<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Blaumachen</title>
	<atom:link href="http://www.blaumachen.gr/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://www.blaumachen.gr</link>
	<description>journal</description>
	<lastBuildDate>Thu, 22 Dec 2011 20:25:27 +0000</lastBuildDate>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>http://wordpress.org/?v=3.3.1</generator>
		<item>
		<title>θέλουμε δουλειά και όχι ανεργία?</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%ce%b8%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5-%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%8c%cf%87%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%ce%b8%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5-%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%8c%cf%87%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 22 Dec 2011 20:25:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Άλλα κείμενα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=698</guid>
		<description><![CDATA[Κείμενο που μοιράστηκε στην πορεία ανέργων 15.12.11 με υπογραφή "Companero Joven" και το βρήκαμε πολύ ενδιαφέρον.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Κείμενο που μοιράστηκε στην πορεία ανέργων 15.12.11 με υπογραφή &#8220;Companero Joven&#8221; και το βρήκαμε πολύ ενδιαφέρον.</p>
<h1>θέλουμε δουλειά και όχι ανεργία ?</h1>
<blockquote>
<p align="JUSTIFY"><em>“ σου στέλνω κάποιον για να δεις / κι έχω κι άλλους δύο / α, ωραία, αφήστε ένα τηλέφωνο και διεύθυνση / τα γράφεις κάτω, λάθος κίνηση / επίσημη λύση η ανατίναξη / μιας και κάθε αποτυχία κρύβει οργή και δύναμη ”</em></p>
</blockquote>
<p align="JUSTIFY">Μέρα με τη μέρα, γίνεται ολοένα και πιο κατανοητή από το κοινωνικό σώμα η κρισιμότητα της στιγμής στην οποία βρίσκεται παγκόσμια η αναπαραγωγή αυτού του κόσμου. Μέσα στη δίνη της κρίσης, παράγονται όλες αυτές οι κάθετες τομές, οι οποίες έχουν ως αποδέκτη την ίδια τη σχέση εργασίας &#8211; κεφαλαίου στα θεμέλιά της. Όσο και αν η επίθεση είναι ως τώρα τέτοια που αμφισβητεί ακόμα και την ίδια τη φυσική ύπαρξη μέρους των εργαζομένων (αδυναμία περίθαλψης, αύξηση αστέγων, μετανάστευση), είμαστε ακόμα στην αρχή. Η δυσκολία αναπαραγωγής του κεφαλαίου στις διάφορες μορφές του, θα λάβει σιγά σιγά την παραδοσιακή πολιτική μορφή που της αντιστοιχεί, δηλαδή της δικτατορίας πάνω στις κατώτερες τάξεις. Το αυξανόμενο επίπεδο της καταστολής στις μητροπόλεις του κόσμου, από τις μαζικές συλλήψεις και τις πλαστικές σφαίρες στις αμερικάνικες πλατείες, τα τανκς στους δρόμους της Μόσχας, τις νέες τεχνικές αντιμετώπισης διαδηλώσεων στη Ρώμη και τους νεκρούς των Αραβικών εξεγέρσεων, μέχρι την καταστολή ειρηνικών κινητοποίησεων ή καταλήψεων στην Ελλάδα και την κάλυψη που της προσφέρει η ακροδεξιά αντιπροσώπευσή της στο κοινοβούλιο, γίνονται το νέο πρόσωπο της καπιταλιστικής τάξης στον πόλεμο που αρχίζει να ξεσπά. Ο πολίτης-προστατευόμενο τέκνο του κράτους-κηδεμόνα (αν υποθέσουμε ότι εκφραζόταν κοινωνικά και πολιτικά από τη διευρυμένη μεσαία τάξη) καταρρέει μαζί με τις γλυκές υποσχέσεις κοινωνικής προοπτικής και τους διαλόγους μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.</p>
<p align="JUSTIFY">Από τις κυρίοτερες πτυχές της διαδικασίας αυτής είναι μαζί με τη γενίκευση της επισφάλειας της εργασίας, η γιγάντωση του αριθμού των απολύσεων. Η εργατική νομοθεσία που αφορούσε τα παραπάνω θέματα ξηλώνεται κομμάτι-κομμάτι, και σταδιακά οδηγούμαστε σε μια κεντρικότητα αυτών των χαρακτηριστικών ως κοινωνικό δεδομένο. Η περικοπές των δαπανών, οι απολύσεις και η εφεδρεία στο δημόσιο τομέα, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε δημόσιους φορείς (ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, μπλοκάκηδες όλων των ειδών, μερικώς απασχολούμενοι γιατροί, συμβασιούχοι στους ΟΤΑ, ενοικιαζόμενες καθαρίστριες κλπ) φέρνουν στο προσκήνιο μια νέα εργασιακή πραγματικότητα: αυτή της απομαζικοποίησης της εργασίας και της συνεχούς εναλλαγής ανάμεσα στην ανεργία και την ευέλικτη εργασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μόρια από την κάρτα ανεργίας είναι πρακτικά το μοναδικό κριτήριο εύρεσης εργασίας σε καποιο φορέα. Μαζεύεις 12 μήνες άνεργος (ή δουλεύοντας αλλού μαύρα), έπειτα με τα μόρια της ανεργίας ίσως εργαστείς με 8μηνη σύμβαση, χωρίς να προλάβεις να χτίσεις σχέσεις με τους συναδέλφους και πάλι από την αρχή.</p>
<p align="JUSTIFY">Η συγκεκριμένη τάση στην πορεία της ταξικής πάλης, καθορίζει πλέον σε μεγάλο βαθμό τις μορφές που παίρνουν οι αγώνες, δηλαδή τις δυνατότητες και τα όριά τους (μαζί βέβαια με τα κομμάτια των εργαζομένων που διατηρούν ακόμα κάποιες παλαιότερες σχέσεις εργασίας και μορφές πάλης, όπως πχ μαζικοί χώροι, εργοστάσια κλπ.). Διαφαίνεται ότι η πτώση της αξίας των πανεπιστημιακών πτυχίων και η μη σύνδεσή τους με κάποιο επάγγελμα, η αλεπάλληλες εναλλαγές εργασιακών ρόλων καθώς και η απονομιμοποίηση των μισθολογικών αιτημάτων που προωθείται μέσω των ατομικών συμβάσεων εργασίας, κάνουν την εργατική ταυτότητα πιο ρευστή και τους αγώνες να είναι ασυνεχείς, μη-συνδικαλιστικοί με την παραδοσιακή έννοια και να διαχέονται στο κοινωνικό πεδίο. Το τελευταίο χαρακτηριστικό, εξαιτίας και της επίθεσης στην αναπαραγωγή (υγεία, ρεύμα, φόροι, μεταφορές), δείχνει να κερδίζει έδαφος ως πρακτική οργάνωσης των προλετάριων και της μεσαίας τάξης που προλεταριοποιείται, μέσα από κινήσεις στις πλατείες, συνελεύσεις γειτονιάς, την όσμωση συνδικάτων με τους καταναλωτές των υπηρεσιών (Μετρό, ΔΕΗ, νοσοκομεία). Όσο το κράτος θα παραιτείται από την &#8216;ομαλή&#8217; συνέχιση της καθημερινότητας, οι νηπιακές για την ώρα αυτές μορφές οργάνωσης θα δοκιμάζονται και σε μεγαλύτερο βαθμό, με πιο σκληρή τη μανία της καταστολής και τις εσωτερικές συγκρούσεις.</p>
<p align="JUSTIFY">Για πολύ κόσμο, οι εναλλακτικές επιβίωσης ή αξιοπρεπούς ζωής με τους όρους που γνωρίζαμε θα περνάνε μέσα από νέα πεδία. Τέτοια μπορεί να είναι τόσο η μαύρη οικονομία και οι παρυφές της μαφίας, αφού το κράτος στρέφεται στην παραοικονομία για να αυξήσει το ποσοστό κέρδους ή ακόμα δομές αυτοδιαχείρισης της φτώχειας (όπως πχ, η ζωή σε γκέτο, ή άλλα φαινόμενα που είδαμε πρόσφατα στην Ελλάδα &#8211; μετακύλιση του κόστους εκπαίδευσης στους γονείς μέσω εθελοντισμού, έρανοι για να μαζευτούνε λεφτά για φοιτητικές σημειώσεις στο Πανεπιστήμιο κ.ά). Από την άλλη, είναι στοίχημα να οργανωθούνε και προσπάθειες ανάπτυξης ενός κινήματος με επιθετικά χαρακτηριστικά, το οποίο ταυτόχρονα θα χτίσει δίκτυα και σχέσεις πέρα από την αξία και το κεφάλαιο ανάμεσα στα μέλη του. Εδώ είναι που φαίνεται η αξία αυτών των πρώιμων εγχειρημάτων αυτο-οργάνωσης σε γειτονιές και πρωτοβουλιών στους χώρους εργασίας: είναι τέτοια τα μορφώματα, ανοιχτά και οριζόντια, τα οποία με τη δημιοργία δεσμών και τα μικρά αλλά ειλικρινή βήματα μπορούν να ξεπεράσουν τη μπετοναρισμένη διαμεσολάβηση των κομματικών μηχανισμών ή και την εισαγωγή ιδεολογιών διαχωρισμού όπως ο εθνικισμός και ο ρατσισμός. Άρα, η δυναμική αυτών των πρωτοβουλιών δεν έχει εργαλειακό χαρακτήρα, όπως πιστεύουν κομμάτια της Αριστεράς, τα οποία κατά τα άλλα αγχώνονται για τις στρατηγικές του ελληνικού κράτους και την εθνική κυριαρχία, αλλά είναι μέσα στις αντιφάσεις της η παραγωγή του κομμουνισμού, των κοινοτήτων αγώνα.</p>
<p align="JUSTIFY">Οι προβληματικές που γεννιούνται, παρουσιάστηκαν το 2001 με την κρίση και τις ταραχές στην Αργεντινή, με άλλα όμως δεδομένα όσο αφορά την παραγωγή και τη σύνθεση των γειτονιών, και απαντήθηκαν ως ένα βαθμό με την αυτοδιαχείριση και την αλληλεγγύη μεταξύ των ανέργων (piqueteros) και της πρώην μεσαίας τάξης που βγήκε στο δρόμο (cacerolazos). Πέρα από την ορμή που έχει η απαλλοτροίωση και η λειτουργία των εργοστασίων από τους εργάτες, που μέχρι ένα σημείο φαίνεται να αποτελούνε μια λύση μέσα στον καπιταλισμό, η αυτοδιαχείριση ως πρακτική θα χτυπηθεί τόσο από το διεθνή ανταγωνισμό και το νόμο της αξίας, όσο και από το περιεχόμενο της ίδιας της εργασίας στα σύγχρονα κέντρα, δηλαδή την παντελή απουσία νοήματος και την πλήρη αλλοτροίωση. Αν η επανάσταση φαντάζει σήμερα ακατόρθωτη, είναι γιατί κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα έχει υπαχθεί στο κεφάλαιο, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να φανταστούμε τη ζωή την επόμενη μέρα. Αυτό το άγχος του ανταγωνιστικού κινήματος να φτιάξει πλατφόρμες της αταξικής κοινωνίας θα πρέπει να εγκαταλειφθεί. Είναι σίγουρο ότι σε μια ενδεχόμενη παγκόσμια εξέγερση, θα τεθούνε όλα τα ζητήματα: πώς θα φτάνουν τα αγαθά στον κόσμο? Πώς θα καλλιεργούμε και θα τρώμε? Ποια θα είναι η μορφή της εκπαίδευσης και της υγείας? Όλα αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα, απαντιούνται με παραδείγματα αγώνα πέρα από τη μισθωτή εργασία. Η επιμονή για επιστροφή στη μισθωτή εργασία, είναι βέβαια απαραίτητη ως στρατηγική πχ. σε απολυμένους για την ενδυνάμωση του ταξικού αγώνα, αλλά ως πρόταγμα είναι ανεδαφική (αφού το κεφάλαιο σήμερα δε χρειάζεται μεγάλο κομμάτι του εργατικού πληθυσμού) αλλά και αποκρύπτει την ιστορική και ωμή αλήθεια:</p>
<p align="JUSTIFY">ότι η δουλειά και η ανεργία μαζί γεννήθηκαν και μαζί θα πεθάνουν!</p>
<h1>ή να τελειώνουμε και με τα δυο ?</h1>
<p style="text-align: right;">Companero Joven</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%ce%b8%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5-%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%8c%cf%87%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Πώς μπορεί κανείς ακόμα να θέτει αιτήματα όταν κανένα αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Dec 2011 19:57:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=674</guid>
		<description><![CDATA[Σχετικά με τους απέλπιδες αγώνες στη Γαλλία. (Μετάφραση από το διεθνές περιοδικό SIC)]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;"><a href="http://www.communisation.net/How-one-can-still-put-forward?PHPSESSID=10386d4f170d67911ebd86d7d6ad8f3f"><em>(Μετάφραση από το διεθνές περιοδικό SIC)</em></a></p>
<h3>Σχετικά με τους απέλπιδες αγώνες στη Γαλλία</h3>
<p><strong>Εισαγωγή</strong></p>
<p>Sullair Europe, Sodimatex, Siemens… Η πρακτική των προλετάριων να κρατούν ομήρους τα αφεντικά τους ή να απειλούν ότι θα ανατινάξουν τα εργοστάσιά τους επανεμφανίστηκαν το 2009, μετά από ένα σύντομο κύμα στις αρχές του αιώνα, και έχει από τότε γίνει κάτι σαν μόδα. Μπορούμε μέχρι στιγμής να μετρήσουμε τουλάχιστον 20 περιπτώσεις από την αρχή του 2010.</p>
<p>Αυτό που συνέβη στη Siemens είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό του πλαισίου μέσα στο οποίο αναδύονται τέτοιες πρακτικές αγώνα. Τον Σεπτέμβριο του 2009, η διοίκηση αυτής της μεταλλουργικής βιομηχανίας ανακοίνωσε 470 απολύσεις στο εργοστάσιο του Montbrisson όπως και το οριστικό κλείσιμο του εργοστασίου του Saint-Chamond. Εν όψει της συμφωνίας που θα υπογραφόταν στις 12 Φεβρουαρίου, τα συνδικάτα ετοίμασαν μια αντιπρόταση, ώστε να σωθούν κάποιες θέσεις εργασίας, αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν πουθενά. «Η διεύθυνση πλέον δεν ακούει», σημείωσε ένας εργαζόμενος. Οι εργάτες στη συνέχεια οργάνωσαν διαδηλώσεις, μπλόκαραν δρόμους και κατέβηκαν σε απεργίες στο εργοστάσιο του Montbrisson, αλλά οι προσπάθειές τους απέβησαν άκαρπες. Τελικά, την Δευτέρα 1η Μάρτη του 2010, οι εργαζόμενοι του Saint-Chamond έπιασαν ομήρους δυο στελέχη της εταιρείας με σκοπό να πιέσουν για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων. Οι εργαζόμενοι ανακοίνωσαν ότι οι κινήσεις τους «ήταν κατ’εντολή του συνόλου του προσωπικού», ως απάντηση «στο μπλοκάρισμα των διαπραγματεύσεων». Σε τηλεφωνική επικοινωνία, τα στελέχη περιέγραψαν την κατάστασή τους ως εξής: «[Οι εργαζόμενοι] μας ενημέρωσαν ότι θα παραμείνουμε κρατούμενοι για όσο διάστημα οι διαπραγματεύσεις δεν θα έχουν την πρόοδο που αυτοί επιθυμούν, ειδικά σε ό,τι αφορά την αύξηση της αποζημίωσης πέραν του ελαχίστου ορίου που ορίζει ο νόμος, για όσους έχουν απολυθεί.» Αφού παρέμειναν κλειδωμένοι για ένα βράδυ, αφέθησαν ελεύθεροι και την επόμενη μέρα επιτεύχθηκε συμφωνία με την διοίκηση, η οποία επιβεβαίωσε το κλείσιμο του ενός εργοστασίου, μείωσε τον αριθμό των θέσεων εργασίας που θα χάνονταν κατά 15 και έκανε δεκτή μια αύξηση στην αποζημίωση από τα 25.000 στα 45.000 ευρώ.</p>
<p>Περιπτώσεις απειλών ανατίναξης του εργοστασίου επαναλήφθηκαν επίσης κατά τη διάρκεια του 2010, ακολουθώντας το παράδειγμα του New Fabris τον προηγούμενο χρόνο, ενός αγώνα που επέτρεψε στους εργαζόμενους να λάβουν αποζημίωση πάνω του νόμιμου ορίου της τάξης των 12.000 ευρώ. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε το 2010 στη Sodimatex, μια εταιρεία κατασκευής εξαρτημάτων για αυτοκίνητα, και τον ίδιο μήνα επαναλήφθηκε στο τυπογραφείο Brodard Graphique και στην Poly Implant Prothèse, εταιρεία κατασκευής προσθετικών στήθους από σιλικόνη, όπου στις 12 Απριλίου του 2010 οι εργαζόμενοι απείλησαν να βάλουν φωτιά στις εγκαταστάσεις. Ο Eric Mariaccia, εκπρόσωπος του σωματείου CFDT δήλωσε τα εξής: «Έχουμε ετοιμάσει βόμβες μολότωφ και τοποθετήσαμε εξαιρετικά εύφλεκτα υλικά στην είσοδο του εργοστασίου». Οι εργάτες σκόρπισαν επίσης πολλές χιλιάδες προσθετικών μπροστά από το εργοστάσιο και έβαλαν φωτιά σε λάστιχα αυτοκινήτων.</p>
<p>Ενώ η χρήση τέτοιων μεθόδων μοιάζει αδιανόητη σε άλλες δυτικές χώρες, στη Γαλλία θεωρούνται αποδεκτές από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.<a title="" href="#_ftn1"><sup>[1]</sup></a>Εκτός της χώρας, τέτοια περιστατικά συχνά θεωρούνται έκφραση «μιας γαλλικής νοοτροπίας» και μιας εξεγερτικής παράδοσης που χρονολογείται από τη Γαλλική επανάσταση του 1789. Αν η ηλιθιότητα μιας τέτοιας οπτικής είναι προφανής, οι λόγοι που βρίσκονται πίσω από μια τέτοια ιδιαιτερότητα δεν μπορούν να εξηγηθούν χωρίς τη μελέτη των συγκεκριμένων περιπτώσεων –τόσο των πιο πρόσφατων όσο και των παλαιότερων– αλλά και χωρίς την ανάλυση της εξέλιξης των διαμεσολαβήσεων που εγκαθιδρύθηκαν μεταξύ των τάξεων στη Γαλλία μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.</p>
<p>Τα ερωτήματα στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε, μελετώντας αυτές τις στιγμές είναι: Γιατί αυτές οι μορφές παράνομου αγώνα επανεμφανίζονται σήμερα; Γιατί στη Γαλλία; Και γιατί μόνο στο πλαίσιο σχεδίου απολύσεων και αποζημιώσεων;</p>
<p><strong>Παράνομοι αγώνες στη Γαλλία</strong></p>
<p>Αν και περιπτώσεις απαγωγής αφεντικών ή φυσικής βίας εναντίων εργοδοτών είχαν εμφανιστεί την εποχή του Λαϊκού Μετώπου του 1936, παρέμειναν εξαιρετικά σπάνιες στα μετέπειτα «Τριάντα Χρυσά» χρόνια της ανάπτυξης, από το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι πριν το Μάη του 1968. Στα λίγα περιστατικά που εμφανίστηκαν σε αυτήν την περίοδο, όπως στην Peugeot στο Sochaux το 1961 (προπηλακισμός του εργοδότη), ή το 1967 στο Ducellieux (απαγωγή), δεν βρήκαμε καμία περίπτωση που να οφειλόταν σε κλείσιμο εργοστασίου. Εκείνες οι μορφές δράσης είχαν γίνει με σκεπτικό να κερδηθούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αυξήσεις μισθών<a title="" href="#_ftn2"><sup>[2]</sup></a>.</p>
