οποία είναι εμφανής στα περιοδικά «Le Brise-glace» και «Mordicus»: απελευθέρωση της ανθρώπινης δραστηριότητας κάτω από την εργασία ή τις τάξεις, το κεφάλαιο ως καταπίεση, το προλεταριάτο ως φτωχοί. Τελικά, μη μπορώντας πια να συλλάβει την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου ως πηγή δημιουργίας του κομμουνισμού, η συνολική αντίληψη συνίστατο σε μιαν αντίθεση ανάμεσα στην τάση προς τον κομμουνισμό και στον καπιταλισμό. Αυτό οδηγεί σε μια κατανόηση της πορείας της κοινωνίας ως αντίθεσης ανάμεσα στην αληθινή ανθρώπινη κοινότητα και την ψευδή: τη δημοκρατία (εδώ βρήκε έδαφος η παρεκτροπή του ιστορικού «αναθεωρητισμού» περί του Ολοκαυτώματος, βλ. T.C. 13).</p>
<p>Η δεύτερη απάντηση ήταν να μιλάμε για <em>αυτοάρνηση</em> του προλεταριάτου («Négation»· «Intervention Communiste», «Théorie Communiste» αριθ. 1· «Crise Communiste»). Παραδόξως, βρισκόμασταν ακόμη μέσα στην προηγούμενη προβληματική: εξακολουθούσαμε να αναφερόμαστε σε μια επαναστατική φύση του προλεταριάτου. Αυτή η επαναστατική φύση ήταν μια εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην ένταξη του προλεταριάτου σ’ αυτή την κοινωνία και την άρνησή της, η οποία γινόταν αντιληπτή ως «τάση» που υπάρχει στο προλεταριάτο και που έρχεται σε ρήξη με αυτή την ένταξη. Η αυτοάρνηση αναγεννούσε την ουσία του ανθρώπου· βρισκόμασταν ακόμη στον σχολαστικισμό και την τελολογία: η ουσία, η ύπαρξη, το είναι, οι τάσεις, οι σημασίες, οι ιδιότητες&#8230; Μέσα σ’ εκείνη την προβληματική απείχαμε πάντα μόνο δυο βήματα από την εγκατάλειψη της ταξικής θεωρίας και τη μετάπτωση σε μια θεωρία της ανθρωπότητας και/ή του ατόμου («Crise et Communisme»· «L’unique et son ombre»).</p>
<p>Ξεκινώντας από εκεί, επιχειρήσαμε μια δουλειά θεωρητικού επαναπροσδιορισμού της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Έπρεπε, σε μια πρώτη φάση, να επαναπροσδιορίσουμε την αντίφαση κατά τρόπο ώστε να είναι αντίφαση που φέρει ως επίλυσή της τον κομμουνισμό και ταυτόχρονα αναπαραγωγική και δυναμική αντίφαση του κεφαλαίου. Έπρεπε να θεμελιώσουμε την ταυτότητα του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ως τάξης επαναστατικής. Αυτό συνεπαγόταν ότι δεν θα αντιλαμβανόμασταν πια αυτή την «επαναστατικότητα» ως φύση της τάξης η οποία προσαρμόζεται, εξαφανίζεται, αναγεννάται ανάλογα με τις περιστάσεις και τις συνθήκες.</p>
<p>Η αντίφαση αυτή είναι η εκμετάλλευση:</p>
<p>1) Ορίζει τις υπάρχουσες τάξεις μέσα σε μιαν αυστηρή σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής.</p>
<p>2) Όντας συσσώρευση, θέτει άμεσα την αντίφαση μεταξύ των τάξεων ως ιστορία.</p>
<p>3) Τους όρους της δεν τους ορίζει ως πόλους με καθορισμένη φύση οι οποίοι τροποποιούνται μέσα στην ιστορία, οι οποίοι δρουν σε σχέση με μια εξωτερική πορεία της συσσώρευσης που τίθεται ως προϋπόθεση της δράσης τους· την «ουσία» των όρων της την ανάγει στη σχέση των όρων αυτών μεταξύ τους και στην πορεία αυτής της σχέσης.</p>
<p>4) Ως αντίφαση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, είναι η διαδικασία της ιστορικής σημασίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής· ορίζει ποιοτικά τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου ως διαδικασία κατά την οποία η εργασία γίνεται επουσιώδης, ως «αντίφαση εν κινήσει»· ορίζει τη συσσώρευση του κεφαλαίου ως τη νεκρολογία του<sup><a name="sdfootnote2anc" href="#sdfootnote2sym"><sup>2</sup></a></sup> (βλ. Μαρξ, «Grundrisse»).</p>
<p>5) Έχει τη συνέπεια ότι το προλεταριάτο ποτέ δεν επιβεβαιώνεται στη σχέση του με το κεφάλαιο: η εκμετάλλευση είναι υπαγωγή. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η εργασία υπάρχει κοινωνικά, δηλαδή η αξιοποίηση, αποτελεί την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Οριζόμενο από την εκμετάλλευση, το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίθεση με την αναγκαία κοινωνική ύπαρξη της εργασίας του ως κεφαλαίου, δηλαδή ως αξίας αυτονομημένης και η οποία παραμένει έτσι μόνο εφόσον αξιοποιείται: <em>η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι αντίφαση μεταξύ των τάξεων</em>. Η εκμετάλλευση ως αντίφαση αποαντικειμενοποιεί την πορεία του κεφαλαίου.</p>
<p>6) Το προλεταριάτο βρίσκεται διαρκώς σε αντίφαση με τον ίδιο του τον ορισμό ως τάξης:</p>
<p>* η αναγκαιότητα της αναπαραγωγής του είναι κάτι που το βρίσκει απέναντί του και που αντιπροσωπεύεται από το κεφάλαιο·</p>
<p>* το προλεταριάτο δεν βρίσκει ποτέ την επιβεβαίωσή του στην αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης της οποίας ωστόσο αποτελεί αναγκαίο πόλο·</p>
<p>* το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίθεση όχι με μιαν αυτόματη πορεία αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά με μιαν άλλη τάξη: το κεφάλαιο είναι κατ’ ανάγκην καπιταλιστική τάξη. Για το προλεταριάτο η ίδια του η ταξική υπόσταση περνά από μια μεσολάβηση, την ανταγωνιστική τάξη.</p>
<p>7) Η εκμετάλλευση δεν μπορεί να επιτρέψει να ορισθούν οι τάξεις έξω από την αμοιβαία συνεπαγωγή τους και από την ιστορική πορεία τής μεταξύ τους αντίφασης (η αντίφαση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική πορεία), αλλά δεν παύει να προσδιορίζει τη θέση κάθε τάξης μέσα σ’ αυτή τη συνεπαγωγή. Το προλεταριάτο πάντοτε υπάγεται στο κεφάλαιο, και το κεφάλαιο πρέπει στο τέλος κάθε κύκλου να αναπαραγάγει την κατάσταση όπου αυτό βρίσκεται απέναντι στην εργασία· πράγματι, η εκμετάλλευση καταλήγει στον ουδέποτε εξασφαλισμένο μετασχηματισμό της υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο (εδώ πρόκειται για το κεφάλαιο ως διαδικασία αυτοπροϋπόθεσης).</p>
<p>Με την εκμετάλλευση ως αντίφαση μεταξύ των τάξεων αντιλαμβανόμασταν την ιδιαιτεροποίησή τους ως ιδιαιτεροποίηση της κοινότητας, δηλαδή ταυτόχρονα ως αμοιβαία συνεπαγωγή τους. Πράγμα που σημαίνει ότι αντιλαμβανόμασταν: το ανέφικτο της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου· την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου ως ιστορία· την κριτική κάθε αντίληψης για μια επαναστατική φύση του προλεταριάτου ως ορίζουσας ουσίας η οποία θάβεται ή συγκαλύπτεται από τη συνολική αναπαραγωγή (αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου). Είχαμε <em>ιστορικοποιήσει</em> την αντίφαση, και άρα την επανάσταση και τον κομμουνισμό, και όχι μόνο τις περιστάσεις τους. Η επανάσταση και ο κομμουνισμός είναι όπως ακριβώς παράγονται ιστορικά μέσα από τους <em>κύκλους αγώνων</em><sup><a name="sdfootnote3anc" href="#sdfootnote3sym"><sup>3</sup></a></sup> που σημαδεύουν την ανάπτυξη της αντίφασης.</p>
<p>Το τελευταίο αυτό σημείο είναι θεμελιώδες. Η αποτυχία του κύκλου αγώνων ήταν επομένως μια ιστορική αποτυχία· δεν έπρεπε ούτε να κάψουμε τα χλωρά μαζί με τα ξερά ούτε να επιζητήσουμε να ξανακάνουμε τη γερμανική επανάσταση «επί το ριζοσπαστικότερο» (μείον τη διαχείριση). Ο τρόπος με τον οποίο τέθηκαν η επανάσταση και ο κομμουνισμός στον καιρό της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο ήταν η επιβεβαίωση της τάξης· κι έπειτα, από τη δεκαετία του 1920 και μετά, ήταν η αποσύνθεση αυτής της επιβεβαίωσης. Χωρίς πάντως να ξεχνάμε ότι ταυτόχρονα, κατά δεσπόζοντα τρόπο, η ταξική πάλη αυτής της περιόδου είχε την προοπτική να ωθήσει την ενσωμάτωση μέχρι του σημείου να επιζητεί να οδηγήσει στην κατάργηση της αντίφασης που δεν θα είχε πια λόγο ύπαρξης (σοσιαλδημοκρατία, κομμουνιστικά κόμματα). Το κίνημα που εκφραζόταν από την υπεραριστερά δεν απέτυχε επειδή ήταν διαχειριστικό αλλά επειδή δεν μπορούσε παρά να είναι διαχειριστικό, αφού ο κύκλος αγώνων ήταν κύκλος επιβεβαίωσης της εργασίας. Δεν επρόκειτο για αποτυχία της Επανάστασης με κεφαλαίο «Ε», αλλά της επανάστασης όπως αυτή ήταν ιστορικά. Δεν μπορούσε να τεθεί ζήτημα να κάνουμε ένα είδος διαλογής ανάμεσα στις διάφορες θέσεις· εκείνο που έπρεπε να ξεπεραστεί ήταν ολόκληρη η προβληματική της επανάστασης ως επιβεβαίωσης της τάξης. Το γεγονός ότι, σε μιαν άλλη προβληματική, ορισμένα θεωρητικά στοιχεία ανασύρονται και χρησιμοποιούνται είναι εντελώς διαφορετικό<sup><a name="sdfootnote4anc" href="#sdfootnote4sym"><sup>4</sup></a></sup>.</p>
<p>Περνούσαμε από μια προοπτική όπου το προλεταριάτο βρίσκει μέσα του <em>απέναντι</em> στο κεφάλαιο την ικανότητά του να παραγάγει τον κομμουνισμό, σε μια προοπτική όπου η ικανότητα αυτή δεν αποκτάται παρά μόνο ως εσωτερική κίνηση εκείνου που η ίδια καταργεί [Σ.τ.Ε.: δηλαδή της σχέσης κεφάλαιο]. Έτσι η ικανότητα αυτή τοποθετείται μέσα σε μια ιστορική διαδικασία, ορίζει την υπέρβαση της σχέσης και όχι τον θρίαμβο ενός από τους όρους της σχέσης με τη μορφή της γενίκευσής του. Με την εκμετάλλευση ως αντίφαση, το προλεταριάτο ως τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ταυτιζόταν με το προλεταριάτο ως επαναστατική τάξη.</p>
<p>Όσον αφορά ωστόσο τον δεύτερο όρο της σχέσης, αυτό μπορούσε ακόμη να φαίνεται προβληματικό. Βέβαια η εκμετάλλευση δεν επιβεβαιώνει ποτέ το προλεταριάτο και η διαδικασία του κεφαλαίου ως αντίφαση μεταξύ των τάξεων είχε αποαντικειμενοποιηθεί, έτσι που η ιστορική διαδικασία του κεφαλαίου ήταν ταξική πάλη και η ταξική πάλη είχε νόημα ως «αντίφαση εν κινήσει» (έως και ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους αναλυόταν ως αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου). Βέβαια η εκμετάλλευση θέτει μια σχέση μέσα στην οποία το προλεταριάτο ορίζεται ως η άρνηση όλων των υπαρχουσών συνθηκών (ανταλλαγή, αξία, τάξη, καταμερισμός εργασίας, ιδιοκτησία κτλ.) πάνω στη βάση και ως ανάπτυξη αυτών των υπαρχουσών συνθηκών (βλ. παρακάτω). Όμως αυτό δεν έπρεπε να απολιθωθεί, η αντιφατική αυτή σχέση είναι ιστορία, δεν είναι η πορεία μιας επαναστατικής φύσης που κινείται μέσα σε ποικίλες συνθήκες. Ποια ήταν λοιπόν ιστορικά η διάρθρωση της αντίφασης που βρισκόταν επί το έργον στα τέλη τη δεκαετίας του 1970; Εκείνα τα χρόνια <em>η σχέση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου αναδιαρθρωνόταν</em>.</p>
<p><strong>***</strong></p>
<p>Όλος ο προηγούμενος κύκλος αγώνων (από την αναδιάρθρωση του μεσοπολέμου έως την κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1960) στηριζόταν, αφενός, στην ενσωμάτωση της αντιθετικής αναπαραγωγής του προλεταριάτου στον κύκλο αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Έτσι, ήταν πράγματι διαδικασία αποσύνθεσης της επανάστασης ως επιβεβαίωσης της τάξης. Αφετέρου, στηριζόταν στην ιδιαιτεροποίηση του προλεταριάτου <em>στο εσωτερικό της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου</em>, και κατά τούτο το προλεταριάτο λειτουργούσε πάντα πάνω στη βάση μιας εργατικής ταυτότητας απέναντι στο κεφάλαιο. Από εδώ πήγαζε η δεσπόζουσα θέση της εργατικής ταυτότητας μέσα στην αποσύνθεση του «προγραμματισμού»<sup><a name="sdfootnote5anc" href="#sdfootnote5sym"><sup>5</sup></a></sup> («Προβληματικές της αναδιάρθρωσης», T.C. 12).</p>
<p>Η προηγούμενη κατάσταση της ταξικής πάλης, και το εργατικό κίνημα, στηρίζονταν, στην πρώτη αυτή φάση της πραγματικής υπαγωγής που ολοκληρώνεται τη δεκαετία του 1970, στην αντίφαση ανάμεσα, αφενός, στη δημιουργία και την ανάπτυξη μιας εργατικής δύναμης που ενεργοποιείται από το κεφάλαιο με ολοένα συλλογικότερο και κοινωνικότερο τρόπο και, αφετέρου, τις μορφές –που φαίνονταν περιορισμένες– της ιδιοποίησης αυτής της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο στην άμεση διαδικασία παραγωγής και στη διαδικασία αναπαραγωγής. Ιδού η αντιθετική κατάσταση που αναπτυσσόταν ως <em>εργατική ταυτότητα</em>, που έβρισκε τα διακριτικά της γνωρίσματα και τους άμεσους τρόπους αναγνώρισής της (την επιβεβαίωσή της) στο μεγάλο εργοστάσιο, στη διχοτομία μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας, εργασίας και επαγγελματικής εκπαίδευσης, στην εξάρτηση της εργασιακής διαδικασίας από τη συγκέντρωση εργαζομένων, στις σχέσεις μεταξύ μισθών, οικονομικής μεγέθυνσης και παραγωγικότητας μέσα στα όρια ενός εθνικού χώρου, στις θεσμικές αντιπροσωπεύσεις που όλα αυτά συνεπάγονται τόσο στο εργοστάσιο όσο και σε επίπεδο κράτους. Υπήρχε όντως αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου, όπως συνεπάγεται η έννοια του κεφαλαίου, αλλά η αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στο επίπεδο αυτό, στον βαθμό που στο εσωτερικό αυτής της αυτοπροϋπόθεσης παραγόταν και επιβεβαιωνόταν μια εργατική ταυτότητα μέσω της οποίας η ταξική πάλη διαρθρωνόταν ως εργατικό κίνημα. Τέτοια ήταν η κατάσταση όλου του κύκλου αγώνων που ολοκληρώνεται τη δεκαετία του 1970 και που αναπτυσσόταν σε τρία επίπεδα:</p>
<p>α – επιβεβαίωση της ταυτότητας αυτής (κομμουνιστικά κόμματα, συνδικάτα, ορισμένες σοσιαλδημοκρατικές φράξιες), η οποία, αντίθετα με την κατάσταση στην περίοδο της τυπικής υπαγωγής, δεν μπορεί να εμπεριέχει ως ανάπτυξή της μια επαναστατική προοπτική διαφορετική από έναν οργανωμένο ή αριστεροκεϋνσιανό καπιταλισμό – απ’ όπου ο αριστερισμός, που ανήκει στο ίδιο αυτό επίπεδο ως αιώνια δυσαρέσκεια·</p>
<p>β – αυτοοργάνωση, δηλαδή ρήξη με την ενσωμάτωση της αναπαραγωγής και της υπεράσπισης της προλεταριακής συνθήκης στο εσωτερικό της ίδιας της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η αυτοοργάνωση συναρτάται επίσης με την ικανότητα του προλεταριάτου να αναφέρεται στον εαυτό του μέσα στην αμοιβαία συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο. Ως μαχητικός ιδεολογικός λόγος, προϋποθέτει ότι έχουν διαχωριστεί, αφενός, η ουσία του προλεταριάτου ως εκμεταλλευμένης και επαναστατικής τάξης μέσω της επιβεβαίωσης των όσων τη χαρακτηρίζουν (εργασία, κοινωνικοποιημένη παραγωγή κτλ.) και, αφετέρου, η ύπαρξή του μέσα στην αμοιβαία συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο (κάτι που ωστόσο αποτελεί την ίδια την κίνηση της αντίφασης ως εκμετάλλευσης). Η ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ανάγεται λοιπόν στις πολιτικές και συνδικαλιστικές μεσολαβήσεις (πρόκειται για την αντίληψη της υπεραριστεράς)·</p>
<p>γ – αυτοάρνηση: κατάληξη των προηγούμενων πρακτικών και θεωρητικοποιήσεων, τοποθετείται ύστερα απέναντί τους ως προοπτική επίλυσης των αδιεξόδων τους.</p>
<p>Αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε ένα από τα τρία επίπεδα ακατάπαυστα συσχετίζεται με  τα άλλα και προσδιορίζεται συνεχώς σε σχέση με αυτά: η αυτοάρνηση των αρνητών της εργασίας εναντίον των αυτοοργανωμένων, οι αυτοοργανωμένοι εναντίον των συνδικάτων.</p>
<p>Η αναδιάρθρωση, που βρίσκεται επί το έργον από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, καθιστά τη διαδικασία συνολικής αναπαραγωγής της κοινωνίας κατάλληλα προσαρμοσμένη στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας. Αυτό συμβαίνει διότι δεν περιέχει πια κανένα σημείο καθήλωσης μέσα στον «διπλό μύλο» (ή «μάγγανο) της συνολικής αναπαραγωγής, ο οποίος ακατάπαυστα αναπαράγει και θέτει αντιμέτωπους το προλεταριάτο και το κεφάλαιο: «Η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής αναπαράγει λοιπόν από μόνη της τον διαχωρισμό μεταξύ εργαζομένου και προϋποθέσεων της εργασίας. Με τον τρόπο αυτό αναπαράγει και διαιωνίζει τις συνθήκες που αναγκάζουν τον εργάτη να πουληθεί για να ζήσει και δίνουν στον καπιταλιστή τη δυνατότητα να τον αγοράσει για να πλουτίσει. Εκείνο που τους τοποθετεί στην  αγορά τον έναν απέναντι στον άλλο, ως πωλητή και αγοραστή, δεν είναι πια η τύχη. Είναι ο διπλός μύλος της ίδιας της διαδικασίας, ο οποίος πάντοτε ρίχνει τον πρώτο στην αγορά ως πωλητή της εργατικής του δύναμης και πάντοτε μετατρέπει το προϊόν του σε αγοραστικό μέσο για τον δεύτερο. Στην πραγματικότητα ο εργαζόμενος ανήκει στην καπιταλιστική τάξη προτού πουληθεί σε κάποιον συγκεκριμένο καπιταλιστή. Η οικονομική του υποδούλωση διαμεσολαβείται, και ταυτόχρονα συγκαλύπτεται, από την περιοδική ανανέωση αυτής της πράξης αγοράς, από το μύθευμα της ελεύθερης σύμβασης, από την αλλαγή των συγκεκριμένων αφεντικών και από τις διακυμάνσεις των αγοραίων τιμών της εργασίας. Η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής, αν γίνει αντιληπτή στη συνέχειά της, δηλαδή ως αναπαραγωγή, δεν παράγει επομένως μόνο εμπορεύματα ούτε μόνο υπεραξία· παράγει και διαιωνίζει την κοινωνική σχέση μεταξύ καπιταλιστή και μισθωτού» (Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος 3).</p>
<p>Όλα τα χαρακτηριστικά της άμεσης διαδικασίας παραγωγής (συνεργασία, εργασία στην αλυσίδα παραγωγής, παραγωγή-συντήρηση, συλλογικός εργαζόμενος, συνέχεια της διαδικασίας παραγωγής, ανάθεση εργασιών σε υποκατασκευαστές, κατακερματισμός της εργατικής δύναμης), όλα τα χαρακτηριστικά της αναπαραγωγής (εργασία, ανεργία, επαγγελματική κατάρτιση, πρόνοια), όλα τα χαρακτηριστικά που έκαναν την τάξη να είναι προσδιοριστικό στοιχείο της αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου (περιχαράκωση της συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο, έρπων πληθωρισμός, «μοίρασμα των οφελών από την αύξηση της παραγωγικότητας», δημόσιος χαρακτήρας παρεχόμενων υπηρεσιών), όλα όσα έθεταν το προλεταριάτο ως εθνικό συνομιλητή σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, δηλαδή όλα όσα θεμελίωναν μια εργατική ταυτότητα με αφετηρία την οποία διεξαγόταν η διελκυστίνδα του ελέγχου στο σύνολο της κοινωνίας υπό μορφή διαχείρισης και ηγεμονίας – όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συντρίβονται ή αναστατώνονται. Πρόκειται για όλα όσα μπορούν να παρεμποδίσουν τον «διπλό μύλο» της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου, να μην τον αφήνουν να λειτουργεί απρόσκοπτα: Από τη μια πλευρά βρίσκουμε όλους τους διαχωρισμούς, τις προστασίες, τις ιδιαιτεροποιήσεις που ορθώνονται απέναντι στην πτώση της αξίας της εργατικής δύναμης. Αυτό συμβαίνει διότι εμποδίζουν μια κατάσταση όπου το σύνολο της εργατικής τάξης, σε παγκόσμια κλίμακα, μέσα στη συνέχεια της ύπαρξής της, της αναπαραγωγής της και της διεύρυνσής της, θα υποχρεωνόταν να βρεθεί αντιμέτωπη ως τάξη με το σύνολο του κεφαλαίου. Πρόκειται για τον πρώτο μύλο, για το μύλο της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.</p>
<p>Από την άλλη πλευρά βρίσκουμε όλους τους περιορισμούς της κυκλοφορίας, της ανακύκλησης, της συσσώρευσης, οι οποίοι παρεμποδίζουν το δεύτερο μύλο, το μύλο της μετατροπής του υπερπροϊόντος σε υπεραξία και πρόσθετο κεφάλαιο. Οποιοδήποτε υπερπροϊόν πρέπει να μπορεί οπουδήποτε να βρει την αγορά του, οποιαδήποτε υπεραξία πρέπει να μπορεί να βρει οπουδήποτε τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως πρόσθετο κεφάλαιο, δηλαδή να μετατραπεί σε μέσα παραγωγής και εργατική δύναμη, χωρίς αυτή η μετατροπή να προκαθορίζεται από μια σχηματοποίηση του διεθνούς κύκλου (ανατολικές χώρες, περιφέρεια). Η λειτουργία κάθε μύλου δεν γίνεται απρόσκοπτη παρά μόνο μέσα στον άλλο και μέσω του άλλου.</p>
<p>Συνολικά, η αναδιάρθρωση ορίζεται ως διάλυση όλων των σημείων αποκρυστάλλωσης του διπλού μύλου της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου – από όλα όσα συγκροτούν την εργατική ταυτότητα μέχρι τον διαχωρισμό μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, τον διαχωρισμό του παγκόσμιου κύκλου σε δύο χώρους συσσώρευσης και, τέλος, το νομισματικό σύστημα. Με τη σημερινή αναδιάρθρωση οι δύο βραχίονες του μύλου γίνονται κατάλληλα προσαρμοσμένοι στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας, ταυτόχρονα με την άμεση διαδικασία παραγωγής, την τομή τους, που προσδίδει στον καθένα την ενέργειά του και την αναγκαιότητα της μεταμόρφωσής του. Με αυτήν ακριβώς την έννοια η παραγωγή υπεραξίας και η αναπαραγωγή των συνθηκών αυτής της παραγωγής συμπίπτουν. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε <em>η αντίφαση μεταξύ των τάξεων τίθεται εφεξής στο επίπεδο της αναπαραγωγής τους ως τάξεων.</em> Αυτό το επίπεδο της αντίφασης συνεπάγεται: εξαφάνιση κάθε εργατικής ταυτότητας· η ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης είναι ταυτόσημη της αντίφασής του με το κεφάλαιο· το προλεταριάτο δεν είναι φορέας κανενός σχεδίου κοινωνικής αναδιοργάνωσης με βάση το τι είναι το ίδιο. Πρόκειται για τα χαρακτηριστικά του νέου κύκλου αγώνων.</p>
<p>Για το προλεταριάτο, αυτό σημαίνει ότι το να βρίσκεται σε αντίφαση με το κεφάλαιο ισοδυναμεί με το να βρίσκεται σε αντίφαση με την ίδια του την ύπαρξη ως τάξης· δεν υπάρχει καμία εσωτερική αντίφαση, αλλά σύγκρουση με τον άλλο, καθ’ όλα πραγματικό και αυτόνομο όρο της σχέσης: το κεφάλαιο. Στη διάρκεια αυτού του κύκλου αγώνων, η πρακτική της τάξης κατά του κεφαλαίου, μέσα στην επερχόμενη φάση κρίσης της συνολικής αναπαραγωγής, εμπεριέχει την ικανότητα του προλεταριάτου να αμφισβητήσει την ίδια του την ύπαρξη ως τάξης. Η ίδια διάρθρωση της αντίφασης βρίσκεται επί το έργον στην πορεία των διεκδικητικών αγώνων· και τότε βρίσκει στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου το ειδικό της όριο και ταυτόχρονα τη ριζοσπαστικότητά της. Το να παράγει ο προλετάριος την ταξική του ιδιότητα μέσα στο κεφάλαιο ως εξωτερικό καταναγκασμό, ως κάτι ενδεχόμενο και όχι αναγκαίο, σημαίνει την υπέρβαση –μέσα στην επανάσταση, στην κρίση της αμοιβαίας συνεπαγωγής– της καθημερινής πορείας των διεκδικητικών αγώνων, υπέρβαση που παράγεται με αφετηρία αυτούς τους ίδιους αγώνες και μέσα στους κόλπους τους. Πρόκειται για την προοπτική που προσφέρει αυτός ο κύκλος αγώνων, όχι ως μετεξέλιξη αλλά ως παραγόμενη υπέρβαση (βλ. «Από τους σημερινούς αγώνες στην επανάσταση», T.C. 13).</p>
<p>Για να κατανοήσουμε την παραγωγή του κομμουνισμού, θα πρέπει να ενδιαφερθούμε για το περιεχόμενο αυτής της αμφισβήτησης, από το προλεταριάτο, τη ίδιας του τη ύπαρξης ως τάξης. Η τάξη βρίσκει τότε, μέσα σε ό,τι αυτή είναι ενάντια στο κεφάλαιο, την ικανότητα να κομμουνιστικοποιήσει την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την ίδια της την ταξική φύση ως εξωτερικευμένη μέσα στο κεφάλαιο. Η αντίφαση μεταξύ των τάξεων έχει γίνει η «προϋπόθεση» της ίδιας της της επίλυσης ως κοινωνικής αμεσότητας του ατόμου.</p>
<p><strong>***</strong></p>
<p>Το προλεταριάτο, που ορίζεται μέσα στην εκμετάλλευση, είναι η διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών κατά το ότι είναι μη κεφάλαιο. Εκεί βρίσκει το περιεχόμενο της <em>επαναστατικής δράσης</em> του με τη μορφή <em>κομμουνιστικών μέτρων</em>: κατάργηση της ιδιοκτησίας, του καταμερισμού της εργασίας, της ανταλλαγής, της αξίας.</p>