<p>Το Μάη του 1968 έχουμε την πρώτη εμφάνιση ενός κύματος απαγωγών αφεντικών (τουλάχιστον 11 περιπτώσεις από τις 14 έως τις 20 Μαΐου) οι οποίες συνεχίζονται και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Αλλά καθώς η οικονομική κατάσταση στη Γαλλία ήταν ακόμη σχετικά καλή, τουλάχιστον μέχρι το πετρελαϊκό σοκ του 1973, οι απαγωγές αφεντικών χρησιμοποιούνταν ακόμη κυρίως στα πλαίσια αύξησης των μισθών. Το 1971, στο εργοστάσιο Egelec-Somarel, οι εργαζόμενοι αιχμαλώτισαν δύο αφεντικά μέσα στο εργοστάσιο και τους κράτησαν εκεί 24 ώρες με σκοπό να αυξήσουν τους μισθό τους κατά 50 σέντς την ώρα. Στο Flixecourt, στην Somme, οι εργαζόμενοι κράτησαν αιχμάλωτο τον διευθυντή προσωπικού και τέσσερα στελέχη για να πετύχουν αύξηση μισθού και συνταξιοδότηση στα 60. Στην εταιρεία Le Joint Français, στο Saint Brieux, τρεις διευθυντές κρατήθηκαν για 24 ώρες. Οι εργάτες απαιτούσαν αύξηση στα 70 σεντς την ώρα και 13ο μισθό. Οι Μαοϊκές ομάδες που είχαν μπει στα εργοστάσια εκείνη την περίοδο έπαιξαν ρόλο στην επιλογή αυτού του τρόπου δράσης και μερικές φορές ήταν αποκλειστικά αυτές που αναλάμβαναν την όλη δράση (το 1972 ένα στέλεχος της Renault κρατήθηκε σε ομηρία από μέλη της Gauche Prolétarienne.) Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι αυτές οι δράσεις είναι δύσκολο να συγκριθούν με τους «απέλπιδες αγώνες» που είδαμε να εμφανίζονται στην βιομηχανία του χάλυβα κατά το τέλος της ίδιας δεκαετίας.<a title="" href="#_ftn3"><sup>[3]</sup></a></p>
<p>Δεν είναι παρά στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, οπότε και η ανεργία άρχισε πλέον να αποτελεί πραγματικότητα για όλη τη χώρα, που οι απαγωγές αφεντικών έγιναν μια μορφή αγώνα που αφορούσε συγκεκριμένα τα κλεισίματα εργοστασίων. Εκείνη την περίοδο ξεσπάνε αγώνες πολύ βίαιοι, που συχνά διαρκούν χρόνια, εμπλέκουν μεγάλο αριθμό εργατών σε ολόκληρες περιφέρειες, και υποστηρίζονται με δράσεις αλληλεγγύης εντός και εκτός των περιφερειών αυτών.</p>
<p>Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, μια ευρωπαϊκή συμφωνία για την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας του χάλυβα απείλησε εκατοντάδες θέσεις εργασίας στην περιοχή της Lorraine. Σ΄αυτό το πλαίσιο, σε ένα εργοστάσιο στην πόλη Longwy, 300 από τους 1800 εργαζομένους απήγαγαν και κράτησαν ομήρους τον διευθυντή και δύο στελέχη, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στην οποία θα παίρνονταν αποφάσεις σχετικά με τις απολύσεις. Όταν η αστυνομία επενέβη για να απελευθερώσει τον διευθυντή, οι εργάτες της χαλυβουργίας απάντησαν με επίθεση στο αστυνομικό τμήμα της πόλης. Ο αγώνας τους διήρκησε πέντε μήνες, εμπεριείχε μεγάλη γκάμα μέσων δράσης (απεργία, ελεύθερο ραδιόφωνο, καταστροφή υλικών υποδομής) και κινητοποίησε ολόκληρη την περιφέρεια. Τελικά, οι εργάτες κέρδισαν, μεταξύ άλλων, πρόωρη συνταξιοδότηση στα 50, με σύνταξη από 84 έως 90% του μισθού.<a title="" href="#_ftn4"><sup>[4]</sup></a></p>
<p>Στην Pointe de Givet, στις 9 Ιουλίου του 1982, εργάτες κράτησαν όμηρο τον διευθυντή για 48 ώρες, ως διαμαρτυρία ενάντια στο κλείσιμο του εργοστασίου στο Chiers in Vireux, στις Αρδένες. Ο αγώνας των εργατών κράτησε σχεδόν 2 χρόνια, παράλληλα με έναν αγώνα ενάντια στην κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στην περιοχή. Βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία λάμβαναν χώρα κάθε μήνα (με μολότωφ, ακόμα και πυροβολισμούς) αλλά και βίαιες δράσεις όπως ο εμπρησμός του πύργου ιδιοκτησίας του διευθυντή, καταλήψεις τραπεζών και πλιάτσικο στο Θησαυροφυλάκιο. Μετά από αγώνα αρκετών χρόνων, οι εργάτες κέρδισαν ένα «ιστορικό» πακέτο αποχώρησης που επέτρεψε σε κάποιους να κρατήσουν τους μισθούς τους για δέκα ακόμα χρόνια.<a title="" href="#_ftn5"><sup>[5]</sup></a></p>
<p>Μετά το 1982 και για είκοσι περίπου χρόνια, οι απαγωγές αφεντικών και οι απειλές για καταστροφή εργοστασίων δεν εμφανίζονται σχεδόν καθόλου. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη έκπληξη που προκάλεσαν οι ενέργειες των εργατών στις Cellatex και Moulinex στις αρχές της δεκαετίας του 2000.</p>
<p>Τον Ιούλιο του 2000, το κλείσιμο του εργοστασίου της Cellatex, στο Givet (Αρδέννες) εγκαινίασε την επιστροφή των βίαιων κοινωνικών συγκρούσεων. Αφού η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση, οι εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο. Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν έγιναν με την κυβέρνηση. Όταν στις 17 Ιουλίου, ο νομάρχης των Αρδεννών ανακοίνωσε την προσφορά του για το ποσό της αποζημίωσης, η αντίδραση ήταν βίαιη. Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας οι εργάτες έριξαν 5.000 λίτρα θειικό οξύ στο κοντινό ποτάμι ενώ μέσα στους χώρους του εργοστάσιου παρέμεναν ακόμη 47.000 λίτρα τα οποία απείλησαν ότι ήταν έτοιμοι να τα ρίξουν και αυτά, οποιαδήποτε στιγμή. Η πρόταση που τους είχε γίνει ήταν 2.500 φράγκα αντί για 1.500 που ήταν το ελάχιστο νόμιμο ποσό. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η νομαρχία ανακοίνωσε ότι καλεί νέα συνάντηση για διαπραγματεύσεις και ζήτησε από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να σταματήσουν τις ενέργειες των εργατών. Τελικά οι εργάτες πέτυχαν αποζημίωση 80.000 φράγκων, πολύ πάνω από το κατώτερο νόμιμο όριο (περίπου ίσο με τους μισθούς ενός ολόκληρου χρόνου).<a title="" href="#_ftn6"><sup>[6]</sup></a></p>
<p>Στις 19 Νοεμβρίου του 2001, μετά από 2 μήνες κατάληψης του εργοστασίου (που ήταν να κλείσει μόνιμα και να απολυθούν 1.100 άτομα), οι εργάτες στην Cormelle, ένα από τα εργοστάσια της εταιρίας Moulinex, έλαβαν ασυνήθιστα μέτρα ώστε να τραβήξουν την προσοχή των μίντια. Από τις 11 Σεπτέμβρη ένα πανό κρεμόταν έξω από το εργοστάσιο που έγραφε «Όχι στο κλείσιμο – Ή λεφτά ή μπαμ». Αυτή τη φορά οι εργάτες προσπάθησαν να αποδείξουν ότι δεν αστειεύονταν. Έβαλαν φωτιά σε μια μικρή αποθήκη και άρχισαν να κουβαλούν φιάλες γκαζιού και βαρέλια με θειικό οξύ στην οροφή της. Στην πυροσβεστική που κατέφθασε δεν επέτρεψαν την είσοδο. Μια ομάδα εργατριών σκαρφαλωμένων στην πύλη της εισόδου άρχισε να φωνάζει «Πυροσβέστες φωτιά, καίγεται η Moulinex!». Μια από αυτές συνέχισε: «Σας είχαμε προειδοποιήσει, έχουν περάσει ακριβώς 2 μήνες που περιμένουμε για κάτι συγκεκριμένο. Για τις ιδιωτικές κλινικές δεν δυσκολεύονται να βρουν λεφτά. Για μας όμως τίποτα. Μετά από 30 χρόνια σ’ αυτό το μέρος, ο μισθός μας είναι 6.500 φράγκα και τώρα μας διώχνουν με 50.000 αποζημίωση. Δεν το συζητάμε καν». Ο αστυνομικός διευθυντής απευθύνει έκκληση στους εργάτες: «Μην αφήνετε να καεί το εργοστάσιό σας. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται στο Παρίσι. Φανείτε λογικοί». Ένας άντρας απαντά: «Αν το Παρίσι δεν προσφέρει τίποτα, θα κλιμακώσουμε τον αγώνα κάνοντας σαμποτάζ. Τότε θα μας ακούσουν. Στιςι ειδήσεις δεν μιλούν ποτέ για εμάς». Την επόμενη μέρα γίνεται νέα προσφορά στους εκπροσώπους του σωματείου με πολύ μεγαλύτερη αποζημίωση: 80.000 φράγκα σε όλους. Την εβδομάδα που ακολουθεί υπογράφεται η συμφωνία με την πλειοψηφία των συνδικάτων. Σε αντίθεση με τη Cellatex, η οικονομική αποζημίωση κυμαίνεται από 30.000 έως 80.000 φράγκα, ανάλογα με την παλαιότητα του κάθε εργαζομένου.<a title="" href="#_ftn7"><sup>[7]</sup></a></p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι παρά το 2009, με την κρίση, που παρατηρούμε ένα πραγματικό κύμα από απαγωγές αφεντικών: 6 περιπτώσεις τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2009 και μετά άλλες 4 τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Πρέπει να τονιστεί ότι οι αναδιαρθρώσεις και τα κλεισίματα εργοστασίων αυξήθηκαν από το τέλος του 2008. Έτσι, σύμφωνα με μια ομάδα διαχείρισης κρίσεων του υπουργείου οικονομικών, από την αρχή του 2009 μέχρι τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, υπήρξαν 1.662 σχέδια εθελουσίας εξόδου έναντι μόλις 1.049 για όλο το 2008 και 957 για όλο το 2007.<a title="" href="#_ftn8"><sup>[8]</sup></a> Από τον Ιανουάριο του 2010 οι απαγωγές αφεντικών ξανάρχισαν. Υπήρξε μία περίπτωση μέσα στο μήνα, τρείς τον Φεβρουάριο, περισσότερες από τέσσερις το Μάρτιο, τέσσερις τον Απρίλη συν τρεις απειλές για ανατίναξη εργοστασίου, τρείς απαγωγές τον Μάη και μία τον Ιούνη. Η πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων αφορούσαν εταιρείες υπεργολαβιών από τις οποίες πολλές ανήκαν σε ξένους ομίλους, γεγονός που δυσχεραίνει την εύρεση συνομιλητή. Όλες οι υποθέσεις αφορούσαν πλάνα απολύσεων ή αναδιάρθρωσης και έλαβαν χώρα σε περιοχές όπου οι δυνατότητες για εύρεση άλλης θέσης εργασίας είναι ελάχιστες.</p>
<p>Αυτές οι απαγωγές σπάνια διαρκούσαν περισσότερο από μια νύχτα. Κι όμως, πάντοτε οδηγούσαν στην επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όποιο και αν ήταν το τελικό αποτέλεσμα. Γενικά, στο τέλος των διαπραγματεύσεων, οι θέσεις εργασίας που απειλούνταν δεν σώζονταν, αλλά οι αποζημιώσεις που δίνονταν ήταν πολύ υψηλότερες από αυτές που όριζε ο νόμος. Οι υπάλληλοι στην Continental, οι οποίοι, εκτός από το να απαγάγουν το αφεντικό τους, λεηλάτησαν την Υπονομαρχία, κέρδισαν 50.000 ευρώ αποζημίωση, γεγονός που έπεισε και άλλους να ακολουθήσουν τις μεθόδους τους. Την ανακοίνωση της πληρωμής αυτού του ποσού ακολούθησαν νέες απαγωγές αφεντικών. Τα ΜΜΕ έπαιξαν σημαντικό ρόλο σ’ αυτές τις συγκρούσεις. Συχνά, ήταν οι εργάτες που τα ειδοποιούσαν μόλις απήγαγαν κάποιο αφεντικό και τους εξέφραζαν τα παράπονά τους ενώ η διοίκηση παρέμενε σιωπηλή πάνω στο θέμα. Η υποστήριξη της κοινής γνώμης αναγκάσε το κράτος να παρέμβει δημόσια, το οποίο συχνά ανάγκαζε τους αντιπροσώπους των ξένων ομίλων να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.</p>
<p>Οι περιπτώσεις όπου υπήρξε απειλή για ανατίναξη του εργοστασίου αποδείχθηκαν εξίσου αποτελεσματικές, ιδίως μετά από το παράδειγμα της New Fabris το 2009. Στις 12 Ιουλίου αυτής της χρονιάς, οι εργαζόμενοι της συγκεκριμένης εταιρείας που εξειδικεύεται στην τήξη αλουμινίου για την αυτοκινητοβιομηχανία (υπεργολάβος της Renault και της PSA), τοποθέτησαν φιάλες υγραερίου στο εργοστάσιο και έκαναν τις προθέσεις τους απολύτως σαφείς: «Θα ανατινάξουμε τα πάντα αν δεν μας δοθούν αποζημιώσεις ύψους 30.000 ευρώ πάνω του νομίμου ανωτάτου ορίου». Σε σύγκριση με τους εργάτες του Rencast, που βρέθηκαν στην ίδια θέση και προχώρησαν στην καταστροφή εξαρτημάτων που προορίζονταν για την Renault ρίχνοντάς τα πίσω στα καμίνια, οι εργάτες στην New Fabris κλιμάκωσαν την απειλή τους κατά ένα επίπεδο. Αν και δεν προχώρησαν στην υλοποίηση των απειλών τους, οι 366 εργάτες πέτυχαν να πάρουν ένα μπόνους αποχώρησης 12.000 ευρώ, πέρα από την νόμιμη αποζημίωσή τους.</p>
<p>Από την άλλη, στο πλαίσιο των πλάνων απολύσεων, δεν υπήρξαν σχεδόν καθόλου περιπτώσεις όπου οι εργάτες προσπάθησαν να αυτοδιαχειριστούν την παραγωγή. Έγιναν πολλές αναφορές στην περίπτωση του εργοστασίου της Philips στο Dreux, όπου οι εργαζόμενοι επανεκκίνησαν την παραγωγή «υπό εργατικό έλεγχο» αφότου πληροφορήθηκαν το κλείσιμο του εργοστασίου τους που κατασκεύαζε οθόνες τηλεόρασης. Παρ’ όλα αυτά, τα προϊόντα που παράχθηκαν δεν προορίστηκαν για πώληση αλλά κλειδώθηκαν σε μια αποθήκη ώστε να χρησιμοποιηθούν σαν «διαπραγματευτικό χαρτί».<a title="" href="#_ftn9"><sup>[9]</sup></a> Δέκα μέρες μετά, η διοίκηση επενέβη με δικαστικούς επιμελητές και απείλησε με απολύσεις. Οι εργαζόμενοι επέστρεψαν τις τηλεοράσεις και αυτό ήταν το τέλος αυτού του πειράματος «αυτοδιαχείρισης».<a title="" href="#_ftn10"><sup>[10]</sup></a></p>
<p>Ανάμεσα στις εταιρείες που επηρεάστηκαν από βίαιες δράσεις το 2010, υπάρχουν αρκετοί υπεργολάβοι της αυτοκινητοβιομηχανίας (Proma France, Sodimatex, EAK), αλλά και δύο μεταλλουργικές εταιρίες (Akers, Siemens), μια εταιρία παραγωγής ανελκυστήρων (Renolift-Meyzieu), άλλη μια κατασκευής εφαρμογών πεπιεσμένου αέρα για την BTP και τη βιομηχανία (Sullair-Europe), μια κατασκευαστική ενθεμάτων στήθους από σιλικόνη (Poly Implant Prothèse), ένα εργοστάσιο κατασκευής χάλκινου σύρματος (Usine Essex), μια αρτοβιομηχανία (New Society bread), μια εταιρία βιομηχανικής συντήρησης (Isotherma) και μια εταιρεία τηλεσκοπικών ανυψωτικών (Bobcat). Επηρεάζεται όμως όλο και περισσότερο και ο τομέας των υπηρεσιών. Φέτος (2010), για να αναφερθούμε μόνο σε περιπτώσεις που απασχόλησαν τα ΜΜΕ, απαγωγές αφεντικών έλαβαν χώρα σε μια εταιρεία παρακολούθησης (Vigimark Surveillance), μια τράπεζα (Caisse d’Epargne), τέσσερα νοσοκομεία (Cochin, Emile-Roux, Henri-Mondor και Foix-Jean Rostand), δύο τυπογραφεία (Brodard Graphique και Hélio-Corbeil) και ένα μαγαζί επίπλων (Pier Import). Ο δε τυπογράφος Yvan Lesniak, διευθύνων Σύμβουλος στην Circle Printers, φαίνεται να έχει απαχθεί 7 φορές συνολικά και περιγράφει την ατμόσφαιρα που επικρατεί κάθε φορά που πρέπει να ανακοινώσει ένα πλάνο απολύσεων: «Όταν κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης αρχίζεις να βλέπεις σταυρούς, φέρετρα, αγχόνες, το ομοίωμά σου να κρέμεται από ένα δέντρο, όταν σε έχουν επικηρύξει με φωτογραφία και την επιγραφή ‘καταζητείται’, και πρέπει μετά από όλα αυτά να μπεις μέσα στο κτίριο, το ξέρεις πια ότι ρισκάρεις». Αν και γενικά τα αφεντικά δεν υφίστανται κακοποίηση, η εχθρότητα είναι συχνά χειροπιαστή: «Μου πέταξαν σάπιες ντομάτες στο πρόσωπο, αυγά, με έφτυσαν, με εμπόδισαν να κοιμηθώ. […] Έπρεπε να ζητήσω την άδεια για να πάω στην τουαλέτα, με έβρισαν, διέσχισα ένα φράχτη μίσους, ανθρώπων επιθετικών».<a title="" href="#_ftn11"><sup>[11]</sup></a> Κάποιοι εργοδότες κατέληξαν να συνοδεύονται από δικαστικούς κλητήρες στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και οργανώθηκαν για πολλούς από αυτούς μαθήματα πρόληψης απαγωγών από ειδική ομάδα της χωροφυλακής. Είναι γεγονός ότι η πλειονότητα των απαγωγών και των απειλών ανατίναξης είναι αυθόρμητες, ξεκινούν και οργανώνονται από τη βάση. Για παράδειγμα, ένας αντιπρόσωπος του συνδικάτου της CGT στην Caterpillar, ο Pierre Piccarreta, που έπαιξε το ρόλο του εκπρόσωπου τύπου στην αρχή του αγώνα, δεν ήταν ενήμερος ακόμη και όταν η απαγωγή του αφεντικού είχε ήδη ξεκινήσει και ενημερώθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης που είχε σε άλλο εργοστάσιο. Ο γραμματέας του συνδικάτου του εργοστασίου δήλωσε ότι «έτσι κι αλλιώς, καθ’ολη τη διάρκεια του αγώνα η βάση μας διηύθυνε, αυτή έπαιρνε τις αποφάσεις.»<a title="" href="#_ftn12"><sup>[12]</sup></a>.Για τον Jean-Claude Ducatte, ιδρυτή της Epsy, εταιρίας συμβούλων και ειδικού στην επιχειρηματική στρατηγική, είναι σαφές ότι «στις 9 από τις 10 περιπτώσεις, είναι τα σωματεία που τρέχουν πίσω από τους εργαζομένους οι οποίοι αφήνουν τον θυμό τους να ξεσπάσει.»<a title="" href="#_ftn13"><sup>[13]</sup></a></p>
<p>Και όταν οι συνδικαλιστές της βάσης συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτές τις παράνομες δράσεις, το κάνουν διαχωρίζοντας ολοφάνερα τη θέση τους από τη γραμμή που κατεβάζουν τα κεντρικά συνδικάτα. Για παράδειγμα, ο Xavier Mathieu, αντιπρόσωπος της CGT στην Continental, που εμφανίστηκε πολύ στα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του αγώνα, αποκάλεσε δημόσια τον Bernard Thibault, γενικό γραμματέα της CGT, «racaille» και παράσιτο. Πρέπει να τονιστεί ότι τα κεντρικά συνδικάτα, είτε η CGT, η CFDT, ή το FO, επιθυμούν να επικεντρωθούν στην υπεράσπιση των θέσεων εργασίας και όχι στα αιτήματα για μεγαλύτερες αποζημιώσεις και δηλώνουν ότι δεν εγκρίνουν τρόπους δράσης όπως οι απαγωγές αφεντικών και οι απειλές ανατίναξης του εργοστασίου, αν και δεν μπορούν να τις καταδικάσουν δημόσια. Κατά τη διάρκεια της διαμάχης στην New Fabris, η Maryse Dumas (CGT) δήλωσε στον ραδιοσταθμό Europe 1: «Αντιλαμβάνομαι ότι οι εργαζόμενοι πιστεύουν πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ακουστούν. Αυτά είναι τρόποι δράσης που δεν θα συμβούλευα τους εργαζομένους να ακολουθήσουν καθώς τις περισσότερες φορές οδηγούν σε αδιέξοδο.»</p>
<p>Έτσι, οι συνδικαλιστές βάσης, για να μην παρακαμφθούν εντελώς, είναι αναγκασμένοι να διατηρήσουν μια κριτική στάση απέναντι στους αντιπροσώπους τους. Είναι γεγονός ότι δυσκολεύονται ιδιαίτερα να αποδείξουν την νομιμοποίησή τους, καθώς στον ιδιωτικό τομέα μόλις το 5.2% των εργαζομένων είναι οργανωμένοι στα συνδικάτα. Οι δομές που σε άλλες χώρες καταστέλλουν τους αγώνες και δεν τους επιτρέπουν να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο αντιπαράθεσης έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα στη Γαλλία, και η αιτία αυτής της γαλλικής ιδιαιτερότητας πρέπει να αναζητηθεί στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε το φορντιστικό μοντέλο στη χώρα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.</p>