<p>Επειδή ακριβώς το προλεταριάτο, στην αντιφατική του σχέση με το κεφάλαιο, είναι η διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών, η αντίφαση –η εκμετάλλευση– μπορεί να πάρει αυτή τη μορφή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού μέσα στο κεφάλαιο. Η έσχατη αυτή διάρθρωση της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου δεν είναι άλλο από αυτό το περιεχόμενο (δηλαδή το προλεταριάτο ως διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών πάνω στη βάση των υπαρχουσών συνθηκών) εν κινήσει, αυτό το περιεχόμενο ως μορφή. Η δόμηση αυτή της αντίφασης δεν είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εκδηλωνόταν ένα αναλλοίωτο περιεχόμενο, μια επαναστατική φύση της τάξης, ένας προϋπάρχων ορισμός. Η αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, που είναι η εκμετάλλευση, μπορεί να δομηθεί ως εξωτερίκευση του ταξικού ανήκειν μέσα ακριβώς απ’ ό,τι βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της κατάστασης διάλυσης των υπαρχουσών συνθηκών στην αντιφατική σχέση με το κεφάλαιο: δηλαδή μέσα από τη μη επιβεβαίωση του προλεταριάτου στο εσωτερικό της αντίφασης, μέσα από το γεγονός ότι κανένα από τα στοιχεία του ορισμού της δεν είναι κάτι που να το επιβεβαιώνει στο εσωτερικό της σχέσης. Αυτή η δόμηση της ταξικής πάλης γίνεται τότε καθεαυτήν ένα περιεχόμενο, δηλαδή μια πρακτική. Το να είναι το προλεταριάτο ως τάξη η διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών επιβάλλεται, μέσα στην εξωτερίκευση του ταξικού ανήκειν, ως <em>κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί</em>, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλεται ως <em>προϋπόθεση αυτής της υπέρβασης</em>, παρέχει τους άξονες της υπέρβασης ως πρακτική, ως κομμουνιστικά μέτρα μέσα στην επανάσταση.</p>
<p>Το προλεταριάτο είναι η διάλυση της <em>ιδιοκτησίας</em> πάνω στη βάση της ιδιοκτησίας. Ως ιδιοκτησία, η ίδια του η δραστηριότητα ορθώνεται απέναντί του. Πάνω στη βάση της ιδιοκτησίας, το προλεταριάτο είναι η διάλυση της αυτόνομης μορφής του πλούτου. Ως άρνηση της ιδιοκτησίας μέσα σε μια σχέση που βρίσκεται στο εσωτερικό της ιδιοκτησίας, το προλεταριάτο είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την υπέρβαση της κτητικής οικειοποίησης, τη διάλυση της αντικειμενικότητας που αντιπαρατίθεται στη δραστηριότητα ως υποκειμενικότητα, την υπέρβαση του αντιφατικού προσδιορισμού του πλούτου ως αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας.</p>
<p>Το προλεταριάτο είναι η διάλυση του <em>καταμερισμού της εργασίας</em> πάνω στη βάση του καταμερισμού της εργασίας. Η αλλοτρίωση την οποία αντιπροσωπεύει ο καταμερισμός της εργασίας δεν έγκειται σε αυτό καθαυτό το γεγονός ότι κάθε άτομο καθηλώνεται σε μια μονομερή ανάπτυξη, αλλά στο ότι η καθήλωση αυτή υπάρχει μόνο σε συσχέτιση με την αυτονόμηση του κοινωνικού χαρακτήρα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο καταμερισμός της εργασίας φτάνει σε ένα στάδιο όπου μια τάξη μπορεί να είναι η εσωτερική του διάλυση και, ως επαναστατική δραστηριότητα, η προϋπόθεση της υπέρβασής του.</p>
<p>Ως ζωντανή εργασία, το προλεταριάτο βρίσκεται αντιμέτωπο με τη συνάρμοση της αντικειμενοποιημένης κοινωνικής εργασίας μέσα στο κοινωνικό κεφάλαιο. Όντας παραγωγός υπεραξίας, το προλεταριάτο σχετίζεται με κάθε κεφάλαιο ως μέρος του συνολικού κεφαλαίου. Η ικανότητα του προλεταριάτου να αντιμετωπίζει αυτή τη συνάρμοση ως ολότητα δεν απορρέει μόνο από το γεγονός ότι, επειδή είναι παραγωγός υπεραξίας, η εργασία του δεν είναι συνυφασμένη με καμία ιδιαίτερη παραγωγή· το ότι είναι παραγωγός υπεραξίας προϋποθέτει επίσης την πλήρη ανάπτυξη του βιομηχανικού καταμερισμού. Ο άκρος βιομηχανικός καταμερισμός της εργασίας σχετίζεται με τη συγκεκριμένη εργασία, αλλά υπάρχει μόνο επειδή αυτή η συγκεκριμένη εργασία πρέπει να αποδεικνύεται αφηρημένη εργασία, μόνο χάρη στον διπλό χαρακτήρα της εργασίας. Έτσι, για το προλεταριάτο, το ότι είναι η διάλυση του καταμερισμού της εργασίας πάνω στη βάση του καταμερισμού της εργασίας, επειδή είναι ζωντανή εργασία που παράγει αξία και υπεραξία, του δίνει τις βάσεις για να παραγάγει τον κομμουνισμό, καθώς είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την ανθρώπινη δραστηριότητα ως ολότητα. Εξάλλου, η σχέση που υπάρχει μέσα στο προλεταριάτο ανάμεσα στον κοινωνικό και τον βιομηχανικό καταμερισμό της εργασίας τού δίνει τις βάσεις να αντιμετωπίσει την ανθρώπινη δραστηριότητα ως ολότητα με αφετηρία κάθε ιδιαίτερη δραστηριότητα που εμπεριέχει αυτή την ολότητα. Το ζήτημα επομένως δεν είναι πια να γίνει αντιληπτή η ανθρώπινη δραστηριότητα ως ολότητα μέσα από μια αναδιοργάνωση της παραγωγής, μια συνολικοποίηση, μια σχεδιοποίηση, που απλώς θα όριζε τα μέρη ως τυχαία επεισόδια της ολότητας (βλ. τον καταμερισμό της εργασίας στον ασιατικό τρόπο παραγωγής ή στην παραδοσιακή κοινότητα). Εκεί ακριβώς, σ’ αυτή τη διπλή όψη της καταμεριζόμενης εργασίας (διπλή όψη που οι συνιστώσες της αλληλοπροσδιορίζονται μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή της αξίας), βρίσκεται η ικανότητα να παραχθεί αυτή η αμεσότητα της γενικής συνάρμοσης της κοινωνικής εργασίας μέσα σε κάθε συγκεκριμένη δραστηριότητα και όχι ως συνολικοποίηση ή απόρροια αυτών των δραστηριοτήτων. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν έχει τότε άλλο στόχο από τον εαυτό της και το αντικείμενό της, στο οποίο εφαρμόζεται, και όχι πια έναν εξωτερικό σκοπό (κεφάλαιο, αξία, αναπαραγωγή της ανώτερης ενότητας κτλ.).</p>
<p>Το προλεταριάτο είναι η διάλυση <em>της ανταλλαγής και της αξίας</em> πάνω στη βάση της ανταλλαγής και της αξίας. Στο σύστημα της αξίας, η άρνηση της αξίας περνάει αναγκαστικά από την εν κινήσει μορφή της: την ανταλλαγή.</p>
<p>Η πρώτη πλευρά μέσω της οποίας το προλεταριάτο είναι άρνηση της ανταλλαγής πάνω στη βάση της ανταλλαγής εδραζόταν στην ανταλλαγή της ζωντανής εργασίας με αντικειμενοποιημένη εργασία. Σ’ αυτή την ανταλλαγή σε τελική ανάλυση ο καπιταλιστής δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επιστρέφει στον εργάτη ένα μέρος της προηγουμένως αντικειμενοποιημένης εργασίας του. Ξεκινώντας από εκεί, ενάντια στο κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει σε ό,τι είναι το ίδιο την ικανότητα, καταργώντας το κεφάλαιο, να παραγάγει και να αντιμετωπίσει την ανθρώπινη δραστηριότητα ως την ίδια του τη διαδικασία ανανέωσης πέρα από κάθε άλλη προϋπόθεση.</p>
<p>Η δεύτερη πλευρά μέσω της οποίας το προλεταριάτο είναι άρνηση της ανταλλαγής πάνω στη βάση της ανταλλαγής εδράζεται στο γεγονός ότι το κεφάλαιο είναι μια αντίφαση εν κινήσει, κατά το ότι, για να αξιοποιηθεί, κινητοποιεί εργασία που έχει αναγορευθεί κοινωνική εργασία αλλά που είναι τέτοια μόνο στον βαθμό που έχει απέναντί της τον αντικειμενοποιημένο κοινωνικό χαρακτήρα της· μόνο μέσα στη σχέση αυτή μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ως άμεσα κοινωνική εργασία. Τα χαρακτηριστικά της συσσώρευσης του κεφαλαίου, η καθολικοποίηση και η κοινωνικοποίηση της εργασίας ως αντιθετικότητα προς την ίδια την εργασία, παρέχουν στο προλεταριάτο την ικανότητα, καταργώντας το κεφάλαιο, να παραγάγει την κατάσταση στην οποία κάθε δραστηριότητα βρίσκει τον σκοπό της μέσα της, κατά το ότι την προϋποθέτει η δραστηριότητα όλης της κοινωνίας και συμπυκνώνει τη δραστηριότητα αυτή.</p>
<p>Το προλεταριάτο είναι λοιπόν η άρνηση της ανταλλαγής πάνω στη βάση της ανταλλαγής, κατά το ότι η ανταλλαγή είναι η επιβεβαίωση του κοινωνικού χαρακτήρα κάθε δραστηριότητας μέσα στην αλλοτρίωση ως εξωτερικού προς την ίδια τη δραστηριότητα. Η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής και εκμετάλλευσης δεν μπορεί να θέσει σε ενέργεια παρά μόνο μια κοινωνικοποιημένη εργασία με στόχο τη δημιουργία αξίας· πρόκειται για μια αντίφαση εν κινήσει, που στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αποκτά την απολύτως πραγματική μορφή της αδυναμίας της ζωντανής εργασίας να αξιοποιήσει την αυξανόμενη μάζα του παγίου κεφαλαίου μέσα στο οποίο αντικειμενοποιείται, διαχωρισμένος από την ίδια, ο κοινωνικός χαρακτήρας της.</p>
<p>Το προλεταριάτο είναι, ως τάξη, η <em>διάλυση των τάξεων</em>. Το να είναι η διάλυση των τάξεων δεν σημαίνει πως είναι κάτι διαφορετικό από τη διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών, αλλά δεν πρόκειται για το ίδιο επίπεδο: το να είναι η διάλυση των τάξεων σημαίνει πως είναι η διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών ως πρακτική, ως ταξική πάλη· είναι η διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών κατά το ότι, ως ιδιαίτερη τάξη, η διάλυση αυτή είναι υποκείμενο, επαναστατική πρακτική. Το προλεταριάτο ποτέ δεν επιβεβαιώνεται στην ταξική του κατάσταση από την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης της οποίας είναι ένας από τους πόλους. Δεν μπορεί λοιπόν να θριαμβεύσει με το να γίνει ο απόλυτος πόλος της κοινωνίας (βλ. πιο πάνω σχετικά με τη ρωσική επανάσταση).</p>
<p>Ενάντια στο κεφάλαιο, μέσα στην αμεσότερη πτυχή της πρακτικής του, δηλαδή των όσων κάνει, το προλεταριάτο δεν θέλει να παραμείνει όπως είναι· δεν πρόκειται εδώ για εσωτερική αντίφαση. Το προλεταριάτο όντως δρα ως τάξη: το να αλλάξει τον εαυτό του και το να αλλάξει αυτές τις συνθήκες συμπίπτουν. Στο επίπεδο αυτό έχουμε τη διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών ως δράση ενός υποκειμένου, ως πρακτική που συνοψίζει τη διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών μέσα σε μια τάξη – τάξη που είναι η διάλυση των τάξεων απλώς και μόνο επειδή αγωνίζεται ως τάξη. Μέσα ακριβώς στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, το προλεταριάτο είναι μια τάξη που ποτέ δεν προσδιορίζεται θετικά προς τα έσω· είναι επομένως διάλυση των τάξεων μόνο ενάντια στο κεφάλαιο και όχι αφεαυτού.</p>
<p>Το ταξικό ανήκειν δεν είναι καθαυτό αλλοτρίωση σε σχέση με ένα απομονωμένο άτομο, ένα πρόσωπο, το οποίο θα έπρεπε να ορισθεί ή να μην ορισθεί κοινωνικά ως μέλος μιας τάξης. Το ταξικό ανήκειν, η ύπαρξη κάποιου ως συγκεκριμένου ατόμου, είναι αλλοτρίωση στο βαθμό που το άτομο αυτό θέτει αναγκαστικά την αντίπαλη τάξη, το διαχωρισμό από την κοινότητα, ως το δικό του ορισμό της συμμετοχής στην κοινότητα.</p>
<p>Η ανάλυση του προλεταριάτου σύμφωνα με την οποία αποτελεί, ως ιδιαίτερη τάξη, τη διάλυση των τάξεων οδηγεί απλώς και μόνο στην κατανόηση πώς το προλεταριάτο, καταργώντας το κεφάλαιο, βρίσκει σε ό,τι το ίδιο είναι μέσα σ’ αυτή την αντίφαση την ικανότητα να παραγάγει τον κομμουνισμό ως ανάπτυξη της ανθρωπότητας, μη θεωρώντας τίποτε από τα ήδη παραχθέντα ως όριο: αυτοπαραγωγή της ανθρωπότητας που δεν θέτει καμία κοινωνική σχέση ως προϋπόθεση προς αναπαραγωγή, αυτοπαραγωγή ως έλλειψη, πάθος, καταστροφή και συνεχής δημιουργία, που θέτει αδιάκοπα το γίγνεσθαι ως προαπαιτούμενο. Όπως στο προλεταριάτο, ως ιδιαίτερη τάξη που είναι η διάλυση των τάξεων, είχαμε τη σύνθεση κάθε διάλυσης την οποία αποτελεί το προλεταριάτο (ιδιοκτησία, ανταλλαγή, αξία, καταμερισμός της εργασίας), έτσι στην κατάργησή του ως τάξης, κατάργηση που παράγεται μέσα στην επανάσταση, ξαναβρίσκουμε το θετικό περιεχόμενο της υπέρβασης όλων των αλλοτριώσεων, που στην ποικιλομορφία της αποτελεί το περιεχόμενο των κομμουνιστικών μέτρων που παίρνονται από το προλεταριάτο κατά τη διάρκεια της επανάστασης.</p>
<p>Η κοινωνική αμεσότητα του ατόμου σημαίνει κατά βάση την κατάργηση της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις, αυτού του σχίσματος με το οποίο η κοινότητα γίνεται ξένη προς το άτομο. Πάνω στη βάση αυτή μπορούμε να αντιληφθούμε με θετικό τρόπο τι είναι τα άμεσα κοινωνικά άτομα, ή μάλλον τι είναι οι σχέσεις των άμεσα κοινωνικών ατόμων μέσα στη μοναδικότητά τους (στο στάδιο αυτό ο ίδιος ο όρος «κοινωνικά» γίνεται διφορούμενος, ίσως να μην είναι πια αναγκαίος). Η αυτοπαραγωγή τους μέσα στις αμοιβαίες σχέσεις τους δεν συνεπάγεται ποτέ αναπαραγωγή σε μια κατάσταση που θα ήταν μια ιδιαιτεροποίηση της κοινότητας – αντίθετα απ’ ό,τι συνεπάγονται ο καταμερισμός της εργασίας, η ιδιοκτησία και οι τάξεις. Τα άμεσα κοινωνικά άτομα αντιμετωπίζουν συνειδητά κάθε αντικείμενο ως ανθρώπινη δραστηριότητα και διαλύουν την αντικειμενικότητα σε μια ροή δραστηριοτήτων (υπέρβαση του προλεταριάτου ως διάλυση της ιδιοκτησίας πάνω στη βάση της ιδιοκτησίας)· αντιμετωπίζουν την ίδια τους τη δραστηριότητα ως ιδιαίτερη συγκεκριμενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας (παρόμοια όπως πριν για τον καταμερισμό της εργασίας)· θεωρούν έμπρακτα ότι η παραγωγή τους και το προϊόν τους, μέσα στη σύμπτωσή τους, είναι ο ίδιος ο αυτοσκοπός τους και περιέχουν τους προσδιορισμούς τους, τις δυνατότητες πραγματοποίησής τους και τις επιδιώξεις τους (παρόμοια όπως πριν για την ανταλλαγή και την αξία)· και, τέλος, θέτουν την κοινωνία ως συνεχώς προς παραγωγή μέσα στη σχέση μεταξύ ατόμων, και κάθε σχέση ως προαπαιτούμενο του μετασχηματισμού της (παρόμοια όπως πριν για τις τάξεις).</p>
<p>Η υπέρβαση των υπαρχουσών συνθηκών είναι υπέρβαση της αντικειμενοποίησης της παραγωγής. Από την άποψη αυτή ο κομμουνισμός είναι υπέρβαση όλης της περασμένης ιστορίας, δεν είναι ένας νέος τρόπος παραγωγής και δεν μπορεί να θέσει στον εαυτό του το ζήτημα της διαχείρισης της παραγωγής. Αποτελεί πλήρη ρήξη με τις έννοιες της οικονομίας, των παραγωγικών δυνάμεων, του αντικειμενοποιημένου μέτρου της παραγωγής. Ο άνθρωπος είναι αντικειμενικό ον (που συμπληρώνει τον εαυτό του με εξωτερικά αντικείμενα τα οποία κάνει να γίνονται γι’ αυτόν)· σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του η μη σύμπτωση μεταξύ της ατομικής δραστηριότητας και της κοινωνικής δραστηριότητας –που είναι προϊόν της ίδιας της ιστορίας του και δεν χρειάζεται ούτε να αποδειχθεί ούτε να συναχθεί με αφηρημένο τρόπο– έπαιρνε, σ’ αυτό το αντικειμενικό ον, τη μορφή του διαχωρισμού (της αντικειμενοποίησης) της παραγωγικής πράξης και της παραγωγής από το ίδιο, διαχωρισμού που γινόταν ο κοινωνικός χαρακτήρας της ατομικής του δραστηριότητας. Στην ιστορική πορεία του διαχωρισμού της δραστηριότητας από τις προϋποθέσεις της, ο διαχωρισμός, η αλλοτρίωση, η αντικειμενοποίηση, συγκρότησαν τις προϋποθέσεις αυτές σε οικονομία, σε σχέση παραγωγής, σε τρόπο παραγωγής. Το προλεταριάτο, όντας ως τάξη η διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και χωρίς να φαντάζεται ότι ο μοναδικός στόχος όλης της περασμένης ιστορίας ήταν να φτάσουμε σ’ αυτή την κατάσταση, αποτελεί μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο την προϋπόθεση της υπέρβασης όλης αυτής της ιστορίας.</p>
<p>Πώς μπορεί μια τάξη, δρώντας αποκλειστικά και μόνο ως τάξη, να καταργήσει τις τάξεις; Η ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ως αντίφαση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, μας δίνει τη λύση του αινίγματος. Προσοχή όμως: όταν δείχνουμε πάνω στο χάρτη τη διαδρομή που πρέπει να διανυθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι φτάσαμε στον στόχο· το αίνιγμα θα πρέπει να λυθεί μέσα στην ταξική πάλη αυτού του κύκλου αγώνων.</p>
<p style="text-align: right;">
<p style="text-align: right;">TC</p>
<p style="text-align: center;" lang="en-US">____________________________________________</p>
<p><strong>Επίμετρο </strong></p>
<p>Théorie Communiste (2009)</p>
<h2><span style="font-size: medium;">Από την TC 14 στη θεωρία της απόκλισης</span></h2>
<p>«Πώς μπορεί μια τάξη, δρώντας αποκλειστικά και μόνο ως τάξη, να καταργήσει τις τάξεις; Η ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ως αντίφαση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, μας δίνει τη λύση του αινίγματος. Προσοχή όμως: όταν δείχνουμε πάνω στον χάρτη τη διαδρομή που πρέπει να διανυθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι φτάσαμε στον στόχο· το αίνιγμα θα πρέπει να λυθεί μέσα στην ταξική πάλη αυτού του κύκλου αγώνων.»</p>
<p>Έτσι τελειώνει το κείμενο «Théorie Communiste», που γράφτηκε το 1996 και δημοσιεύτηκε στα τέλη του 1997. Από τότε πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια. Η διαδικασία επίλυσης του αινίγματος συνεχίστηκε, και μάλιστα γνώρισε ορισμένες εξάρσεις.</p>
<p>Ύστερα από τόσα χρόνια αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο νέος κύκλος αγώνων έκανε τη διαδρομή του μέσα από την αναδιάρθρωση αυτή. Στο κείμενο «Théorie Communiste», ο τωρινός κύκλος αγώνων ορίζεται θεμελιωδώς από το γεγονός ότι, μέσα στην αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η αντίφαση μεταξύ των τάξεων υφαίνεται στο επίπεδο της αντίστοιχης αναπαραγωγής τους, χωρίς αυτό να περιλαμβάνει (ή και να έχει σαν γενεσιουργό αιτία) την ύπαρξη μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα σε μια τέτοια δόμηση, κάτι που είχε ορίσει την πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα ότι η εκμετάλλευση είναι μια αντίφαση μέσα στην οποία το προλεταριάτο οδηγείται να αυτοαμφισβητηθεί. Αυτό συμβαίνει διότι δεν έχει άλλη ύπαρξη για τον εαυτό του εκτός από τις κατηγορίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Κατά συνέπεια, έχουμε την εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, το τέλος του εργατικού κινήματος και τη συνακόλουθη χρεωκοπία της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας ως επαναστατικής προοπτικής<sup><a name="sdfootnote6anc" href="#sdfootnote6sym"><sup>6</sup></a></sup>. Η δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων έγκειται στο ότι φέρει την άμεση υπέρβαση του κεφαλαίου ως κατάργηση όλων των τάξεων, αλλά το ίδιο ακριβώς γεγονός συνιστά και την <em>ταύτιση αυτής της δυναμικής με το όριό της</em>: το να είναι το προλεταριάτο τάξη δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω από το να είναι τάξη μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής· σημαίνει ότι δεν βρίσκει πια στην κατάστασή του καμία επιβεβαίωση ενός επέκεινα. «Η ίδια διάρθρωση της αντίφασης βρίσκεται επί το έργον στην πορεία των διεκδικητικών αγώνων· και τότε βρίσκει στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου το ειδικό της όριο και ταυτόχρονα τη ριζοσπαστικότητά της», γράφαμε στο κείμενο «Théorie Communiste». Την ταύτιση αυτή μπορούμε να τη διαπιστώνουμε καθημερινά, δηλαδή να διαπιστώνουμε ότι όσο η δράση της τάξης παραμένει τέτοια δεν περιέχει άμεσα τίποτε άλλο από την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων. Αλλά μπορούμε τώρα να διαπιστώσουμε ότι η ταύτιση (ύπαρξη του προλεταριάτου μόνο μέσα στις κατηγορίες του κεφαλαίου/ αυτοαμφισβήτησή του ως τάξης) δεν είναι συγχώνευση. Περιέχει και τη διαφορά ως απόκλιση στο εσωτερικό της και εκεί βρίσκεται η δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων. Η απόκλιση αυτή είναι η ανομοιότητα των προσδιορισμών και των πρακτικών στην πορεία των αγώνων· είναι το διακύβευμα αυτών των αγώνων.</p>
<p>Η διατύπωση της θεωρίας της απόκλισης είναι ένας χαιρετισμός στον παλιόφιλό μας, στον γερο-τυφλοπόντικα που ξέρει να δουλεύει τόσο καλά κάτω από την επιφάνεια.</p>
<p>Όλα τα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης – τα χαρακτηριστικά που μας εμφανίζονταν στην πορεία της μόνο μέσα στην άμεση ταύτισή τους με το όριό τους, και άρα δεν αναγγέλλανε την υπέρβαση του κεντρικού ερωτήματος του κομμουνισμού (πώς μπορεί μια τάξη που δρα αποκλειστικά και μόνο ως τάξη να παραγάγει την κατάργηση όλων των τάξεων;) παρά μόνο μέσω ενός κατά βάση θεωρητικού συμπερασμού – άρχισαν να εμφανίζονται αυτοτελώς. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε εμπειρικά τι πραγματικά είναι και να πούμε ότι «υπάρχει κάτι καινούργιο». Αυτήν ακριβώς την καινοτομία προσπαθούμε να μορφοποιήσουμε θεωρητικά με την έννοια της απόκλισης (écart). Σήμερα η ταξική πάλη του προλεταριάτου περιέχει ανιχνεύσιμα στοιχεία, δραστηριότητες που αναγγέλλουν την υπέρβασή της.</p>
<p>Εκ των υστέρων, μπορούμε έτσι να αντιληφθούμε τη θεωρητική δουλειά που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στη δημοσίευση του κειμένου «Théorie Communiste» στο 14ο τεύχος του περιοδικού (TC 14) και τη διατύπωση της θεωρίας της απόκλισης στην TC 20 ως μια διαδρομή προς αυτή την καινοτομία<sup><a name="sdfootnote7anc" href="#sdfootnote7sym"><sup>7</sup></a></sup>. Στη διαδρομή αυτή, το ζήτημα που συνεχώς εξεταζόταν και ετίθετο ξανά και ξανά, είτε αυτοτελώς είτε μέσω πιο ειδικών αναλύσεων, ήταν το ζήτημα της ταύτισης ανάμεσα στο όριο και τη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων: αφενός, το να δρας ως τάξη και να έχεις μοναδικό ορίζοντα την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και, αφετέρου, το να αυτοαμφισβητείσαι ως τάξη μέσα στη δράση αυτή. Η θεωρία της απόκλισης είναι η προσωρινή κατάληξη αυτής της διαδρομής, με την αντίληψη για το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικό καταναγκασμό.</p>
<p>Η σχέση εκμετάλλευσης είναι ο ορισμός του προλεταριάτου ως τάξης. Πρόκειται για μια σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής στην οποία κάθε όρος (η εργασία και το κεφάλαιο) βρίσκει στον άλλον την αναγκαιότητά του, τον λόγο ύπαρξής του. Η σχέση δεν είμαι όμως συμμετρική: το κεφάλαιο υπάγει την εργασία. Εκεί ακριβώς τα πράγματα περιπλέκονται.</p>
<p>Για το προλεταριάτο, ο ορισμός του και η αναγκαιότητα της αναπαραγωγής του είναι κάτι που το βρίσκει απέναντί του να αντιπροσωπεύεται από το κεφάλαιο. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η εργασία υπάρχει κοινωνικά –η αξιοποίηση– είναι η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο. Οριζόμενο από την εκμετάλλευση, το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίφαση με την αναγκαία κοινωνική ύπαρξη της εργασίας του ως κεφαλαίου, δηλαδή ως αυτονομημένης αξίας που παραμένει τέτοια μόνο στο βαθμό που αξιοποιείται. Για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, το προλεταριάτο πάντα είναι αναγκαίο και πάντα περισσεύει. Εδώ βρίσκουμε την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ως αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, αντίφαση μεταξύ τάξεων.</p>
<p>Το προλεταριάτο δεν βρίσκει ποτέ την επιβεβαίωσή του στην αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης της οποίας είναι αναγκαίος πόλος. Ο ίδιος του ο ορισμός και η ύπαρξη ως τάξης είναι διαρκώς για τον εαυτό τους, μέσα στη σχέση με το κεφάλαιο, μια αντίφαση. Εξαιτίας ακριβώς της μη επιβεβαίωσης του προλεταριάτου μέσα στην αντίφαση, εξαιτίας δηλαδή του γεγονότος ότι κανένα από τα στοιχεία του ορισμού του δεν το επιβεβαιώνει μέσα στη σχέση αυτή, η αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου –η εκμετάλλευση– μπορεί, στην πρακτική του προλεταριάτου μέσα στην πάλη των τάξεων, να δομηθεί ως εξωτερίκευση του ταξικού ανήκειν.</p>
<p>Σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων, το να δρα το προλεταριάτο ως τάξη έγινε, μέσα στην ίδια τη δραστηριότητα του προλεταριάτου ως τάξης, το όριο αυτής της δραστηριότητας. Το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός είναι η δόμηση εκείνη της αντίφασης όπου το να δρα ως τάξη είναι το ίδιο το όριο της δραστηριότητας του προλεταριάτου – και έχει γίνει το <em>διακύβευμα</em> της ταξικής πάλης. Το ότι, για το προλεταριάτο, το να δρα ως τάξη αποτελεί το όριο της δράσης του ως τάξης είναι τώρα μια αντικειμενική κατάσταση της ταξικής πάλης· το ότι αυτό το όριο δομείται μέσα στους αγώνες ως τέτοιο και γίνεται <em>το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός</em>, είναι ένα διακύβευμα μέσα στους αγώνες αυτούς: επίπεδο της σύγκρουσης με το κεφάλαιο· συγκρούσεις στο ίδιο το εσωτερικό αυτών των αγώνων. Ο μετασχηματισμός αυτός είναι ένας προσδιορισμός της τωρινής αντίφασης μεταξύ των τάξεων, αλλά είναι η συγκεκριμένη κάθε φορά πρακτική ενός αγώνα σε μια δεδομένη στιγμή, μέσα σε δεδομένες συνθήκες.</p>
<p>Αν το προλεταριάτο δεν επιβεβαιώνεται ποτέ στην ταξική του κατάσταση με την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης της οποίας αποτελεί έναν πόλο, δεν μπορεί ούτε να θριαμβεύσει με το να γίνει ο απόλυτος πόλος της κοινωνίας. Επειδή ακριβώς το προλεταριάτο είναι μη-κεφάλαιο, επειδή είναι η διάλυση όλων των υπαρχουσών συνθηκών (εργασία, ανταλλαγή, καταμερισμός της εργασίας, ιδιοκτησία) μέσα στις συνθήκες αυτές και όχι απέναντί τους, η αντίφαση την οποία αποτελεί η εκμετάλλευση μπορεί να πάρει αυτή τη μορφή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού. Το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός είναι τότε <em>το ίδιο</em> ένα περιεχόμενο, δηλαδή μια πρακτική. Ως μη-κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει εκεί το περιεχόμενο της <em>επαναστατικής δράσης</em> του με τη μορφή <em>κομμουνιστικών μέτρων</em>: κατάργηση της ιδιοκτησίας, του καταμερισμού εργασίας, της ανταλλαγής, της αξίας. Η <em>κομμουνιστικοποίηση</em> δεν είναι τίποτε άλλο από τα <em>κομμουνιστικά μέτρα</em> που παίρνονται από το προλεταριάτο ως απλά <em>μέτρα αγώνα</em> ενάντια στο κεφάλαιο. Μέσα στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, τα μέτρα αυτά είναι η ίδια η πραγματικότητα της παραγωγής του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού.</p>
<p>Το ότι η επανάσταση είναι η κατάργηση όλων των τάξεων υπάρχει ως επίκαιρο γεγονός κατά το ότι <em>η δράση του προλεταριάτου ως τάξης είναι, για την ίδια, ένα όριο</em>. Η κατάργηση των τάξεων δεν είναι ένας στόχος που θέτουμε, δεν είναι ένας ορισμός της επανάστασης ως νόρμας προς επίτευξη. Είναι ένα τωρινό περιεχόμενο μέσα σε ό,τι είναι η ίδια η ταξική πάλη. Είναι το «ιλιγγιώδες βήμα» που πρέπει να κάνουμε όσον αφορά τη θεωρητική κατανόηση και την πρακτική των τωρινών αγώνων. Το να παραγάγει το ταξικό του ανήκειν ως εξωτερικό καταναγκασμό σημαίνει για το προλεταριάτο ότι έρχεται σε σύγκρουση με την προηγούμενη κατάστασή του – δεν πρόκειται για «απελευθέρωση» ούτε για «αυτονομία». Μέσα σε ό,τι το ίδιο είναι μέσα στο κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει την ικανότητα να κομμουνιστικοποιήσει την κοινωνία τη στιγμή που αντιμετωπίζει την ίδια του την ταξική φύση ως εξωτερικευμένη στο κεφάλαιο. Με την παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού, μπορούμε, ξεκινώντας από τους τωρινούς αγώνες, να κατανοήσουμε το <em>σημείο καμπής της ταξικής πάλης</em>, την υπέρβασή της, ως παραγόμενη υπέρβαση: στον αγώνα της ενάντια στο κεφάλαιο, η τάξη στρέφεται ενάντια στον εαυτό της, δηλαδή αντιμετωπίζει την ίδια της την ύπαρξη, όλα όσα την ορίζουν στη σχέση της με το κεφάλαιο (και η τάξη δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή τη σχέση) ως όριο της δράσης της. Οι προλετάριοι δεν απελευθερώνουν μια «αληθινή ατομικότητα» που την αρνείται το κεφάλαιο· η επαναστατική πρακτική είναι ακριβώς η σύμπτωση ανάμεσα στην αλλαγή των περιστάσεων και την ανθρώπινη δραστηριότητα ή αυτομετασχηματισμό. Αυτή ακριβώς η μεταστροφή και η θεωρία της είναι, <em>σε παρόντα χρόνο</em>, η δυνατότητα της επανάστασης ως κομμουνιστικοποίησης<sup><a name="sdfootnote8anc" href="#sdfootnote8sym"><sup>8</sup></a></sup>.</p>
<p>Η δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων δεν είναι μια αφηρημένη αρχή, αλλά η <em>απόκλιση</em> που ορισμένες τωρινές πρακτικές δημιουργούν στο εσωτερικό εκείνου που αποτελεί το γενικό όριο αυτού του κύκλου αγώνων: του να δρα το προλεταριάτο ως τάξη.</p>
<p>Χάρη σε αυτήν ακριβώς την απόκλιση που ορισμένες πρακτικές δημιουργούν μέσα στους τωρινούς αγώνες, στο εσωτερικό του ίδιου του ορίου τους, η κομμουνιστικοποίηση γίνεται επίκαιρη, γίνεται τωρινό ζήτημα. Αλλά πρόκειται απλώς και μόνο για μια απόκλιση στο εσωτερικό του ορίου: του να δρα το προλεταριάτο ως τάξη.</p>
<p>Το να δρας ως τάξη σημαίνει σήμερα, από τη μια, ότι έχεις μοναδικό ορίζοντα το κεφάλαιο και τις κατηγορίες της αναπαραγωγής του, και από την άλλη, για τον ίδιο λόγο, ότι βρίσκεσαι σε αντίφαση με την ίδια σου την ταξική αναπαραγωγή, ότι τη θέτεις σε αμφισβήτηση. Πρόκειται για τις δύο όψεις της ίδιας της δράσης του προλεταριάτου ως τάξης. Αυτή η διαμάχη, αυτή η απόκλιση μέσα στη δράση της τάξης (αναπαραγωγή ως τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής / αυτοαμφισβήτηση) υπάρχει στην πορεία των περισσότερων συγκρούσεων· η ήττα είναι η αποκατάσταση της ταύτισης ανάμεσα στα δύο.</p>
<p>Η ρήξη, το ποιοτικό άλμα ανάμεσα στην καθημερινή πορεία των αγώνων και την επανάσταση, αναγγέλλεται μέσα σε αυτή την καθημερινή πορεία ως πολλαπλασιασμός των αποκλίσεων στο εσωτερικό αυτής της ταύτισης. Το ζήτημα δεν είναι να θεωρήσουμε τα στοιχεία που συνθέτουν αυτή την αναγγελία ως σπόρους που πρέπει να αναπτυχθούν, αλλά ως εκείνο που κάνει αβίωτη αυτή την ταύτιση όποτε το προλεταριάτο, μέσα στη δράση του, εξωτερικεύει την ταξική του ύπαρξη ως καταναγκασμό που υφίσταται μέσα στο κεφάλαιο, απέναντι στο ίδιο. Ανάμεσα στη συγκρότηση της τάξης μέσα στην αντίφασή της με το κεφάλαιο και την αναγκαία αναπαραγωγή της μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου υπάρχει μια απόκλιση. Αυτή η απόκλιση είναι η ύπαρξη των πρακτικών με τις οποίες το προλεταριάτο, ενάντια στο κεφάλαιο, δεν αποδέχεται πια την ύπαρξή του ως τάξης αυτού του τρόπου παραγωγής, την ίδια του την ύπαρξη, τον ίδιο του τον κοινωνικό ορισμό. Δηλαδή, αφενός η ύπαρξη της τάξης, που δεν είναι πια παρά μόνο ύπαρξη για το κεφάλαιο –όπως κάθε αγώνας τη σχηματοποιεί μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και όπως, μέσα στον αγώνα του, το προλεταριάτο δεν την αναγνωρίζει πια ως δική του– και, αφετέρου, η αμφισβήτησή του, η άρνηση της κατάστασής του, στα οποία οδηγούν το προλεταριάτο η συνέχιση και εμβάθυνση της αντίφασής του με το κεφάλαιο. Αυτή ακριβώς η απόκλιση αναγγέλλει, μέσα στην καθημερινή πορεία των αγώνων, την υπέρβασή του. Αυτή είναι ο λόγος ύπαρξης ενός ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης. Σε κάθε αγώνα του, το προλεταριάτο βλέπει την ύπαρξή του ως τάξης να αντικειμενοποιείται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως κάτι που του είναι ξένο και που, μέσα στον αγώνα του, οδηγείται να αμφισβητήσει.</p>
<p>Από τους διεκδικητικούς αγώνες ως την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη, ποιοτικό άλμα· αλλά η ρήξη αυτή δεν είναι ένα θαύμα, ούτε είναι απλώς η διαπίστωση από το προλεταριάτο ότι δεν μπορεί να γίνει πια τίποτε άλλο από την επανάσταση, αφού όλα τα υπόλοιπα αποτυχαίνουν. Το «μόνη λύση η επανάσταση» είναι ανοησία αντίστοιχη με την επαναστατική δυναμική των διεκδικητικών αγώνων. Η ρήξη αυτή παράγεται κατά θετικό τρόπο από την εκτύλιξη του κύκλου αγώνων που προηγείται, και μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της. Η ρήξη αυτή <em>αναγγέλλεται</em> με τον πολλαπλασιασμό των <em>αποκλίσεων</em> στο εσωτερικό της ταξικής πάλης. Σήμερα, η επανάσταση εξαρτάται από το ξεπέρασμα μιας συστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το να είναι τάξη αποτελεί για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο αγώνας του ως τάξης πρέπει να υπερπηδήσει / καταργήσει.</p>
<p>Αυτός ο κύκλος αγώνων είναι η δράση μιας εργατικής τάξης που έχει ανασυντεθεί. Στις κεντρικές ζώνες συσσώρευσης, πρόκειται για την εξαφάνιση των μεγάλων εργατικών προπυργίων και την προλεταριοποίηση των υπαλλήλων, για την «τριτογενοποίηση» της εργατικής απασχόλησης (συντηρητές, χειριστές μηχανημάτων, οδηγοί οχημάτων, μεταφορείς εμπορευμάτων, εργάτες αποθήκευσης και μετακίνησης εμπορευμάτων κτλ. – αυτός ο τύπος απασχόλησης είναι τώρα πλειοψηφικός στους εργάτες), για εργασία σε μικρότερες επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις, για έναν νέο καταμερισμό εργασίας και μια νέα διαίρεση της εργατικής τάξης με την εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων χαμηλής προστιθέμενης αξίας (νεαροί εργαζόμενοι, που αμείβονται με τον βασικό μισθό, συχνά αναπληρωτές, χωρίς επαγγελματική προοπτική), για τη γενίκευση της διαχείρισης «μηδενικού αποθέματος» («just in time»), για την παρουσία νεαρών εργατών για τους οποίους η σχολική εκπαίδευση διέκοψε τη συνέχεια των γενεών και οι οποίοι απορρίπτουν μαζικά τη δουλειά στο εργοστάσιο και την εργατική συνθήκη γενικά, για τις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων.</p>
<p>Οι μεγάλες συγκεντρώσεις εργατικού δυναμικού στην Ινδία ή την Κίνα εντάσσονται σε αυτή την παγκόσμια κατάτμηση της εργατικής δύναμης· τόσο εξαιτίας του παγκόσμιου ορισμού τους όσο και εξαιτίας της ίδιας τους της εθνικής ένταξης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναβιώνουν αλλού ό,τι εξαφανίστηκε στη «Δύση». Εκείνο που όριζε την εργατική ταυτότητα και εκφραζόταν στο εργατικό κίνημα ήταν ένα κοινωνικό σύστημα ύπαρξης και αναπαραγωγής, όχι η απλή ύπαρξη ποσοτικών υλικών χαρακτηριστικών.</p>
<p>Το παράδοξο αυτής της νέας ταξικής σύνθεσης είναι ότι εξαφανίζει την αναγνώριση της ύπαρξης της εργατικής τάξης την ίδια στιγμή που η εργατική συνθήκη επεκτείνεται. Αυτή η «εξαφάνιση» δεν είναι παρά αποτέλεσμα αυτής της νέας σύνθεσης και της κατάτμησης της εργατικής δύναμης. Η εργατική τάξη είναι παρούσα στο μέγιστο βαθμό και η ταξική πάλη είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ιστορία, αλλά αφενός το προλεταριάτο δεν επιβεβαιώνεται πια στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και αφετέρου η αντίφασή του με το κεφάλαιο περιέχει γι’ αυτό την ίδια του την αμφισβήτηση.</p>
<p>Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής εργασίας και του διεκδικητικού αγώνα ως προαπαιτούμενο της επαναστατικής δραστηριότητάς της. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα μέσα στην οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Ένα τμήμα του προλεταριάτου, ξεπερνώντας το διεκδικητικό χαρακτήρα του αγώνα του, θα λάβει μέτρα κομμουνιστικοποίησης και θα δρομολογήσει έτσι την ενοποίηση του προλεταριάτου, η οποία δεν θα είναι διαφορετική από την ενοποίηση της ανθρωπότητας, δηλαδή από τη δημιουργία της ως <em>συνόλου σχέσεων που τα άτομα δημιουργούν αναμεταξύ τους μέσα στη μοναδικότητά τους</em><sup><a name="sdfootnote9anc" href="#sdfootnote9sym"><sup>9</sup></a></sup>.</p>
<p>Η κατάργηση του κεφαλαίου σημαίνει να αρνείσαι τον εαυτό σου ως εργαζόμενο και όχι να αυτοοργανώνεσαι ως τέτοιος· είναι ένα κίνημα κατάργησης των επιχειρήσεων, των εργοστασίων, του προϊόντος, της ανταλλαγής (με όλες τις μορφές της).</p>
<p>Συνοψίζοντας, αυτός ο κύκλος αγώνων ορίζεται ως μια κατάσταση όπου το προλεταριάτο δεν υπάρχει ως τάξη παρά μόνο μέσα στην αντιφατική του σχέση με το κεφάλαιο, μια σχέση που δεν εμπεριέχει την παραμικρή επιβεβαίωση μιας εργατικής ταυτότητας ούτε «αναδίπλωση» απέναντι στο κεφάλαιο: η αντίφαση με το κεφάλαιο είναι για το προλεταριάτο η ίδια του η αμφισβήτηση. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι το προλεταριάτο γίνεται ένα «καθαρά αρνητικό» ον – εκτός κι αν με τον  χαρακτηρισμό αυτό εννοούμε την κριτική κάθε αντίληψης για μια επαναστατική φύση του προλεταριάτου.</p>
<p>Όντας διάλυση των υπαρχουσών συνθηκών, το προλεταριάτο ορίζεται ως τάξη μέσα στο κεφάλαιο και στη σχέση του με αυτό, δηλαδή ως τάξη της εργασίας που παράγει αξία και, ειδικότερα, υπεραξία. Εκείνο που εξαφανίστηκε στον τωρινό κύκλο αγώνων, ύστερα από την αναδιάρθρωση των δεκαετιών 1970 / 1980, δεν είναι αυτή η αντικειμενική ύπαρξη αλλά η επιβεβαίωση, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, μιας προλεταριακής ταυτότητας. Όταν λέμε ότι το προλεταριάτο δεν υπάρχει ως τάξη παρά μόνο μέσα και ενάντια στο κεφάλαιο, ότι παράγει όλο του το είναι, όλη του την οργάνωση, την πραγματικότητά του και τη συγκρότησή του ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο και εναντίον του, λέμε ότι το προλεταριάτο είναι η τάξη της εργασίας που παράγει υπεραξία.</p>
<p>Το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι επαναστατικό παρά μόνο αναγνωρίζοντας τον εαυτό του ως τάξη· αναγνωρίζει τον εαυτό του κατ’ αυτό τον τρόπο μέσα σε κάθε σύγκρουση και, κατά μείζονα λόγο, σε μια κατάσταση όπου η ύπαρξή του ως τάξης θα είναι, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αυτό που θα έχει να αντιμετωπίσει. Εκείνο που δεν πρέπει να μας παραπλανά είναι το περιεχόμενο αυτής της «αναγνώρισης». Το να αναγνωρίσει το προλεταριάτο τον εαυτό του ως τάξη δεν θα είναι μια «αναδίπλωση» στον εαυτό του· θα είναι πλήρης εξωστρέφεια, αφού θα είναι <em>αυτοαναγνώριση του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. </em>Αυτό που είμαστε ως τάξη δεν είναι άμεσα τίποτε άλλο από τη σχέση μας με το κεφάλαιο. Η «αναγνώριση» αυτή θα είναι στην πραγματικότητα μια πρακτική αναγνώριση, μέσα στη σύγκρουση, όχι του εαυτού μας και για τον εαυτό μας, αλλά του κεφαλαίου.</p>
<div id="sdfootnote1">
<p><a name="sdfootnote1sym" href="#sdfootnote1anc">1</a>. 	«[Οι TC] 	μιλούν για τη σχέση εκμετάλλευσης 	ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, 	λένε ότι η σχέση αυτή είναι ιστορία και 	ότι η επανάσταση και ο κομμουνισμός 	είναι ιστορικά προϊόντα της δράσης του 	προλεταριάτου με αφετηρία την καθορισμένη 	θέση του σε αυτή τη σχέση εκμετάλλευσης. 	Δεν θέτουν σαν θεμέλιο των αναλύσεών 	τους τη σχέση έρωτα ή μίσους του 	προλετάριου με την εργασία. Λένε ότι 	ένα ορισμένο περιεχόμενο της σχέσης 	εκμετάλλευσης (τυπική υπαγωγή, πρώτη 	φάση της πραγματικής υπαγωγής) έχει 	αποτέλεσμα ότι η δραστηριότητα του 	προλεταριάτου κατά του κεφαλαίου θέτει 	ή παράγει την επανάσταση ως απελευθέρωση 	της εργασίας. Δεν φαντάζονται πως, αν 	οι προλετάριοι θέλουν να ελευθερώσουν 	τη δραστηριότητά τους από την εκμετάλλευση, 	ο λόγος είναι ότι λατρεύουν την εργασία 	στο πλαίσιο της εκμετάλλευσης (ή ακόμα 	και μετά), το αντίθετο μάλιστα. Η 	απελευθέρωση της εργασίας από την 	καπιταλιστική εκμετάλλευση σημαίνει 	λιγότερη και διαφορετική εργασία, καθώς 	και ελευθέρωση χρόνου για την αναψυχή, 	την απόλαυση και την κουλτούρα. Αν οι 	εργάτες ήταν ερωτευμένοι με την εργασία 	τους, δεν θα αντιμετώπιζαν την επανάσταση 	–τον Φεβρουάριο και Ιούνιο του 1848, το 	1871 στο Παρίσι, το 1921 στην Κρονστάνδη– 	ως απελευθέρωση της εργασίας, ούτε τον 	νόμο της αξίας ως ιδεώδες μιας μεταβατικής 	περιόδου που θα τους έβγαζε από την 	εκμετάλλευση. Αν η επανάσταση δεν ήταν 	απελευθέρωση της εργασίας, δεν θα έκαναν 	–μέσω των Συμβουλίων και των Σοβιέτ– 	τη θέση των εργαζομένων μοχλό της 	απελευθέρωσής τους ως εργαζομένων». 	Από το κείμενο <em>Η 	Σύνοδος της Εφέσου</em> που δημοσιεύτηκε στο 19<sup>ο</sup> τεύχος της TC.</p>
</div>
<div id="sdfootnote2">
<p><a name="sdfootnote2sym" href="#sdfootnote2anc">2</a>. 	Σχετικά με την ιστορική σημασία του 	καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, 	παραθέτουμε μερικές γραμμές από το 	βιβλίο του Roland Simon, <em>Théorie du 	communisme, volume 1 : Fondements critiques d’une théorie de 	la révolution ­–</em><em> </em><em>Au</em><em>-</em><em>del</em><em>à 	de l’affirmation du prolétariat</em>, 	εκδ. Senonevero 2001: 	«Το κεφάλαιο δεν είναι απλώς εμπόδιο 	για την επανάσταση. Είναι σε θέση, μέσω 	της ίδιας του της ανάπτυξης, να επιλύει 	μια αντίφαση που φέρει ως υπέρβασή της 	τον κομμουνισμό. Αν το κεφάλαιο είναι 	«αντίφαση εν κινήσει» όπως εκθέτει ο 	Μαρξ στα Grundrisse, 	αν η ανάπτυξή του είναι παραγωγή των 	συνθηκών –όχι μόνο των υλικών αλλά και 	υπό μορφή δραστηριότητας του προλεταριάτου– 	οι οποίες μπορούν να επιφέρουν τη 	διάλυση αυτής της στενής βάσης που 	είναι η αξία-εργασία, τότε εκείνο που 	περιγράφεται δεν είναι μόνο η <em>νεκρολογία</em> του αλλά ταυτόχρονα <em>η 	δύναμή του</em> και η 	ιστορική σημασία του. Επειδή ακριβώς 	όλη η ανάπτυξή του, που θεμελιώνεται 	πάνω στην ιδιοποίηση και την άρνηση 	της ζωντανής εργασίας, είναι αντίφαση 	εν κινήσει, το κεφάλαιο συνεπάγεται 	και αναπαράγει κατά αντιφατικό τρόπο 	το προλεταριάτο. Το προλεταριάτο ως 	επαναστατική τάξη και η ανάπτυξη του 	κεφαλαίου ως αντίφαση εν κινήσει είναι 	οι δύο όψεις της ίδιας διαδικασίας, της 	ίδιας σχέσης παραγωγής. Επειδή ακριβώς 	το κεφάλαιο είναι αυτή η αντιφατική 	διαδικασία που το υπονομεύει, έχει μια 	ιστορική σημασία· αλλά τότε το να έχει 	μια ιστορική σημασία δεν είναι άλλο, 	μέσα στο ίδιο το περιεχόμενο της 	ανάπτυξής του, από τη δυνατότητα να 	επιβάλλει, ενάντια στην επαναστατική 	τάξη, <em>την ίδια του 	την αναπαραγωγή και συσσώρευση ως 	απάντηση που έχει ένα ιστορικό νόημα 	απέναντι στην επανάσταση</em>. 	Είναι σε θέση, για τον λόγο αυτό, να 	μετασχηματίζει τους τρέχοντες 	προσδιορισμούς του κύκλου αγώνων σε 	όρια».</p>
</div>
<div id="sdfootnote3">
<p><a name="sdfootnote3sym" href="#sdfootnote3anc">3</a>. 	«Ονομάζουμε <em>κύκλο 	αγώνων</em> το σύνολο 	των αγώνων, των οργανώσεων και των 	θεωριών που απαρτίζουν μια ιστορικά 	προσδιορισμένη πρακτική του προλεταριάτου 	μέσα στην αμοιβαία συνεπαγωγή των δύο 	όρων της εκμετάλλευσης που είναι η 	δυναμική αντίφαση του καπιταλιστικού 	τρόπου παραγωγής. […] Ακόμα κι αν τα 	χρονολογικά ορόσημα είναι ταυτόσημα, 	η έννοια του κύκλου αγώνων δεν συμπίπτει 	με αυτή της ιστορικής περιόδου του 	καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στην 	έννοια του κύκλου αγώνων, η πρακτική 	του προλεταριάτου ορίζεται ως η εξέχουσα 	όψη μιας ολότητας μέσω της οποίας αυτή 	η ολότητα παράγει το ξεπέρασμά της. 	Κατά συνέπεια, ένας κύκλος αγώνων είναι 	μια περίοδος του καπιταλιστικού τρόπου 	παραγωγής θεωρημένη στο βαθμό που 	παράγει το ξεπέρασμά της. […] Το 	προλεταριάτο παράγει τον κομμουνισμό 	ενάντια στο κεφάλαιο, κάτι που σημαίνει 	ότι είναι το υποκείμενο αυτού του 	ξεπεράσματος, όχι ως εκτελεστής ή ως 	μαμή, αλλά ως πόλος της ίδιας της 	αντίφασης. Αν, ξεκινώντας από την 	εκμετάλλευση, βυθίζουμε ό,τι κάνει το 	προλεταριάτο επαναστατική τάξη σε ό,τι 	το ορίζει ως τάξη του καπιταλιστικού 	τρόπου παραγωγής, δηλαδή στην αμοιβαία 	συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο, η αναγκαία 	σύνδεση ανάμεσα στην καθημερινή πορεία 	της ταξικής πάλης και την επανάσταση, 	σύνδεση θεωρημένη ως ιστορική φάση, 	αποτελεί έναν κύκλο αγώνων. […] Το ζήτημα 	δεν είναι ούτε να μετατρέψουμε κάθε 	επόμενο κύκλο αγώνων σε μοντέλο για 	τους προηγούμενους κύκλους ούτε να 	σκεφτούμε το κύκλο στον οποίο βρισκόμαστε 	σαν να έχει με απομονωμένο τρόπο τον 	κομμουνισμό ως την επίλυσή του. Κάθε 	κύκλος αγώνων συνιστά μια ιδιαίτερη 	ολότητα, μέσω των προσδιορισμών του 	και του τρόπου με τον οποίο η επανάσταση 	και ο κομμουνισμός ορίζονται από το 	ιστορικό στάδιο της αντίφασης ανάμεσα 	στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο που 	αυτός ο κύκλος εκφράζει. Ωστόσο, η 	διαδοχή των κύκλων αγώνων δεν εμφανίζεται 	ως παράθεση οριοθετημένων ολοτήτων: 	υπάρχει μια πρόοδος, ένα ξεπέρασμα των 	ορίων του προηγούμενου κύκλου στην 	ιδιαιτερότητα του νέου κύκλου. Την ίδια 	στιγμή που ο νέος κύκλος αποτελεί το 	ξεπέρασμα του προηγούμενου, συνθέτει 	τα χαρακτηριστικά, τη μορφή, τους 	προσδιορισμούς αυτού του κύκλου με 	όρους ορίων, αντιφάσεων∙ μέσω αυτού 	φανερώνει ότι ο ίδιος ο προηγούμενος 	κύκλος μπορεί να αναλυθεί σαν να 	παρήγαγε, να έφερε και να απαιτούσε το 	ξεπέρασμά του σε σχέση, αναγκαία αλλά 	διαμεσολαβημένη από τον επόμενο κύκλο, 	με τον κομμουνισμό όπως αυτός ο τελευταίος 	κύκλος τον ορίζει. Τα χαρακτηριστικά 	των προηγούμενων κύκλων φέρουν έτσι, 	μέσα στην κατανόηση που παρέχει ο 	επόμενος κύκλος, τον κομμουνισμό όπως 	ορίζεται από αυτόν τον τελευταίο. Το 	λάθος θα ήταν να ξεχάσουμε την αφετηρία 	της ανάλυσης, να ξεχάσουμε την 	πραγματικότητα του τωρινού κύκλου και 	να σκεφτούμε ότι ο προηγούμενος κύκλος 	φέρει τον κομμουνισμό ανεξάρτητα από 	την ύπαρξη του τωρινού κύκλου. Και μόνο 	η ύπαρξη αυτού του νέου κύκλου κάνει 	αυτή την ‘αφετηρία’ όχι μια υποκειμενική 	οπτική αλλά μια αντικειμενική σχέση». R.S. <em>Le 	concept de cycle de luttes</em> στο http://meeting.communisation.net.</p>
<p lang="en-GB">
</div>
<div id="sdfootnote4">
<p><a name="sdfootnote4sym" href="#sdfootnote4anc">4</a>. 	«Αν λέμε <em>τώρα</em> ότι τα επαναστατικά κινήματα του 	παρελθόντος ηττήθηκαν με βάση ό,τι τα 	ίδια ήταν, ότι μέσα τους βρισκόταν η 	εσώτερη σύνδεσή τους με την αντεπανάσταση, 	αν δεν ξαναγράφουμε την ιστορία 	υποθέτοντας πως οι επαναστάσεις αυτές 	θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικές, αυτό 	δεν σημαίνει πως εντοπίζουμε μέσα τους 	κάποια έλλειψη, δεν σημαίνει πως τους 	αποδίδουμε εξ ορισμού την τωρινή 	συνείδηση, που είναι ακριβώς αποτέλεσμα 	των αποτυχιών τους και των αντεπαναστάσεων. 	Οι Ρώσοι προλετάριοι του 1917, οι Γερμανοί 	του 1919, οι Ισπανοί του 1936, οι Γάλλοι ή 	Ιταλοί του 1968, έδρασαν όπως ήταν, έκαναν 	τα επαναστατικά τους κινήματα και τις 	εξεγέρσεις τους με πλήρη συνείδηση και 	με όλες τους τις αντιφάσεις. Καμία από 	τις ενέργειές τους δεν ήταν γι’ αυτούς 	τυχαία· το όριο του κινήματός τους τούς 	επιβλήθηκε από την αντεπανάσταση που 	είχαν να αντιπαλέψουν, μια αντεπανάσταση 	που δεν ήταν γι’ αυτούς ένα ανυπέρβλητο 	εσωτερικό όριο αλλά η ίδια η φύση του 	αγώνα τους. Αυτό που μπορούμε να πούμε 	τώρα για τα κινήματα αυτά το λέμε <em>τώρα</em>, 	και αν μπορούμε να πούμε γιατί τα 	κινήματα αυτά ηττήθηκαν το οφείλουμε 	στους αγώνες όπως πραγματικά δόθηκαν 	και στην αντεπανάσταση που τους συνέτριψε 	(οι αντεπαναστάσεις είναι επίσης και 	κυρίως η σχέση μας με τις επαναστάσεις 	του παρελθόντος). <em>Η 	ανάλυσή μας είναι ένα αποτέλεσμα, το 	αποτέλεσμα δεν προϋπήρχε στο πράγμα</em>. 	Για εμάς, τώρα, όλη η σπουδαιότητα των 	επαναστάσεων αυτών έγκειται σε ό,τι 	μας φαίνεται ως εσωτερικές αντιφάσεις 	τους, στο ανέφικτό τους όπως παρήχθη 	μέσα στους ίδιους τους όρους όπου οι 	αγώνες αυτοί υπήρχαν και βιώνονταν». 	Το απόσπασμα που αναπαράγουμε εδώ για 	λόγους αποσαφήνισης είναι από αδημοσίευτο 	κείμενο της TC.</p>
</div>
<div id="sdfootnote5">