<p><strong>Ο Φορντισμός και η γαλλική του ιδιαιτερότητα</strong></p>
<p>Ο Φορντισμός είναι μια μορφή της εκμεταλλευτικής σχέσης η οποία προέρχεται από την μεγαλύτερη ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αυτή η μορφή βασίζεται κυρίως στην άντληση σχετικής υπεραξίας, η οποία εξαρτάται από την κατανάλωση των εργατών. Για να μπορέσει να μειωθεί το κόστος αναπαραγωγής της τάξης, και ακολούθως το κομμάτι της αναγκαίας εργασίας σε σχέση με την υπερ-εργασία, τα κόστη των εμπορευμάτων που εισέρχονται σε αυτήν την αναπαραγωγή πρέπει να μειωθούν, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω της μαζικής παραγωγής τους, κάτι που έγινε εφικτό μέσω μιας σημαντικής αύξησης της παραγωγικότητας. Έτσι οι εργάτες μπορούν να αγοράσουν περισσότερα εμπορεύματα, καθώς το κόστος τους έχει μειωθεί σημαντικά, και μια αύξηση στους πραγματικούς μισθούς γίνεται δυνατή παρά το ότι το μερίδιο του μισθού μειώνεται σε σχέση με την προστιθέμενη αξία. Επιπλέον, σε μια εποχή που ο διεθνής ανταγωνισμός ήταν ακόμη περιορισμένος, η αύξηση στους μισθούς είχε άμεσο θετικό αντίκτυπο στην εγχώρια ζήτηση, ωφελώντας τις εγχώριες εταιρείες που ήθελαν να πουλήσουν τα νέα προϊόντα στην αγορά. Στο πλαίσιο του Φορντισμού <em>τα μισθολογικά αιτήματα έχουν λειτουργικό ρόλο στη συσσώρευση του κεφαλαίου σε εθνικό επίπεδο.</em></p>
<p>Σε αυτό το στάδιο, τέτοιου είδους διεκδικήσεις μπορούν να ικανοποιηθούν από το κεφάλαιο, φτάνει να μην θέτουν υπό αμφισβήτηση τις νέες εργασιακές συνθήκες που κρίνονται απαραίτητες για τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας. Παρομοίως, οι συνεχείς επαναστατικοί μετασχηματισμοί στην εργασιακή διαδικασία μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από τους εργάτες από τη στιγμή που οι μισθοί τους αυξάνονται. Οι συλλογικές συμβάσεις παίζουν εδώ σημαντικό ρόλο καθώς θεσπίζουν αυτές τις συνθήκες σε εθνικό επίπεδο.</p>
<p>Στις ΗΠΑ οι συλλογικές συμβάσεις εμφανίζονται την περίοδο του μεσοπολέμου. Μια σημαντική χρονιά ήταν το 1935 όταν τέθηκε σε ισχύ το <em>Wagner Act</em>. Ο νόμος αυτός αναγνώριζε επισήμως την ύπαρξη και τη λειτουργία των εργατικών συνδικάτων και απαγόρευε στους εργοδότες να παρενοχλούν τους εργάτες όταν συμμετείχαν σε κάποιο συνδικάτο ή σε κάποια κινητοποίηση. Τα επόμενα χρόνια οι εργάτες είχαν πολλά και σημαντικά οφέλη στους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες. Αμέσως μετά όμως το τέλος του 2ου ΠΠ, ένα νέο κύμα αγώνων σάρωσε τη χώρα, με μαζικές απεργίες το 1945 και το 1946. Η καπιταλιστική τάξη απάντησε προωθώντας νέα νομοθεσία το 1947, το <em>Taft-Hartley Act</em>, που χαλιναγώγησε τη δύναμη των συνδικάτων. Έκτοτε οι συλλογικές συμβάσεις εξελίχθηκαν με έναν όλο και πιο συγκεντρωτικό και σχεδιασμένο τρόπο, προσανατολισμένο στις απαιτήσεις της παραγωγής και της κερδοφορίας. Οι εργοδότες εξασφάλισαν ότι οι απεργίες δεν θα απειλούσαν τους μετασχηματισμούς της εργασιακής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που συνεπάγονταν την εντατικοποίησή της. Την ίδια στιγμή, θεσπίστηκαν μισθολόγια που αφορούσαν εκτεταμένες χρονικές περιόδους, ικανές να επιτρέψουν τον σχεδιασμό μελλοντικών επενδύσεων – συνθήκη απαραίτητη για την σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας. Σε αντίθεση με την περίοδο πριν την καθιέρωση των συλλογικών συμβάσεων, οπότε και οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν στη διάρκεια περιόδων ύφεσης της συσσώρευσης (λόγω της υποτίμησης των καταναλωτικών αγαθών), ο πραγματικός μισθός μπορούσε τώρα να κινηθεί στην ίδια κατεύθυνση με την συσσώρευση.<a title="" href="#_ftn14"><sup>[14]</sup></a></p>
<p>Στη Σουηδία, λίγα χρόνια πριν τον 2ο ΠΠ αλλά και αμέσως μετά, εμφανίστηκαν νέες θεσμικές σχέσεις οι οποίες προώθησαν την θέσπιση κεντρικών συλλογικών συμβάσεων. Υπό την απειλή της κρατικής παρέμβασης στις εργασιακές διαμάχες, οι οποίες ήταν πολύ σκληρές στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘20, η LO, η μεγαλύτερη εργατική συνομοσπονδία, και η SAF, η συνομοσπονδία των εργοδοτών της Σουηδίας, σύναψαν μεταξύ τους διάφορες συμφωνίες, με σημαντικότερη αυτήν του Saltsjöbaden το 1938. Η τελευταία δημιούργησε ένα μοναδικό μοντέλο αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, που χαρακτηριζόταν από ελάχιστες συγκρούσεις, συνεχείς αυξήσεις μισθών για τους εργάτες και παραγωγικότητας για την βιομηχανία. Η σταθερότητα αυτής της σχέσης οφειλόταν στο γεγονός ότι οι εργοδότες μπορούσαν να βασίζονται στην συγκεντρωτική συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία θα κατέστειλλε τα τοπικά συνδικαλιστικά κινήματα ώστε να μην απειλούν την κερδοφορία των εταιριών, στη βάση δηλαδή μιας συνδικαλιστικής πειθαρχίας που εφαρμοζόταν κάθετα.</p>
<p>Σε σύγκριση με το Σουηδικό μοντέλο, όπου η οργάνωση των συνδικάτων ήταν ιδιαιτέρως συγκεντρωτική, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών οργανωνόταν σε αυτά. Ως εκ τούτου, τα συνδικάτα διαπραγματεύονταν από θέση ισχύος συμφωνίες που αφορούσαν όλους τους εργάτες. Τα Γαλλικά συνδικάτα φαίνεται ότι βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση την περίοδο μετά τον 2ο ΠΠ. Εξαιρετικά πολιτικοποιημένα και σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, είχαν λίγα μέλη και δεν αντιπροσωπεύονταν επαρκώς μέσα στις εταιρείες. Συνδικάτα και εργοδότες δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σχετικά με τις διαδικασίες διαπραγματεύσεων και έτσι τα αιτήματα των εργατών γινόντουσαν δεκτά μόνο μετά από σκληρούς αγώνες (αγώνες που συχνά οδηγούνταν στην υιοθέτηση παράνομων πρακτικών), και καθώς οι ισορροπίες δυνάμεων άλλαζαν οι συγκρούσεις εύκολα επανεμφανίζονταν. Οι εργάτες κέρδιζαν τις διεκδικήσεις τους μετά από ισχυρή κινητοποίηση της βάσης, και αυτό αποτελεί σημαντική ιδιαιτερότητα της ταξικής πάλης στη Γαλλία (κάτι που όμως δεν σημαίνει ότι τα κέρδη των εργατών στη Γαλλία ήταν μεγαλύτερα από αυτά που πέτυχαν με ειρηνικούς τρόπους οι εργάτες σε άλλες χώρες). Αν και υπήρχαν συλλογικές συμβάσεις, αρχικά αυτές αφορούσαν μόνο τις εταιρείες που τις υπέγραφαν και δεν επεκτείνονταν σε κλαδικό επίπεδο. Η αποτυχία των συνδικάτων να επεκτείνουν αυτές τις συμφωνίες σε εθνικό επίπεδο εξηγεί επίσης άλλη μία ιδιορρυθμία της γαλλικής περίπτωσης: τον σημαντικό ρόλο που έπαιζε το κράτος στην γενίκευση και διασφάλιση των αποτελεσμάτων των διεκδικήσεων. Το 1950, ο νόμος της 11ης Φεβρουαρίου σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις έδωσε στον Υπουργό Εργασίας την εξουσία να επεκτείνει τους όρους μιας συλλογικής σύμβασης σε άλλους κλάδους.<a title="" href="#_ftn15"><sup>[15]</sup></a> Πρακτικά, όλες οι Γαλλικές εταιρείες υπόκειντο σε μια συλλογική σύμβαση ανεξαρτήτως της δραστηριότητάς τους και του μεγέθους τους, παρέχοντας έτσι σε όλους τους Γάλλους εργαζόμενους σχετικά ομοιογενείς συνθήκες. Ήταν επίσης το κράτος που εισήγαγε έναν εγγυημένο κατώτατο μισθό, το SMIG, το 1950, σε αντίθεση με τις σκανδιναβικές χώρες όπου ένας κατώτατος μισθός ήταν εγγυημένος de facto από τα συνδικάτα χωρίς κρατική παρέμβαση. Έτσι στη Γαλλία, το κράτος έπαιξε έναν κεντρικό ρόλο στην διασφάλιση μιας σταθερής ανόδου των μισθών και της ομογενοποίησης των αποτελεσμάτων της.</p>
<p>Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και στη Γαλλία, εκείνη την περίοδο τα αιτήματα κινούνταν κυρίως γύρω από το θέμα του μισθού. Ακόμα και όταν συνοδεύονταν από άλλα αιτήματα για τις εργασιακές συνθήκες, η ικανοποίηση όσων αφορούσαν το μισθό έβαζε τέλος στις συγκρούσεις.<a title="" href="#_ftn16"><sup>[16]</sup></a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center">* * *</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είδαμε λοιπόν ότι ο τρόπος που αναπτύχθηκε η ταξική πάλη στην Γαλλία κατά τη διάρκεια του Φορντισμού, δεν εξαιρούσε την ύπαρξη συγκεκριμένων μορφών αγώνα, οι οποίες έφταναν κάποιες φορές, αν και σπάνια, μέχρι τη χρήση παράνομων πρακτικών, όπως δείξαμε στο προηγούμενο κομμάτι. Η χρήση της απαγωγής μπορεί έτσι να γίνει κατανοητή σαν συνέχιση του τρόπου με τον οποίο διεξάγονταν οι αγώνες που αφορούσαν τον μισθό στη Γαλλία. Και παρά το ότι αυτός ο τρόπος δράσης αποκτά περιθωριακό χαρακτήρα σε όλη την περίοδο του Φορντισμού, εκτός της περιόδου κρίσης του, παραμένει στο ρεπερτόριο της συλλογικής δράσης της τάξης.</p>
<p align="left"><strong>Η κρίση του Φορντισμού και η αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</strong></p>
<p>Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 κι έπειτα, η παραγωγή σχετικής υπεραξίας σκόνταφτε όλο και περισσότερο στις ίδιες τις αντιφάσεις της. Η τεράστια αύξηση παραγωγικότητας που επετεύχθη με την εισαγωγή της αλυσίδας παραγωγής στην εργασία, γινόταν ολοένα και δυσκολότερο να διατηρηθεί. Η επέκταση της αυτοματοποίησης απαιτούσε συνεχώς περισσότερες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο, κάτι που σήμαινε την ανάγκη για συνεχή επέκταση των αγορών ενώ την ίδια στιγμή οι κίνδυνοι της υποτίμησης του σταθερού κεφαλαίου αυξάνονταν. Το ίδιο το τεϋλορικό μοντέλο εργασιακής διαδικασίας αντιμετώπιζε τεχνικά προβλήματα που γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρα. Η εντατικοποίηση της εργασίας και ο ακραίος κατακερματισμός της παραγωγικής διαδικασίας επέφεραν μια σειρά από αρνητικές συνέπειες, όπως η δυσκολία να διατηρηθεί ένας κανονικός ρυθμός εργασίας. Η νευρική εξουθένωση, λόγω του εντατικού και ομογενούς ρυθμού εργασίας, οδήγησε σε αύξηση των ελαττωματικών προϊόντων, των ατυχημάτων και της συχνής και απρόβλεπτης απουσίας από τη δουλειά. Αυτό το τελευταίο ανάγκαζε την διοίκηση να προσλαμβάνει πρόσθετη εργατική δύναμη προς αναπλήρωση των κενών που δημιουργούνταν, καθώς οι διακοπές και οι καθυστερήσεις στην αλυσίδα παραγωγής είχαν επιπτώσεις σε ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία. Όταν οι εργασιακές συνθήκες γίνονται δυσβάστακτες, η ίδια η παρουσία ενός μεγάλου αριθμού εργατών συγκεντρωμένων σε ένα εργοστάσιο ενθαρρύνει το συλλογικό αγώνα στους χώρους παραγωγής.<a title="" href="#_ftn17"><sup>[17]</sup></a> Μετά τα μεγάλα κύματα αγώνα στα τέλη των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, μια αναδιάρθρωση της οργάνωσης της εργασίας έγινε απαραίτητη προκειμένου να γκρεμιστούν αυτά τα προπύργια των εργατών.</p>
<p>Η αναδιάρθρωση όμως θα συνεπαγόταν μια ανατροπή όλης της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Για να ξεπεραστούν οι περιορισμοί στην συσσώρευση που εμφανίστηκαν κατά την κρίση του Φορντισμού, η αναδιάρθρωση στόχευσε στην διάλυση κάθε εμποδίου για την ομαλή λειτουργία της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Όχι μόνο αποδιάρθρωσε τα μεγάλα εργοστάσια και τις μονάδες εργασίας, με την εισαγωγή της υπεργολαβίας, της ευέλικτης αγοράς εργασίας και της προσωρινής και μερικής απασχόλησης -που συμβαδίζει με την είσοδο όλο και περισσότερων γυναικών στην αγορά εργασίας-, οι οποίες αναπτύσσονται με θεαματικό ρυθμό,<a title="" href="#_ftn18"><sup>[18]</sup></a> <em>αλλά εξαφάνισε και την ίδια τη σύνδεση ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας και τις αυξήσεις μισθών. </em>Αυτή η αποσύνδεση προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση της αξιοποίησης του κεφαλαίου και την τεράστια επέκταση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας.<a title="" href="#_ftn19"><sup>[19]</sup></a></p>
<p><strong>Το αθέμιτο των μισθολογικών διεκδικήσεων</strong></p>
<p>Από τότε που η αξιοποίηση του κεφαλαίου λαμβάνει πλέον χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, ο ενάρετος κύκλος των αυξήσεων των μισθών και αύξησης της ζήτησης σε εθνικό επίπεδο εξαφανίζεται. «Από τη στιγμή που η συνοχή του Φορντικού τρόπου ρύθμισης βρίσκεται στη σχέση μεταξύ παραγωγικότητας και διανομής σε εθνικό επίπεδο», στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, «η παραγωγή και η διανομή της αξίας αποσυνδέονται από τον τόπο προέλευσης».<a title="" href="#_ftn20"><sup>[20]</sup></a> «Επειδή τα συμφέροντα των πολυεθνικών δε συμπίπτουν πια με αυτά της χώρας προέλευσής τους, η συλλογική διαπραγμάτευση παύει να είναι ο κεντρικός παράγοντας/μοχλός στο σύστημα της εθνικής μακρο-οικονομικής ρύθμισης.»<a title="" href="#_ftn21"><sup>[21]</sup></a></p>
<p>Οι ίδιοι λόγοι που επιτρέπουν στις εταιρίες μιας χώρας όπως η Γαλλία να μεταφέρουν την παραγωγή σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη, ωθούν ταυτόχρονα στην ισχυρή συμπίεση των μισθών των εργαζόμενων στις χώρες του κέντρου, ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπουν την όλο και αυξανόμενη εισροή φθηνών προϊόντων. Το πάγωμα των μισθών, λοιπόν, αντισταθμίζεται εν μέρει από τη μείωση του κόστους των μέσων διαβίωσης. Επομένως, το μερίδιο που καταλαμβάνουν τα εισαγόμενα προϊόντα στη συνολική κατανάλωση των εργατών μεγαλώνει συνεχώς και αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία ενώ το επίπεδο του μισθού αποκτά όλο και λιγότερη επιρροή στη ζήτηση για εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Εφεξής ο μισθός γίνεται ένα απλό κόστος που πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο. Οποιαδήποτε διεκδίκηση για συνολικές αυξήσεις μισθών, απευθυνόμενη στο κεφάλαιο σε εθνικό επίπεδο, γίνεται λοιπόν αδύνατον να ικανοποιηθεί, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε σε αμφισβήτηση την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Εφόσον, σε αντίθεση με τη Φορντική περίοδο, τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να γίνει σε τοπικό επίπεδο και στη συνέχεια να επεκταθεί και στον υπόλοιπο τομέα, καθίσταται δύσκολο για μια μόνο επιχείρηση να αυξήσει τους μισθούς χωρίς να χάσει την ανταγωνιστικότητά της στην αγορά. Οι εργαζόμενοι που παλεύουν για μια τέτοια αύξηση μισθού δεν μπορούν να αγνοήσουν το γεγονός ότι κάνοντας αυτό, αυξάνονται οι πιθανότητες για την επιχείρηση να μεταφερθεί ή να χρεοκοπήσει.</p>
<p>Οι αγώνες ενάντια στα κλεισίματα των εργοστασίων αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι εργάτες δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν και μπορούν να διεκδικήσουν παράταση του χρόνου που παίρνουν μισθό με τη μορφή αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να ανησυχούν για τη μελλοντική υγεία της επιχείρησής τους. Οι εργαζόμενοι που δούλευαν σε επιχειρήσεις όπου απαγωγές αφεντικών και άλλες παράνομες δράσεις θα λάμβαναν χώρα αργότερα, σε πολλές περιπτώσεις είχαν αρχικά αποδεχτεί τη χειροτέρευση των εργασιακών συνθηκών και μερικές φορές και περικοπές μισθού με την ελπίδα ότι όλα αυτά θα απέτρεπαν το κλείσιμο της επιχείρησης.<a title="" href="#_ftn22"><sup>[22]</sup></a> Αλλά όταν αυτό γίνεται αναπόφευκτο, ο θυμός για το ότι συναίνεσαν σε όλα αυτά για το τίποτα, και η γνώση ότι κανείς δεν έχει πια τίποτα να χάσει, μεταφράζεται σε απεγνωσμένες μορφές αγώνα, όπου είναι ξεκάθαρο ότι δεν απασχολεί πια κανέναν η μελλοντική υγεία της επιχείρησης, και ότι όλες οι υποσχέσεις για επανένταξη δε θα αντικαταστήσουν το μοναδικό πράγμα που παραμένει χειροπιαστό: τα λεφτά. Αυτοί οι αγώνες αποδειχθήκαν νικηφόροι, μόνο στο μέτρο που οι εργαζόμενοι που ενεπλάκησαν έλαβαν τελικά επιδόματα πολύ πέρα από αυτά που ορίζει ο νόμος. Έτσι, σύμφωνα με την Christine Ducros και τον Jean-Yves Guérin, οι εργαζόμενοι που καταφεύγουν σε τέτοιες μορφές δράσεων λαμβάνουν αποζημίωση κατά μέσο όρο τέσσερις φορές υψηλότερη από τη νόμιμη, συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Εδώ, ο αποσπασματικός χαρακτήρας των αγώνων δεν αποτελεί σημάδι αδυναμίας τους, αλλά είναι μάλλον αυτό που τους επέτρεψε να κερδίσουν, καθώς η γενίκευσή τους θα τους καθιστούσε μη αποδεκτούς από την καπιταλιστική τάξη.</p>