<p><a name="sdfootnote5sym" href="#sdfootnote5anc">5</a>. 	[Σ.τ.Ε.] «Όταν λέμε ‘προγραμματισμός’ 	εννοούμε ένα μοντέλο εργατικών αγώνων 	και επαναστατικού ξεπεράσματος 	βασιζόμενο σε μιαν αυξανόμενη ισχύ της 	εργατικής τάξης, ισχύ μέσω της οποίας 	επιβάλλονται οι απαιτήσεις μιας 	κοινωνικής ανάπτυξης του κεφαλαίου 	που προετοιμάζει την απελευθέρωση της 	εργατικής τάξης. […] Ήδη από τα τέλη του 	19ου αιώνα, στο εσωτερικό του 	‘προγραμματισμού’, η ενίσχυση της 	τάξης (καθώς ήταν ενσωματωμένη στην 	αναπαραγωγή του κεφαλαίου) στον 	καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ήρθε σε 	αντίθεση με τη δυνατότητα της επαναστατικής 	αυτόνομης επιβεβαίωσής της. Τις σπάνιες 	φορές που αυτή η τελευταία αρχίζει να 	υλοποιείται έμπρακτα, όπως στη Ρωσία, 	στην Ιταλία ή στην Ισπανία, τιθέμενη 	κατ’ ανάγκη υπό την αιγίδα των οργανώσεων 	του εργατικού κινήματος, αντιστρέφεται <em>αμέσως</em> για να μετατραπεί σε αυτό που δεν μπορεί 	παρά να είναι: μια νέα μορφή κινητοποίησης 	της εργασίας υπό τον καταναγκασμό της 	αξίας και άρα της ‘μέγιστης απόδοσης’ 	(όπως ζητούσε η CNT από τους εργάτες της Βαρκελώνης το 	1936), αναπαράγοντας αυτομάτως, έστω και 	οριακά, όλες τις αντιδράσεις απομάκρυνσης 	ή αντίστασης των εργατών». Από την 	απάντηση της TC στο Aufheben που δημοσιεύτηκε στο 19<sup>ο</sup> τεύχος του περιοδικού.</p>
</div>
<div id="sdfootnote6">
<p><a name="sdfootnote6sym" href="#sdfootnote6anc">6</a>. Βλέπε το κείμενο Self-organisation is the first act of the revolution; it then 	becomes an obstacle which the revolution has to overcome στο http://meeting.communisation.net.</p>
<p lang="en-GB">
</div>
<div id="sdfootnote7">
<p><a name="sdfootnote7sym" href="#sdfootnote7anc">7</a>. 	Κριτική του αντικειμενισμού (TC 14)· 	αποσαφήνιση της έννοιας της 	κομμουνιστικοποίησης (TC 16)· ορισμός 	και κριτική του ριζοσπαστικού 	δημοκρατισμού και του κινήματος άμεσης 	δράσης (TC 17 και TC 18)· ανάλυση της 	αναδιάρθρωσης (TC 19 και TC 22)· η επανάσταση 	και ο κομμουνισμός ως ιστορική παραγωγή 	(TC 16, TC 19 και TC 21).</p>
</div>
<div id="sdfootnote8">
<p><a name="sdfootnote8sym" href="#sdfootnote8anc">8</a>. 	«Τι λέει ο άθεος, στριμωγμένος στη 	γωνίτσα του της ιστορίας; Ένας κύκλος 	αγώνων γνώρισε την ήττα, μια αναδιάρθρωση 	της σχέσης εκμετάλλευσης πραγματοποιήθηκε· 	αναπόφευκτα αυτός ο κύκλος αγώνων θέτει 	το ξεπέρασμά του με νέο τρόπο, όπου τα 	παλιά ερωτήματα έχουν υπερπηδηθεί και 	νέα προβλήματα ζητούν λύση. Αρνείται 	το δίλημμα ενός αναπόφευκτου ή ενδεχόμενου 	μέλλοντος, επειδή το μέλλον είναι ό,τι 	αυτός παράγει στο παρόν μέσα στο μόνο 	αναπόφευκτο πράγμα: την πάλη των τάξεων. 	Αλλά ο άθεος που δεν δέχτηκε την 	επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, και 	συνεπώς δεν πιστεύει στην άχρονη ουσία 	και στην αναλλοίωτη ανάγκη της ανθρώπινης 	κοινότητας που ήδη και πάντα υπάρχει 	από καταβολής κόσμου, σκέφτεται την <em>κατάσταση</em> στην οποία βρίσκεται και λέει: «η πάλη 	των τάξεων στην οποία έχω αναπότρεπτα 	εμπλακεί είναι η αναχρονιστικότητα 	του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής». 	Αλλά εκεί που ο άθεος διαπράττει το 	μεγάλο κρίμα του είναι όταν δεν βλέπει 	μακρύτερα από τον δικό του κύκλο αγώνων 	και προσθέτει: «ο κύκλος αγώνων μου 	φέρει το τάδε περιεχόμενο και την τάδε 	διάρθρωση της σύγκρουσης μεταξύ 	προλεταριάτου και κεφαλαίου, και για 	μένα αυτό είναι η κομμουνιστική 	επανάσταση, επειδή μου είναι απολύτως 	αδύνατον να φανταστώ άλλες μορφές και 	άλλο περιεχόμενο». Ο δυστυχής, ενώ τον 	υποψιάζονται ότι βρίσκεται σε «λεωφόρο», 	απλώς διανύει ένα στενό μονοπάτι απ’ 	όπου ο ορίζοντάς του είναι μόνο ένα 	μικρό θραύσμα ιστορίας· καθώς δεν είναι 	ούτε εγελιανός ούτε συνοδικός πατέρας 	αρκείται σε αυτό, δεν μπορεί να έχει 	άλλη ιδέα για την επανάσταση παρά μόνο 	αυτή που περιέχεται στον ορίζοντά του. 	Δρα μέσα στη σημερινή καθορισμένη 	κατάσταση και δεν έχει <em>επιλέξει</em> να δρα. Ποτέ δεν είχε πει πως ο κομμουνισμός 	είναι αναπόφευκτος, και ακόμα λιγότερο 	πως ήταν απλώς μια δυνατότητα, επειδή 	υποπτεύεται πως ο πιθανοκράτης, με το 	όφελος του συντριπτικά προφανούς 	γεγονότος της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, 	ποτέ δεν υποχρεώνεται να αποδείξει την 	άποψή του. Η ιεροσυλία του είναι ότι 	έχει συνδέσει, ως ιστορική διεργασία, 	τη σημερινή κατάσταση και την επανάσταση, 	ότι σκέφτεται την επανάσταση με βέβηλο 	τρόπο παίρνοντας ως αφετηρία τη σημερινή 	κατάσταση, και ότι λέει: «να μέσα στη 	σημερινή κατάσταση τι μας οδηγεί στην 	επανάσταση, επειδή ο κομμουνισμός είναι <em>στο παρόν</em> το περιεχόμενο της πάλης των τάξεων». 	Δεν λέει ότι ο κομμουνισμός, στο μέλλον, 	είναι αναπόφευκτος ή ενδεχόμενος· το 	ζήτημα αυτό τον αφήνει αδιάφορο». Από 	το κείμενο <em>Η Σύνοδος 	της Εφέσου (TC)</em>.</p>
</div>
<div id="sdfootnote9">
<p><a name="sdfootnote9sym" href="#sdfootnote9anc">9</a>. 	Σχετικά με το ζήτημα της ενότητας του 	προλεταριάτου στο σημερινό κύκλο 	αγώνων, ξανά από το ίδιο αδημοσίευτο 	κείμενο της TC: 	«Πώς θα μπορούσε να υπάρξει, στην κλίμακα 	του προλεταριάτου ως τάξης, μια αλληλεγγύη 	που να αναφέρεται σε μια κοινή ταυτότητα 	εκμεταλλευομένων; Δεν μπορούμε να 	θεωρούμε τις διαφορές απλώς περιστασιακές 	και καθαρά τυπικές. Είναι εγγενείς στον 	ίδιο τον ορισμό της κατάστασης του 	εκμεταλλευομένου. Στις καπιταλιστικές 	σχέσεις παραγωγής, μπορεί να έχω τις 	καλύτερες προθέσεις του κόσμου και την 	καλύτερη δυνατή αντισυντεχνιακή, 	αντιρατσιστική, αντισεξιστική ταξική 	συνείδηση, αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα 	αν στο πλαίσιο της εργασίας, αντικειμενικά 	ή νομικά, οι καταστάσεις μέσα στις 	οποίες υπάρχω είναι τέτοιες που με 	ευνοούν περισσότερο από άλλους. Δεν 	μπορούμε να κάνουμε λες και οι διαφορές, 	οι κατακερματισμοί, δεν είχαν καμία 	βάση, δεν ήταν αντικειμενικές σε σχέση 	με μια ανώτερη οντότητα: την κοινή 	κατάσταση των εκμεταλλευομένων. 	Αντικειμενικά, ο λευκός εργάτης δεν 	είναι ο μαύρος εργάτης και κατανοούμε 	ότι δεν έχει καμία όρεξη να γίνει. Θα 	μπορούσαν να ενωθούν (με δυσκολία) μόνο 	στο πλαίσιο μιας «εργατικής ταυτότητας», 	δηλαδή μιας ιστορικής μορφής αγώνα, 	και όχι βάσει μιας κοινής κατάστασης 	των εκμεταλλευομένων, η οποία είναι 	απλώς μια αποτελεσματική αφαίρεση που 	μας επιτρέπει να αναλύσουμε και να 	κατανοήσουμε όλες τις ιστορικές 	καταστάσεις.</p>
<p>Για 	να ενωθούν, οι εργάτες πρέπει να 	συντρίψουν τη σχέση μέσω της οποίας 	τους «συνενώνει» το κεφάλαιο. Δεν 	μπορούμε να θέλουμε ταυτόχρονα την 	ενότητα του προλεταριάτου και την 	κομμουνιστική επανάσταση, δηλαδή την 	ενότητα αυτή ως <em>προαπαιτούμενο</em> της επανάστασης, ως προϋπόθεση. Δεν θα 	υπάρξει πια ενότητα παρά μόνο μέσα στην 	κομμουνιστικοποίηση· μόνο αυτή, 	επιτιθέμενη στην ανταλλαγή και στη 	μισθωτή εργασία, θα ενοποιήσει το 	προλεταριάτο, δηλαδή δεν θα υπάρξει 	πια ενότητα του προλεταριάτου παρά 	μόνο μέσα στην ίδια την κίνηση της 	κατάργησής του. Το ζήτημα δεν είναι να 	πούμε ότι όσο πιο διαιρεμένη η τάξη 	τόσο το καλύτερο, αλλά ότι, για παράδειγμα, 	η <em>γενίκευση</em> ενός απεργιακού κινήματος δεν είναι 	αναγκαστικά συνώνυμο με την <em>ενότητά</em> του, δηλαδή με το ξεπέρασμα διαφορών 	που θεωρούνται καθαρά περιστασιακές 	και τυπικές (βλέπε τα κινήματα κατατμημένων 	αγώνων και την πολλαπλότητα των 	συλλογικοτήτων). Το ζήτημα είναι να 	αρχίσουμε να κατανοούμε τί διακυβεύεται 	σε αυτά τα διάχυτα, κατατμημένα και 	ασυνεχή κινήματα: <em>η 	δημιουργία μιας απόστασης από αυτή την 	«ουσιώδη» ενότητα που αντικειμενοποιείται 	στο κεφάλαιο</em>».</p>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2010/10/theorie-communiste/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η παρέμβαση και το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2010/09/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ad%ce%bc%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2010/09/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ad%ce%bc%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 05 Sep 2010 17:13:08 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=365</guid>
		<description><![CDATA[Η κομμουνιστικοποίηση είναι επανάσταση μέσα στην επανάσταση. Είναι αγώνας των προλετάριων για την ενότητά τους εντός του αγώνα, είναι αγώνας μέσα στον οποίο παύουν να είναι προλετάριοι!]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Παρά τον τίτλο της, η συζήτηση αυτή δεν έχει να κάνει με το ζήτημα της παρέμβασης ως τέτοιας, αλλά με το κοινωνικό γίγνεσθαι της έννοιας-κλειδιού της θεωρίας μας: της κομμουνιστικοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, με τη διαμόρφωση μιας κατάστασης μέσα στην οποία θα πρέπει να οραματιστούμε ότι μια μορφή παρέμβασης είναι δυνατή, με κάθε επιφύλαξη για τη χρησιμοποίηση του όρου όταν σημαίνει μια δράση που έρχεται από έξω σε ένα πλαίσιο που την καλωσορίζει ή την απορρίπτει. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να απορρίψουμε όλη τη δουλειά που έχει να γίνει γύρω από την επιβεβαίωση μιας επαναστατικής θεωρίας, τη διάχυσή της, το σχηματισμό σ’ αυτή τη βάση περισσότερο ή λιγότερο σταθερών πυρήνων και τις δραστηριότητες των πυρήνων αυτών. Ωστόσο αντί για «παρέμβαση», είναι προτιμότερο να κάνουμε λόγο για τη δραστηριότητα των υπέρμαχων της κομμουνιστικοποίησης που εμπλέκονται στους ταξικούς αγώνες καθώς και στις συγκρούσεις και τις αποκλίσεις¹ που διατρέχουν τους τελευταίους.</p>
<p>Η δραστηριότητα αυτή λαμβάνει χώρα στην καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης που παράγει συγκεκριμένα και στην πραγματικότητα το ίδιο το ξεπέρασμά της ως κομμουνιστική επανάσταση. Αυτή η δραστηριότητα πρέπει να νοηθεί ως παραγόμενη εντός αυτής της πορείας, σαν να συγκροτεί έναν από τους πρακτικούς προσδιορισμούς της, ένα από τα στοιχεία της, και αυτό στα ίδια τα θεωρητικά χαρακτηριστικά της (με τη στενή έννοια του όρου «θεωρητικά»). Αυτή η θεωρητική παραγωγή δεν υφίσταται από μόνη της ως συγκροτημένο σώμα που αντικρίζει την άμεση πορεία της ταξικής πάλης όντας προγενέστερή της, και αυτός είναι ο λόγος που η θεωρία πρέπει να νοηθεί ως ένα πραγματικό στοιχείο της ταξικής πάλης. Η κατάσταση που προκύπτει από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου είναι τέτοια που δεν υπάρχει πλέον καμία βάση για την επιβεβαίωση του προλεταριάτου ώστε να απελευθερώσει  την παραγωγική εργασία. Η άμεση εργασία (η μόνη που παράγει υπεραξία) δεν είναι πλέον το ουσιαστικό στοιχείο της διαδικασίας της εργασίας, ακόμα και αν παραμένει, και θα παραμένει πάντα, ουσιαστική στην παραγωγική διαδικασία ως παραγωγή υπεραξίας. Δεν υπάρχει πλέον μια διακριτή εργατική ταυτότητα που βρίσκεται απέναντι στο κεφάλαιο και που επιβεβαιώνεται από αυτό. Σήμερα η κοινωνική ύπαρξη του προλεταριάτου βρίσκεται και παραμένει απέναντί του ως το ίδιο το κεφάλαιο και μόνο. Έτσι, η αντίφαση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο είναι άμεσα αντίφαση με την ίδια του τη φύση ως τάξης του κεφαλαίου. Η σχέση με το κεφάλαιο που ορίζει το προλεταριάτο ως τάξη εμφανίζεται ως εξωτερικός καταναγκασμός που επιβάλλεται από το κεφάλαιο.</p>
<p>Το ξεπέρασμα του κεφαλαίου είναι η κατάργηση όλων των τάξεων, επομένως και του προλεταριάτου, στα πλαίσια της κατάργησης του κεφαλαίου, της κομμουνιστικοποίησης της κοινωνίας η οποία έτσι καταργείται ως κοινότητα διαχωρισμένη από τα μέλη της. Η κοινωνία είναι η κοινότητα διαχωρισμένη από τα μέλη της, είναι πάντα μια ταξική κοινωνία ενσαρκωμένη στην άρχουσα τάξη. Η κατάργηση της άρχουσας τάξης, της τάξης του κεφαλαίου, είναι η κατάργηση του κράτους και της κοινωνίας που αυτό αντιπροσωπεύει ως το Κράτος του Κεφαλαίου. Οι προλετάριοι καταργούν το κεφάλαιο παράγοντας ενάντιά του μια κοινότητα που είναι άμεση στα μέλη της. Μετατρέπονται σε άμεσα κοινωνικά άτομα, με άμεσες δι-ατομικές και υπερ-ατομικές σχέσεις. Σ’ αυτές τις σχέσεις ανάμεσα σε μοναδικά άτομα και ομάδες συνάφειας ο καθένας δεν είναι πλέον η ενσάρκωση μιας κοινωνικής κατηγορίας, ούτε ακόμα και των αποκαλούμενων φυσικών κατηγοριών, που στην πραγματικότητα έχουν δοθεί από την κοινωνία, όπως τα κοινωνικά φύλα του άνδρα και της γυναίκας. Η κατάργηση των τάξεων, η κατάργηση της κοινωνίας είναι επίσης άμεσα η κατάργηση του έμφυλου διαχωρισμού της: η ανδρική κυριαρχία προσδιορίζει κάποιους ανθρώπους ως άνδρες, οι οποίοι μεσολαβούν στην καπιταλιστική εκμετάλλευση της αναπαραγωγικής ικανότητας του μισού πληθυσμού, δηλαδή της παραγωγής της εργατικής δύναμης, μιας λειτουργίας που ανατίθεται σε άλλους ανθρώπους ως γυναίκες. Η κατάργηση των τάξεων είναι η κατάργηση των αντρών και των γυναικών ως καθορισμένων κοινωνικών λειτουργιών.</p>
<p>Αυτή η επαναστατική διαδικασία είναι κομμουνιστικοποίηση, είναι παραγωγή του κομμουνισμού χωρίς άλλη μετάβαση από την επανάσταση την ίδια. Δεν υπάρχουν στάδια ανάμεσα στην επανάσταση και τον κομμουνισμό, ούτε ο σοσιαλισμός ούτε καμία άλλη μορφή εργατικής εξουσίας ή σταθερής εργατικής διαχείρισης. Η τωρινή κατάσταση της σχέσης ανάμεσα στις τάξεις είναι το προϊόν του συνόλου της ιστορικής εξέλιξης του κεφαλαίου: ως εκμετάλλευσης, ως τρόπου παραγωγής, ως οικονομίας, ως καπιταλιστικής κοινωνίας, ως κράτους, δηλαδή ως μιας μόνιμης αντίφασης (της εκμετάλλευσης), μιας αντίφασης αναλλοίωτης, που συνεχώς βαθαίνει, ανάμεσα στην καπιταλιστική τάξη και το προλεταριάτο. Στους προηγούμενους κύκλους αγώνων, το προλεταριάτο, στην αμοιβαία συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο, παρήγε το κομμουνιστικό ξεπέρασμα με έναν τρόπο που αντιστοιχούσε στο περιεχόμενο της αντίφασής του με το κεφάλαιο. Αυτή η επανάσταση, παρόλο που ήταν αδύνατη με τους όρους της, ήταν το πραγματικό ξεπέρασμα. Η αδυνατότητά του είναι φανερή μόνο από τη σκοπιά του ξεπεράσματος που σήμερα παράγεται από την αντίφαση ανάμεσα στις τάξεις². Με τη διαμόρφωση της παρούσας κατάστασης, το προλεταριάτο πλέον δεν αντιπαραθέτει στο κεφάλαιο τη θετικότητα που το τελευταίο επιβεβαίωνε: το να είναι η τάξη της παραγωγικής εργασίας. Το προλεταριάτο παλαιότερα προέβαλλε αυτή του την επιβεβαίωσή βάζοντας ως πρόγραμμα ένα ιστορικό στάδιο ελεύθερης ανάπτυξης της παραγωγικότητας μέσω του οποίου θα προέκυπτε η παρακμή της αξίας. Αυτό το μεταβατικό στάδιο προς τον κομμουνισμό ήταν ο αναγκαίος επωμισμός από το προλεταριάτο και κάτω από τον έλεγχό του, της ιστορικής διαδρομής του κεφαλαίου. Αυτή η περίοδος μπορούσε να σημαίνει Εργατικό Κράτος (για τους μαρξιστές) ή διαχείριση από την κομμούνα ή από το συνδικάτο (για τους αναρχικούς), δεν αλλάζει τίποτα σημαντικό. Η αδυνατότητα του επωμισμού της ιστορικής διαδρομής του κεφαλαίου ήταν η αδυνατότητα της αυτο-εκμετάλλευσης, καθώς η εκμετάλλευση είναι πάντοτε μια σχέση ανάμεσα σε διακριτές τάξεις.</p>
<p>Στη Ρωσία πολύ γρήγορα, ύστερα από κάποιες απόπειρες αυτοδιαχείρισης, μια νέα εκμεταλλευτική τάξη αναδύθηκε από τις επαναστατικές δομές, καθώς η αστική τάξη είχε μεν εκδιωχθεί, η παραγωγική εργασία ωστόσο εξακολουθούσε να είναι προς ανάπτυξη. Ήταν μια αντεπανάσταση αντίστοιχη μιας προγραμματικής επανάστασης, όχι λιγότερο αιματηρή ή βάρβαρη από μια πιο προφανή αστική αντεπανάσταση. Είναι ακριβώς λόγω της φύσης αυτής της αντεπανάστασης που η υπεραριστερά αδυνατούσε να δει ότι αυτό που αποκαλούσε κρατικό καπιταλισμό ήταν στ’ αλήθεια ο σοσιαλισμός. Πράγματι, η συγκεκριμένη αντεπανάσταση δεν επανέφερε την ατομική ιδιοκτησία, έλυσε το πρόβλημα της αδυνατότητας της αυτο-εκμετάλλευσης των εργατών επινοώντας μια εκμετάλλευση από ένα εργατικό κράτος και την τάξη του, το Κόμμα, το οποίο ήταν ανεχτικό σε μια επιλεκτική άνοδο των εργατών στην ιεραρχία. Αυτός ο εντελώς συγκεκριμένος τύπος καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι που εξηγεί και το γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης των δυτικών αστικών καπιταλιστικών χωρών προσκολλήθηκε σ’ αυτόν. Η «προγραμματική» αυτή μορφή του ταξικού αγώνα έχει πλέον παγκοσμίως ξεπεραστεί (μαζί και η αντεπανάστασή της) και ο ορίζοντας είναι πέρα για πέρα καπιταλιστικός. Ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» (που ήταν πραγματικά σοσιαλισμός, δηλαδή κρατικοποιημένη καπιταλιστική οικονομία, με εργατική ιδεολογία και χωρίς ελεύθερη αγορά εργασίας) κατέρρευσε με την αναδιάρθρωση της πραγματικής κυριαρχίας του κεφαλαίου, στην οποία δεν είχε πλέον θέση. Έγινε φανερό ότι η πραγματική κυριαρχία ερχόταν σε άμεση αντίθεση προς αυτή την a priori κατανομή του κέρδους και την απουσία αγοράς εργασίας. Καθώς ο σοσιαλισμός είχε συναρθρωθεί με τον παγκόσμιο καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς, η πλανητική αναδιάρθρωση τον ξεφορτώθηκε, και η εξαφάνισή του ήταν τόσο απότομη που έδωσε την εκπληκτική εντύπωση ότι εξατμίστηκε κάτω από τους ήλιους του Τσέρνομπιλ και του Αφγανιστάν για να χαθεί στο σκοτάδι του «πολέμου των άστρων» του Ρέιγκαν.</p>
<p>Η εξαφάνιση αυτή, και η ταυτόχρονη εξαφάνιση του εργατικού κινήματος, διαιώνισαν το κεφάλαιο στο πεδίο της οικονομίας και της κοινωνίας, το μόνο χρονικό πεδίο που μπορεί να υπάρξει μέχρι την κατάργησή τους. Μέσα σ’ αυτή τη διαιώνιση του κεφαλαίου, ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός έθαψε και συγχρόνως αναπλήρωσε τον προγραμματισμό, τοποθετώντας τους ταξικούς αγώνες μπροστά στο ίδιο τους το όριο: για το προλεταριάτο, η ίδια του η ύπαρξη ως τάξης είναι και το όριο που ο αγώνας του ως τάξης πρέπει να ξεπεράσει. Ο Ριζοσπαστικός Δημοκρατισμός είναι λοιπόν η αυτοτελής συγκρότηση των πραγματικών ορίων των αγώνων ως μια σειρά διεκδικήσεων και «λύσεων» στα προβλήματα του κεφαλαίου: απαιτώντας από το κεφάλαιο να φανεί αντάξιο της ιδεολογίας του, η οποία κηρύσσει τη δημοκρατία και την κοινωνική ισότητα, απαιτώντας την πλήρη δημοκρατία, το αλληλέγγυο εμπόριο και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Παρόλο που ο Ριζοσπαστικός Δημοκρατισμός μάλλον κορυφώθηκε ανάμεσα στο 1995 και το 2003, παραμένει ένα εμπόδιο που οι αγώνες πρέπει να γκρεμίσουν. Ο σημερινός χαρακτήρας της αντίφασης ανάμεσα στις τάξεις, που δεν επιτρέπει την ύπαρξη ενός (σοσιαλιστικού) «επέκεινα» του κεφαλαίου μέσα στο παρόν του κεφαλαίου, επιβεβαιώνει τη διαιώνιση του κεφαλαίου και ταυτόχρονα προσδιορίζει την κατάργησή του.</p>
<p>Ο διεκδικητικός χαρακτήρας των ταξικών αγώνων δεν μπορεί να ξεπεραστεί στην ίδια του τη βάση. Εντός της κρίσης της εκμεταλλευτικής σχέσης, η κυρίευση καπιταλιστικών μονάδων παραγωγής είναι μια άμεση ανάγκη επιβίωσης και συνεπάγεται την ανάπτυξη της αυτοδιαχείρισης άλλων στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση αυτών που είχαν αρχικά κυριευτεί. Η κίνηση αυτή επιβάλλει στον εαυτό της τη συνέχισή της σαν αγώνα· γίνεται ο ίδιος της ο σκοπός ως συνέχιση του αγώνα.</p>
<p>Η συγκρουσιακή επέκταση, εντός και ενάντια στο κεφάλαιο, της κυρίευσης κάθε είδους στοιχείων της καπιταλιστικής κοινωνίας, αυτή η ανάπτυξη της αυτοδιαχείρισης, έρχεται σε αντίφαση με τον ίδιο της τον εαυτό, ως αυτοδιαχείριση, εξαιτίας της εξέλιξης, η οποία λαμβάνει χώρα εντός της, του ξεπεράσματος της ανταλλαγής μέσω της χαριστικότητας και της ενοποίησης των στοιχείων που έχουν κυριευτεί. Συγκροτείται μια κοινότητα προλετάριων που δε θέλουν να παραμείνουν τέτοιοι και, μέσω του αγώνα, μετατρέπονται σε άτομα άμεσα κοινωνικά μέσα στη μοναδικότητά τους. Η αυτοδιαχείριση, η αυτο-οργάνωση, ξεπερνούν τον εαυτό τους και γίνονται κομμουνιστικοποίηση: ξεπερνούν τον εαυτό τους όταν αρνούνται κάθε παγίωση που θα σήμαινε τη δημιουργία μιας οικονομίας οργανωμένης από το κράτος ή μιας οικονομίας κρίσης που δυνητικά θα ήταν αντεπαναστατική. Αυτό το ξεπέρασμα είναι ένας αγώνας εσωτερικός και ταυτόχρονα αγώνας ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία.</p>
<p>Η κομμουνιστικοποίηση είναι επανάσταση μέσα στην επανάσταση.</p>
<p>Είναι αγώνας των προλετάριων για την ενότητά τους εντός του αγώνα, είναι αγώνας μέσα στον οποίο παύουν να είναι προλετάριοι! Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι η επανοικειοποίηση των επιμέρους κεφαλαίων από τους προλετάριους που καθένα από αυτά εκμεταλλεύεται· οι προλετάριοι δεν επανοικειοποιούνται τίποτα. Τα κεφάλαια απο-καπιταλιστικοποιούνται ριζικά, δεν είναι ιδιοκτησία πια, απο-αντικειμενοποιούνται ως κεφάλαιο, ως πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, επιστρέφουν στη ενδεχόμενη χρήση τους ως μέσα επιβίωσης και/ή επέκτασης της απο-καπιταλιστικοποίησης.</p>
<p>Η πραγματική κομμουνιστικοποίηση δεν είναι η πρακτική εφαρμογή μιας αφηρημένης θεωρητικής πρόβλεψης. Η έννοια της κομμουνιστικοποίησης δεν είναι μια διανοητική εφεύρεση που αντιστοιχεί σε μια πρακτική κοινωνική κατάσταση αφόρητη και βουβή, αλλά το προϊόν της αυτοκριτικής αντίληψης που φέρουν οι ίδιοι οι αγώνες, αγώνες που από τη δεκαετία του ’60 δείχνουν το τέλος του προγράμματος, καθώς οι προλετάριοι δεν εκφράζουν πλέον καμιά επιθυμία να επιβεβαιώσουν τον εαυτό τους μέσω του κράτους. Οι αγώνες επίσης δείχνουν μέσω μεταβαλλόμενων δραστηριοτήτων, ταραχών, απεργιών χωρίς αιτήματα κατά τη δεκαετία του ’70, μέσω αποκλίνουσων δραστηριοτήτων και ταραχών κατά τις δεκαετίες ’90 και του 2000, την ενεργό άρνηση -ενάντια στο κεφάλαιο- της προλεταριακής συνθήκης, ακόμα και στο πλαίσιο της αυτοδιαχείρισης.</p>
<p>Η επεξεργασία της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης έλαβε χώρα στην αρχή της κρίσης που αντιμετώπισε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στο ξεκίνημα της αντεπαναστατικής διαδικασίας που ήταν η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου στην αρχή της δεκαετίας του ’70. Είναι το ξεπέρασμα της αντίφασης στην οποία είχε βρεθεί εγκλωβισμένη η υπεραριστερά, η οποία ασκούσε κριτική στις μορφές της επιβεβαίωσης και ενίσχυσης του προλεταριάτου (κόμμα, συνδικάτο, κοινοβουλευτισμός) διατηρώντας ταυτόχρονα την αντίληψη της επανάστασης ως επιβεβαίωσης της τάξης. Είναι επίσης το ξεπέρασμα του αδιεξόδου -ευτυχώς λιγότερο αιματηρού- της εργατικής αυτονομίας των δεκαετιών ‘60/’70. Η μερική και τυπική κριτική της υπεραριστεράς, που ακόμα τασσόταν υπέρ της άμεσης επιβεβαίωσης [της τάξης] μέσω εργατικών συμβουλίων, ριζοσπαστικοποιήθηκε σε θεωρία της αυτο-άρνησης ενός θεωρητικού προλεταριάτου το οποίο πάντα αντιμετωπιζόταν ως επαναστατικό εκ φύσεως· ένα θεωρητικό επαναστατικό προλεταριάτο, ξεκάθαρα διαχωρισμένο από την αλλοτριωμένη εργατική τάξη, η οποία μπορούσε μόνο να γίνει αντιληπτή σαν προασπιστής της μισθωτής εργασίας. Καθώς η αναδιάρθρωση εξελισσόταν και η ταυτότητα της εργατικής τάξης εξαφανιζόταν, αυτή η ιδέα της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και εργατικής τάξης οδήγησε στην εγκατάλειψη της ιδέας της επαναστατικής φύσης του προλεταριάτου, έστω και κρυμμένης πίσω από την εργατική τάξη. Η αντίφαση προλεταριάτου/εργατικής τάξης ήταν ένας μεταβατικός τρόπος για να παρακαμφθεί η αδυνατότητα της επιβεβαίωσης της τάξης, και αυτή η καθαρή μάχη εννοιών υπονοούσε ότι η φύση του προλεταριάτου μπορούσε να εκδηλωθεί μόνο με την καταστροφή όλων των μορφών ύπαρξης της τάξης στην καπιταλιστική κοινωνία, μιας τάξης που θα μπορούσε να ονομάζεται ακόμα και «μεταβλητό κεφάλαιο».</p>
<p>Οποιαδήποτε επιβεβαίωση μιας επαναστατικής φύσης, ακόμη και υπό τη μορφή της επιβεβαίωσης μιας καθαρής αρνητικότητας, ξεπερνιέται όταν η επανάσταση ως παραγωγή του κομμουνισμού είναι το μέσο τόσο της καταστροφής του καπιταλισμού όσο και της κατάργησης των τάξεων. Σ’ αυτή την παραγωγή, καμιά φύση του προλεταριάτου δεν εκφράζεται, μόνο η αντίφαση ανάμεσα στις τάξεις. Ο κομμουνισμός παράγεται ενάντια στο κεφάλαιο απλώς επειδή είναι συνειδητά αναγκαίος για τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και την ίδια την κρίση της εκμετάλλευσης. Μια συνεκτική κριτική του κεφαλαίου, που περιλαμβάνει την ιστορική του διαδικασία, είναι τώρα αδιαχώριστη από την επιβεβαίωση της προοπτικής της κομμουνιστικοποίησης. Η κριτική αυτή που συστηματοποιεί το περιεχόμενο των αποκλίσεων μέσα στο όριο των αγώνων, βρίσκεται σε πολεμική με τους αριστερούς αναρχικούς και τους θιασώτες του κομμουνισμού-εδώ-και-τώρα. Η θεωρία της μελλοντικής κομμουνιστικοποίησης, δηλαδή ενός ξεπεράσματος της αυτοάμυνας των προλετάριων ενάντια στο κεφάλαιο καθώς αυτό απειλεί την άμεση αναπαραγωγή τους, δεν προκύπτει ούτε ως λύση ούτε ως στρατηγική επιλογή που οι προλετάριοι πρέπει να κάνουν.</p>
<p>Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης υφίσταται ως μέσο αυτοκατανόησης του κινήματος υπέρβασης των αμυντικών αγώνων που έχουν απλά βλέψεις «κοινωνικοποίησης». Σήμερα αυτή η προοπτική αποτελεί απλώς μια ενίσχυση των δραστηριοτήτων που δείχνουν προς την κατεύθυνση αυτής της υπέρβασης, με το να ασκεί κριτική στην αυτοοργάνωση και την αυτοδιαχείριση της οικονομίας από τους εργαζομένους. Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης είναι μια συνάρθρωση ανάμεσα στον χαρακτήρα των αγώνων ως παραγωγών θεωρίας και την παραγωγή «θεωρίας» με τη στενή έννοια. Είναι μέσα σ’ αυτή την κατάσταση που υπάρχει η πιθανότητα μιας επιδημικής επέκτασης της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>Η συνέχιση της επεξεργασίας μιας προοπτικής κομμουνιστικοποίησης συνεπάγεται ότι αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα αυτή να μη μπορεί να παρακαμφθεί από κανέναν υπέρμαχο μιας επανάστασης, ακόμα και, όπως λένε μετριοπαθώς οι ριζοσπάστες δημοκράτες, ενός κοινωνικού μετασχηματισμού. Το επαναστατικό εργατικό πρόγραμμα δεν υφίσταται πλέον. Ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός ήταν η εξαφάνισή του και ό,τι απέμεινε από αυτό ως πολιτική (ή πολιτικάντικη) μορφή του ορίου των αγώνων. Σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων η συνάρθρωση με τους άμεσους αγώνες θα πρέπει έτσι να γίνει αντιληπτή υπό το πρίσμα των παρακάτω θεωρητικών στοιχείων:</p>
<ul>
<li> Η θεωρία ως πραγματικό στοιχείο των αγώνων.</li>
<li>Οι αγώνες ως παραγωγοί θεωρίας.</li>
<li>Ο σχηματισμός αποκλίσεων στον ταξικό χαρακτήρα των αγώνων, δηλαδή μέσα στο όριό τους, που συμπίπτει με την ίδια τους τη φύση ως ταξικών.</li>
<li>Η εμφάνιση ενός θεωρητικού ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης.</li>
<li>Η παραγωγή μιας υπέρβασης κατά τη διάρκεια της ολότητας του κύκλου αγώνων που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70.</li>
<li>Η υπέρβαση όχι ως μετεξέλιξη των αγώνων, άρα ως κάτι που καθιστά μια ρήξη αναγκαία.</li>
<li>Η κατανόηση της οικονομικής κρίσης ως κρίσης της σχέσης εκμετάλλευσης, ως κρίσης της αναπαραγωγής των τάξεων.</li>
</ul>
<p>Το στοιχείο σύνθεσης θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη του ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>Μπορούμε πιθανά να συσχετίσουμε τη δράση των υπέρμαχων της κομμουνιστικοποίησης με την εμφάνιση αποκλίσεων στους αγώνες, χωρίς να τους θεωρούμε ως πυροκροτητές, αλλά μάλλον «κυνηγούς» των αποκλίσεων. Η ιστορική περίσταση συνεπάγεται τη δημιουργία αποκλίσεων εντός των αγώνων: οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης βρίσκονται, εκ φύσεως, στο ίδιο μήκος κύματος μ’ αυτές τις δυνατότητες.</p>
<p>Είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς ότι η κομμουνιστικοποίηση θα μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς να της δοθεί ένα όνομα. Όμως, η ηγεμονική επέκταση της έννοιας δεν είναι σε καμία περίπτωση προϋπόθεση της κομμουνιστικοποίησης, καθώς αυτή καθορίζεται από την επαναστατική κρίση της σχέσης εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η διαδικασία της υπέρβασης που είναι η κομμουνιστικοποίηση θα δει την έννοια αυτή να εξαπλώνεται, με συγκρουσιακό τρόπο, μέσα στους αγώνες και μέσα στην αυτοοργάνωση. Ήδη υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στο ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης και στα απολιθωμένα απομεινάρια της συμβουλιακής-μπορντιγκιστικής υπεραριστεράς. Βέβαια, τα απομεινάρια αυτά είναι ασήμαντα, αλλά υπάρχει επίσης, αν όχι σύγκρουση, τουλάχιστον πολεμική με ένα ρεύμα του κομμουνισμού-εδώ-και-τώρα/εναλλακτισμού που είναι πολύ λιγότερο αμελητέο. Η ηγεμονία της έννοιας σήμερα απαιτεί περισσότερο μια αυτοκριτική ανάλυση των σύγχρονων αγώνων παρά την ήδη ξεπερασμένη κριτική του προγράμματος.</p>
<p>Αυτή η σύγκρουση και η πολεμική δεν έχουν σκοπό να κάνουν δημοφιλή την έννοια, που αφορά τη σημασία των αγώνων, τη σημασία της πορείας του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα των αγώνων μέσα στην επερχόμενη κρίση. Ωστόσο, εξαπλώνουν την έννοια και αυτή μπορεί να ενσωματωθεί σε πολυάριθμα a-priori επαναστατικά σχέδια. Μπορεί να γίνει συνώνυμη με την κολεκτιβοποίηση, με την αυτοδιαχείριση (πιστέψτε με, το έχω δει!). Μπορεί να γίνει συνώνυμη με τη συγκρότηση της προλεταριακής ενότητας στον αγώνα. Οι αγωνιζόμενοι προλετάριοι δημιουργούν μεταξύ τους νέες σχέσεις των οποίων η μεσολάβηση είναι ο ίδιος ο αγώνας εναντίον της μεσολάβησης, δηλαδή του κεφαλαίου. Το να αποκαλεί κανείς την ενότητα αυτή στους αγώνες κομμουνιστικοποίηση, σημαίνει, για όσους το κάνουν, ότι όντως αντιλαμβάνονται την άμεση σύνδεση ανάμεσα στους τωρινούς αγώνες και την επανάσταση, και αυτό είναι ουσιώδες. Αλλά η σύνδεση αυτή έχει εδώ έναν χαρακτήρα «εδώ-και-τώρα», αυτονομεί τη δυναμική της περιόδου και κατασκευάζει την ιδεολογία της που αναπόφευκτα οδηγεί σε έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Και δεν είναι αυτός ο τρόπος ζωής καθαυτός στον οποίο πρέπει να ασκηθεί κριτική, αλλά μάλλον στην παρεμβατική στάση που προκύπτει απ’ αυτόν. Οι τάσεις αυτές θα είναι λάθος μέχρι ν’ αποδειχθούν σωστές, αλλά τότε θα το ξέρουν όλοι! Ο όρος κομμουνιστικοποίηση θεωρήθηκε επίσης από ορισμένους ως σαφέστερος από τον αναρχοσυνδικαλισμό, χωρίς να κατανοείται η αντίθεση μεταξύ τους. Ο όρος μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική ετικέτα, που θα αποδοθεί σε όλους όσους μιλούν για κομμουνιστικοποίηση· θα είναι κομμουνιστικοποιητές, όπως κάποιος μπορεί να είναι τροτσκιστής ή υπεραριστερός, έτσι έχουν τα πράγματα και πρέπει να «ζήσουμε μ’ αυτό».</p>
<p>Η ανάπτυξη της έννοιας, ένα έργο που το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης αναλαμβάνει μόνιμα, είναι επίσης η ανάπτυξη ενός δικτύου μικρών ομάδων και ατόμων που δεν είναι ομοιογενές και περιλαμβάνει διαφοροποιήσεις. Ακόμη πιο διαφορετικές θα είναι όμως, όπως έχουμε δει, οι οικειοποιήσεις της έννοιας πέρα από αυτό το δίκτυο. Οι διαφωνίες, ή ακόμη και οι αντιφάσεις, στην κατανόηση της έννοιας, η οποία αναφέρεται στη θετική καταστροφή του κεφαλαίου από τους προλεταρίους που μετατρέπονται σε άμεσα κοινωνικά άτομα, είναι αναπόφευκτες, αλλά δεν φέρουν καμία πιθανότητα η πραγματική κομμουνιστικοποίηση να «πάρει το λάθος δρόμο», επειδή η έννοια δε δημιουργεί κίνημα: είναι μια απαραίτητη αυτοκατανόηση του κινήματος. Το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης αναπτύσσεται σε σύνδεση με τους αγώνες (όποια μορφή κι αν παίρνει αυτή η σύνδεση), οι έννοιές του χρησιμοποιούνται προκειμένου οι αγώνες να ενταχθούν σε μια προοπτική, αυτή η χρήση οδηγεί σε διαφωνίες και σε ερμηνείες που μπορούν να είναι υπέρ του εδώ-και-τώρα κομμουνισμού, του εναλλακτισμού, να είναι ιδεολογικές ή απίστευτα παραγωγικές!</p>
<p>Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης, στη σχέση της με την ταξική πάλη, παράγει το νερό μέσα στο οποίο κολυμπά. Το φυσιολογικό γίγνεσθαι αυτής της θεωρίας είναι ήδη πραγματικό στοιχείο των αγώνων και θα της επιτρέψει να γίνει, ολοένα και περισσότερο, η κριτική θεωρία αγώνων οι οποίοι γίνονται όλο και περισσότερο παραγωγοί θεωρίας. Η επέκταση της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης θα είναι η ενοποίηση των δύο μορφών της θεωρίας και θα τους επιτρέψει να έχουν κοινή γλώσσα. Η επέκταση αυτή θα δώσει έδαφος σε πολεμικές και στην ανάδυση, μέσα στους αγώνες, μιας πιθανής έκφρασης της προοπτικής της υπέρβασης που δε θα είναι πλέον, όπως συχνά είναι τώρα, ένα υπονοούμενο που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί.</p>
<p>Ας είμαστε προετοιμασμένοι να εκπλαγούμε και να αναστατωθούμε από την επιτυχία της κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>B.L.</p>
<p>__________________________</p>
<p>1.  Δες το επίμετρο ‘Από την TC14 στη θεωρία της απόκλισης’ στο κείμενο ‘Théorie Communiste’.</p>
<p>2. Ποτέ δεν τίθεται το ζήτημα αδυνατότητας ως ισχύς της άρχουσας τάξης. Η μόνη αδυνατότητα υπάρχει στο ίδιο το περιεχόμενο της επανάστασης όπως παράγεται ιστορικά, όπως εμφανίζεται τη δεδομένη στιγμή.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2010/09/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ad%ce%bc%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η παρακμή και η πτώση της θεαματικής-εμπορευματικής οικονομίας</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2009/01/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%cf%80%cf%84%cf%8e%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b8%ce%b5%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%ce%b5%ce%bc/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2009/01/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%cf%80%cf%84%cf%8e%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b8%ce%b5%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%ce%b5%ce%bc/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 09 Jan 2009 13:34:51 +0000</pubDate>
		<dc:creator>rocamadur</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=287</guid>
		<description><![CDATA[Η εξέγερση στο Γουάτς, Λος Άντζελες, 1965.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Το κείμενο «Η παρακμή και η πτώση της θεαματικής-εμπορευματικής οικονομίας» κυκλοφόρησε στη Γαλλία ανυπόγραφο το Δεκέμβριο του 1965. Άμεσα μεταφράστηκε στα αγγλικά και διανεμήθηκε στην Αγγλία και τις ΗΠΑ μέσα στον ίδιο μήνα. Η γαλλική έκδοση αποτέλεσε μέρος του 10<sup>ου</sup> τεύχους της επιθεώρησης <em>Καταστασιακή Διεθνής</em> (Παρίσι, Μάρτιος 1966). Στα ελληνικά, το κείμενο μεταφράστηκε μόλις τη δεκαετία του ‘80 και περιλήφθηκε στην ανθολογία κειμένων της Καταστασιακής Διεθνούς <em>Το Ξεπέρασμα της Τέχνης</em> (Αθήνα, 1985, 1999).</p>
<p>Κάπου στις τελευταίες ημέρες του 2008, κι ενώ ακόμα η κοινωνική αναταραχή του Δεκέμβρη δεν είχε σβήσει, ξεθάψαμε το κείμενο της ΚΔ και το ξαναδιαβάσαμε με τη ματιά ανθρώπων που μόλις είχαν ζήσει μια εξέγερση. Ε, λοιπόν, αυτό το κείμενο άξιζε να τοποθετηθεί προς συζήτηση ανάμεσα στους προλετάριους που συναντήθηκαν τις προηγούμενες ημέρες στο δρόμο και τις καταλήψεις. Παρότι γράφηκε πριν 43 χρόνια, αισθανθήκαμε ότι υπερασπιζόμενο τις ενέργειες των μαύρων προλετάριων στην εξεγερμένη συνοικία του Γουάτς τον Αύγουστο του 1965, υπερασπίζεται την εξέγερση του Δεκέμβρη και τις πρακτικές της. Έτσι, αποφασίσαμε να το επιμεληθούμε μεταφραστικά με βάση την αγγλική μετάφραση του Ken Knabb και να το ανατυπώσουμε. Διακινήθηκε ως <em>1<sup>η</sup> Σημείωση προλεταριακής ιστορίας: Η εξέγερση στο Γουάτς, Λος Άντζελες, 1965</em> στην πορεία της 9 Γενάρη 2009 στη Θεσσαλονίκη και μέσω του διαδικτύου. Περιλαμβάνεται επίσης στο τεύχος #3 του περιοδικού Blaumachen.</p>
<p><a href="http://www.blaumachen.gr/wp-content/uploads/2009/11/Watts-IS-GR.pdf">Ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2009/01/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%cf%80%cf%84%cf%8e%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b8%ce%b5%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%ce%b5%ce%bc/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Το Σημείο Κατάρρευσης της Δημοκρατικής Ιδεολογίας</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/06/the-implosion-point-of-democratic-ideology/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/06/the-implosion-point-of-democratic-ideology/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 24 Jun 2006 18:47:54 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=236</guid>
		<description><![CDATA[To κείμενο του Le Brise-Glace δημοσιεύτηκε το 1989 και περιέχεται στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Blaumachen, 2006.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div id="_mcePaste" style="overflow: hidden; position: absolute; left: -10000px; top: 0px; width: 1px; height: 1px;">Πρόλογος της ελληνικής έκδοσης</div>
<div id="_mcePaste" style="overflow: hidden; position: absolute; left: -10000px; top: 0px; width: 1px; height: 1px;">Το κείμενο του Le Brise-Glace δημοσιεύτηκε το 1989, λίγο πριν την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την ολοκληρωτική νίκη της δημοκρατίας σε όλο τον πλανήτη. Κυκλοφορούμε την ελληνική του μετάφραση 17 χρόνια αργότερα, σε μια εποχή που ο δημοκρατικός λόγος έχει γίνει πλέον καθολικός. Γιατί, όμως, να επιμείνουμε σε μια κριτική της δημοκρατίας; Γιατί όταν ο δημοκρατικός λόγος την ίδια στιγμή που νομιμοποιεί τις «ανθρωπιστικές επεμβάσεις» σε Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν και Ιράκ αποτελεί τον κυρίαρχο λόγο της πολύχρωμης αντίστασης στον πόλεμο, η επανάσταση είναι αναγκασμένη να «αναζητήσει έναν άλλο τρόπο», να «ψελλίσει μια γλώσσα που δε θα είναι ούτε αυτή του πολιτικού, ούτε αυτή του δικηγόρου».</div>
<div id="_mcePaste" style="overflow: hidden; position: absolute; left: -10000px; top: 0px; width: 1px; height: 1px;">Η βασική συνεισφορά του κειμένου των γάλλων συντρόφων είναι ότι δείχνει πώς η δημοκρατία αποτελεί κομμάτι των κοινωνικών σχέσεων του κόσμου του κεφαλαίου. Η δημοκρατία γεννήθηκε, μαζί με το λόγο περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατά την περίοδο που το κεφάλαιο αναδυόταν, «με αίμα και φωτιά», μέσα από την καταστροφή των κοινοτήτων και των προηγούμενων μορφών παραγωγής της ζωής. Η δημοκρατία γεννήθηκε όταν αυτή η ιστορική κίνηση διέλυε τους προϋπάρχοντες κοινωνικούς δεσμούς, παράγοντας άτομα-ιδιοκτήτες μονάχα της εργατικής τους δύναμης, παράγοντας δηλαδή προλετάριους. Όπως η ανταλλαγή, η οποία καθολικοποιείται αυτή την περίοδο, έτσι και η δημοκρατία συνθέτει την ενότητα ενός ήδη διασπασμένου κόσμου. Τον ενοποιούν, όμως, ως διασπασμένο. Η ψήφος αποτελεί το πολιτικό αντίστοιχο του χρήματος. Έτσι, για την απελευθέρωσή μας, δεν τίθεται το ζήτημα να προσπαθήσουμε να εγκαθιδρύσουμε μια νέα δημοκρατία ή ένα νέο τύπο δημοκρατίας. Αυτή η δημοκρατία που υπάρχει είναι η μόνη δυνατή.</div>
<div id="_mcePaste" style="overflow: hidden; position: absolute; left: -10000px; top: 0px; width: 1px; height: 1px;">Ωστόσο, ακριβώς επειδή η δημοκρατία βρίσκεται στην καρδιά των κοινωνικών σχέσεων αυτού του κόσμου, στοιχειώνει τα μυαλά μας, τις πράξεις μας και άρα τους αγώνες της τάξης μας. Εδώ βρίσκεται και η άλλη σημαντική συνεισφορά της ανάλυσης του Le Brise-Glace. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι «τα κινήματα στη σύγχρονη εποχή -στην εποχή της γέννησης και της ταυτόχρονης ανάπτυξης του καπιταλισμού και της δημοκρατίας- παρουσίαζαν πάντα μια διπλή φύση, τόσο τη ριζοσπαστική αντίθεση στην τάξη του κόσμου όσο και την αξίωση για μια θέση στην αγκαλιά του». Η διπλή αυτή φύση παρουσιάζεται ως αντίφαση σε κάθε προλεταριακό αγώνα, γεγονός που πηγάζει από την ίδια την αντιφατική φύση του προλεταριάτου. Η δημοκρατία αποτελεί ένα όριο που κάθε προλεταριακό κίνημα οφείλει να ξεπεράσει, αν θέλει να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση της κατάργησης της τάξης και της κομμουνιστικοποίσης των κοινωνικών σχέσεων. Όταν το προλεταριακό κίνημα μιλάει τη γλώσσα της δημοκρατίας, μιλάει τη γλώσσα του κεφαλαίου, άρα αναπαράγει τη δική μας φτώχεια. Όποιος βάζει ως προτεραιότητα το ζήτημα της διαχείρισης είναι καταδικασμένος να δημιουργήσει ένα μηχανισμό διαχείρισης. Η κομμουνιστική κριτική θέλει να επιστρέψει τη συζήτηση στο περιεχόμενο της ζωής μας, του λόγου και των πράξεών μας. Οι συγγραφείς δείχνουν αυτή την αντίφαση σε συγκεκριμένα παραδείγματα ταξικών αγώνων στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, τονίζοντας τις κομμουνιστικές χειρονομίες των προλετάριων και ασκώντας κριτική στην αναπαραγωγή της δημοκρατικής ιδεολογίας.</div>
<div id="_mcePaste" style="overflow: hidden; position: absolute; left: -10000px; top: 0px; width: 1px; height: 1px;">Κλείνοντας αυτό το σύντομο προλογικό σημείωμα, να σημειώσουμε ότι έχουμε προσπαθήσει με υποσημειώσεις να κάνουμε καλύτερα κατανοητές στον αναγνώστη ορισμένες αναφορές σε πρόσωπα, κοινωνικές καταστάσεις και προλεταριακούς αγώνες στη Γαλλία, που είναι σχετικά άγνωστα στην Ελλάδα.</div>
<p><strong>Πρόλογος της ελληνικής έκδοσης</strong></p>
<p>Το κείμενο του Le Brise-Glace δημοσιεύτηκε το 1989, λίγο πριν την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την ολοκληρωτική νίκη της δημοκρατίας σε όλο τον πλανήτη. Κυκλοφορούμε την ελληνική του μετάφραση 17 χρόνια αργότερα, σε μια εποχή που ο δημοκρατικός λόγος έχει γίνει πλέον καθολικός. Γιατί, όμως, να επιμείνουμε σε μια κριτική της δημοκρατίας; Γιατί όταν ο δημοκρατικός λόγος την ίδια στιγμή που νομιμοποιεί τις «ανθρωπιστικές επεμβάσεις» σε Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν και Ιράκ αποτελεί τον κυρίαρχο λόγο της πολύχρωμης αντίστασης στον πόλεμο, η επανάσταση είναι αναγκασμένη να «αναζητήσει έναν άλλο τρόπο», να «ψελλίσει μια γλώσσα που δε θα είναι ούτε αυτή του πολιτικού, ούτε αυτή του δικηγόρου».</p>
<p>Η βασική συνεισφορά του κειμένου των γάλλων συντρόφων είναι ότι δείχνει πώς η δημοκρατία αποτελεί κομμάτι των κοινωνικών σχέσεων του κόσμου του κεφαλαίου. Η δημοκρατία γεννήθηκε, μαζί με το λόγο περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατά την περίοδο που το κεφάλαιο αναδυόταν, «με αίμα και φωτιά», μέσα από την καταστροφή των κοινοτήτων και των προηγούμενων μορφών παραγωγής της ζωής. Η δημοκρατία γεννήθηκε όταν αυτή η ιστορική κίνηση διέλυε τους προϋπάρχοντες κοινωνικούς δεσμούς, παράγοντας άτομα-ιδιοκτήτες μονάχα της εργατικής τους δύναμης, παράγοντας δηλαδή προλετάριους. Όπως η ανταλλαγή, η οποία καθολικοποιείται αυτή την περίοδο, έτσι και η δημοκρατία συνθέτει την ενότητα ενός ήδη διασπασμένου κόσμου. Τον ενοποιούν, όμως, ως διασπασμένο. Η ψήφος αποτελεί το πολιτικό αντίστοιχο του χρήματος. Έτσι, για την απελευθέρωσή μας, δεν τίθεται το ζήτημα να προσπαθήσουμε να εγκαθιδρύσουμε μια νέα δημοκρατία ή ένα νέο τύπο δημοκρατίας. Αυτή η δημοκρατία που υπάρχει είναι η μόνη δυνατή.</p>
<p>Ωστόσο, ακριβώς επειδή η δημοκρατία βρίσκεται στην καρδιά των κοινωνικών σχέσεων αυτού του κόσμου, στοιχειώνει τα μυαλά μας, τις πράξεις μας και άρα τους αγώνες της τάξης μας. Εδώ βρίσκεται και η άλλη σημαντική συνεισφορά της ανάλυσης του Le Brise-Glace. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι «τα κινήματα στη σύγχρονη εποχή -στην εποχή της γέννησης και της ταυτόχρονης ανάπτυξης του καπιταλισμού και της δημοκρατίας- παρουσίαζαν πάντα μια διπλή φύση, τόσο τη ριζοσπαστική αντίθεση στην τάξη του κόσμου όσο και την αξίωση για μια θέση στην αγκαλιά του». Η διπλή αυτή φύση παρουσιάζεται ως αντίφαση σε κάθε προλεταριακό αγώνα, γεγονός που πηγάζει από την ίδια την αντιφατική φύση του προλεταριάτου. Η δημοκρατία αποτελεί ένα όριο που κάθε προλεταριακό κίνημα οφείλει να ξεπεράσει, αν θέλει να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση της κατάργησης της τάξης και της κομμουνιστικοποίσης των κοινωνικών σχέσεων. Όταν το προλεταριακό κίνημα μιλάει τη γλώσσα της δημοκρατίας, μιλάει τη γλώσσα του κεφαλαίου, άρα αναπαράγει τη δική μας φτώχεια. Όποιος βάζει ως προτεραιότητα το ζήτημα της διαχείρισης είναι καταδικασμένος να δημιουργήσει ένα μηχανισμό διαχείρισης. Η κομμουνιστική κριτική θέλει να επιστρέψει τη συζήτηση στο περιεχόμενο της ζωής μας, του λόγου και των πράξεών μας. Οι συγγραφείς δείχνουν αυτή την αντίφαση σε συγκεκριμένα παραδείγματα ταξικών αγώνων στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, τονίζοντας τις κομμουνιστικές χειρονομίες των προλετάριων και ασκώντας κριτική στην αναπαραγωγή της δημοκρατικής ιδεολογίας.</p>
<p>Κλείνοντας αυτό το σύντομο προλογικό σημείωμα, να σημειώσουμε ότι έχουμε προσπαθήσει με υποσημειώσεις να κάνουμε καλύτερα κατανοητές στον αναγνώστη ορισμένες αναφορές σε πρόσωπα, κοινωνικές καταστάσεις και προλεταριακούς αγώνες στη Γαλλία, που είναι σχετικά άγνωστα στην Ελλάδα.</p>
<div>
<div><em>Το Le Brise-Glace ήταν μια γαλλική προλεταριακή ομάδα που εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό.  Συνολικά κυκλοφόρησαν 4 τεύχη του περιοδικού μεταξύ 1988 και 1990. Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο διπλό τεύχος 2-3 το 1989. Μέλη της ομάδας είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν με το Ζιλ Ντωβέ στο περιοδικό La Banquise. </em></div>
<div><em><br />
</em></div>
<div><a href="http://www.blaumachen.gr/wp-content/uploads/2006/06/Le_Brise-Glace_Implosion_point_greek.pdf">Κατεβάστε το κείμενο σε μορφή PDF</a></div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/06/the-implosion-point-of-democratic-ideology/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δύο εβδομάδες στη Ρεν</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/05/two-weeks-spent-in-rennes-gr/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/05/two-weeks-spent-in-rennes-gr/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 27 May 2006 17:00:52 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=12</guid>
		<description><![CDATA[Ένας από-πρώτο-χέρι και εμπεριστατωμένος απολογισμός των γεγονότων στη Ρεν από μία συμμετέχουσα στο κίνημα ενάντια στο CPE.