<p>Οι συγκρούσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια αυτών των αγώνων ανάμεσα στη βάση και τα κεντρικά συνδικάτα, δεν είναι η επανάληψη της παλιάς αντίθεσης ανάμεσα στους εργάτες που υπερασπίζονταν την αυτονομία τους και των συνδικάτων που διαμεσολαβούν τη σχέση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Αυτό που οι εργαζόμενοι θέλουν στην πραγματικότητα είναι υψηλότερες αποζημιώσεις αλλά για να τις αποκτήσουν πρέπει να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, και αυτός είναι επίσης και ο στόχος των συνδικάτων βάσης τα οποία όμως δεν μπορούν να επιτελέσουν κανένα ρόλο όταν οι εργοδότες αρνούνται κάθε διαπραγμάτευση. Οι παράνομες μορφές αγώνα γίνονται τελικά ο μοναδικός ρεαλιστικός τρόπος για την επανάληψη των διαπραγματέυσεων. Τα κεντρικά συνδικάτα, από τη μεριά τους, είναι αναγκασμένα να συνυπολογίσουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές απασχόλησης του εργατικού δυναμικού στο σύνολό του, αλλά οι εργαζομένοι που αντιμετωπίζουν το κλείσιμο του χώρου εργασίας τους, δεκάρα δε δίνουν για το μακροπρόθεσμο.</p>
<p>Ωστόσο, πρόκειται μονάχα για μια μικρή μειοψηφία που έχει καταφύγει σε τέτοιες δράσεις, και παρόλο που οι περιπτώσεις που συζητάμε εδώ μπορεί να φαίνονται πολλές συγκριτικά με την παντελή τους απουσία σε άλλες χώρες, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε όλα τα κλεισίματα εργοστασίων στα οποία τέτοιου τύπου δράσεις δε συνέβησαν ποτέ. Επιπλέον, ακόμη κι αν τέτοιου είδους δράσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ριζοσπαστικές, δεν υπάρχει τίποτα το ριζοσπαστικό σε αυτό που διεκδικούν. Και τα χρήματα που έχουν καταφέρει να κερδίσουν, τα οποία φαίνονται σημαντικά μόνο σε σύγκριση με την ισχνή αποζημίωση που καθορίζεται από το νόμο, δεν μπορούν να καθυστερήσουν επ’ αόριστον την επιστροφή στις χαρές της αγοράς εργασίας (αλλά ποιός θα προσλάμβανε κάποιον που είναι γνωστό ότι έχει απαγάγει το πρώην αφεντικό του;).</p>
<p>Το ενδιαφέρον σε αυτούς τους αγώνες, επομένως, δεν είναι το γεγονός ότι θα αποτελούσαν τους σπόρους ενός νέου εργατικού κινήματος, αλλά ότι αναδεικνύουν αυτό με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι οι σημερινοί αγώνες στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό. Στην είδηση ότι το εργοστάσιό τους πρόκειται να κλείσει, οι εργάτες δεν επιζητούν την επανεκκίνηση και αυτοδιαχείριση της παραγωγής. Μακράν του να θεωρούν το χώρο εργασίας τους ως κάτι που θα ήθελαν να επανοικειοποιηθούν, τον στοχοποιούν. Το ταξικό ανήκειν δε σχηματίζει πλέον τη βάση μιας εργατικής ταυτότητας πάνω στην οποία θα μπορούσε να χτιστεί μια νέα κοινωνία. Οι προλετάριοι δεν μπορούν να ξεπεράσουν το ταξικό τους ανήκειν αλλά μέσα στους αγώνες το βιώνουν σαν ένα τοίχο που ορθώνεται μπροστά τους. Το να προχωρήσουν πέρα από αυτό το όριο θα σήμαινε να καταργήσουν τον εαυτό τους ως τάξη ενώ την ίδια στιγμή να καταργήσουν όλες τις άλλες τάξεις: κομμουνιστικοποίηση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="right"><strong>Jeanne Neton &amp; Peter Åström</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<div>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref1"><sup>[1]</sup></a> Την άνοιξη του 2009 μια έρευνα έδειξε ότι σχεδόν ένας στους δύο Γάλλους πολίτες (45%) θεωρούσε ότι το να απαγάγεις το αφεντικό σου είναι κάτι «αποδεκτό» στην περίπτωση κλεισίματος του εργοστασίου. Δες “Sondage choc sur les séquestrations de patrons”, <em>Le Parisien</em>. Ολόκληρη η έρευνα υπάρχει στο www.csa-fr.com/dataset/data2009/opi20090402-l- opinion-des-francais-sur-les-sequestrations-de-patrons.pdf</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref2"><sup>[2]</sup></a> Δες <em>Le Monde</em>, Νοέμβριος 11, 12, 14, 16, 1961, και Xavier Vigna, <em>L’insubordination ouvrière dans les années 68. Essai d’histoire politique des usines</em>, Presses universitaires de Rennes, Rennes 2007, σ. 103.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref3"><sup>[3]</sup></a> Δες Christine Ducros et Jean-Yves Guérin, <em>Le management de la colère</em>, Éditions Max Milo, Paris 2010, pp. 173–174.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref4"><sup>[4]</sup></a> Δες Le Monde Diplomatique, October 1997, www.monde-diplomatique.fr/1997/10/RIMBERT/9295 (in French).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref5"><sup>[5]</sup></a> Δες το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ <em>Ça leur coûtera cher</em> που βρίσκεται στο</p>
<p>http://reposito.internetdown.org/videosetsons/vireux/ (στα Γαλλικά).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref6"><sup>[6]</sup></a> <em>Le Monde</em>, 19 Ιουλίου, 2000.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref7"><sup>[7]</sup></a> <em>Le Monde</em>, 14 Νοεμβρίου, 2001 και <em>Libération</em>, 19 Νοεμβρίου, 2001.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref8"><sup>[8]</sup></a> Δες Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 9.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref9"><sup>[9]</sup></a> Σύμφωνα με σχόλια από τον Manu Georget, εκπροσώπου μιας διαφωνούσας πτέρυγας του συνδικάτου της CGT, που έδρασε σαν επίσημος συνομιλητής κατά τη διάρκεια του αγώνα: http://onvaulxmieuxqueca.ouvaton.org/spip.php?article444&amp;calendrier_mois=09&amp;calendrier_annee=2010 (in French).</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref10"><sup>[10]</sup></a> Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τί προοπτικές αυτοδιαχείρισης υπήρχαν πραγματικά από τη στιγμή που τα προϊόντα που παράχθηκαν δεν προσφέρονταν για «ακτιβιστική πώληση» (κάτι που έγινε με τα ρολόγια που παράχθηκαν στην Lip την δεκαετία του 70 και πωλούνταν σε όλη τη Γαλλία σε περίπτερα αλληλεγγύης προς ενίσχυση του αγώνα). Και αν οι οθόνες πλάσμα μιας μάρκας όπως η Philips δεν προσφέρονται για τέτοιου είδους πώληση, τι να πούμε για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων που παράγονται από ένα εργοστάσιο υπεργολαβίας της Renault;</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref11"><sup>[11]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 77.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref12"><sup>[12]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 142.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref13"><sup>[13]</sup></a> Christine Ducros και Jean-Yves Guérin, ο.π., σ. 149.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref14"><sup>[14]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 202.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref15"><sup>[15]</sup></a> Benjamin Coriat, “Wage labor, capital accumulation, and the crisis 1968–82”, in Mark Kesselman &amp; Guy Groux (red.), <em>The French workers’ movement. </em><em>Economic crisis and political change</em>, London 1984, σ. 22.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref16"><sup>[16]</sup></a> “Όπως ο Erbès Seguin […] έχει με οξυδέρκεια παρατηρήσει […] για όλη την περίοδο που μας αφορά εδώ, οι μισθοί έπαιζαν τον ρόλο ενός είδους γενικού υποκατάστατου για όλα τα άλλα αιτήματα των εργατών. Για παράδειγμα η εισαγωγή της νυχτερινής βάρδιας έγινε σε πολλές περιπτώσεις δεκτή με αντάλλαγμα μισθολογικές παραχωρήσεις από τη μεριά των αφεντικών”. – Benjamin Coriat, ο.π., σ. 23.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref17"><sup>[17]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 120f.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref18"><sup>[18]</sup></a> “Από το 1983 μέχρι 2003, οι αριθμοί των εργαζομένων σε καθεστώς υπενοικίασης αυξήθηκαν από τις 113.000 στις 361.000 (+316 %), αυτών που εργάζονταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου (CDD) από τις 263.000 στις 1.624.000 (+ 517 %) και των υποαπασχολούμενων (part-time κλπ.) από τις 148.000 στις 1.186.000, όταν στην ίδια περίοδο οι αριθμοί των σταθερών θέσεων εργασίας (συμβόλαια αορίστου χρόνου (CDI) ή οργανικές θέσεις στο δημόσιο) ανέβηκαν μόλις από τις 16.804.000 στις 18.847.000 (+ 12%)” – Laurent Maudruit, “Les nouvelles métamorphoses de la question sociale”, <em>Le Monde</em>, 7 Απριλίου, 2005.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref19"><sup>[19]</sup></a> Κάποιοι θα μπορούσαν να αντιτείνουν φυσικά ότι ο καπιταλισμός ήταν πάντοτε παγκόσμιος, αλλά η διαδικασία που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια και παρήγαγε έναν <em>παγκόσμιο κύκλο συσσώρευσης</em> είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από το διεθνές εμπόριο <em>μεταξύ</em> των χωρών. Η ανάπτυξη των πολυεθνικών εταιρειών είναι αδιαχώριστη από το φαινόμενο των μετεγκαταστάσεων . Στην περίπτωση της Γαλλίας, όπως και σε άλλες δυτικές χώρες, αυτό ξεκίνησε τη δεκαετία του ‘70 με την υφαντουργική βιομηχανία. (Δες τα παραδείγματα των εταιρειών Kindy και Bidermann στο <em>L’expansion</em> no. 691, November 2004, που αναφέρονται στο: http://www.m-lasserre.com/educpop/dossierdelocs/DusecteurindustrielaceluidelaR&amp;D.htm)</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref20"><sup>[20]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 418.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref21"><sup>[21]</sup></a> Michel Aglietta, ο.π., σ. 417</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref22"><sup>[22]</sup></a> Δες Henri Simon, “À Givet, une nouvelle forme de la lutte de classe?”, <em>Échange et mouvement </em>no. 94, 2000.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/12/%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b1-%ce%bd%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9-%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%ae%ce%bc/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Without You, Not a Single Cog Turns…</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/12/without-you-not-a-single-cog-turns%e2%80%a6/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/12/without-you-not-a-single-cog-turns%e2%80%a6/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 06 Dec 2011 11:32:57 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[in English]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=664</guid>
		<description><![CDATA[In this text, we look into the overt emergence of the KKE as police, this important event of 20th October, its meaning for the development of the class struggle in Greece and how this relates to the development of the crisis.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<blockquote><p>“The way things are today, only when people are frightened will they take to the streets; and they will come out abruptly, all at once… Then, the KKE<a title="" href="#_ftn1"><sup>[1]</sup></a> will be enlisted to stop them.”</p></blockquote>
<p>This impressively precise prediction was made by an old Trotskyist in a chat over a coffee in 2007. In this text, we look into the overt emergence of the KKE as police<a title="" href="#_ftn2"><sup>[2]</sup></a>, this important event of 20<sup>th</sup> October, its meaning for the development of the class struggle in Greece and how this relates to the development of the crisis.</p>
<p>We begin by attempting a critical reading of the core position that criticises the KKE for “betraying the working class”. Those holding this opinion are also dejected that “we are bickering among ourselves”. Their stance gives the impression that it overlooks the KKE’s role in the class struggle in Greece. This is not an oversight, however; it is not an omission caused by a lapse of attention. What this viewpoint fails to see is determined by the essence of what it does see, by the structure of its vision and by the very core of its content. Its vision is revolution as the triumph of the working class, as the transformation of capitalist society into a society of workers, that is, the revolution as the KKE also purports to see it (with itself in place of the bosses, of course). That is why this critique accuses the KKE of “betrayal” in the fight towards a <em>common goal</em>. It contends that the KKE betrays the common goal of the “free” workers’ society, because, through its practice and discourse, it upholds the political form of a workers’ state, as opposed to the self-management of production, and, on these grounds, this view objects to the KKE’s use of the slogan, “without you, not a single cog turns – <em>worker</em>, you can run things without the bosses”.</p>
<p>It may seem paradoxical at first, but it is this slogan that contains the essence of the events of 20<sup>th</sup> October. The content of this slogan expresses the KKE’s side (not <em>only</em> the KKE’s though, and this is very important) in the conflict that is historically produced in the current period between the practices of class struggle.  A careful reading of this slogan reveals that the word <em>worker</em> is the key to the content of the revolution according to the KKE (and not only). This revolution does not abolish the worker as such, it does not abolish the proletariat, it does not abolish the “cogs&#8221;, that is the production of value. On the contrary, it calls on workers to fight (or to align as sheep behind the shepherds, in the KKE’s case) so as to carry on being workers, to carry on “turning the cogs”. The utopian phrase “without the bosses” means “by your own initiative”, namely with bosses who will also be workers, supposedly their own bosses, or with the “workers’ party” as the boss. Behind the opportunistic adoption of an “anarchists’ slogan” by the KKE, there is the essential point that labour continues to be a separate human activity after the revolution, and everything that entails.</p>
<p>The KKE’s defence of the parliament and the police, in this critical moment for capital and the state, from the attacks of a section of the proletariat is entirely compatible with this slogan, even more so because such attacks against the state and property can only become possible with the support of a very large chunk of the proletariat, as it became obvious on 19<sup>th</sup> October. The defence of labour cannot take place in a historical vacuum – an ahistorical form of work (as is implied by slogans like “we want work, not unemployment”) does not exist – it is necessarily the defence of the specific form labour has taken in the historical present. Subsequently, the revolution, according to the KKE, will be the restructuring of labour on the basis of its historically determined condition (something already done by the Bolsheviks when they gained power in Russia, taking part in the proletarian revolution of 1917, as well as by the CNT trade unionists when they took control of the factories after the proletarian uprising in Spain in 1936). If we consider these conclusions alongside the KKE&#8217;s strategy to claim an ever more important role in working class reproduction, that is, to gain strength as a reproduction mechanism of the capital relation in parallel with the State, or as a “cog” of the State apparatus in some cases, then, in the context of the growing importance of policing for working class reproduction, it is evident why the KKE <em>must</em> play the role of the police.</p>