Το κείμενο "Δύο εβδομάδες στη Ρεν" κυκλοφόρησε (με τη μορφή μπροσούρας) στην κατειλημμένη πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης, το τελευταίο δεκαήμερο του Γενάρη. Στόχος της έκδοσης του κειμένου στα ελληνικά ήταν να κυκλοφορήσουμε εντός του κινήματος των καταλήψεων ένα κομμάτι της εμπειρίας των αγωνιζόμενων ενάντια στο CPE στη Γαλλία.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><span style="font-style: italic;"><em>Ένας από-πρώτο-χέρι και εμπεριστατωμένος απολογισμός των γεγονότων στη Ρεν από μία συμμετέχουσα στο κίνημα ενάντια στο CPE</em></span><em>. [1]</em></p>
<p><em> </em></p>
<p><em>Το κείμενο &#8220;Δύο εβδομάδες στη Ρεν&#8221; κυκλοφόρησε (με τη μορφή μπροσούρας) στην κατειλημμένη πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης, το τελευταίο δεκαήμερο του Γενάρη. Στόχος της έκδοσης του κειμένου στα ελληνικά ήταν να κυκλοφορήσουμε εντός του κινήματος των καταλήψεων ένα κομμάτι της εμπειρίας των αγωνιζόμενων ενάντια στο CPE στη Γαλλία.</em></p>
<p><em>_____________________________________</em></p>
<p><strong>Δύο εβδομάδες στη Ρεν</strong></p>
<p>27 Μαΐου 2006</p>
<p>Αυτή είναι μία αναφορά για τις δύο εβδομάδες που πέρασα στη Ρεν (κατά τη διάρκεια αυτού που ονομάστηκε κίνημα ενάντια στο CPE), από τις 27 Μαρτίου μέχρι της 6 Απριλίου, δηλαδή τις δύο εβδομάδες που προηγήθηκαν της απόσυρσης του CPE. Επειδή ήδη γνώριζα κάποιους φοιτητές από το [πανεπιστήμιο] Rennes 2 και επειδή ήμουν και εγώ φοιτήτρια τον περασμένο χρόνο στη Γαλλία [2], είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε δράσεις και συνελεύσεις χωρίς να αισθάνομαι ιδιαίτερα εξωτερική ως προς το κίνημα, παρόλο που το γεγονός ότι δεν είχα εμπλακεί σε αυτό από την αρχή με δυσκόλευε μερικές φορές να κατανοήσω την κατάσταση.</p>
<p>Προφανώς, αυτή η αναφορά δεν αντικαθιστά μία ανάλυση του κινήματος ενάντια στο CPE γενικά και των συνεπειών του για τη σημερινή κοινωνική κατάσταση στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα είναι κυρίως ένας απολογισμός, μέρα προς μέρα, των δράσεων και των συζητήσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια αυτών των δύο εβδομάδων. Αλλά θεωρώ ότι ίσως μπορεί να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα σχετικά με το κίνημα, ειδικά για τους ανθρώπους που γνωρίζουν για αυτό μόνο διαμέσου των μέσων ενημέρωσης των χωρών τους. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία εστίαζαν σε ό,τι συνέβαινε στο Παρίσι, παραβλέποντας το γεγονός ότι το κίνημα είχε αρχίσει στις επαρχιακές πόλεις αρκετό καιρό πριν να καταληφθεί η Σορβόννη και ότι η κατάσταση στις επαρχιακές πόλεις ήταν μερικές φορές πολύ διαφορετική από την κατάσταση στο Παρίσι (για παράδειγμα, το φαινόμενο «παιδιά των προαστίων» να επιτίθενται σε φοιτητές και μαθητές στις διαδηλώσεις ήταν τελείως ανήκουστο έξω από το Παρίσι). Φαίνεται ότι σε κάθε πόλη το κίνημα έλαβε λίγο διαφορετική μορφή, επειδή οργανώθηκε τοπικά, με τις γενικές συνελεύσεις σε κάθε πανεπιστήμιο να έχουν την αποφασιστική οργανωτική εξουσία.</p>
<p>Όταν έφτασα στη Ρεν, οι φοιτητές απεργούσαν ήδη για περισσότερο από 6 εβδομάδες (στην πραγματικότητα οι φοιτητές του Rennes 2 ήταν οι πρώτοι που ξεκίνησαν απεργία, ακολουθούμενοι σύντομα από φοιτητές από την Τουλούζη και τη Nanterre [(σ.τ.μ.) στο Παρίσι]). Αλλά το κίνημα βρισκόταν ακόμη στην κορύφωσή του, καθώς οι συνομοσπονδίες των συνδικάτων είχαν καλέσει για πρώτη φορά για μια ημέρα απεργίας και μαζικών διαδηλώσεων.</p>
<p>Δευτέρα 27 Μαρτίου</p>
<p>Έφτασα αργά το βράδυ και πήγα να επισκεφτώ το κατειλημμένο πανεπιστήμιο Rennes 2 [υπάρχουν δύο πανεπιστήμια στη Ρεν, ένα για τις κλασσικές (Rennes 2) και ένα για τις θετικές και νομικές επιστήμες (Rennes 1)]. Στην πραγματικότητα μονάχα ένα κτήριο, που ονομάζεται «Ηall B» ήταν κατειλημμένο. Στα υπόλοιπα οι είσοδοι ήταν μπλοκαρισμένες με τραπέζια και καρέκλες και φυλάσσονταν από ομάδες περιφρούρησης. Είχαν γίνει προσπάθειες στην αρχή της απεργίας από τους αντι-καταληψίες φοιτητές να περάσουν τις ομάδες περιφρούρησης χρησιμοποιώντας βία, αλλά καθώς απέτυχαν ήταν απίθανο να ξαναπροσπαθήσουν. Έτσι, όταν έφτασα, υπήρχαν ένα ή δύο άτομα σε κάθε ομάδα περιφρούρησης.</p>
<p>Το πρώτο πράγμα που έβλεπε κανείς όταν έφτανε μπροστά στο Hall B ήταν ένα τεράστιο πανό που έγραφε «lutte sociale, tous a poils» (κοινωνικός αγώνας, ας ξεγυμνωθούμε όλοι). Μέσα υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που έπιναν, τραγουδούσαν και φώναζαν και ήταν φανερό ότι δεν ήταν όλοι φοιτητές. Την ίδια στιγμή, στις αίθουσες διδασκαλίας, οι «επιτροπές» προετοίμαζαν τις δράσεις για την επόμενη ημέρα. Τρεις δράσεις είχαν υπερψηφιστεί από τη γενική συνέλευση αυτού του απογεύματος (η οποία είχε συγκεντρώσει γύρω στα 5000 άτομα) για την επόμενη μέρα, Τρίτη, μέρα κατά την οποία θα γινόταν κοινή διαδήλωση με εργάτες και απεργία σε πολλούς τομείς, ιδιαίτερα στο δημόσιο. Οι τρεις δράσεις ήταν: να βάψουμε τα παράθυρα πρακτορείων εύρεσης εργασίας, τραπεζών κτλ, να βάλουμε κόλλα στις κλειδαριές αυτών των κτιρίων και να καταλάβουμε τον κύριο σιδηροδρομικό σταθμό. Καθήκον της «επιτροπής δράσης» ήταν να τις προετοιμάσει. Υπήρχαν πέντε επιτροπές που συναντιόνταν κάθε μέρα, στις οποίες ο καθένας (φοιτητής ή όχι) μπορούσε να συμμετέχει: «δράσης», «εσωτερική» (για τη δημιουργία συνδέσεων με εργάτες του πανεπιστημίου: καθηγητές, προσωπικό καθαρισμού κτλ…), «εξωτερική» (για τη δημιουργία συνδέσεων με εργάτες εκτός πανεπιστημίου, όπως επίσης με μαθητές, άνεργους κτλ…), «κατάληψης» (για την οργάνωση της ζωής στο πανεπιστήμιο: ομάδες περιφρούρησης, βάρδιες καθαρίσματος…) και «καταστολής» (για την πληροφόρηση όλων για τα δικαιώματά μας σε περίπτωση σύλληψης, στο δικαστήριο κτλ…). Αυτές οι επιτροπές έκαναν προτάσεις στις γενικές συνελεύσεις (αν και ήταν δυνατό να κάνει πρόταση κάποιος που δε συμμετείχε σε καμία επιτροπή) και αν αυτές γίνονταν αποδεκτές, οι επιτροπές θα αναλάμβαναν την υλοποίησή τους.</p>
<p>Τρίτη 28 Μαρτίου</p>
<p>(Πρώτη μέρα απεργίας που κάλεσαν τα συνδικάτα)</p>
<p>Αφού είχαμε ετοιμάσει τη μπογιά και την κόλλα πήγαμε στις έντεκα στη διαδήλωση. Ήταν μαζική. Συνηθισμένοι σε μικρότερες διαδηλώσεις, οι άνθρωποι που προετοίμαζαν τις δράσεις νόμιζαν ότι θα ήταν δυνατό να βρούνε ο ένας τον άλλο χωρίς να δώσουν ένα κατάλληλο σημείο συνάντησης. Ξοδέψαμε ώρες προσπαθώντας να βρεθούμε, έπειτα τα παρατήσαμε και απλώς κάναμε λίγα πράγματα σε μικρές ομάδες. Όταν «ξαναβάφαμε» ένα κτίριο, προστατεύαμε αυτόν που το έκανε, περικυκλώνοντας τον. Κάποια στιγμή, δύο μεγαλόσωμοι τύποι από την «service d&#8217;ordre» ή «SO» (αντιπρόσωποι εργατικών σωματείων, ο ρόλος των οποίων είναι να σε εμποδίζουν να πορεύεσαι μπροστά από το πρώτο πανό ή στα πλάγια της διαδήλωσης ή να αποτρέπουν κάθε παράνομη ενέργεια) θέλησαν να μας σταματήσουν, λέγοντας ότι ήταν παράνομο, στο οποίο εμείς απαντήσαμε ότι ήταν «δημοκρατικό» καθώς είχε αποφασιστεί στη γενική συνέλευση του Rennes 2. Vive la democratie!! (Ζήτω η δημοκρατία!!). Ένας επέμεινε και προσπάθησε να αρπάξει τον κουβά με τη μπογιά αλλά του αδειάσαμε τον κουβά στο κεφάλι και έπειτα έφυγε ταπεινωμένος, χωρίς να πει κουβέντα! Όπως φαίνεται, δεν ήταν το ίδιο επίπεδο σύγκρουσης όπως στο Παρίσι. Καθώς είχαμε ψηφίσει ενάντια στο να έχουμε «service d&#8217;ordre» σε μία από τις συνελεύσεις, μπορούσαμε να παραβλέψουμε τις εντολές της SO και να βάλουμε τα πανό μας («Γενική απεργία, ας μπλοκάρουμε τα πάντα» και «Επανάσταση» &#8211; και τα δύο έγιναν δεκτά στη γενική συνέλευση) μπροστά μπροστά στη διαδήλωση για λίγο.</p>
<p>Όταν φτάσαμε στο σταθμό, αυτός είχε ήδη γεμίσει από διαδηλωτές. Κανένας δε χρειάστηκε να φωνάξει για να εκτρέψει τη διαδήλωση. Είχε συμβεί φυσικά, σαν να ήταν προφανές στον καθένα ότι έπρεπε να κάνουμε αυτό (η βροχή είχε βοηθήσει λίγο, επίσης). Ήμασταν χιλιάδες και δεν υπήρχαν μπάτσοι. Εκατοντάδες φοιτητές μαζεύτηκαν στις γραμμές και όλα τα τρένα μπλοκαρίστηκαν. Ήταν διασκεδαστικό και ο κόσμος τραγουδούσε. Άκουσα ότι μερικές βιτρίνες καταστημάτων μέσα στο σταθμό και το εσωτερικό ενός TGV [3] καταστράφηκαν, αλλά δεν το είδα να γίνεται. Μείναμε γύρω στις δύο ώρες και περίπου στις τρεις το απόγευμα μία αυθόρμητη διαδήλωση έφυγε από το σταθμό, ξεκινώντας με 500 άτομα, τα οποία στη συνέχεια αυξήθηκαν στα 1000 περίπου. Κατευθύνθηκε προς τα τοπικά γραφεία του UMP [4], τα οποία φυλάσσονται πάντα καλά από την αστυνομία και απ&#8217; όπου ξεκινάνε πάντα όλα τα επεισόδια. Όταν το μπλόκο της αστυνομίας μας σταμάτησε, ο κόσμος στην πρώτη σειρά άρχισε να πετάει άδεια μπουκάλια στους μπάτσους.</p>
<p>Για να το απλοποιήσω, θα μπορούσαν να πω ότι ο κόσμος ήταν ένα μίγμα από «παιδιά των προαστίων» και «αναρχικούς», αλλά και οι δύο αυτοί όροι είναι αρκετά ανεπαρκείς. Στη Ρεν δεν υπάρχει μια τόσο ξεκάθαρη γεωγραφική διαίρεση ανάμεσα σε πόλη και προάστια, ούτε υπάρχουν πολλοί μαύροι ή αραβικής καταγωγής άνθρωποι. Οι περισσότεροι από αυτούς που θα ονόμαζα «αναρχικούς» είναι φοιτητές που συμμετέχουν σε όλες τις υπόλοιπες εκφράσεις του κινήματος και οι περισσότεροι από τους νέους που θα ονόμαζα «παιδιά των προαστίων» είναι μάλλον μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο, μπορεί κανείς κατευθείαν να δει τη διαφορά στον τρόπο που ντύνονται, στον τρόπο που μιλάνε, στις τακτικές που χρησιμοποιούν για να επιτεθούν στην αστυνομία, όπως επίσης στο γεγονός ότι τα «παιδιά των προαστίων» συνήθως δεν φοράνε κουκούλες.</p>
<p>Αφού για μερικά λεπτά πετάχτηκαν μπουκάλια στους μπάτσους, κάποιοι ειρηνιστές πήγαν μπροστά από τις γραμμές τον αστυνομικών για να τους προστατεύσουν. Τους πετάχτηκαν  μπουκάλια και πέτρες και δεν είχαν τίποτα για να προστατευτούν. Υπήρχαν εντάσεις μεταξύ των διαδηλωτών σχετικά με το τι θα έπρεπε να γίνει. Μερικοί ειρηνιστές προσπάθησαν να αποτρέψουν τον κόσμο απ&#8217; το να πετάει πέτρες, ενώ άλλοι φοιτητές υπερασπίστηκαν αυτή την ενέργεια. Όπως και να &#8216;χει, η διαίρεση δεν ήταν ανάμεσα σε φοιτητές και «παιδιά των προαστίων», ακόμα κι αν οι φοιτητές φίλοι μου ένιωθαν λίγο άβολα καθώς ήξεραν ότι αν ένας ειρηνιστής φοιτητής τραυματιζόταν (κάτι που ήταν τελείως λογικό) η θέση της γενικής συνέλευσης σχετικά με τη βία ήταν πιθανό να αλλάξει. Η κατάσταση διαχύθηκε καθώς κάποιοι άρχισαν να σπάνε βιτρίνες καταστημάτων, γεγονός που έγινε δεκτό με επευφημίες από βίαιους φοιτητές και «παιδία των προαστίων». Λίγο αργότερα ένας «ειρηνιστής» πέταξε μία πέτρα σε έναν τύπο που έσπαζε μία βιτρίνα. Αυτό το γεγονός γρήγορα έγινε γνωστό σε όλους και από εκείνη τη στιγμή μέχρι να φύγω από τη Ρεν οι «μιλιτάντηδες» πασιφιστές εξαφανίζονταν από τις διαδηλώσεις μόλις άρχιζαν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.</p>
<p>15 λεπτά αργότερα, η αστυνομία επιτέθηκε και άρχισε να συλλαμβάνει κόσμο, στρέφοντας εναντίον μας όπλα με πλαστικές σφαίρες και αρχίζοντας να μας περικυκλώνει. Καθώς ακούσαμε κόσμο να λέει ότι θα έπρεπε να διασκορπιστούμε, αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε τη διαδήλωση και να πάμε σε μια καφετέρια. Νομίζαμε ότι τα επεισόδια τελείωσαν, αλλά όταν βγήκαμε από την καφετέρια, μία ώρα αργότερα, είδαμε στον ουρανό ένα μεγάλο σύννεφο από δακρυγόνα και ενωθήκαμε ξανά με τη διαδήλωση. Αυτό ήταν ένα από τα ωραιότερα πράγματα όσον αφορά τις συγκρούσεις στη Ρεν. Νόμιζες ότι τελείωναν, καθώς ομάδες απομονώνονταν αφού ο κόσμος είχε διασκορπιστεί, αλλά στην πραγματικότητα αυτές οι ομάδες συνέχιζαν να περιπλανιούνται στο κέντρο της πόλης, συναντούσαν τυχαία άλλες ομάδες, τηλεφωνούσαν στους φίλους τους, και μισή ώρα αργότερα η διαδήλωση άρχιζε ξανά.</p>
<p>Το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι με την αστυνομία κράτησε μέχρι τις εφτά το απόγευμα περίπου οπότε πήγαμε πίσω στο πανεπιστήμιο για να προετοιμάσουμε τις δράσεις της επόμενης ημέρας, ειδικά το μπλοκάρισμα της «rocade», της περιφερειακής οδού της Ρεν.</p>
<p>Τετάρτη 29 Μαρτίου</p>
<p>Σηκωθήκαμε στις πεντέμισι και πήγαμε σε ένα από τα τρία σημεία συνάντησης, που βρίσκονταν σε τρία διαφορετικά σημεία της rocade. Στην αρχή ήμασταν μόνο 100 άτομα κι έτσι μπλοκάραμε μονό έναν από τους δρόμους που οδηγούσαν στη rocade. Πήγαμε να μαζέψουμε κάδους, καρότσια και ξύλα για να φτιάξουμε ένα οδόφραγμα. Βάλαμε φωτιά σε κάποια από αυτά για να εξασφαλίσουμε ότι οι οδηγοί δε θα προσπαθήσουν να το καταστρέψουν. Κι άλλοι φοιτητές έφταναν συνέχεια ώσπου γίναμε 300, οπότε εισβάλλαμε στη rocade. Στην αρχή νόμιζα ότι θα ήταν πολύ δύσκολο, βλέποντας αυτόν τον αυτοκινητόδρομο πάνω στον οποίο φορτηγά και αυτοκίνητα κινούνταν με 120 χιλιόμετρα την ώρα. Αλλά όλα πήγαν καλά καθώς χρησιμοποιήσαμε κάδους και καροτσάκια για να προστατευτούμε από τους τρελαμένους οδηγούς. Όταν το οδόφραγμα μας ετοιμάστηκε μερικοί οδηγοί ήρθαν να μας μιλήσουν. Ο κόσμος ήταν γενικά φιλικός και οι περισσότεροι τουλάχιστον έβγαιναν από τα αυτοκίνητά τους και μιλούσαν μεταξύ τους. Όλοι ήξεραν περί τίνος πρόκειται και κανένας δεν ήταν αδιάφορος για το θέμα. Έμοιαζε λίγο σουρεαλιστικό να στεκόμαστε στη μέση αυτού του αυτοκινητόδρομου, στις οχτώ το πρωί, με τον απέραντο ουρανό από πάνω μας. Μπορούσαμε ακόμη και να ακούσουμε τα πουλιά να κελαηδούν. Δύο εργάτες από το γειτονικό εργοστάσιο σκαρφάλωσαν έναν τοίχο για να μας μιλήσουν και μας συνεχάρησαν. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους με τους οποίους μίλησα συμφώνησαν ότι, επειδή η κυβέρνηση δεν είχε αποσύρει το νόμο μετά από τις τεράστιες διαδηλώσεις της προηγούμενης μέρας, ήταν φυσιολογικό να δοκιμαστεί κάτι άλλο. Άκουσα μονάχα έναν τύπο να ουρλιάζει σε έναν ξεμοναχιασμένο αστυνομικό: «Γιατί δεν κάνετε τίποτα; Διαλύστε τους». Είναι αλήθεια ότι η αστυνομία άργησε να αντιδράσει, σχεδόν δύο ώρες. Ίσως επειδή υπήρχαν τρία διαφορετικά σημεία μπλοκαρισμένα στη rocade και δεν μπορούσαν να επιτεθούν σε όλα την ίδια στιγμή (εμάς μας επιτέθηκαν τελευταίους). Είναι περισσότερο πιθανό ότι δεν ήθελαν να φανούν πολύ κατασταλτικοί σε μια κατάσταση γενικής συμπαράστασης. Όταν έφτασαν τα CRS [5] απλά μας έριξαν δακρυγόνα και φύγαμε. Είχαμε μείνει αρκετά ώστε έτσι κι αλλιώς η προσπάθειά μας να είναι νικηφόρα: είχαμε δημιουργήσει μια ούρα 42 χιλιομέτρων! Πορευτήκαμε προς το πανεπιστήμιο, με τα CRS να ακολουθούν, φτιάξαμε μερικά οδοφράγματα, αλλά κανένας δεν ήταν έτοιμος να συγκρουστεί. Όταν φτάσαμε στο πανεπιστήμιο συναντήσαμε φοιτητές που επέστρεφαν από τα άλλα σημεία. 100 φοιτητές ήθελαν να πάνε και να μπλοκάρουν ξανά τη rocade και κατάφεραν να την μπλοκάρουν για μισή ώρα ακόμα. Άλλοι αποφάσισαν να κάνουν ένα γύρο στην πανεπιστημιούπολη για να δούνε αν κάποιος καθηγητής οργάνωνε κρυφά μαθήματα. Σύντομα ήρθαν πίσω να μας πληροφορήσουν ότι είχαν πιάσει έναν και τον έβγαλαν έξω από την αίθουσα σηκωτό μπροστά σε όλη την τάξη. Ακούγοντάς το, ξαναπήγαμε περισσότεροι, βρήκαμε τον καθηγητή, τον περικυκλώσαμε, και ένας από εμάς τον προειδοποίησε, ενώ έπαιζε με μία μεταλλική βέργα, ότι το να προγραμματίσει άλλα μαθήματα σήμαινε ότι παίζει με τη ζωή του! Αργότερα μάθαμε ότι ο καθηγητής υπέβαλλε μήνυση εναντίον του τύπου, έτσι έγινε αποδεκτό από τη συνέλευση ένα ψήφισμα συμπαράστασης. Τέλος πάντων, δεν ακούσαμε ποτέ για κανένα κρυφό μάθημα μετά από αυτό το περιστατικό.</p>
<p>Το απόγευμα, έγινε μία ακόμη γενική συνέλευση (μόνο απεργών) η οποία συγκέντρωσε γύρω στα 500 άτομα. Ήταν λίγο μπλεγμένη, καθώς επικρατούσε ένα είδος φορμαλισμού ο οποίος μερικές φορές έμοιαζε ανεπαρκής (για παράδειγμα το να ψηφίζει κανείς για κάθε μικρό πρακτικό ζήτημα), αλλά υπήρχε μία καταπληκτική ενεργητικότητα και η τάση να ψηφίζουμε για τόσες πολλές δράσεις για την ίδια μέρα που θα ήταν αδύνατο να τις πραγματοποιήσουμε όλες, ακόμη κι αν δεν κοιμόμασταν καθόλου. Όταν ήρθε η ώρα της ψηφοφορίας για τους αντιπροσώπους για το εθνικό συντονιστικό, εκφράστηκε ένα γενικό αίσθημα απόρριψης των συνδικάτων. Ο κόσμος γιούχαρε συστηματικά τους υποψήφιους της UNEF [6] ενώ υποδεχόταν με χειροκροτήματα όσους υποψήφιους έλεγαν ότι δεν ανήκουν σε κάποιο συνδικάτο. Όταν συζητήθηκαν τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας, άτομα που παρέμβαιναν για να πουν ότι δεν υπήρχε διαίρεση μεταξύ διαδηλωτών και «casseurs» [(σ.τ.μ.) «σπάστες»] ήταν αυτά που χειροκροτήθηκαν περισσότερο και η πρόταση ότι θα έπρεπε να φτιάξουμε ένα πανό που να γράφει «είμαστε όλοι εγκληματίες» έγινε δεκτή με επευφημίες (ακόμη κι αν στην πραγματικότητα κανένας δεν το έφτιαξε μετέπειτα). Οι κύριες δράσεις που ψηφίστηκαν για την επόμενη μέρα ήταν: μπλοκάρισμα της rocade το πρωί, διαδήλωση με τους μαθητές στις έντεκα, με τους οποίους να πηγαίναμε μαζί να συναντήσουμε τους εργάτες της EDF [7] περίπου στη μία και «charivari» (κωδικό όνομα για μπάχαλα) στις εννιά το βράδυ!</p>
<p>Πέμπτη 30 Μαρτίου</p>
<p>Η μέρα ξεκίνησε με το κλείσιμο της περιφερειακής οδού, το οποίο δούλεψε καλά καθώς είχαμε τους μαθητές στο πλευρό μας. Κάναμε περισσότερες προσπάθειες να πάμε και να μιλήσουμε με τον κόσμο στα αυτοκίνητα. Κάποιοι από αυτούς άνοιγαν το παράθυρο για να μας μιλήσουν. Αυτοί με τους οποίους μίλησα ήταν φιλικοί, ενώ άλλοι απλά δεν άνοιγαν τo παράθυρο. Ωστόσο, όταν πήγα σε ένα άλλο σημείο της rocade (ο δρόμος αποκλείστηκε σε 4 σημεία) είδα μια ομάδα φορτηγατζήδων που είχαν συμφωνήσει να επιχειρήσουν να καταστρέψουν το οδόφραγμα. Μετά από λίγα λεπτά διστακτικότητας, το υπερασπιστήκαμε, βάζοντας στη θέση τους τα καρότσια με το που οι φορτηγατζήδες τα αφαιρούσαν, μέχρι που έγινε ξεκάθαρο ότι η κατάσταση θα έπρεπε να εξελιχθεί σε μάχη ανάμεσα σε εμάς κι αυτούς. Βλέποντας την αποφασιστικότητά μας (και όσο δυνατοί κι αν ήταν, ήταν μόνο 10), τα παράτησαν και άρχισαν να μιλάνε με κάποιους από εμάς σχετικά ήρεμα, εξηγώντας ότι επειδή είχαν κάποιου είδους συμβόλαιο αυτο-απασχόλησης δεν μπορούσαν να μην πάνε στη δουλειά. Νομίζω ότι αρχικά φαντάστηκαν ότι ήμασταν χίπηδες φοιτητές και ότι λίγος τσαμπουκάς θα ήταν αρκετός για να μας κάνει να τα παρατήσουμε. Ήταν έκπληξη γι’ αυτούς το ότι δεν ήταν τόσο απλό. Φύγαμε μετά από 15 λεπτά, καθώς έπρεπε να πάμε στη διαδήλωση με τους μαθητές.</p>
<p>Υπήρχαν χιλιάδες μαθητές. Διαδηλώσαμε για λίγο και στη συνέχεια εμείς, οι φοιτητές, προσπαθήσαμε να κατευθύνουμε την πορεία προς το εργοστάσιο της EDF ώστε να επιχειρήσουμε να συναντηθούμε με τους εργάτες στο μεσημεριανό τους διάλειμμα και να τους μιλήσουμε για την αναγκαιότητα να προχωρήσουν σε γενική απεργία (αυτό ήταν το σχέδιο, τέλος πάντων). Αλλά οι μαθητές δεν ήταν ενήμεροι για αυτό το σχέδιο και η «service d&#8217;ordre» δεν ήθελε να αφήσει τον κόσμο να πάει προς αυτή την κατεύθυνση. Τελικά, αργήσαμε και όταν φτάσαμε οι εργάτες είχαν τελειώσει το διάλειμμά τους. Κάποιοι φοιτητές προσπάθησαν παρόλα αυτά να μπουν μέσα σκαρφαλώνοντας τους φράκτες. Κάποιοι μαθητές νόμιζαν ότι θα μπαίναμε για να καταστρέψουμε ή να κλέψουμε πράγματα και ακολούθησαν με αυτή την πρόθεση. Ένας δημοσιογράφος που τραβούσε άτομα που σκαρφάλωναν το φράκτη (κάτι που είναι παράνομο) δέχτηκε επίθεση, ο κόσμος διαιρέθηκε σχετικά μ&#8217; αυτό. Εν συντομία, ήταν χάλια!</p>
<p>Στη συνέχεια πήγαμε να μπλοκάρουμε την περιφερειακή οδό (ξανά!). Ήταν πολύ εύκολο καθώς ήμασταν χιλιάδες. Η αστυνομία απλά μας συνόδευε! Πορευτήκαμε στην περιφερειακή (την οποία η αστυνομία είχε αδειάσει) για περισσότερο από μία ώρα, κάτι που ήταν αρκετά βαρετό και κουραστικό. Η διαδήλωση τελείωσε μπροστά στη νομαρχία, η οποία φυλασσόταν ασφυκτικά από τους μπάτσους. Οι περισσότεροι ήταν κουρασμένοι και έφυγαν.</p>
<p>Στις εννιά το βράδυ υπήρχαν μόνο γύρω στους 80 ανθρώπους στο σημείο συνάντησης για το «charivari», αλλά καθώς ξεκινήσαμε μια «αυθόρμητη διαδήλωση» («manif sauvage» ή «manif a parcours intuitif») ήρθαν και άλλοι και ο αριθμός μας αυξήθηκε στους 200. Όχι αρκετοί για αξιοπρεπή μπάχαλα, ειδικά από τη στιγμή που τις προηγούμενες εβδομάδες τα «charivari» συγκέντρωναν πάνω από 1000 άτομα και μια φορά ένα κράτησε μέχρι τη μία τη νύχτα. Ωστόσο, αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν ο αυθορμητισμός, καθώς ομάδες μεθυσμένων φοιτητών, άστεγοι, «παιδιά των προαστίων» προσχωρούσαν κάθε στιγμή όταν μας έβλεπαν να περνάμε. Και αυτός ο αυθορμητισμός ήταν που φόβιζε περισσότερο του καταστηματάρχες του κέντρου. Έκλειναν τις πόρτες και προστάτευαν τα παράθυρά τους μόλις μας έβλεπαν, τα άνοιγαν ύστερα από 5 λεπτά μόνο για να μας δουν να επιστρέφουμε! Διάβασα στην τοπική εφημερίδα ότι οι ιδιοκτήτες εστιατορίων παραπονούνταν ότι δεν είχαν σχεδόν καθόλου πελάτες, αφού είχε γίνει αδύνατο να έχει κανείς ένα ήσυχο βραδινό γεύμα έξω. Οι καταστηματάρχες του κέντρου διαμαρτύρονταν επίσης ότι αυτό τον καιρό έχαναν κάθε μέρα το 37% των κερδών τους.</p>
<p>Αυτό μπορεί να εξηγηθεί επίσης από την παρουσία εν μέσω του κέντρου, σε ένα από τα πιο αστικά τετράγωνα της πόλης, ενός «εναλλακτικού χωριού» κατασκευασμένου από περίπου 30 φοιτητές, οι οποίοι επέλεξαν αυτόν τον τρόπο δράσης για να συμμετέχουν στο κίνημα. Είχαν φέρει τις σκηνές τους και οργάνωναν εγχειρήματα γύρω από την ιδέα «εναλλακτικών τρόπων ζωής». Είχε μετατραπεί σε ένα είδος σημείου αναφοράς όταν χρειαζόταν κάποιος να μάθει νέα, να βρει βοήθεια αν τραυματιζόταν σε μια διαδήλωση, να προστατευτεί αν τον κυνηγούσε η αστυνομία κλπ… Το βράδυ, όλοι οι πάνκηδες και τα πρεζόνια της πόλης πήγαιναν εκεί για να πιουν (ένα γεγονός που δεν ήταν και ιδιαίτερα ευπρόσδεκτο από τους φοιτητές που ξεκίνησαν το εγχείρημα) και να κάνουν φασαρία μέχρι το πρωί. Προφανώς, το «business as usual» ήταν αδύνατο κάτω από αυτές τις συνθήκες και για τους κατοίκους της αστικής περιοχής ήταν ένας εφιάλτης. Εν συντομία, το κέντρο της πόλης βρισκόταν σε μια κατάσταση «εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης» και οι καταστηματάρχες και οι αστοί σε κοιτούσαν μισοθυμωμένα, μισοφοβισμένα από τη στιγμή που θα βρισκόσουν σε μια ομάδα περισσότερων των δύο ατόμων.</p>
<p>Εν πάση περιπτώσει, εκείνο το βράδυ δεν κάναμε πολλά πράγματα. Μόνο λίγα αυτοκίνητα καταστράφηκαν και δεν έγιναν συγκρούσεις με την αστυνομία καθώς η παρουσία της ήταν πολύ διακριτική. Ωστόσο, διαδηλώσαμε, φωνάζοντας συνθήματα όπως:</p>
<p>«Tout est a nous, rien est a eux, tout ce qu&#8217;ils ont ils l&#8217;ont vole, retrait du CPE, retrait du CNE, ou alors ca va peter» (Τα πάντα είναι δικά μας, τίποτα δεν είναι δικό τους, ό,τι έχουν το έχουν κλέψει, αποσύρετε το CPE και το CNE [8], αλλιώς θα τα διαλύσουμε όλα!)</p>
<p>Στο οποίο άλλοι απαντούσαν:</p>
<p>«CPE, on s&#8217;en fout, on veut pas bosser du tout» (δε μας ενδιαφέρει το CPE, δε θέλουμε να δουλεύουμε καθόλου)</p>
<p>Άλλα συνθήματα πήγαιναν κάπως έτσι :</p>
<p>«Villepin, prends ton temps, on s&#8217;amuse enormement» (Βιλπέν, με την ησυχία σου, διασκεδάζουμε πολύ)</p>
<p>«Vive le vent, vive le vent, vive le vandalisme, des coups de pied aux CRS, et des baffes a l&#8217;UNEF, des paves dans les vitrines et des coups de barres a mines» (Ζήτω ο βανδαλισμός: κλωτσιές στα ΜΑΤ, σφαλιάρες στην UNEF, πέτρες στις βιτρίνες των καταστημάτων…)</p>
<p>Το πιο δημοφιλές, το οποίο ήταν από αυτά που ακούγονταν περισσότερο στις μεγάλες κοινές διαδηλώσεις με τους μαθητές, ήταν το εξής:</p>
<p>«Pends, pends, pends ton patron, t&#8217;auras sa galette, pends, pends, pends ton patron, t&#8217;auras son pognon. Si tu pends pas le patron, t&#8217;auras pas sa galette, si tu pends pas le patron, t&#8217;auras pas son pognon.» (Κρέμασε, κρέμασε, κρέμασε το αφεντικό σου και θα έχεις τα λεφτά του, κρέμασε, κρέμασε, κρέμασε το αφεντικό σου και θα έχεις τον παρά του. Αν δεν κρεμάσεις το αφεντικό σου δε θα έχεις τα λεφτά του, αν δεν κρεμάσεις το αφεντικό σου, δε θα έχεις τον παρά του.)</p>
<p>Όταν συναντούσαμε την αστυνομία, το παραδοσιακό «Police partout, justice nulle part» (Αστυνομία παντού, δικαιοσύνη πουθενά) συχνά έδινε τη θέση του στο πιο αυθεντικό: «Contre la grippe aviaire, principe de precaution, tous les poulets a la maison» (Ενάντια στη γρίπη των πτηνών, η αρχή της πρόληψης: κλείστε όλα τα «κοτόπουλα» -αργκό λέξη για τους μπάτσους- στο σπίτι).</p>
<p>Κανένα από αυτά τα συνθήματα δεν υπήρχε πριν το κίνημα. Νέα συνθήματα εφευρίσκονταν καθημερινά. Και μόνο αυτό το μικρό γεγονός δείχνει ότι υπήρχε μια διαφορετική ατμόσφαιρα από αυτή των φοιτητικών κινημάτων από το 1998 (τουλάχιστον) και έπειτα, όπου τα ίδια συνθήματα ανακυκλώνονταν κάθε χρόνο.</p>
<p>Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή</p>
<p>Κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ημερών δε σχεδιάστηκαν πολλές δράσεις μιας και οι περισσότεροι φοιτητές επέστρεψαν στο πατρικό τους για σαββατοκύριακο. Το Σάββατο, ωστόσο, 200 άνθρωποι συμμετείχαν σε μια προσπάθεια να μπλοκάρουν τα εμπορικά κέντρα και τα μεγάλα καταστήματα της πόλης, όπως το Virgin… Κάτι τέτοιο ήταν πολύ εύκολο μιας και έκλειναν τις πόρτες και προφύλασσαν τα παράθυρα μόλις πλησιάζαμε (ωστόσο, μόνο για να τα ξανανοίξουν μόλις θα φεύγαμε). Μια διασκεδαστική δράση στην οποία συμμετείχα ήταν το «demenage» ενός Quick-restaurant [(σ.τ.μ.) αλυσίδα fast food αντίστοιχη του McDonald's]. Αυτό που έπρεπε να κάνουμε ήταν απλώς να μπούμε μέσα, να σχηματίσουμε μια «ανθρώπινη αλυσίδα μεταφοράς» και να βγάλουμε όλα τα έπιπλα έξω. Με αυτόν τον τρόπο η ενέργεια γίνεται πολύ γρήγορα και η ευθύνη μοιράζεται σε όλους. Το πιο αστείο είναι η φάτσα των πελατών και των εργατών (στην περίπτωση αυτή, ένας από τους εργάτες προσπάθησε να κρατήσει ένα τραπέζι αλλά γρήγορα τα παράτησε, ενώ οι πιο πολλοί δεν αντέδρασαν). Στη συνέχεια μπορεί κανείς να περάσει καλά για λίγη ώρα καθισμένος στις καρέκλες και τα τραπέζια έξω πριν συνεχίσει τη διαδήλωσή. Ο νέος αυτός τρόπος διατάραξης της λειτουργίας ενός χώρου χρησιμοποιήθηκε ευρέως στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του κινήματος, καθώς είναι μια μέση λύση ανάμεσα στην κατάληψη ενός χώρου (κάτι το οποίο μπορεί να είναι αρκετά βαρετό, ειδικά όταν πρόκειται για ένα απαίσιο μέρος) και την καταστροφή του.</p>
<p>Πέρα από αυτή τη δράση, το μεγαλύτερο μέρος του σαββατοκύριακου το περάσαμε συζητώντας για την αναγκαιότητα να επεκταθεί το κίνημα πέρα από το φοιτητικό και μαθητικό του χαρακτήρα, χωρίς να βασίζεται στα εργατικά συνδικάτα, μιας και αυτά το μόνο που ήταν διατεθειμένα να κάνουν ήταν να καλούν σε απεργία μια μέρα την εβδομάδα.</p>
<p>Οφείλαμε να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι οι εργάτες που διαδήλωναν μαζί μας τις ημέρες απεργίας δεν ήταν αυτοί που θίγονταν περισσότερο από την επισφάλεια, αλλά αυτοί που μπορούσαν να κατέβουν σε απεργία, επειδή βρίσκονταν είτε στο δημόσιο τομέα είτε στους μεγάλους χώρους εργασίας του ιδιωτικού τομέα στους οποίους υπήρχε καλή συνδικαλιστική οργάνωση. Γι&#8217; αυτούς, ο κύριος λόγος για να κατέβουν σε απεργία ήταν σε ένδειξη αλληλεγγύης προς εμάς. Και αυτός ο λόγος δεν είναι επαρκής για μια γενική απεργία. Από την άλλη, οι εργάτες που επηρεάζονται περισσότερο από την επισφάλεια δουλεύουν σε μικρές, χωρίς συνδικαλισμό, εταιρίες. Αυτοί είναι οι εργάτες που απειλούνταν από το νέο συμβόλαιο CNE. Αυτοί συνήθως δεν μπορούν να απεργήσουν, μιας και μπορεί εύκολα να απολυθούν και δεν έχουν συνδικάτα να τους υπερασπιστούν. Συνεπώς, εάν θέλαμε να μεγαλώσει το κίνημα, σκεφτήκαμε ότι θα έπρεπε να προσπαθήσουμε είτε να τους βοηθήσουμε να κατέβουν σε απεργία είτε να τους δώσουμε τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε δράσεις μαζί μας εκεί όπου η απεργία θα ήταν αδύνατη.</p>
<p>Έπρεπε επίσης να λάβουμε υπόψη την αποτυχία της «εξωτερικής επιτροπής», της ομάδας φοιτητών (στην οποία συμμετείχαν οι περισσότεροι τροτσκιστές) η οποία για δυο μήνες προσπαθούσε ματαίως να έρθει σε επαφή με εργάτες. Αυτό που κυρίως έκανε ήταν να μοιράζει φυλλάδια που καλούσαν σε γενική απεργία μπροστά από τα κύρια εργοστάσια της Ρεν (όπου βρίσκονται οι «παραγωγικοί» εργάτες) και μετά να οργανώνει «δια-επαγγελματικές» συνελεύσεις κάθε εβδομάδα. Μονάχα 20 με 30 άνθρωποι, κυρίως συνδικαλιστές, εμφανίζονταν σ&#8217; αυτές τις συνελεύσεις, είτε για να πουν τι ήταν τα συνδικάτα τους διατεθειμένα να κάνουν είτε για να μεταφέρουν την αίσθηση που κυριαρχεί ανάμεσα στους συναδέρφους τους για το κίνημα: γενικά το υποστήριζαν, αλλά δεν ήταν ακόμα διατεθειμένοι να κατέβουν σε απεργία. Έτσι, ο ρόλος αυτών των συνελεύσεων ήταν καθαρά ενημερωτικός και σπάνια οδηγούσε σε κάποια απόφαση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε δράση. Σκεφτήκαμε ότι ήταν επιτακτικό να προσπαθήσουμε κάτι άλλο.</p>
<p>Για εμάς, ένας από τους λόγους που αυτές οι συνελεύσεις ήταν αποτυχημένες (με όρους αριθμών και αποτελεσματικότητας) ήταν το γεγονός ότι οι εργάτες καλούνταν να συμμετέχουν «ως εργάτες». Η επισφάλεια και η ανεργία έχει αλλάξει ήδη τη ζωή των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό που πολλοί δουλεύουν χωρίς να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως «εργάτες». Μπορεί να είσαι φοιτητής και ταυτόχρονα εργάτης, μπορεί να είσαι άνεργος και ταυτόχρονα εργάτης (καθώς μπορεί να δουλεύεις και να παίρνεις επίσης το επίδομα ανεργίας αν το εισόδημά σου είναι χάλια). Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι αν είσαι αναγκασμένος να αλλάζεις κάθε 6 μήνες δουλειά (όπως οι περισσότεροι εργάτες με προσωρινά συμβόλαια) δεν έχεις το χρόνο να ταυτιστείς με το επάγγελμά σου ή την επιθυμία να παλέψεις στο συγκεκριμένο εργασιακό σου χώρο. Έτσι, μας φάνηκε ότι ήταν αναγκαίο να καλέσουμε τους ανθρώπους να συμμετέχουν στο κίνημα όχι «ως εργαζόμενοι» αλλά ως «άτομα» (παρόλο που δεν μας πολυάρεσε ο όρος, δεν μπορούσαμε να βρούμε κάτι καλύτερο. Κάποιοι είπαν «άνθρωποι»). Θέλαμε, λοιπόν, να οργανώσουμε συνελεύσεις ανοιχτές σε όλους: σε φοιτητές, εργάτες, ανέργους και σε αυτούς που δεν ανήκουν σε «κανένα από τα παραπάνω». Δε θέλαμε οι άνθρωποι που συμμετέχουν να αισθάνονται ότι είναι αναγκασμένοι να αντιπροσωπεύουν το χώρο εργασίας τους ή το συνδικάτο τους για κάθε τι που θα έλεγαν ή θα έκαναν, αλλά να μπορούν να συμμετέχουν σε αυτές τις συνελεύσεις και πιθανόν και σε μελλοντικές δράσεις με τον τρόπο που οι ίδιοι προσωπικά είχαν την ανάγκη να το κάνουν.</p>
<p>Αυτά ήταν τα κύρια σημεία της προκήρυξης που γράφτηκε εκείνο το σαββατοκύριακο εν όψει της πρώτης συνέλευσης που θα οργανωνόταν το απόγευμα της Τρίτης (συμπεριλαμβάνω μετάφραση της προκήρυξης στο τέλος αυτής της αναφοράς). Αλλά πρώτα ήταν απαραίτητο αυτό να συμφωνηθεί από τη γενική συνέλευση των φοιτητών το απόγευμα της Δευτέρας.</p>
<p>Δευτέρα 3 Απριλίου</p>
<p>Η γενική συνέλευση εκείνο το απόγευμα συγκέντρωσε 5000 περίπου φοιτητές.</p>
<p>Οι αποφάσεις που υπερψηφίστηκαν, ανάμεσα σε άλλες, ήταν:</p>
<p>·        να συνεχιστεί η απεργία και το μπλοκάρισμα του πανεπιστημίου (από μια ξεκάθαρη πλειοψηφία)</p>
<p>·         να καταδικάσουμε οποιοδήποτε συνδικάτο ή οργάνωση θα καλούσε σε λήξη της απεργίας αν αποσυρόταν μόνο το CPE</p>
<p>·         να απαγορευτεί η λέξη «CPE» από όλα τα φοιτητικά πανό προκειμένου να επιβεβαιώσουμε ξεκάθαρα ότι τα αιτήματά μας πήγαιναν παραπέρα από την απόσυρση του CPE και περιελάμβαναν τόσο την απόσυρση του επονομαζόμενου «loi de l&#8217;egalite des chances» («νόμος για την ισότητα των ευκαιριών», μέρος του οποίου είναι το CPE) όσο και του «CNE».</p>
<p>·         να πάμε και να την πέσουμε στη διαδήλωση των αντι-καταληψιών την Τετάρτη.</p>
<p>·         το μπροστινό μας πανό να γράφει «Επανάσταση»</p>
<p>·         μια ομάδα φοιτητών να δώσει συνέντευξη τύπου φορώντας κουκούλες και κρατώντας ψεύτικα όπλα μπροστά από ένα πανό που να γράφει «δεν παραδίδουμε τα όπλα μας» (!!!)</p>
<p>·         και, το πιο σημαντικό για μας, η προκήρυξή μας έγινε αποδεκτή από την πλειοψηφία της συνέλευσης του Rennes 2, όπως επίσης και της συνέλευσης του πανεπιστημίου Rennes 1.</p>
<p>Μόλις τελείωσε η συνέλευση προσπαθήσαμε να συμμετάσχουμε στην «εξωτερική επιτροπή» για να προωθήσουμε το εγχείρημά μας για μια «γενική συνάντηση εργατών, φοιτητών, ανέργων και κανενός». Οι τροτσκιστές δεν είχαν και πολλά να πουν ενάντια στο εγχείρημά μας, αλλά δεν τους άρεσε το γεγονός ότι εμφανιστήκαμε ξαφνικά στην «εξωτερική επιτροπή», παίρνοντας τα πάντα στα χέρια μας, απορρίπτοντας την επίπονη αλλά άγονη δουλειά που έκαναν για παραπάνω από δυο μήνες (κάτι το οποίο είναι κατανοητό). Συμφωνήθηκε έτσι να συνεχίσουν να κάνουν «τα δικά τους» (να μοιράζουν μπροστά από τα εργοστάσια αδιάφορα κείμενα που καλούσαν σε γενική απεργία) και εμείς θα κάναμε «τα δικά μας»: να μοιράσουμε την προκήρυξή μας κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης της επόμενης μέρας και να κολλήσουμε αφίσες που θα καλούν σε γενική συνέλευση «κατοίκων της Ρεν», εργατών και μη.</p>
<p>Τρίτη 4 Απριλίου</p>
<p>(Δεύτερη μέρα απεργίας που κάλεσαν τα συνδικάτα)</p>
<p>Η πρώτη δράση της ημέρας ήταν το μπλοκάρισμα του σταθμού των λεωφορείων στις έξι το πρωί. Οι οδηγοί λεωφορείων δεν μπορούσαν να απεργήσουν, όπως είχαν κάνει την προηγούμενη βδομάδα, επειδή τα συνδικάτα δεν είχαν καταθέσει έγκαιρα την ειδοποίηση για απεργία. Έτσι, κάποιοι οδηγοί είχαν ζητήσει από τους φοιτητές να έρθουν και να κλείσουν το σταθμό. Δεν πήγα στη δράση αυτή αλλά άκουσα ότι 30 φοιτητές ήταν αρκετοί για να αποκλειστεί ο σταθμός, κυρίως επειδή οι εργάτες ήταν έτσι κι αλλιώς ευχαριστημένοι με τον αποκλεισμό. Μόνο οι διευθυντές ήταν ένα μικρό πρόβλημα. Παρόλα αυτά, ο αποκλεισμός κράτησε μέχρι τις δέκα (όχι αργότερα, ώστε να μπορέσει ο κόσμος να πάει στη διαδήλωση) και εμπόδισε τα δύο τρίτα των λεωφορείων να λειτουργήσουν. Προφανώς, αν οι εργάτες δεν ήταν με το μέρος μας, οι διευθυντές θα μπορούσαν εύκολα να καλέσουν τους μπάτσους και να μας αναγκάσουν να φύγουμε, αφού δεν ήμασταν αρκετοί για να τους αντιμετωπίσουμε.</p>
<p>Στις έντεκα πήγαμε στη διαδήλωση για να μοιράσουμε τις προκηρύξεις μας. Ο κόσμος ήταν όσος και την προηγούμενη εβδομάδα. Στις εφημερίδες γράφτηκε ότι υπήρχαν λιγότεροι απεργοί στο δημόσιο τομέα και περισσότεροι στον ιδιωτικό. Όταν η «προγραμματισμένη» διαδήλωση τελείωσε, κάποιοι (γύρω στους 1000) πήγαν να καταλάβουν το σταθμό, άλλοι το χώρο της σχολικής επιθεώρησης (και κατάφεραν να σκαρφαλώσουν στη στέγη), ενώ περίπου 5000 άνθρωποι πραγματοποίησαν μια «αυθόρμητη διαδήλωση». Εκείνη την ώρα, πήγαμε στη συνάντηση/συνέλευση που είχαμε καλέσει με τις προκηρύξεις μας, έχοντας προετοιμάσει αυτά που θέλαμε να πούμε, αλλά όχι και εξοπλισμό (όπως μικρόφωνα κλπ…) αφού περιμέναμε 100 άτομα στην καλύτερη περίπτωση. Όταν φτάσαμε, τα συνδικάτα (τα πιο ριζοσπαστικά, όπως το SUD και η CNT [9]) ήταν ήδη εκεί, είχαν φέρει μαζί τους ηχοσυστήματα (με απαίσια μουσική για να μας διασκεδάσουν) και ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν τη συνάντηση χωρίς εμάς! Και υπήρχαν εκατοντάδες άνθρωποι (η τοπική εφημερίδα ανέφερε μέχρι και χίλιους). Δεν πήγε όπως ακριβώς θέλαμε, μιας και τα συνδικάτα μονοπωλούσαν την κατάσταση, αλλά καταφέραμε να παρέμβουμε 5-6 φορές για να θυμίσουμε στον κόσμο για ποιο λόγο είχαμε οργανώσει τη συνάντηση, εν συντομία, για να συστήσουμε μια «comite de lutte Rennais» (επιτροπή αγώνα της Ρεν), ανοιχτή σε όλους, της οποίας ο σκοπός θα ήταν να οργανώσει δράσεις ενάντια στην κανονική λειτουργία της οικονομίας και να προσπαθήσει να παρακινήσει για γενική απεργία. Μια επιτροπή στην οποία ο κόσμος δε θα ήταν υποχρεωμένος να αισθάνεται ότι αντιπροσωπεύει τον τομέα του ή το χώρο εργασίας του, αλλά θα μπορούσε να εκφραστεί ο ίδιος και να λάβει μέρος σαν άτομο σε δράσεις. Γι&#8217; αυτό ζητούσαμε από τον κόσμο να έρθει στην πρώτη συνάντηση αυτής της νέας επιτροπής την επόμενη μέρα στο πανεπιστήμιο. Το υπόλοιπο της συνάντησης ήταν αρκετά βαρετό καθώς αυτοί που μιλούσαν ήταν οι ίδιοι πέντε συνδικαλιστές.</p>
<p>Αμέσως, μετά τη συνάντηση μερικοί από μας πήραν μέρος στην «αυθόρμητη διαδήλωση», η οποία στο μεταξύ είχε μετατραπεί σε σύγκρουση. Υπήρχαν ακόμη μερικές χιλιάδες άνθρωποι που συμμετείχαν. Όπως συνήθως, τα επεισόδια συνέβαιναν στην πλατεία δίπλα στα τοπικά γραφεία του UMP, καθώς ο πιο εύκολος τρόπος για να συναντηθεί κανείς με την αστυνομία ήταν να προσπαθήσει να πάει προς τα εκεί. Άρχισε να καταντά ιεροτελεστία, ωστόσο, και να μην έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού η αστυνομία ήταν συνηθισμένη σε συγκρούσεις που συνέβαιναν στην συγκεκριμένη πλατεία και ήξερε πώς να αντιδράσει: απλώς θα μας πετούσαν πολλά δακρυγόνα μέχρι να αποχωρήσουμε και αφού θα μας ακολουθούσαν για λίγα μέτρα, θα σταματούσαν και θα μας περίμεναν να επιστρέψουμε και μετά θα ξανάρχιζαν. Επίσης, είχαν καθαρίσει την πλατεία από οτιδήποτε θα μπορούσε να πεταχτεί. Και πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι, όπως την προηγούμενη βδομάδα, ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετές χιλιάδες ανθρώπων, μόνο γύρω στους 100 ήταν πραγματικά διατεθειμένοι να συγκρουστούν. Αλλά το γεγονός ότι όλοι οι άλλοι ήταν διατεθειμένοι να μείνουν παρόλο που είχαν φάει δακρυγόνα ήταν σημαντικό. Ούτε άκουσα να έχει δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα με ειρηνιστές εκείνη την ημέρα. Μετά από λίγο, οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν στους στενούς πλακόστρωτους δρόμους του κέντρου. Αυτό σήμαινε ότι όλα γίνονταν πιο απρόβλεπτα, για τους μπάτσους και για εμάς. Μπάτσοι έφταναν από παντού, αλλά ήταν ευκολότερο να τους επιτεθούμε. Περαστικοί εμπλέκονταν επίσης. Αυτό που είχαμε περισσότερο να φοβηθούμε ήταν οι μπάτσοι με πολιτικά [BAC - Brigade anticriminalité, (σ.τ.μ.) ειδική ομάδα αντιμετώπισης εγκλήματος της γαλλικής αστυνομίας] οι οποίοι σε αυτές τις περιπτώσεις είχαν μόνο κράνη και κλομπ και γι&#8217; αυτό το λόγο μπορούσαν να τρέξουν πολύ γρήγορα. Αυτοί επιτίθενται σε απομονωμένους διαδηλωτές και συνήθως ένας από αυτούς έχει ένα όπλο με «πλαστικές» σφαίρες στραμμένο προς τους υπόλοιπους διαδηλωτές προκειμένου να μην αντιδράσουν. Αυτές οι σφαίρες, που στην ουσία είναι φτιαγμένες από καουτσούκ, σε ακινητοποιούν εάν φας μία στο πόδι και μπορούν ακόμη και να σε σκοτώσουν αν τη φας στο κεφάλι (οι μπάτσοι προφανώς σημαδεύουν στο κεφάλι για εκφοβισμό). Όλοι φοβούνταν αυτά τα όπλα και σε αρκετές περιπτώσεις είδα κόσμο να τρέχει και να το σκάει φωνάζοντας «πλαστικές σφαίρες, πλαστικές σφαίρες!». Ωστόσο, άκουσα ότι κάποια φορά διαδηλωτές στρίμωξαν μια ομάδα της BAC, χωρίς να το περιμένει, στη γωνία του δρόμου και κατάφεραν να τους κυνηγήσουν, πετώντας τους πέτρες. Κάποιοι από τους «αναρχικούς» είχαν προετοιμάσει μια τεχνική: φώναζαν μια λέξη ως σινιάλο για να αρχίσουν να πετούν ταυτόχρονα όλες τους τις πέτρες. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό ανάγκασε την αστυνομία να υποχωρήσει και όλοι όσοι βρίσκονταν τριγύρω το επιδοκίμασαν.</p>
<p>Η «αυθόρμητη διαδήλωση» είχε αρχίσει γύρω στις δύο και τελείωσε περίπου στις επτά το απόγευμα. Τότε επιστρέψαμε στο πανεπιστήμιο για να προετοιμάσουμε τις δράσεις για την επόμενη μέρα.</p>
<p>Τετάρτη 5 Απριλίου</p>
<p>Πήγαμε να αποκλείσουμε την περιφερειακή οδό στις έξι το πρωί. Αυτή τη φορά ήμασταν λιγότεροι από την προηγούμενη βδομάδα, γύρω στους 100. Ήταν πιο δύσκολο να βρούμε αντικείμενα που θα μας χρησίμευαν ως οδοφράγματα μιας και η αστυνομία είχε καθαρίσει τα περισσότερα. Για πρώτη φορά είχαμε φέρει λίγο καφέ και τσάι για τους οδηγούς και είχαμε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες κουβέντες με κάποιους από αυτούς πίνοντας καφέ μαζί. Ωστόσο, υπήρχαν περισσότεροι αγανακτισμένοι οδηγοί από την προηγούμενη βδομάδα, ειδικά εκείνοι που είχαν αποκλειστεί και τότε. Ένας νεαρός με χτύπησε στο κεφάλι καθώς του προσέφερα καφέ. Δεν περίμενε ότι θα ανταποδώσω και όταν το έκανα απλώς επέστρεψε στο αμάξι του. Μερικοί φορτηγατζήδες προσπάθησαν ξανά να καταστρέψουν το οδόφραγμά μας, χωρίς επιτυχία. Αυτή τη φορά, η αστυνομία χρειάστηκε μόνο σαράντα λεπτά για να έρθει και να μας επιτεθεί, παρόλο που είχαμε αποκλείσει την περιφερειακή σε 3 σημεία. Αφού μας έριξαν πολλά δακρυγόνα, απέκλεισαν όλους τους δρόμους που οδηγούν στο κέντρο. Εγκλωβιστήκαμε σε ένα βιομηχανικό προάστιο για περισσότερο από μια ώρα, με τους μπάτσους να μας ακολουθούν οπουδήποτε κι αν πηγαίναμε. Στο τέλος, αναγκαστήκαμε να μπούμε όλοι στα λεωφορεία που σταματούσαν στην περιοχή, και ακόμη και τότε η αστυνομία μας συνόδευσε σε όλο τη διαδρομή προς το κέντρο. Έπειτα, πήραμε τον υπόγειο για το πανεπιστήμιο, μόνο και μόνο για να τον αποκλείσουμε. Ήταν πολύ εύκολο μιας και το να μπλοκάρεις μονάχα τις πόρτες ενός βαγονιού ήταν αρκετό για να μπλοκάρει όλο το σύστημα.</p>
<p>Ακούσαμε μια φωνή να λέει στους επιβάτες ότι ο υπόγειος δε λειτουργούσε «suite a des actes de malveillance» (εξαιτίας βανδαλισμών)!</p>
<p>Δε μείναμε πολύ (20 λεπτά περίπου) γιατί το να δεχτούμε επίθεση από την αστυνομία σε σταθμό υπόγειου (με μια έξοδο μονάχα) ήταν μια πολύ τρομακτική προοπτική.</p>
<p>Επιστρέψαμε στο πανεπιστήμιο. φύγαμε μια ώρα αργότερα και να πάμε να την πέσουμε στη διαδήλωση των «αντι-καταληψιών» μπροστά από το δημαρχείο.</p>
<p>Τα ΜΜΕ είπαν ότι εμείς ήμασταν 100 και αυτοί 200, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι ήμασταν τουλάχιστον όσοι και αυτοί. Μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε από τα ρούχα που φορούσαν σε ποιο στρατόπεδο ανήκαν: πραγματικά όλοι φαίνονταν να είναι καθωσπρέπει φοιτητές από πλούσιες οικογένειες. Είμαι σίγουρη ότι υπήρχαν αντι-καταληψίες και ανάμεσα στους φτωχούς φοιτητές, αλλά αυτοί δε διαδήλωναν ενάντια στην κατάληψη, από όσο είδα. Οι «αντι-καταληψίες» συνοδεύονταν επίσης και από 30 ιδιοκτήτες μαγαζιών από το κέντρο της πόλης και από μερικές δεξιές προσωπικότητες της Ρεν, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού της δεξιάς φοιτητικής παράταξης, l&#8217;UNI (Union nationale inter-universitaire). Ωστόσο, επειδή είχαν αποφασίσει ότι η διαδήλωσή τους ήταν «απολιτική», το μόνο σύνθημα που είχαν ήταν το «Liberez nos facs» (ελευθερώστε τα πανεπιστήμιά μας) κι έτσι, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να βρούμε συνθήματα και να τα τραγουδήσουμε πολύ δυνατά! Όπως:</p>
<p>«Travail, famille, patrie, vive Sarkozy» (Εργασία, οικογένεια, έθνος, ζήτω ο Σαρκοζύ)</p>
<p>«Anti-grevistes en colere, le caviar il est trop cher» (Οι αντι-καταληψίες είναι θυμωμένοι, το χαβιάρι είναι πολύ ακριβό)</p>
<p>Και άλλα πολλά παρόμοια.</p>
<p>Έπειτα τους κυνηγήσαμε και τους χτυπήσαμε, αποκαλώντας τους «moutons» (πρόβατα)</p>
<p>Ταυτόχρονα όλοι έψαχναν τη «Βαλερί», που είχαμε επιλέξει ως τη μασκότ των «αντι-καταληψιών». Μερικές εβδομάδες νωρίτερα, είχε έρθει σε μια συνέλευση να μιλήσει ενάντια στην κατάληψη, αλλά τα επιχειρήματά της ήταν τόσο φτωχά και εμφανώς αντιδραστικά και η προσωπικότητά της τόσο απωθητική που κάποιοι αντι-καταληψίες ψήφισαν υπέρ της κατάληψης εκείνη τη μέρα μόνο και μόνο για να την αποφύγουν. Από τότε θέλαμε να έρχεται και να μιλά σε όλες τις συνελεύσεις, και μάλιστα φτιάξαμε ένα πανό που έλεγε: «Βαλερί, σ&#8217; αγαπάμε», το οποίο κρεμάσαμε σε ένα από τα πανεπιστημιακά κτίρια. Έτσι, από την αρχή της διαδήλωσης των αντι-καταληψιών, εκλιπαρούσαμε για έναν λόγο από τη Βαλερί. Κάποια στιγμή, μερικοί από μας την έπιασαν να προσπαθεί να κρυφτεί και την κυνήγησαν, πετώντας της αυγά! Καταφέραμε μάλιστα να κλέψουμε το πανό των αντι-καταληψιών και αρχίσαμε να το καίμε. Μερικές δεξιές προσωπικότητες ρεζιλεύτηκαν επίσης. Στη συνέχεια, έκαναν καθιστική διαμαρτυρία (τότε ήταν μόνο 50 από αυτούς), έτσι τους περικυκλώσαμε και τους ρίξαμε χαλασμένα αυγά. Διασκορπίστηκαν αμέσως…</p>
<p>Πρέπει να πω ότι είχε πολλή πλάκα!</p>
<p>Στις επτά το απόγευμα επιστρέψαμε στο πανεπιστήμιο για τη συνάντηση της επιτροπής αγώνα της Ρεν που είχαμε καλέσει την Τρίτη.</p>
<p>Υπήρχαν γύρω στα 50 με 80 άτομα, οι περισσότεροι μέλη συνδικάτων ή μιλιτάντηδες. Νομίζω ότι αυτό μπορεί εν μέρει να ερμηνευθεί από το γεγονός ότι η συνάντηση γινόταν στο πανεπιστήμιο, το οποίο βρίσκεται έξω από το κέντρο της πόλης και ίσως για μερικούς είναι μέρος που δύσκολα πηγαίνουν. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο απέτυχε. Ωστόσο, είχε ενδιαφέρον το γεγονός ότι τα περισσότερα μέλη των συνδικάτων που ήταν παρόντα έλεγαν ότι τα συνδικάτα τους δεν έκαναν αρκετά σ’ αυτό το κίνημα και ότι δεν περίμεναν να καλέσουν σε γενική απεργία. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι ήθελαν να συμμετέχουν περισσότερο στο κίνημα, σε ατομικό επίπεδο, χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται στα συνδικάτα τους ή να τους απασχολεί το αν οι πράξεις τους θα γίνονταν αποδεκτές από τα συνδικάτα. Συζητούσαμε για πολλή ώρα για το τι θα έπρεπε να είναι αυτή η «επιτροπή αγώνα». Η παρουσία όμως ενός τροτσκιστή καθιστούσε δύσκολη τη συζήτηση, μιας και αυτός επέμενε ότι η επιτροπή θα έπρεπε μονάχα να  υλοποιεί τις αποφάσεις που υποτίθεται πάρθηκαν στην αρχική ανοιχτή συνάντηση της Τρίτης, ώστε να είναι «αντιπροσωπευτική». Αυτό μας φάνηκε τελείως γελοίο, μιας και λίγοι μόνο συνδικαλιστές είχαν μιλήσει εκεί και τίποτα συγκεκριμένο δεν είχε αποφασιστεί στην πραγματικότητα. Απαντήσαμε ότι αυτό που είχε σημασία ήταν ότι ήμασταν μια ομάδα ανθρώπων που ήθελαν να οργανωθούν ώστε να κάνουν πράγματα μαζί, χωρίς να τους απασχολεί αν είναι «αντιπροσωπευτικοί» ή όχι. Ο τροτσκιστής διέκοπτε συνεχώς τη συζήτηση και μόνο όταν όλη η γενική συνέλευση του είπε να το βουλώσει το έκανε. Τελικά, τα μόνα πράγματα που αποφασίσαμε ήταν να κάνουμε άλλη μια συνάντηση την Παρασκευή, κατά προτίμηση στο κέντρο της πόλης, και ότι θα έπρεπε να οργανώσουμε μια δράση για να μπλοκάρουμε όλοι μαζί την κανονική λειτουργία του εμπορικού κέντρου το απόγευμα του Σαββάτου.</p>
<p>Πέμπτη 6 Απριλίου</p>
<p>Επειδή το μπλοκάρισμα της περιφερειακής οδού την Τετάρτη δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχές, θέλαμε να δοκιμάσουμε μια διαφορετική τεχνική. Αντί να δώσουμε ραντεβού κατευθείαν στη rocade, συναντηθήκαμε στο πανεπιστήμιο στις έξι το πρωί ώστε να αποφασίσουμε τελευταία στιγμή που θα πάμε. Αλλά κι αυτό απέτυχε: παρόλο που πέρασαν μόνο 15 λεπτά από τη στιγμή που πήραμε την απόφαση μέχρι την ώρα που φτάσαμε στην περιφερειακή (πήραμε τον υπόγειο), η αστυνομία ήταν ήδη εκεί. Είναι ξεκάθαρο ότι τους είχε ενημερώσει κάποιος «από τα μέσα», όπως επίσης ότι είχαν έτοιμα περιπολικά σε διαφορετικά σημεία της rocade. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι είχαν αποφασίσει να μη μας δώσουν καμιά ευκαιρία αυτή τη φορά. Όταν είδαμε τους μπάτσους στη rocade πήγαμε να αποκλείσουμε έναν από τους δρόμους που οδηγούν σ&#8217; αυτή, αλλά μας ακολούθησαν. Έτσι, ξεκινήσαμε μια αυθόρμητη πορεία σ&#8217; αυτό το δρόμο, προσπαθώντας που και που να τους ξεφορτωθούμε και να φτάσουμε στην περιφερειακή πριν από αυτούς. Καθώς κι αυτό δεν έπιασε, αποφασίσαμε να πάμε κάπου αλλού, αλλά μόνο 4-5 από εμάς θα ήξεραν πού. Έτσι, πήραμε τον υπόγειο, χωρίς να ξέρουμε που πηγαίνουμε, και όταν ακούσαμε το σύνθημα βγήκαμε έξω σε ένα σταθμό που βρισκόταν πολύ κοντά σε ένα άλλο σημείο της περιφερειακής. Τρέξαμε για να φτάσουμε πριν από τους μπάτσους. Ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε ένα οδόφραγμα, αλλά 5 λεπτά αργότερα έφτασε η αστυνομία και προσπάθησε να μας περικυκλώσει. Αρχίσαμε να τρέχουμε, με τα CRS να μας καταδιώκουν, χτυπώντας μας με τα κλομπ, και μετά από 5 λεπτά καταφέραμε να διασκορπιστούμε χωρίς να έχουμε συλλήψεις. Στις δέκα είχαμε ραντεβού για να οργανώσουμε μια δράση ενάντια στην ANPE (πρακτορείο εύρεσης εργασίας). Μερικοί θα πήγαιναν στην ΑΝΡΕ πριν από τους άλλους, σε διαφορετική στιγμή ο καθένας, προσποιούμενοι ότι ψάχνουν για δουλειά. Αυτό θα τους εμπόδιζε να κλείσουν τις πόρτες όταν θα έφτανε ο πολύς κόσμος. Στην πραγματικότητα αποδείχτηκε ότι δεν ήταν απαραίτητο, αφού οι εργαζόμενοι της ΑΝΡΕ δεν προσπάθησαν να μας σταματήσουν, δεν κάλεσαν την αστυνομία και μας χαμογελούσαν καθώς κάναμε «demenage» στο μέρος. Βγάλαμε τα πάντα έξω, ακόμη και τους φακέλους και τα αρχεία, και τα μεταφέραμε όλα στη μέση ενός δρόμου εκεί κοντά ώστε να τα χρησιμοποιήσουμε ως οδόφραγμα. Ήμασταν γύρω στους 200 και οι μισοί από μας ήταν μαθητές. Έτσι, η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ευχάριστη, ο κόσμος τραγουδούσε και χόρευε. Μείναμε μιάμιση ώρα περίπου, μετά μεταφέραμε τα έπιπλα πίσω, αφού μερικοί μαθητές το &#8216;χαν υποσχεθεί στους εργαζόμενους.</p>