<p>So what of those who attacked the KKE? How is it explainable, in terms of the reasoning described above, that a section of those who attacked the red front of the police, which was blocking the way to the khaki front of the police, share a great deal with the KKE’s view of the revolution? Is there a point in blaming them for fighting against the KKE over the possession of Amalias Av. and effectively over the political leadership of the movement? There are grounds for this in part, although there is an error in the content of the question itself (the political leadership of the movement). The meaning of the 20<sup>th</sup> October events is hidden below the surface of the political dispute. The question of <em>why this conflict is produced, what its true content is and why this is now the central issue of class struggle<a title="" href="#_ftn3"><strong>[3]</strong></a> in many countries around the world</em>, can only be answered if one goes beyond the apparent polarity between the left and the anarchists (a polarity of prior revolutions, as “<em>the tradition of all dead generations weighs like a nightmare on the brains of the living&#8221;</em>). To go beyond this polarity one has to focus for a moment on the content of the &#8220;anarchist&#8221; camp, or the black bloc or whatever one wants to call it (although the difficulty in establishing a name hints something already). It is widely known that the subsection of &#8220;those involved in clashes&#8221; organically belonging to “militant anarchist” groupings is now very small and is becoming less and less significant as the crisis deepens. It is also known that, by now, even workers clash with the police – often without their actions being condemned by their unions (see POE-OTA) – as well as the unemployed and even the petit bourgeois (taxi owners) who are proletarianised abruptly. Those who have, one way or another, caused the recent period’s riots are NOT organized anarchists in their vast majority, while organised anarchists’ influence upon them is minimal and constantly declining. They are a mixed crowd of young (and as the crisis deepens, not only young) proletarians who are precarious or unemployed, or they can be school or university students. Their practices – typically riots without specific demands, occurring both separately and within demand struggles – express the current impasse of demands, the lack of future produced by this crisis, which is a crisis of the existence of the wage and therefore of proletarian reproduction. Those who clash with the police are NOT “revolutionaries” who do so because they have “class consciousness”; they are agents of the practices brought on by the exclusion of proletarians from labour, by the violent pushing downwards of the middle strata, by the frenetic course of the crisis of restructured capitalism and the attempt to address it with another round of capital’s attack, which challenges the very existence of the wage. These practices also lead to a dead end, seen from the viewpoint that seeks a strategy towards the victory of the working class and the realisation of a workers’ society. It is this impasse that prefigures these practices’ overcoming through the class struggle, an overcoming that will not result from their dominance over other practices but will be produced in the course of their conflictual co-existence with revindicative practices. This overcoming will only be possible at the stage when this conflict does not only reproduce the dynamic of riots without specified demands but also involves taking particular measures. This conflict is produced objectively – any individual choices are overdetermined by the sweeping onslaught of the crisis. This was not then a conflict between anarchists and the KKE in front of parliament – this is only what it is apparent. Such an understanding only serves the special interests of <em>politically</em> organised anarchists, those of the KKE and their fellow travelers. There will certainly be efforts to extract political value from this by both sides of the conflict and in the short term they might (both) appear to be successful. There will be quarrelling over who is most concerned about working class unity, with accusations against each other in almost the same terms. However, the development of the crisis accelerates, and the event of 20<sup>th</sup> October will soon look like an innocent game involving rocks, a couple of petrol- bombs and hundreds of poles with hanging red cloths.</p>
<p>The conflict that, in the terms of political <em>fetishism</em>, appeared as a clash between anarchists and the KKE in front of parliament, has been produced as an internal conflict of proletarian practices within the entire cycle of struggles that began after the restructuring of the 80s (90s for Greece); it constitutes the essence of this cycle of struggles, generated and developed by contradictions that are now condensed in the current crisis. This conflict has been produced historically as the outcome of capital’s accumulation, of the class struggle, and it is not a result of “strategies”, ‘betrayals”, “class consciousness” and other ideologemes. The two camps rapidly created through the condensation of historical time are fluid; what seems to prefigure the revolution <em>through the overcoming of its limits</em> today, will appear divided tomorrow; its internal contradictions, that may not seem so important today, will explode. The deepening of the crisis will lead to practices beyond those of the current “phase of riots”. The rebels of tomorrow (and that may not be so far away) will be forced to take measures for continuing the struggle that will simultaneously be survival measures, communist measures that will affect the crux of surplus value production and will build new social relations. The contradictions of <em>militarism</em> and <em>sexism,</em> which necessarily come with the riots, will explode in the camp that will challenge the very existence of value. Internal conflicts are coming, new divisions are unavoidable.</p>
<p>We are living in the vortex; there is nothing that can rescue us anymore. Every attempt to understand the structure of current social relations, every attempt to break free from the political conception of the revolution, which, being a <em>political</em> one, belongs to the old world of previous revolutions, will certainly contribute to the critique of this world, which in any case trembles, is under threat, as an ensemble of social relations, of being abolished by the coming revolution.</p>
<p style="text-align: right;"><em> Agents of chaos</em></p>
<div>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref1"><sup><sup>[1]</sup></sup></a> Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, the Communist Party of Greece.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref2"><sup><sup>[2]</sup></sup></a> It is not only their act to block protesters’ access to Amalias Av. that constitutes the KKE’s practice as a police practice. There is evidence that the KKE also guarded the Plexiglas police barrier on V. Sophias St., as well as the Parliament, specially and separately, i.e. without there being a crowd of “civilian” KKE protesters behind the line of guards.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref3">[3]</a> This issue is so central in Greece that it sidelines a demonstrator’s killing by police. The police used so much teargas that it managed to murder one of those who defended the working class by guarding the parliament. In many countries, mainly those in the first zone of capitalist accumulation (the most recent examples occuring in Italy and the USA), this conflict appears in the form of the polarity between riots and  “peaceful” occupations / demonstrations.</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/12/without-you-not-a-single-cog-turns%e2%80%a6/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>The ‘Indignados’ Movement in Greece</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/the-%e2%80%98indignados%e2%80%99-movement-in-greece/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/the-%e2%80%98indignados%e2%80%99-movement-in-greece/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 24 Nov 2011 16:56:12 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[in English]]></category>
		<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=654</guid>
		<description><![CDATA[What is at stake? Over the last few months, the immediate concern for the European Union and the Greek state has been to finalise the terms for the additional financing – 12 billion euros – required to service the Greek state’s debt repayments. The Medium Term Economic Program (the updated version of the ‘Memorandum of [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<h2>What is at stake?</h2>
<div>
<p>Over the last few months, the immediate concern for the European Union and the Greek state has been to finalise the terms for the additional financing – 12 billion euros – required to service the Greek state’s debt repayments. The Medium Term Economic Program (the updated version of the ‘Memorandum of Understanding’ with the EU–IMF–ECB ‘Troika’) was finally voted for on June 29. Further funding of about 30 billion euros will be required next year, and even more in 2013. The Greek state missed budget targets set last year when the imf and Eurozone provided a 110 billion euro loan package, to be delivered in tranches. The centrepiece of the new bailout package is a privatisation drive that is predicted to raise 50 billion euros by 2015. State-owned power and water companies, ports, banks, the former telecommunications monopoly (OTE), the train operator, and other companies such as OPAP, the largest European lottery and sports betting firm, will be included in the sell-off, which means an even greater reduction in the indirect wage and the deterioration of living conditions in general, as well as a permanent and substantial loss of revenue for the State budget, ‘necessitating’ an even bigger deterioration in living standards and so on. In addition, there will be further spending cuts – more than 6 billion euros within twelve months, equivalent to 2.8 percent of Greek GDP – and regressive tax hikes targeting the reproduction of the domestic working class. This will mean wage cuts up to 30%. The trade-union confederation of public sector workers – ADEDY – estimated that the average overall cut initiated by last year’s package of measures would reach 40–45% of public sector workers’ salaries by the end of the present year.</p>
<p>This is the continuation of a <em>horizontal</em> attack against the wage – the level of the reproduction of the working class – which started in 2009. It also encompasses various petit-bourgeois and wage earning middle strata, in particular through tax hikes and the opening up of protected professions, measures which tendentially change the structure of Greek society (namely, its overgrown petit-bourgeois sector). The state subsidies for the survival of the surplus workforce tend to disappear and the result is the proliferation of informal labour and poverty. Proletarians (and rapidly proletarianised middle and petit-bourgeois strata) have no other option but to work, mostly informally, in order to survive, and at the same time find it impossible to find a job or gain an income that would cover the cost of reproduction of their labour power. The official unemployment rate in March 2011 was 16.2% compared to 11.6% in March 2010 and 15.9% in February 2011, while it was 42.5% for 15–24 year-olds and 22.6% for 25–34 year-olds. Capital declares that it cannot afford the survival of the proletariat and makes it clear that a significant part of the latter is useless (in terms of the valorisation of capital), and more importantly, that the desired recovery does not include any re-integration into production of this over-abundant part of the proletariat.</p>
<p>The ‘Greek issue’ is not a Greek problem. Alan Greenspan commented on June 17 that ‘Greece’s debt crisis has the potential to push the us into another recession’. A couple of weeks earlier, ECB executive board member Lorenzo Bini Smaghi said to the <em>Financial Times</em> that ‘a debt restructuring, or exiting the euro, would be like the death penalty’, adding that ‘anyone who imagined the impact would be containable are like those who in mid-September 2008 were saying the markets had been fully prepared for the failure of Lehman Brothers’. On June 22, Federal Reserve chairman Ben Bernanke warned:</p>
<blockquote>
<div>If there were a failure to resolve that (Greek debt) situation it would pose threats to the European financial system, the global financial system, and to European political unity.</div>
</blockquote>
<p>The different approaches between the various European national capitalist formations apparently reflect their respective interests in a period of intensified inter-capitalist competition:</p>
<blockquote>
<div>The ECB and the French banks are among the worst exposed to a Greek debt restructuring, while the German banks would take a far smaller ‘haircut’, and moreover would likely expect to be subsidised for any losses by the government of Chancellor Angela Merkel. The perceived advantage in a Greek restructuring as far as Germany and its smaller Eurozone allies are concerned is that the move could potentially reduce the amount of their public funds funnelled into the banks of France and other rival powers.<sup><a id="fnt__1" name="fnt__1" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__1"></a>1</sup></div>
</blockquote>
<p>So the various competing fractions of capital seek to prevent and, if that proves impossible, effectively contain the shock waves that a potential default of the Greek state will send through the global financial system. And even more so, as it is not only Greece; Portugal, Ireland and Spain are ready to follow (not to mention the huge accumulated public debt of the USA and UK). Such a development would cause an even more acute plunge in the global economy, transforming the current sovereign debt crisis into a major currency crisis and, ultimately, a crisis of value. Essentially, what is at stake in the present moment is the endeavour on the part of the bourgeoisie to avoid a massive devaluation of financial capital, that is to say, to halt the destructive re-affirmation of the law of value within the capitalist crisis. This is, in other words, the endeavour to preserve the present mode of global accumulation by accelerating the core dynamics of restructured capitalism itself: attack against the wage and all the guarantees of the reproduction of the working class, de-legitimisation of the negotiation of the price of labour power, precarisation, zoning of global capitalist accumulation and intensified competition between the various peripheries of accumulation, further financialisation and the effort to valorise financial capital (mainly in sectors associated with the reproduction of labour power and the distribution of produced surplus value – exploitation of public assets, restructuring of pension schemes, etc). However, this effort to increase the rate of surplus value (rate of exploitation) accelerates at the same time all the contradictions in the above dynamics – contradictions that ended up in the current crisis – making them even more explosive.</p>
</div>
<h2 id="the-indignados-in-greece">The ‘indignados’ in Greece</h2>
<div>
<p>On May 25, in a series of demonstrations and gatherings in various Greek cities, tens of thousands took to the streets to make a demand for ‘all politicians to go’. In Athens, approximately 20,000 took to Syntagma square (the central square opposite Parliament House); in Thessaloniki, approximately 5,000 gathered in front of the White Tower. A lot of people gathered in Patras, Volos, Chania, Ioannina, Larisa and other cities. In the notes that follow, the focus will be on Athens, as this is where the bulk of the events took place and the dynamics/limits of this movement were most evident.</p>
<p>Below, we cite some minutes of the first open assembly held at Syntagma square on May 25, which are quite representative of the mood prevalent among the protesters:</p>
<blockquote>
<div>
<p>Any politician who commits injustices, anyone not respecting popular demands, must go to their home or to prison. Their democracy can guarantee neither equality nor justice.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We should not be satisfied with being consumers or customers, we should be satisfied with being good and responsible citizens.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<p>We should look at this issue – of our robbed lives – globally. We should connect with anything similar happening across the world. It is not only the politicians who are to blame, it is all of us with our individualistic behaviour.</p>
<p>&nbsp;</p>
<div>
<p>We must continue with consistency the revolts of the Arabic world, to lift ourselves above homelands and nations.We must start formulating demands; for politics to change, for the government to go – let’s co-shape our own proposals.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The health system collapses; there are no more disposable materials; people in hospitals are in danger; they [politicians] are abandoning us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Democracy began from here, in Athens. Politics is not something bad. To improve it, let’s take it back into our own hands.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The problems are common and they are what unites us. We should not allow [political] banners, or whatever chooses to divide us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The Spanish people gave us the idea and the cue. We must co-ordinate with the rest of the debt-ridden South, we must mobilise. The Spanish people have shown us the way.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>They slander civil servants, teachers, lecturers, doctors. Justice is not the 500 euro [salaries]. They deprive us of dignity.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Greece is at the edge of the cliff and the money of the country is already abroad. They robbed us, and continue to do so.<sup><a id="fnt__2" name="fnt__2" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__2"></a>2</sup></p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</blockquote>
<p>And this is the resolution by one of the early open assemblies at Syntagma square:</p>
<blockquote>
<div>
<p>For a long time now, decisions have been made for us, without us.We are workers, unemployed, pensioners, youth who came to Syntagma to struggle for our lives and our futures.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We are here because we know that the solution to our problems can only come from us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We invite all Athenians, the workers, the unemployed and the youth to Syntagma, and the entire society to fill up the squares and to take life into their hands.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>There, in the squares, we shall co-shape all our demands.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We call all workers who will be striking in the coming period to end up and remain at Syntagma.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We will not leave the squares before those who led us here leave: Governments, the Troika, Banks, Memorandums and everyone who exploits us.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>We say that the debt is not ours.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>DIRECT DEMOCRACY NOW !</p>
<p>EQUALITY – JUSTICE – DIGNITY !</p>
<p>The only defeated struggle is the one that was never fought!<sup><a id="fnt__3" name="fnt__3" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__3"></a>3</sup></p>
</div>
</blockquote>
<p>For more than a month, a few thousand people had been gathering daily in Syntagma square. The square was occupied 24/7, but the bulk of the protesters would turn up in the evening, after work, which was when the assemblies took place as well. On weekends, the number of demonstrators multiplied, peaking at hundreds of thousands on June 5. It was a diverse, inter-class crowd of workers (to a large extent public sector workers), unemployed, students, pensioners, self-employed, shopkeepers, and other petit-bourgeois strata. The social composition of the crowd also had a spatial expression in Syntagma square: in the ‘upper part’ of the square, closer to Parliament House, it was much more petit-bourgeois – this is where one would see the majority of Greek flags and some (far) rightist groups – while in the ‘lower part’ the presence of young students, workers and unemployed was far more significant. Interestingly, the presence of high school kids, immigrants, and lumpen proletarians – who were involved in the most aggressive actions during the December 2008 riots – was not significant. However, the much broader composition and the more massive character of this movement indicate the deepening of a generalised social crisis in the time that has passed since late 2008. In addition, unlike December 2008, the daily presence of this motley crowd in the centre of Athens and other cities did not cause any major disruption to ‘business as usual’. It remained far from practically upsetting the distribution of commodities/circulation of capital, not to mention production. For some shops, especially food companies and cafes, ‘indignados’ were a blessing. It did not produce any questioning of social roles within the division of labour either: lawyers would participate in committees intended to question the legitimacy of the austerity programme, doctors would offer their services for free, the unemployed would clean the square, and the homeless would be satisfied at having found a temporary substitute for charity.</p>
<p>As is evident from some of the minutes cited above (and obviously from its very name), the ‘indignados’ movement in Greece was inspired by the Spanish ‘indignados’ and the revolts in North Africa, especially Egypt and the calls from Tahrir square for a democratic reform of the state. Unlike Spain, however, in Greece the movement was born on the eve of an anticipated conflict – over a new package of austerity measures – within an ongoing major social crisis epitomised by the ‘Memorandum of Understanding’, so it acquired a concrete ‘target’: that the Medium Term Economic Program not be put to vote (‘we do not owe – we shall not sell – we shall not pay’ was a very popular slogan on posters), although the general feeling was not that of negotiating with the government, but that ‘they must all leave now’, in a rejection not only of PASOK but of the whole political establishment. This is why there was a strong appeal of the images from Tunisia, Egypt, or Argentina and the humiliating departure of prime ministers. Similar to North Africa and Spain, Facebook and other ‘social media’ networks, as well as mobile phones, had a very significant role in the coming together of the crowd, especially for younger protesters, while from the outset the publicity for the events in the mainstream media became itself a ‘call to arms’ (the media suppressed their ‘enthusiasm’ only after the first general strike, on June 15).</p>
</div>
<h2>Real democracy and the rise of a new bureaucracy</h2>
<div>
<p>Echoing the Spanish ‘indignados’, the movement in Greece called for ‘real democracy now’, and various militants/ideologues who found themselves within the crowd would each fantasise/proclaim their own version of democracy. The call for ‘real democracy now’, both in Spain and in Greece, is the manifestation of the crisis of politics/representation, which itself is the result of the negotiation of the price of labour power having become a-systemic, and even more so in the setting of the current capitalist crisis. However, both these movements articulated a democratic critique of democracy, that is, a political critique of politics; they were born in an impasse.</p>
<p>From the beginning, it was about ‘taking our lives into our own hands’ since the ones who are supposed to make decisions for us do not represent us anymore, while the question of ‘what are we to do with our lives’ was repressed. The banning of party-political identities was intended to create a public space where everyone could join in, speak and decide together. And indeed various open assemblies, which formally are such spaces, were created, initially in the central squares and after a point in various neighbourhoods of Athens. The latter were in part the revitalisation of the local assemblies which had sprung up during the December 2008 riots, and in part a rather unsuccessful attempt to impose a central direction on local assemblies which were already active, as in the case of the Athenian district of Vyronas. But the political ‘overcoming’ of politics can only create a new bureaucracy.</p>
<p>The new bureaucracy of the assemblies – which hosted leftist MPs or ex-MPs, militants, high ranking unionists, local council members, left-nationalist journalists, ‘sensitive’ artists, and so on, who had just left their party/political banners and logos behind – was actually a coalition of the parliamentary left (syriza, but not the CP, which was not involved in the events) with extra-parliamentary leftist parties/groups (after a point, bitter, but still a coalition). The presence of many younger protesters – students, or ex-students and workers/unemployed (in Greece, passing through university does not mean that one is destined to join the middle strata, even less so over the last decade) – in the ‘lower part’ of Syntagma square and the assemblies in the various districts of Athens and outside the capital facilitated the domination of the assemblies by the leftists, since the latter traditionally have strong links with universities. Within the first week, this bureaucracy was already prevalent and propagated the existence and expansion of the assemblies – proclaiming them a ‘workshop in democracy’ – as an end in itself. From this point on it represented and tried to maintain the framework within which the internal dynamics and conflicts of the movement developed. For the bureaucracy, everything could be discussed as long as it did not radically question the line of those who controlled the assemblies, because this would call into question the assemblies themselves, and therefore democracy. And who wants to be against democracy?</p>
<p>The ‘real democratic’ discourse was the almost total absence of practical actions in the ‘indignados’ movement. Leaving aside the three days of general strike and the spontaneous attacks against politicians here and there that had been taking place for a while in Greece – manifesting a diffuse, accumulated rage on the part of the working class and proletarianised petit-bourgeois and middle strata – there were no important actions organised by the assemblies, neither the central nor the local ones, or even more informal groupings of protesters (with the exception of some interventions in unemployment offices organised by the Group of Workers and Unemployed). Even the sabotaging of ticket machines twice in Syntagma underground station was organised by the so-called ‘I don’t pay’ movement which pre-existed the gatherings in the squares. The bureaucracy of the assemblies, for its part, did its best to block any such actions. The various ‘thematic groups’ which were created during the first days of the movement, to the extent that they did not wind up merely as practical executers of the assembly’s decisions (photocopying and handing-out leaflets etc) vanished in non-practice. It is true that swearing at politicians and cops outside Parliament, spending time with so many other people, eating, drinking, dancing, chatting, and sleeping together is a nice feeling, and a break with the normality of everyday life. However, this movement lacked the practical actions and the imagination that the December 2008 riots or even the 2006–7 student movement produced.</p>
<p>A major emphasis of the democratism of the movement and its bureaucracy was the condemnation of proletarian violence, and in this sense it once again echoed the Spanish movement. This democratism identifies violence with an increasingly authoritarian state, against which it counterposes a ‘true democracy’ that will be able to resolve conflicts in a peaceful, civilised manner. It sees proletarians as treated unfairly, not as exploited. It sees citizens instead of classes. Contradictorily, these same citizens attack politicians whenever they happen to encounter them. However, as will become evident below, there was a shift in this internal dynamic of the movement after the confrontations with the police on June 15, a shift that led to the major clashes on June 28 and 29. This shift affirmed the class character of the present conflict and the proletarian component of the movement, and this was most clearly manifested at the moment of its virtual death.</p>
</div>
<h2>No flags but the Greek flag</h2>
<div>
<p>The banning of all political flags and banners from gatherings in the squares left only one banner unchallenged: the Greek national flag, the banner of a class compromise. Democracy is always a national democracy, in the last instance.</p>
<p>Greek flags were mostly seen in the ‘upper part’ of Syntagma square, where (far) rightist groupings were also present. But it was precisely their presence that testified to the nationalism which permeated the nature of the ‘indignados’ movement. Nationalism was the ground on which the left and the right wings (territorialised in the ‘lower’ and ‘upper’ parts of Syntagma square) rubbed shoulders. (Far) right nationalism proper found its other half in the Stalinist, anti-imperialist nationalism of the Left and far Left. As a leftist academic (Panagiotis Sotiris) put it:</p>
<blockquote>
<div>Even the mass use of Greek flags in the rallies, a practice that some segments of the Left misread as ‘nationalism’, is an expression of the need for popular sovereignty, social cohesion and collective social dignity.</div>
</blockquote>
<p>Even protesters coming from the anarchist/anti-authoritarian milieu could not but tolerate this diffuse nationalism, at least before June 15:</p>
<blockquote>
<div>In my opinion they are not nazis in the classic sense, they are just old-fashioned far-rightists with a nerve that does not correspond to their small number. As such, any targeting against them, which one speaker suggested, was rightly considered pointless. It would be tragic if our side began a tactic of bullying and exclusion. These people were simply unable to shape events, they are simply non existent, and they will either be unavoidably incorporated into the body of the real procedures of the movement (assemblies, etc.) or they will leave on their own.</div>