<p>Στη συνέχεια πήγαμε στη διαδήλωση που οργάνωναν φοιτητές και μαθητές, στην οποία μαζεύτηκαν γύρω στα 5000 άτομα. Μετά από μία ώρα περίπου, μετατράπηκε σε «αυθόρμητη διαδήλωση», με την έννοια ότι κανείς δεν ήξερε που πηγαίναμε, αλλά και κανείς δεν είχε ιδέα για το που θα έπρεπε να πάμε. Έτσι, καταλήξαμε να περπατάμε για ώρες χωρίς να κάνουμε τίποτα το ιδιαίτερο. Κάποια στιγμή, ωστόσο, μερικοί κατάφεραν να κατευθύνουν τη διαδήλωση προς τη νομική, έναν τομέα του Rennes 1 που δεν είχε κάνει καθόλου απεργία. Μπήκαμε στο πανεπιστήμιο, διακόπτοντας όλα τα μαθήματα. Σε ένα αμφιθέατρο, 50 φοιτητές νομικής παρακολουθούσαν το μάθημα όταν μια ομάδα 100 ατόμων μπήκε μέσα και άρχισε να τραγουδά τη Διεθνή, χτυπώντας καρέκλες και τραπέζια, πετώντας πράγματα στον καθηγητή, ενώ κάποιοι προσποιούνταν ότι τσακώνονται πάνω στη σκηνή. Μια άλλη ομάδα περίπου 50 φοιτητών κατάφερε να μπει στο τοπικό γραφείο της UNI και κατάστρεψε οτιδήποτε υπήρχε μέσα. Μετά από μια ώρα η διαδήλωση έφυγε, συνέχισε για λίγο και μετά κατέληξε να κάνει μια καθιστική διαμαρτυρία μπροστά στο δημαρχείο.</p>
<p>Έφυγα Παρασκευή πρωί. Διάβασα ότι εκείνη τη μέρα 50 φοιτητές μπλόκαραν ένα ταχυδρομικό γραφείο για λίγες ώρες και οι εργαζόμενοι εκεί σταμάτησαν να δουλεύουν σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους διαδηλωτές.</p>
<p>Τη Δευτέρα, ο Βιλπέν ανακοίνωσε την απόφασή του να αποσύρει το CPE. Ήταν μια καθοριστική στιγμή, που θα έδειχνε αν αρκετοί φοιτητές ήταν διατεθειμένοι να συνεχίσουν την απεργία προκειμένου να απαιτήσουν την απόσυρση του «νόμου για την ισότητα των ευκαιριών» και του CNE, δηλαδή να διεκδικήσουν τα άλλα δύο αιτήματα που το κίνημα είχε θέσει. Στη γενική συνέλευση εκείνου του απογεύματος, στην οποία μαζεύτηκαν 5000 φοιτητές, η πλειοψηφία (περίπου 2700 ενάντια σε 2300) αποφάσισε ότι η κατάληψη έπρεπε να σταματήσει. Την Τετάρτη, ωστόσο, οργανώθηκε νέα συνέλευση, στην οποία βρέθηκαν 7000 άτομα. Αυτή τη φορά, τα άτομα που καταμετρούσαν τις ψήφους ανακοίνωσαν ότι υπήρχαν περισσότεροι φοιτητές υπέρ της κατάληψης απ&#8217; ότι κατά, παρόλο που κάποιοι έλεγαν ότι ήταν δύσκολο να εκτιμηθεί. Ο πρόεδρος του πανεπιστημίου αρνήθηκε να θεωρήσει την απόφαση νόμιμη, αλλά βλέποντας ότι η ένταση ανάμεσα σ&#8217; αυτούς που ήταν υπέρ και αυτούς που ήταν κατά της κατάληψης αυξανόταν, αποφάσισε να περιμένει μέχρι την επόμενη Τρίτη πριν επιτρέψει την επανέναρξη των μαθημάτων. Μερικοί απεργοί συζήτησαν την πιθανότητα να εμποδίσουν το άνοιγμα του πανεπιστημίου περιφρουρώντας την είσοδο την Τρίτη το πρωί. Ωστόσο, η προσπάθεια απέτυχε και οι 100 περίπου φοιτητές που ήρθαν δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν το άνοιγμα του πανεπιστημίου.</p>
<p>Είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε τι ήταν αυτό που έκανε τις δυο συνελεύσεις να φτάσουν σ&#8217; αυτές τις αντιφατικές αποφάσεις. Πιθανόν, κάποιοι φοιτητές που ήταν υπέρ της απεργίας, δεν είχαν μπει στον κόπο να έρθουν στη συνέλευση της Δευτέρας, νομίζοντας ότι θα ψηφιστεί κατάληψη τόσο εύκολα και αυτόματα όπως πριν, και αυτοί οι ίδιοι φοιτητές ήταν παρόντες την Τετάρτη. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν 3500 φοιτητές εξακολουθούσαν να είναι υπέρ της συνέχισης της απεργίας μετά την απόσυρση του CPE, μόνο μια μικρή μειοψηφία είχε την ενέργεια και το κίνητρο να παλέψει ενάντια στο άνοιγμα του πανεπιστημίου.</p>
<p style="text-align: right;"><em>Jeanneneton</em></p>
<p><strong>Παράρτημα</strong></p>
<p><em>Η προκήρυξη που καλούσε σε συνέλευση εργατών, φοιτητών, μαθητών και ανέργων την Τρίτη 4 Απριλίου.</em></p>
<p>Συνάντηση: Σήμερα, Τρίτη 4 Απριλίου, στις 9.</p>
<p>Για να πραγματοποιήσουμε τα καλέσματα για απεργίες διαρκείας και το μπλοκάρισμα της οικονομίας.</p>
<p>Το κίνημα που ξεκινήσαμε πριν από οχτώ εβδομάδες ενάντια στο CNE και τον επονομαζόμενο «νόμο για την ισότητα των ευκαιριών» (μέρος του οποίου είναι το CPE) φτάνει τώρα σε ένα καθοριστικό σημείο καμπής. Η χρήση του 49.3, που ακολουθήθηκε από τη δημοσιοποίηση του CPE, αφού τα συντονιστικά των φοιτητών και των μαθητών είχαν απαιτήσει την άνευ όρων απόσυρσή τους, δεν αφήνει χώρο για συμβιβασμό. Με το να συλλαμβάνει ανθρώπους σε κάθε διαδήλωση και να τους προσάπτει κατηγορίες, με το να απειλεί ότι θα χρησιμοποιήσει την αστυνομία για να σπάσει τις καταλήψεις στα σχολεία, η κυβέρνηση δείχνει ότι δε φοβάται να κηρύξει ανοιχτό πόλεμο εναντίον μας.</p>
<p>Η κατάσταση αυτή απαιτεί επειγόντως να διαλέξουμε πλευρά. Ο αγώνας, αν επεκταθεί και σε άλλους τομείς, μπορεί να προσφέρει σε όλους μας μια ευκαιρία άνευ προηγουμένου να ακυρώσουμε τη φιλελεύθερη αντεπανάσταση που λαμβάνει χώρα εδώ και 25 χρόνια. Αν παραμείνει εγκλωβισμένος στη νεολαία, η ήττα του στην απομόνωση θα αποτελέσει ήττα του κοινωνικού κινήματος συνολικά, και αυτό για πολύ καιρό. Όπως έδειξε η ήττα του κινήματος ενάντια στην αναδιάρθρωση του συνταξιοδοτικού (2003), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επιλεκτικές μέρες απεργίας και διαδηλώσεων δεν είναι αρκετές. Η νίκη του κινήματος απαιτεί τη γενίκευση της απεργίας και του μπλοκαρίσματος της οικονομίας και την απαραίτητη μαζική συμμετοχή σε δράσεις ικανές να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση με αποτελεσματικό τρόπο.</p>
<p>Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε μόνο στην ηγεσία των συνδικάτων για να συγκροτήσουμε άμεσα, σε τοπικό επίπεδο, μια δύναμη που θα συγκεντρώνει όλους τους μισθωτούς εργάτες, τους μαθητές, τους φοιτητές, τους ανέργους και τους επισφαλείς που είναι αποφασισμένοι να προωθήσουν αυτή τη γενίκευση. Καλέσαμε αυτή τη συνάντηση προκειμένου να συνεισφέρουμε στη δημιουργία μιας επιτροπής αγώνα της Ρεν, ανοιχτή σε όλους αυτούς που απορρίπτουν τη φιλελεύθερη πολιτική που σήμερα υλοποιείται. Το ζήτημα πλέον δεν είναι απλά να δηλώνει κανείς τη συμπαράστασή του στους φοιτητές, αλλά να οργανωθεί ώστε να αντιμετωπίσει την επίθεση της κυβέρνησης που επηρεάζει όλες τις κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες.</p>
<p>Η σημερινή συνάντηση δεν επιθυμεί να συγκροτήσει μια «δια-επαγγελματική συνέλευση» όπου θα αρκούμαστε στο να επαναλαμβάνουμε ότι πράγματι «η κατάσταση απαιτεί γενική απεργία, αλλά…». Δεν περιμένουμε απλά αυτούς που θα &#8216;ναι παρόντες να συμμετέχουν ως «αντιπρόσωποι» των εργασιακών «τους» χώρων όπου η κατάσταση δεν είναι αρκετά «ώριμη». Το κάλεσμά μας απευθύνεται σε αυτούς που, άσχετα με το από πού προέρχονται, επιθυμούν να συμμετέχουν άμεσα στο μπλοκάρισμα της οικονομίας (τραίνων, δρόμων, βιομηχανικών ζωνών), και να γενικεύσουν τα σταματήματα της εργασίας. Αυτούς που επιθυμούν να προωθήσουν απεργίες διαρκείας σε τομείς-κλειδιά της οικονομίας. Αισθανόμαστε την επιτακτική ανάγκη να οργανώσουμε δράσεις άμεσα, γνωρίζοντας ότι η κυβέρνηση περιμένει τις σχολικές διακοπές, καθώς και να εκβιάσει με τις επερχόμενες εξετάσεις προκειμένου να μας αποδυναμώσει. Ως τέτοια, η επιτροπή αυτή μπορεί να αποφασίσει για μια εναρκτήρια δράση από την Τετάρτη.</p>
<p>Από μας εξαρτάται να περάσουμε στην επίθεση.</p>
<p style="text-align: right;">Γενική Συνέλευση των φοιτητών των Rennes 1 και 2</p>
<p>[1] Το CPE (Contrat Première Embauche &#8211; συμβόλαιο πρώτης απασχόλησης) είναι μια ειδική νομοθεσία για τους νέους κάτω των 26 ετών. Τα δύο πρώτα χρόνια σε μια νέα δουλειά θεωρούνται περίοδος εκπαίδευσης και δίνεται στον εργοδότη το δικαίωμα της απόλυσης χωρίς να είναι αναγκασμένος να παρουσιάσει κανέναν λόγο. Επίσης, ελαχιστοποιείται η αποζημίωση που ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να δώσει στον απολυμένο.</p>
<p>Αυτή όπως και όλες οι υποσημειώσεις που ακολουθούν είναι των μεταφραστών στην ελληνική, για τη διευκόλυνση της κατανόησης κάποιων σημείων του κειμένου.</p>
<p>[2] Η συγγραφέας του κειμένου είναι από την Αγγλία.</p>
<p>[3] Train à grande vitesse &#8211; Υπερταχεία τρένα στη Γαλλία</p>
<p>[4] Union pour un mouvement populaire &#8211; Πολιτικό κόμμα που δημιουργήθηκε στη Γαλλία το 2002 για να στηρίξει την υποψηφιότητα του Ζακ Σιράκ. Αποτελεί το κύριο συντηρητικό πολιτικό κόμμα της Γαλλίας. Σ΄αυτό ανήκει τόσο ο Ντομινίκ ντε Βιλπέν που κατέχει το αξίωμα του πρωθυπουργού της χώρας από το Μάιο του 2005, όσο και ο (περίφημος από τη στάση του στην εξέγερση του Νοέμβρη 2005 στα προάστια) Νικολά Σαρκοζύ, νυν υπουργός εσωτερικών, ο οποίος μάλιστα σήμερα είναι ο ηγέτης του κόμματος και ο υποψήφιός του για τις ερχόμενες προεδρικές εκλογές.</p>
<p>[5] Compagnies Républicaines de Sécurité &#8211; Η γαλλική αστυνομική μονάδα αντιμετώπισης ταραχών.</p>
<p>[6] Union Nationale des étudiants de France &#8211; Το βασικό φοιτητικό συνδικάτο στη Γαλλία.</p>
<p>[7] Electricité de France &#8211; Επιχείρηση ηλεκτρισμού της Γαλλίας.</p>
<p>[8] Contrat nouvelle embauche &#8211; Συμβόλαιο νέας απασχόλησης. Ένα είδος CPE για ανθρώπους που δουλεύουν σε εταιρίες με λιγότερους από 20 εργαζόμενους, ασχέτως ηλικίας. Ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του Βιλπέν τον Αύγουστο του 2005 και βρίσκεται σήμερα σε ισχύ, σε αντίθεση με το CPE.</p>
<p>[9] Solidaires Unitaires Démocratiques και Confédération Nationale du Travail. Η πρώτη είναι μια ομάδα συνδικάτων που συμμετέχει στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο κοινωνικό φόρουμ, ενώ η CNT είναι αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/05/two-weeks-spent-in-rennes-gr/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>4η Ανακοίνωση</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2006/03/4th-announcement/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2006/03/4th-announcement/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 10 Mar 2006 16:18:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>
		<category><![CDATA[anti-CPE]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://blaumachen.webleonart.net/?p=135</guid>
		<description><![CDATA[Δημοσιεύουμε αυτό το κείμενο σε μια προσπάθεια να αναδείξουμε τις κομμουνιστικές τάσεις που εμπεριέχονται στον αγώνα των προλετάριων στη Γαλλία. Οι συγγραφείς δημιουργούν μια κατάσταση, καθώς επανοικειοποιούνται το όνομα της Επιτροπης Κατάληψης της Σορβόννης, και στρέφουν το όπλο της κριτικής ενάντια στα όρια που μέχρι στιγμής θέτει η μορφή του συγκεκριμένου αγώνα.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><em>Δημοσιεύουμε αυτό το κείμενο σε μια προσπάθεια να αναδείξουμε τις κομμουνιστικές τάσεις που εμπεριέχονται στον αγώνα των προλετάριων στη Γαλλία. Οι συγγραφείς δημιουργούν μια κατάσταση, καθώς επανοικειοποιούνται το όνομα της Επιτροπης Κατάληψης της Σορβόννης, και στρέφουν το όπλο της κριτικής ενάντια στα όρια που μέχρι στιγμής θέτει η μορφή του συγκεκριμένου αγώνα.</em></p>
<p><em><br />
</em></p>
<p><span><span style="font-weight: bold; font-size: medium;">Ενημέρωση από την <span style="font-style: italic;">Εξορισμένη Επιτροπή Κατάληψης της Σορβόννης</span></span><span style="font-style: italic;"> </span></span></p>
<p><span style="font-style: italic;">Το κείμενο αυτό το βρήκαμε στα αγγλικά στην ιστοσελίδα </span>www.libcom.org/blog<span style="font-style: italic;"> *, λίγες ημέρες μετά την εκκένωση της κατάληψης της Σορβόννης από τα CRS (τα γαλλικά ΜΑΤ) στις 12 του Μάρτη. Μερικές μέρες αργότερα, βρήκαμε στην ίδια ιστοσελίδα την ανακοίνωση ενός φοιτητή που συμμετείχε στην «επιτροπή» της κατάληψης της Σορβόννης πριν την εκκένωσή της, σύμφωνα με τον οποίο η «επιτροπή» (η οποία δεν ονομαζόταν καν έτσι) πρακτικά διαλύθηκε μετά την εκκένωση της κατάληψης και οι άνθρωποι που συμμετείχαν σ&#8217; αυτή μοιράστηκαν στα υπόλοιπα κατειλημμένα πανεπιστήμια του Παρισιού. Ωστόσο, δεν μας ενδιαφέρει να μπούμε σε μια διαδικασία να επαληθεύσουμε τη γνησιότητα του κειμένου. Βλέπουμε σ&#8217; αυτή την ενέργεια τη <span style="font-weight: bold;">δημιουργία μιας κατάστασης</span>, την υλικότητα ενός κατειλημμένου πανεπιστημίου να ρευστοποιείται στο κοινωνικό έδαφος των αγωνιζόμενων προλετάριων σε όλη τη χώρα. Σ&#8217; αυτή την κίνηση, βλέπουμε την προσπάθεια να ξεπεραστούν τα όρια που μέχρι στιγμής θέτει η μορφή του συγκεκριμένου αγώνα και όλων των προηγούμενων αγώνων της τάξης, οι οποίοι αντανακλαστικά ξαναζωντανεύουν στη μνήμη γύρω από το «σύμβολο-Σορβόννη». Οι πληροφορίες που φτάνουν στην Ελλάδα για το γαλλικό Μάρτη είναι αρκετές. Αυτό που βλέπουμε ως ρόλο μας αυτή τη στιγμή είναι να αναδείξουμε τις κομμουνιστικές τάσεις που αναδύονται στον αγώνα των προλετάριων στη Γαλλία. Γι&#8217; αυτό επιλέγουμε να δημοσιεύσουμε αυτό το κείμενο. Μια ελληνική μετάφραση -από συντρόφους που στη συνέχεια δημιούργησαν το &#8220;Πριονιστήριο Το Χρυσό Χέρι&#8221;- βρήκαμε στα Indymedia της Αθήνας, την οποία επιμεληθήκαμε με αναφορά στο αγγλικό κείμενο.</span></p>
<div style="text-align: right;"><span style="font-style: italic;">Blaumachen</span><br />
τέλη Μάρτη του 2006</div>
<p>* Ιστοσελίδα που υποστηρίζεται στον δικτυακό τόπο <span style="font-style: italic;">libertarian community &amp; organising resource for Britain</span> (libcom.org) και παρέχει διαρκή ενημέρωση στα αγγλικά για την κατάσταση στη Γαλλία, καθώς εκτυλίσσονται τα γεγονότα.</p>
<p><span style="font-weight: bold; font-size: medium;">4η Ανακοίνωση</span></p>
<p><span style="font-style: italic;">Δευτέρα, 20 του Μάρτη, 2006 </span></p>
<p>Το πανεπιστήμιο της Σορβόννης, με τον αέρα της αιωνιότητας. Γεμάτο από μια ιστορία που αναστάλθηκε. Μαρμάρινοι διάδρομοι σαν παγωμένος βάλτος. «<span style="font-style: italic;">Όταν δεν υπάρχει ήλιος, μάθε να ωριμάζεις κάτω από τον πάγο</span>». Και τότε, πριν δέκα μέρες, ο πάγος άρχισε να λιώνει, ένα απόγευμα μέσα στους αιώνες. Μια φωτιά από τραπέζια και τελευταίες ανακοινώσεις: μια φλόγα ψηλότερη από κάθε άνθρωπο, στο μέσο του προαυλίου, του προαυλίου στο οποίο γίνονται οι τελετές. Τέρμα η βουή στις αίθουσες μαθημάτων και στους διαδρόμους, τέρμα οι διαλέξεις, απλά συνυπάρχουμε, αναζητώντας μια δομή. Αρχίζει. Βλήματα, ουρλιαχτά, πυροσβεστήρες, σκάλες ενάντια στους μπάτσους. Το θηρίο ξυπνάει.<br />
Οι αρχές είναι ηλίθιες. Σπεύδουν. Νομίζουν ότι διώχνοντάς μας θα εξαφανίσουν την έκρηξη που πραγματοποιήθηκε εδώ. Ανόητοι. Ανόητοι και μονότονοι, σαν το βαρύ γδούπο ενός υπολογιστή στο κράνος ενός μπάτσου. Εξορίζοντάς μας, απλώς διεύρυναν το πεδίο της δράσης μας. Θα εισπράξουν αυτό που τους αξίζει για το γεγονός ότι μας πήραν τη Σορβόννη μας, για το γεγονός ότι μας εξόρισαν. Εγκαθιστώντας την αστυνομία τους εκεί, προσέφεραν τη Σορβόννη σε όλους τους εξόριστους. Τη στιγμή που γράφεται αυτή την ανακοίνωση, η Σορβόννη δεν ανήκει πια στους φοιτητές της, ανήκει σε όλους εκείνους που έχουν την πρόθεση να την υπερασπιστούν, με τα λόγια ή με τα κοκτέιλ.<br />
Από τη στιγμή της εξορίας μας και μετά, έχουμε κάνει κάποιες σκέψεις σχετικά με την κατάσταση του κινήματος.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #1</span></p>
<p>Μαχόμαστε ενάντια σε έναν νόμο που ψηφίστηκε από την πλειοψηφία ενός νόμιμου κοινοβουλίου. Η ύπαρξή μας και μόνο αποδεικνύει ότι η δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας τίθεται υπό αμφισβήτηση, αποδεικνύει ότι ο μύθος της κυριαρχίας της γενικής συνέλευσης μπορεί να διαλυθεί. Είναι μέρος του αγώνα μας να περιορίσουμε, όσο το δυνατόν περισσότερο, την τυραννία της πλειοψηφίας. Όλος αυτός ο χώρος που δίνεται στις γενικές συνελεύσεις μας παραλύει και το μόνο που κάνει είναι να νομιμοποιεί στα χαρτιά ένα μάτσο μελλοντικών γραφειοκρατών. Οι συνελεύσεις εξουδετερώνουν κάθε πρωτοβουλία, εγκαθιδρύοντας ένα θεατρικό διαχωρισμό ανάμεσα στα λόγια και στην πράξη. Εφόσον έχει ψηφιστεί απεργία μέχρι την απόσυρση του νόμου «για τις ίσες ευκαιρίες», οι γενικές συνελεύσεις θα πρέπει να γίνουν χώροι διαρκούς συζήτησης, χώροι όπου θα μπορούμε να μοιραζόμαστε εμπειρίες, ιδέες και επιθυμίες, ο τόπος στον οποίο συγκροτούμε τη δύναμή μας και όχι σκηνικό που κυριαρχείται από μικρο-διαμάχες για την εξουσία και ίντριγκες για την απόκτηση επιρροής στις αποφάσεις.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #2</span></p>
<p>Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, παρόλο που συνεχίζουν τις συνηθισμένες προσπάθειές τους για χειραγώγηση, δεν αποτελούν τόσο σημαντικό εμπόδιο για το πραγματικό κίνημα όσο τα πασιφιστικά αντανακλαστικά που εξαπλώνονται ανάμεσά μας. Τη νύχτα της εκκένωσης της Σορβόννης, ένα μέρος των φοιτητών δεν είχε ιδέα γιατί βρισκόταν εκεί ή τι μπορούσε να κάνει, πολύ περισσότερο τι έπρεπε να κάνει. Περιφέρονταν με αγωνία, εξαιτίας της ελευθερίας που τους προσφερόταν αλλά ήταν αδύνατο να αρπάξουν, γιατί δεν την επιθυμούσαν. Μια εβδομάδα αργότερα, μετά από πολυάριθμες καταλήψεις και αναμετρήσεις με την αστυνομία, η βεβαιωμένη αδυναμία τους δίνει τελικά τη θέση της σε μια αγνή βούληση για άμεση δράση. Ο πασιφισμός γίνεται τελικά αυτό που ποτέ δεν έπαψε να είναι: μια καλοήθης υπαρξιακή παθολογία.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #3</span></p>
<p>Ο αγώνας ανήκει σε αυτούς που αγωνίζονται, όχι σε εκείνους που θέλουν να τον ελέγξουν.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #4 </span></p>
<p>Η αδιάκοπη κίνηση, η κυκλοφορία των πάντων είναι η αντιφατική προϋπόθεση της λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής. Η διακοπή της λειτουργίας της αποτελεί προϋπόθεση για τη διάλυσή της. Κάνοντας αποκλεισμούς, αγωνιζόμαστε για το πλήρες πάγωμα της κατάστασης που θέλουν να επιβάλουν.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #5</span></p>
<p>Έχουμε ως σημείο αναφοράς το &#8217;68, είναι αλήθεια. Αλλά ουσιαστικά όχι αυτό που συνέβη το &#8217;68, το φολκλόρ, την τότε κατειλημμένη Σορβόννη, τα οδοφράγματα στο Καρτιέ Λατέν. Αλλά αυτό που δε συνέβη το &#8217;68, την επαναστατική θύελλα που δεν έλαβε χώρα. Ανάγοντάς μας στο παρελθόν, κάποιοι θα ήθελαν να μας αποσπάσουν από την παρούσα κατάσταση και να μας κάνουν να χάσουμε τη στρατηγική κατανόηση αυτής. Αντιμετωπίζοντας το &#8217;68 σαν ένα απλό φοιτητικό κίνημα, θέλουν να ξορκίσουν την ακόμα παρούσα απειλή εκείνου που θα μπορούσε να είναι το &#8217;68, μια άγρια γενική απεργία, η έκρηξη μιας ανθρώπινης απεργίας.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #6</span></p>
<p>Η ιδέα της καθημερινής δημοκρατικής συζήτησης για τη συνέχιση της απεργίας με εκείνους που είναι ενάντια στην απεργία είναι παράλογη. Η απεργία δεν ήταν ποτέ δημοκρατική πρακτική, αλλά ένα πολιτικό τετελεσμένο γεγονός, μια άμεση απαλλοτρίωση, μια σχέση δύναμης. Κανείς δεν ψήφισε ποτέ για την εγκαθίδρυση του καπιταλισμού. Αυτοί που αντιτίθενται στην απεργία βρίσκονται εκ των πραγμάτων από την άλλη πλευρά του οδοφράγματος. Η μόνη συνδιαλλαγή που θα μπορούσαμε να έχουμε μαζί τους είναι εκείνη των προσβολών, των γροθιών και των χαλασμένων αυγών. Απέναντι στα δημοψηφίσματα που στήνονται για να σπάσουν την απεργία, το μόνο πράγμα που έχουμε να κάνουμε είναι να τα καταργήσουμε με κάθε μέσο.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #7 </span></p>
<p>Μια παράξενη ιδέα στοιχειώνει αυτό το κίνημα, η ιδέα της κατάληψης των πανεπιστημιακών κτιρίων μόνο κατά τη διάρκεια των ωρών λειτουργίας τους. Αυτή είναι μια κατάληψη που δεν απελευθερώνει το χώρο. Μια κατάληψη στην οποία οι πυροσβέστες, η διοίκηση και το πρόσχημα  της νομιμότητας και της ασφάλειας συνεχίζουν να μας κάνουν να φαινόμαστε σαν παιδιά. Μια κατάληψη στην οποία το πανεπιστήμιο παραμένει απλά ένα πανεπιστήμιο. Η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή που καταλαμβάνουμε αυτό το χώρο πρέπει να τον αποικίσουμε, να τον αποικίσουμε με πράγματα διαφορετικά από την επιθυμία για επιστροφή στο κανονικό. Πρέπει να δεχτούμε με γαλήνη το γεγονός ότι δε θα υπάρξει επιστροφή στο κανονικό και στη συνέχεια να κατοικήσουμε σ&#8217; αυτή τη μη αναστρεψιμότητα.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #8 </span></p>
<p>Ο εθνικός συντονισμός αντανακλά τη στειρότητα μιας συγκεκριμένης κλασικής έννοιας της πολιτικής. Οι συνδικαλιστές, τα εκατομμύρια των αριστερών οργανώσεων και γκρουπούσκουλων προσφέρουν σε νεκρές γενικές συνελεύσεις πλατφόρμες που έχουν γραφτεί εκ των προτέρων από τις ηγεσίες τους. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που μοιάζει με εκείνη ενός ακόμη κομματικού συνεδρίου, ο εθνικός συντονισμός δεν δείχνει τίποτε άλλο παρά ένα σοβιετικού τύπου παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα στα «όργανα». Προτείνουμε, αντίθετα, την ιδέα ενός παράλληλου συντονισμού, ακολουθώντας το παράδειγμα του μαθητικού κινήματος του περασμένου χρόνου, έναν ανοιχτό συντονισμό (<span style="font-style: italic;">consulta</span>), που δεν είναι παρά ένας προσωρινός χώρος για να επεξεργαστούμε μια στρατηγική σε εθνικό επίπεδο.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #9</span></p>
<p>Είμαστε οι κληρονόμοι της αποτυχίας όλων των «κοινωνικών κινημάτων», όχι μόνο εκείνων των τελευταίων τριών χρόνων (καθηγητές, συνταξιούχοι, εποχιακοί εργάτες, μαθητές), αλλά πολύ περισσότερων, όλων αυτών που έλαβαν χώρα τουλάχιστον από το 1986 και μετά. Μάθαμε αρκετά από αυτές τις αποτυχίες. Το πρώτο μάθημα αφορά τα media. Όταν τα media γίνονται η ηχώ του κινήματος, μετατρέπονται ουσιαστικά σε κομμάτι του κινήματος, ένα κομμάτι που όταν αποχωρεί (συνήθως ταυτόχρονα με τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες) προκαλεί την κατάρρευση του κινήματος. Η ισχύς ενός κινήματος βρίσκεται στην πραγματική του δύναμη και όχι σε όσα λέγονται γι&#8217; αυτό ή στα κακόβουλα κουτσομπολιά σχετικά με αυτό. Το κίνημα πρέπει να προστατευθεί με κάθε μέσο, ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί, από την αγκαλιά των media. Πρέπει να αναπτύξει τη δική του φωνή.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #10 </span></p>
<p>Κανένα από τα «κοινωνικά κινήματα» των τελευταίων ετών δεν πέτυχε μέσα σε μήνες ολόκληρους «αγώνα» αυτό που κατέκτησαν μόνοι τους οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη μέσα σε τρεις εβδομάδες ταραχών &#8211; αναστάλθηκαν οι περικοπές της κρατικής πρόνοιας για τις συγκεκριμένες περιοχές, επαναφέρθηκε η χρηματοδότηση τοπικών προγραμμάτων. Και όλα αυτά χωρίς καν να διατυπωθούν αιτήματα. Η διατύπωση αιτημάτων σημαίνει να ορίζεις την ύπαρξή σου με τους όρους εκείνων που βρίσκονται στην εξουσία, δηλαδή με όρους που μας ακρωτηριάζουν. Σημαίνει να παραχωρείς το πλεονέκτημα στον εχθρό. Ακόμα και από τη σκοπιά εκείνων που θέλουν απλώς να κερδίσουν συγκεκριμένα πράγματα, κάτι τέτοιο είναι ηλίθιο.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #11 </span></p>
<p>Αυτό είναι το τέλος των πορειών και των ημερών δράσης που εξαγγέλλονται από τις κεντρικές επιτροπές. Μόνο άγριες διαδηλώσεις και καταλήψεις από δω και πέρα. Η συνέλευση των απεργών στη Ρεν ήδη επιλέγει να πραγματοποιεί διαδηλώσεις με «αυθόρμητες διαδρομές» και αρνείται να αποδεχτεί τις διαδρομές που υποδεικνύονται από την αστυνομία και τους λακέδες της. Ακόμη και οι «στρατηγοί» έχουν τώρα καινούριο ρόλο, και καινούριο όνομα: αποτελούν τη «μεραρχία της δράσης» και είναι έτοιμοι να αναμετρηθούν με την αστυνομία αν αυτό χρειαστεί.</p>
<p><span style="font-weight: bold;">Αναθεώρηση #12</span></p>
<p>Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας πει ότι αυτό που κάνουμε είναι «παράνομο». Δεν πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας θεατές του αγώνα και ακόμη περισσότερο δεν πρέπει να βλέπουμε τους εαυτούς μας με τα μάτια του εχθρού. Η νομιμότητα ανήκει σε αυτούς που πιστεύουν στις πράξεις τους, σε αυτούς που ξέρουν τι κάνουν και γιατί το κάνουν. Αυτή η έννοια της νομιμότητας σαφώς αντιτίθεται σε εκείνη του Κράτους, της πλειοψηφίας και της αντιπροσώπευσης. Δεν υπακούει στην ίδια λογική, επιβάλλει τη δική της λογική. Αν η πολιτική συνίσταται στην πάλη μεταξύ διαφορετικών νομιμοτήτων, διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με την ευτυχία, το έργο μας από δω και πέρα είναι να παρέχουμε τα μέσα σ&#8217; αυτόν τον αγώνα, χωρίς κανένα άλλο όριο εκτός από αυτό που μας φαίνεται δίκαιο και μας δημιουργεί χαρά.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2006/03/4th-announcement/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>