</blockquote>
<p>In the first days of the events, there were some attacks against immigrants and some incidents of bullying by fascists/(far) rightists. However, there were anti-nationalist, anti-racist tendencies as well, multiplied after June 15, which prevented further such incidents and welcomed the few immigrants that found themselves in the events. This contradictory co-existence gave way to physically violent confrontations in late June, especially during the two-day general strike.</p>
<p>An effort to interpret the nationalisation of the movement in Greece must take into account: a) the social structure (overgrown petit-bourgeoisie) and the history of class struggle in Greece (national liberation movement during the German occupation in wwii, civil war, recent seven-year dictatorship, identified by the Left as American-imposed), which has given birth to and maintained very significant anti-imperialist reflexes in Greek society; b) the fact that the austerity measures are perceived as imposed by foreign powers/interests, in a view that mistakes the rule of largely financial, and by nature international, capital for a rule of foreign, more powerful nations and their interests on ‘our’ sovereign nation and its people. This gives rise to fantasies that the Greek state’s break with the eurozone can permit a self-sustained development which will comply with the interests and needs of Greek people; c) the position of the Greek state in the global hierarchy of capitalist national formations (we saw the presence of national flags both in Egypt and Greece – although in Greece they were not as prevalent as in Egypt – but not in Spain), which is related to the above; d) the migration crisis in Greece which occurs in a context where an already over-abundant surplus population is increasing further, which is just one part of a European and ultimately global migration crisis:</p>
<blockquote>
<div>At the same time, there is an uncontainable migration crisis. Tens of thousands of Afghans, Iraqis, Pakistanis, Bengalis, Somalis and North Africans are packed into crumbling buildings owned by slumlords, mostly Greek, who double as traffickers. Around Omonia Square, migrants search in rubbish for bottles, cables, clothing, anything to sell. The charity Médecins du Monde has declared a humanitarian emergency; in the lobby of its small clinic young men wait for hours […]. Like the debt, the migration crisis has a European dimension. Greece is a main entry point for people trying to reach the EU from the Middle East, South Asia and Africa; 150,000 entered the country without papers in 2010 alone. Most of them cross the Turkish border, where the government plans to build a seven-mile wall; hundreds are detained there in conditions unfit for animals. Few want to stay in Greece, but under pressure from the EU the government has tightened controls over the exit points, turning the country into a giant lobster trap to keep migrants from reaching London, Paris or Berlin. According to the 2008 Dublin ii Regulation, refugees have to apply for asylum in the first EU country they reach; Greece has 54,000 pending asylum applications and an approval rate of 0.3 percent.<sup><a id="fnt__4" name="fnt__4" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__4"></a>4</sup></div>
</blockquote>
<p>It must be stressed that this migration crisis is territorialised in the city centre of Athens, where whole neighbourhoods have been transformed into ghettos/no-go areas, dominated by unemployment, petty crime, drugs and prostitution. This in turn has led to a proliferation of far-right/fascist groups in the area, many of which organise daily attacks against immigrants, in many cases together with the police, and they echo the concerns of the Greek petit-bourgeoisie of central Athens who see themselves vanishing in the ongoing recession and the depreciation of their neighbourhoods due to a growing lumpen population and associated crime.</p>
<blockquote>
<div>With mass irregular migration and immiseration comes crime, both petty and organised, run by Greeks as well as foreigners. Athens was once seen as Europe’s safest capital; last year there were 145 armed robberies in a single week. The city has become a mecca for illegal weapons: you can get a ‘used’ Beretta for around 800 euros or a .357 Magnum for a mere 500. Racist violence is on the rise, as are revenge killings and turf wars. Five dismembered brown-skinned bodies have been found since Christmas at one municipal dump. Even at midday, formerly prosperous streets are lined with women in hot pants and high heels, most of them African; their pimps stay in the shadows. Heroin is cheaper here than anywhere else in Europe. As the authorities abdicate from policing parts of the city, the task of ‘keeping order’ is assumed by vigilantes affiliated with the neofascist party Chrysi Avgi, or Golden Dawn, which last year won its first seat on the City Council. Chrysi Avgi patrols large areas of Athens, with the explicit or tacit support of many Greek residents and often of the police, staging pogroms against migrants and pitched battles with bands of anarchists who oppose them; on May 19 more than 200 people rampaged through the center, smashing shop windows and kicking or beating every dark-skinned man they saw while the police stood by. A young sympathiser described the group’s activities to me, proudly lifting his shirt to show a scar on his back inflicted, he said, by an Afghan with a knife. ‘We go into the basements where they have illegal mosques to check their papers, clear them out. They could be Al Qaeda; they could be anything. It’s not chance that they’re Muslims; they’re coming on purpose to undermine the country. There’s a plan, a secret funding mechanism, and there’s no state to protect us. The police are on the side of the migrants. We had to liberate Attica Square with our fists. The migrants were washing their clothes, their children, in the fountain; they were sleeping and praying in the square. It offends me to see them praying in the square.’ This spring a 21-year-old Bengali was stabbed to death in ‘revenge’ for the murder of a Greek expectant father knifed on the street for his camera. Two Afghans have been charged with the killing of the Greek; no one has been arrested for the Bengali’s murder.<sup><a id="fnt__5" name="fnt__5" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fn__5"></a>5</sup></div>
</blockquote>
</div>
<h2>The general strikes</h2>
<div>
<p>The three days of general strike placed the ‘indignados’ movement on the level of a central conflict between the working class and the state, and put its role as an inconvenient but tolerable citizen protest into question. On the one hand, the square occupations (especially Syntagma) territorialised this conflict, provided it with an actual space to defend, but on the other hand this prohibited the diffusion of the clashes throughout central Athens.</p>
<p>On June 15, the demonstration in Athens was huge (probably more than 200,000 people). There was a presence of the more petit-bourgeois ‘upper part’ of Syntagma square and with it of right-wing nationalist tendencies. The clashes with the police lasted for some hours and they were supported by a high proportion of the protesters, a part of whom were practically involved. The number of demonstrators was so big that the police had some difficulties controlling the situation, although very few people were properly armed to fight. Many participants described an impressive feeling of solidarity and determination among the demonstrators. The dominant slogans until then, like ‘thieves’ or ‘all politicians to go’, gave way to more anti-police and anti-state ones. June 15 was the first time a break with the pacifist, non-violent discourse of the ‘indignados’ movement emerged. The heavy repression by the state disillusioned many ‘indignados’; from then on, the pacifist calls by the leftist bureaucracy started to sound more and more grotesque, although the discourse about ‘hooded agent provocateurs’ by the Left and the media lasted to the end. In addition, the proposal by PASOK for a coalition government which would encompass all the big parliamentary parties, and the reformation of the board of ministers made clear that they lacked the luxury to negotiate any of the new austerity measures.</p>
<p>On June 28, the first day of the 48 hour general strike and the day that the voting process for the Medium Term Economic Program started in the Parliament, the demonstrators were far fewer (20–30,000) and displayed a much narrower social composition, with mainly the most militant proletarian parts participating. Already in the preceding days, the gatherings in Syntagma square were much smaller and less lively than before and everybody felt the 48 hour general strike would be the most violent final act of the movement. It is indicative of the shift in the dynamics of the movement that the clashes on June 28 started after a 1,000 strong bloc attacked a group of 20–30 fascists who were beaten heavily and only saved by the police. On June 29, the demonstrators were 40–50,000. Initially, there were some unsuccessful attempts by protesters to block the entrance of mps to the Parliament. Later, after the blocs of the demonstrators were attacked by the police, various small groups of them found themselves involved in clashes in different parts of the area around the Parliament and the University of Athens. In both days, a lot of people took part in clashes, not just anarchists, and even more were willing to support them with their presence. The tactics of the police this time were evidently to clear the square and put an end to the occupation, which resulted in large quantities of teargas and protesters sent to hospital.</p>
<p>An interesting thing to note is that in all three days of general strike there were few attacks against property; the target was mainly the police. There were some incidents where protesters trying to attack luxury hotels and banks were booed. Also interesting is the fact that there were very few Molotov cocktails used, since many in the anarchist/anti-authoritarian milieu did not want a repetition of what had happened on 5 May 2010, when three people died after a bank was set alight during a big demonstration in central Athens. Apart from the three days of general strike, there were seven-day intermittent strikes in the state power company and the port of Piraeus, none of which was connected to the ‘indignados’ movement, however. The field of production seemed very distant.</p>
<p>The day after June 29 many small demonstrations and some occupations against the heavy repression took place in various cities, while Syntagma square had already been re-occupied the previous night. However, there was a dominant feeling of defeat and disappointment as the ‘Memorandum’ was voted, and it seemed little could be done about it. But at the same time there was a lot of anger against the police and politicians, diffused through much of Greek society.</p>
</div>
<h2>The contradictory dynamics of the movement</h2>
<div>
<p>Above were described the prevalent trends of the movement, the essential characteristics of its nature, which provided the context within which all its <em>internal</em> contradictions developed over time. One must maintain an understanding of the <em>temporal</em> character of the dynamics of the movement and its contradictions. It is important to stress again that the first general strike on June 15 was a turning point that accelerated the unfolding of the contradictions, intensifying them, while the number of protesters in the squares was decreasing.</p>
<p>Even from the beginning, the gap between the ‘upper’ and ‘lower’ parts of Syntagma square was evident. As said above, the ‘upper part’ was composed to a significant extent by a petit-bourgeois element that sees itself in danger of vanishing (which means thrown into the proletarian class) by aggressive tax hikes, rising inflation, and policies like the opening up of protected professions within the context of an ongoing recession which squeezes the market and business opportunities. In the ‘lower part’ there was a significant presence of students, workers and unemployed who actually face budget cuts and the privatisation/commercialisation of public assets as a further squeeze on their income (direct or indirect) and a scrapping of job opportunities in the public sector. Practically, these ‘lower part’ protesters were involved in the assemblies, while most of the ‘upper part’ ones would leave around 9pm, when the assembly was about to start.</p>
<p>The conflictual class interests among the protesters were smoothed by the fact that the ‘Memorandum’ means a direct deterioration in living conditions for everyone. Hence, for a while, all coexisted under the umbrella of democratism/nationalism. At the level of political identities, this umbrella produced the weird picture of anarchists and far-rightists jointly throwing stones at the police on June 15.</p>
<p>However, the incursion of proletarian violence on June 15, and the subsequent police repression, brought the class character of the conflict to the forefront. This led to a gradual shrinking in the size of the movement and of its petit-bourgeois elements. The prevailing mood towards violence gradually changed, and this was manifested in the multiplication of voices raised against the pacifist calls of the leftist bureaucracy after June 15, and in the extended clashes during the 48 hour general strike. Within the ‘lower part’ in Syntagma, groupings such as the Group of Workers and Unemployed and other tendencies would now increasingly challenge the domination of the new bureaucrats. The tolerance of (far) rightists and fascists gave way to verbal and physical attacks, a 200 strong demo on June 27 shouting antifascist slogans, and the beating up of fascist groups in the June 28 demonstration. After June 29, the general feeling was that everyone had to take sides: ‘with us or with the police?’ Even the union confederation representing public sector workers called for a demo ‘against the repression of the workers’ movement’ on June 30.</p>
</div>
<h2>What was it all about?</h2>
<div>
<p>The ‘indignados’ movement in Greece was a massive, populous, inter-class movement, and – although the temporal unfolding of its internal contradictory dynamics must not be forgotten – this defined its very nature, unlike the December 2008 riots which were a minoritarian movement incorporating high school kids, young precarious workers and immigrants – namely, those who have no future <em>par excellence</em> – in the frontline. The large numbers of protesters reflect a deep social crisis that affects wide strata of the population, proletarian and otherwise. The massive, inter-class character of the movement resulted in the contradictory and conflictual diversity of the crowd.</p>
<p>The democratic discourse of the movement was an inter-class response to a major political crisis, against a state which is becoming authoritarian. This democratic discourse is very much associated with the penetration of the middle strata (mostly the young generation, the would-be middle strata) and the petit-bourgeois into the class struggle, but it can only be transitory because of the severity of the crisis. This was also the case, shaped obviously by different particularities, both in Spain and the Arab world. This democratic discourse <em>is not</em>, however, the radical democratism of the ‘90s and early 2000s, the radical democratism of the antiglobalisation movement. The difference is that no visions of an alternative society, of a capitalism with a human face, exist anymore. This makes of this democratic discourse <em>a mere form</em> which is missing the content of an alternative way of living and reproducing oneself. This is manifested in the absence of any questioning of the established social roles, in the absence of wage demands, in the all too easy abstract condemnation of financial capital, in the fact that the ‘lifestyle of the squares’ cannot be appealing outside them. Radical democratism is well and truly dead.</p>
<p>The ‘indignados’ movement was the struggle of proletarians and rapidly proletarianised middle and petit-bourgeois strata whose reproduction is blocked, who are becoming poor, a struggle waged at the level of politics – that is – outside production. Faced with the generalisation of the absence of future in the progress of the current crisis and the intensification of the dynamics of the restructuring, protesters cannot practically imagine any way out, any concrete way in which their lives could be different, so they put forward a mere form, real democracy, which however much it can represent all their aspirations for a better life, remains an empty form. In this respect, this movement might appear as the flip side of the coin of the December 2008 riots.</p>
<p>The voting of a new bailout and new austerity measures provided the movement with a specific target, a demand, something to struggle for. This target was concretised in the relation between the ‘indignados’ and the general strikes, with the latter placing the movement at the level of a <em>social</em> conflict between the working class and the state. This caused a shift in the internal dynamics of the movement and at the same time posed an end date for it, defining what the protesters could expect as a victory or a defeat. Finally, the movement was defeated. And although some gatherings and small scale actions continue, with mostly the militants involved now, it seems that everyone is waiting for the summer holidays to confirm its end.</p>
<p>What was made evident by the conflict over the new austerity measures is that the bourgeoisie has no space for manoeuvres and no will for negotiations. As the deputy Prime Minister Theodore Pangalos put it on June 27, ‘without [the austerity package] the country will be broke by mid-July and if that happens, we are likely to see tanks on the streets of Athens to protect the banks’. What is left for the management of the population is the police, as was clearly demonstrated on June 29, or even the army. What was also made evident by the ‘indignados’ movement is that the turn of the republic towards an authoritarian formalisation of the repressive management of the population will tend to have a ‘national socialist’ <em>tone</em>. However, it is highly doubtful that we will see a ‘national socialist’ Greek state capitalism, as the present mode of accumulation in its crisis provides no basis for it, since the nationalist material integration of a part of the working class is out of the question, while at the same time there is no such thing as an autonomous Greek capital anymore. Any forecasts are very risky at the moment. We suppose everything will be determined by the development of the global crisis (predicted currency crises) and the coming unfolding of the class struggle. The next target of the government is a new higher education act which aims to radically ‘modernise’ the university system in the country, while a discussion on the inadequacy of the recently voted austerity package and the practical possibility of default or the restructuring of the debt is already taking place in the daily press.</p>
<p style="text-align: right;"><em>Rocamadur, July 2011</em></p>
<p style="text-align: left;">_______________________________________________________</p>
<div>
<div><a id="fn__1" name="fn__1" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__1"></a>1. Patrick O’Connor, <em>World Socialist Website</em>, 31 May 2011.</div>
<div><a id="fn__2" name="fn__2" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__2"></a>2. Minutes from the Open Assembly of Syntagma Square, 25 May 2011. <a title="http://www.occupiedlondon.org" href="http://www.occupiedlondon.org/">http://www.occupiedlondon.org</a>.</div>
<div><a id="fn__3" name="fn__3" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__3"></a>3. Resolution by the Popular Assembly of Syntagma square, 28 May 2011.</div>
<div><a id="fn__4" name="fn__4" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__4"></a>4. Maria Margaronis, ‘Greece in debt, eurozone in crisis’, <em>The Nation</em>, 28 June 2011.</div>
<div><a id="fn__5" name="fn__5" href="http://sic.communisation.net/en/the-indignados-movement-in-greece#fnt__5"></a>5. Maria Margaronis, ‘Greece in debt, eurozone in crisis’.</div>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/the-%e2%80%98indignados%e2%80%99-movement-in-greece/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η τωρινή στιγμή</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 16 Nov 2011 12:38:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταφράσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=645</guid>
		<description><![CDATA[Στην πορεία του επαναστατικού αγώνα, η κατάργηση του κράτους, της ανταλλαγής, του καταμερισμού εργασίας και κάθε μορφής ιδιοκτησίας, η επέκταση της χαριστικότητας σαν ενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας, με άλλα λόγια η κατάργηση των τάξεων, είναι «μέτρα» που καταργούν το κεφάλαιο και που επιβάλλονται από τις ίδιες τις ανάγκες της πάλης εναντίον της καπιταλιστικής τάξης. Η [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Στην πορεία του επαναστατικού αγώνα, η κατάργηση του κράτους, της ανταλλαγής, του καταμερισμού εργασίας και κάθε μορφής ιδιοκτησίας, η επέκταση της χαριστικότητας σαν ενοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας, με άλλα λόγια η κατάργηση των τάξεων, είναι «μέτρα» που καταργούν το κεφάλαιο και που επιβάλλονται από τις ίδιες τις ανάγκες της πάλης εναντίον της καπιταλιστικής τάξης. Η επανάσταση είναι κομμουνιστικοποίηση· τον κομμουνισμό δεν τον έχει σαν σκοπό και αποτέλεσμα, αλλά σαν περιεχόμενο.</p>
<p>Η κομμουνιστικοποίηση και ο κομμουνισμός είναι πράγματα του μέλλοντος, αλλά <em>πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά στο παρόν<em>. </em></em>Η κομμουνιστικοποίηση προαναγγέλλεται στους τωρινούς αγώνες όποτε το προλεταριάτο προσκρούει στην ίδια του την ύπαρξη ως τάξης, μέσα στην ταξική του δράση κατά του κεφαλαίου εντός της σχέσης εκμετάλλευσης, μέσα στην ίδια την πορεία αυτών των αγώνων· όποτε η ίδια η ύπαρξη του προλεταριάτου παράγεται σαν κάτι ξένο στο οποίο το προλεταριάτο προσκρούει στο πλαίσιο της πάλης του ως τάξης, σαν αντικειμενικός καταναγκασμός εξωτερικευμένος στην ίδια την ύπαρξη του κεφαλαίου. <em>Το πρόβλημα είναι πια η ταξική πάλη στο εσωτερικό της</em>. Εκείνο που οι αγώνες προαναγγέλλουν μέσα στον σημερινό κύκλο αγώνων, όποτε το ίδιο το γεγονός της δράσης του προλεταριάτου ως τάξης εμφανίζεται σαν εξωτερικός καταναγκασμός, σαν όριο που χρειάζεται να ξεπεραστεί, είναι το περιεχόμενο της μελλοντικής επανάστασης.</p>
<p>Τα βασικά στοιχεία μιας θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης τοποθετούνται στο παρόν, ειδάλλως το να μιλάμε για κομμουνιστικοποίηση είναι μια ανούσια δραστηριότητα πολιτικής φαντασίας. Το να αντιλαμβανόμαστε την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση έγκειται στην τωρινή κατανόηση του γεγονότος ότι το να αγωνιζόμαστε σαν τάξη αποτελεί το όριο της ταξικής πάλης. Αυτό είναι το κρίσιμο βήμα. Το να κάνουμε το βήμα αυτό είναι ο μοναδικός τρόπος να μιλήσουμε σήμερα για την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση με τρόπο που να συνδέεται με τους τωρινούς αγώνες.</p>
<h2>Νέα κεντρικότητα της μισθολογικής διεκδίκησης: η διεκδίκηση για τον μισθό είναι αθέμιτη</h2>
<p>Με την κρίση του «φορντιστικού καθεστώτος συσσώρευσης» και το ξεπέρασμά του μέσα στην αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στις δεκαετίες του 1970 και ’80, η μισθολογική διεκδίκηση γίνεται βαθμιαία, μέσα στη σχέση προλεταριάτου και κεφαλαίου, <em>αθέμιτη</em> και ακόμα «εκτός συστήματος»<sup>1</sup>. Το «μοίρασμα του πλούτου», εκτός από θεμελιωδώς συγκρουσιακό ζήτημα μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, έγινε και <em>ταμπού</em>.</p>
<p>Η επίθεση στον μισθό δεν αποτελεί ένα αναλλοίωτο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού το οποίο διαρκώς επιδεινώνεται: ενώ το κεφάλαιο είναι αξία εν κινήσει, και άρα η εκμετάλλευση της εργασίας είναι ο ίδιος ο ορισμός του, η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία μέσα στη συνολική διαδικασία αναπαραγωγής είναι πάντοτε ιστορικά συγκεκριμένη. Στην προηγούμενη φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η εκμετάλλευση αυτή παρήγε τους όρους πραγματοποίησής της <em>που ήταν τότε οι βέλτιστοι από την ίδια τη σκοπιά της αξιοποίησης του κεφαλαίου</em>. Αυτό περιλάμβανε όλα όσα έκαναν την αναπαραγωγή του προλεταριάτου προσδιοριστικό στοιχείο της αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου: δημόσιος χαρακτήρας παρεχόμενων υπηρεσιών, περιχαράκωση της συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο, έρπων πληθωρισμός που «σβήνει» την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, «μοίρασμα των οφελών από την αύξηση της παραγωγικότητας». Απ’ όλα αυτά προέκυπτε μια συγκρότηση και θεμιτότητα, μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, του προλεταριάτου ως εθνικού συνομιλητή σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, και μάλιστα από τη σκοπιά του ίδιου του κεφαλαίου. Από τη σοσιαλδημοκρατία έως το συμβουλιακό ρεύμα, εκείνο που διαμορφωνόταν ήταν η <em>εργατική ταυτότητα</em>.</p>
<p>Στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό (του οποίου τώρα γνωρίζουμε την κρίση), η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπέστη μια <em>διπλή αποσύνδεση</em>. Αφενός, αποσύνδεση ανάμεσα στην αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Αφετέρου, αποσύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση και τον μισθό σαν εισόδημα.</p>
<p>Όσον αφορά την πρώτη αποσύνδεση: εμφανίζεται αρχικά σαν γεωγραφικός χωρισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε ζώνες – καπιταλιστικά υπερκέντρα τα οποία συγκεντρώνουν τις λειτουργίες που καταλαμβάνουν την ανώτερη βαθμίδα στην ιεραρχία της οργάνωσης των επιχειρήσεων (χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, υψηλή τεχνολογία, κέντρα ερευνών κτλ.)· δευτερεύουσες ζώνες με δραστηριότητες που απαιτούν ενδιάμεσες τεχνολογίες, ζώνες οι οποίες συγκεντρώνουν την υλικοτεχνική υποστήριξη και την εμπορική διοχέτευση και έχουν ασαφή όρια από τις περιφέρειες που επιτελούν τις δραστηριότητες συναρμολόγησης, συχνά μέσω ανάθεσης σε υποκατασκευαστές· τέλος, ζώνες κρίσεων και «κοινωνικές χωματερές», όπου ανθεί μια ολόκληρη παραοικονομία βασισμένη σε προϊόντα νόμιμα ή μη. Ενώ η αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι ενοποιημένη διαμέσου του χωρισμού σε ζώνες, δεν συμβαίνει το ίδιο με την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Καθεμιά από τις ζώνες αυτές έχει ιδιαίτερες διευθετήσεις αναπαραγωγής. Στον πρώτο κόσμο: μικρά στρώματα υψηλόμισθων, με ιδιωτικοποίηση των κοινωνικοασφαλιστικών κινδύνων, συνδεδεμένα με φράξιες της εργασιακής δύναμης όπου διατηρούνται ορισμένες πτυχές του «φορντισμού» και με άλλες, ολοένα πολυπληθέστερες, που υπόκεινται σε έναν «νέο συμβιβασμό» με περιεχόμενο τη <em>συνολική αγορά της εργασιακής δύναμης</em><sup>2</sup>. Στον δεύτερο κόσμο: ρύθμιση μέσω χαμηλών μισθών που επιβάλλονται από την ισχυρή πίεση των εσωτερικών μεταναστεύσεων και τη μεγάλη επισφάλεια της απασχόλησης, λίγο-πολύ σταθερές νησίδες διεθνούς υπεργολαβικής ανάθεσης, ελάχιστη ή καμία εγγύηση για τους κοινωνικοασφαλιστικούς κινδύνους, μεταναστεύσεις εργασίας. Στον τρίτο κόσμο: ανθρωπιστικές βοήθειες, διάφορα λαθρεμπόρια, αγροτική επιβίωση, ρύθμιση μέσα από κάθε είδους μαφίες και λίγο-πολύ μικροσκοπικούς πολέμους αλλά και με αναβίωση των τοπικών και εθνοτικών μορφών αλληλεγγύης. Αυτός ο χωρισμός σε ζώνες δεν μπορεί παρά να έχει μορφή φράκταλ: κάθε βαθμίδα της κλίμακας, από τον κόσμο μέχρι τη συνοικία, αναπαράγει αυτή την τριχοτόμηση. Υπάρχει πλήρης αποσύνδεση ανάμεσα στην παγκόσμια αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης που ανταποκρίνεται στην αξιοποίηση αυτή. Ανάμεσα στα δύο, η αμοιβαία σχέση αυστηρής ισοδυναμίας ανάμεσα στη μαζική παραγωγή και τις διευθετήσεις αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, ισοδυναμία που όριζε τον φορντισμό, εξαφανίστηκε<sup>3</sup>.</p>
<p>Ο χωρισμός σε ζώνες είναι ένας λειτουργικός προσδιορισμός του κεφαλαίου: το ζητούμενο είναι να διατηρηθούν, παρά τη ρήξη μεταξύ των δύο, επεκτεινόμενες διεθνείς αγορές και μια πλανητική επέκταση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, κι αυτό <em>πέρα από κάθε αναγκαία σχέση σε έναν προκαθορισμένο κοινό χώρο αναπαραγωγής</em>.</p>
<p>Η ρήξη μιας αναγκαίας σχέσης ανάμεσα στην αξιοποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης διαρρηγνύει τους χώρους συνεκτικής αναπαραγωγής με την περιφερειακή ή και εθνική τους οριοθέτηση. Η αποσύνδεση παράγει τη διασταύρωση και την επ’ άπειρον επανάληψή της. Οι περιοχές που ορίζονται σαν «ενδιάμεσες» είναι οι πιο ενδιαφέρουσες, επειδή ακριβώς είναι εκείνες με τον εντονότερο συγχρωτισμό. Το ζητούμενο είναι <em>να διαχωριστούν, αφενός, η αναπαραγωγή και κυκλοφορία του κεφαλαίου και, αφετέρου, η αναπαραγωγή και κυκλοφορία της εργασιακής δύναμης</em>.</p>
<p>Όσον αφορά τη δεύτερη αποσύνδεση: η διαρκής αύξηση των χρεών, που ευνοείται από μια πολιτική χαμηλών επιτοκίων, επιτρέπει να αυξάνονται οι δαπάνες των «νοικοκυριών» ταχύτερα από τα εισοδήματά τους. Ο ανταγωνισμός, που μειώνει τις τιμές μόνο υπό τον όρο ότι θα μειώνει τους μισθούς τους, συνοδεύεται από τη δουλεία του χρέους, το οποίο έχει γίνει εξίσου απαραίτητο με το εισόδημα για την επιβίωση<sup>4</sup>.</p>
<p>«Η αύξηση του πλούτου των νοικοκυριών, η οποία συνοδεύεται από εντεινόμενη κοινωνική ανισότητα, είναι ο ρυθμιστής, επειδή στηρίζει τη ζήτηση η οποία επικυρώνει τη χρηματοοικονομική απόδοση του κεφαλαίου. Αλλά η αύξηση αυτού του πλούτου δεν είναι δυνατή χωρίς την πιστωτική επέκταση που αυξάνει τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Γι’ αυτό οι πιστωτικές καταχρήσεις αντανακλώνται στις διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι εντάσεις που ενυπάρχουν σε αυτή τη ρύθμιση εκδηλώνονται με χρηματοπιστωτικές κρίσεις, όχι με πληθωριστικές εξάρσεις. Η αναιμική αύξηση της μεγάλης πλειοψηφίας των μισθολογικών εισοδημάτων αφενός, και οι αντιπληθωριστικές πιέσεις στις τιμές από τον ανταγωνισμό των αναδυόμενων χωρών αφετέρου, καθηλώνουν τη διάδοση των τοπικά οριοθετημένων πληθωριστικών πιέσεων. […] Η βιωσιμότητα της χρέωσης γίνεται επίκεντρο αυτού του τρόπου ρύθμισης, του οποίου η λογική συνίσταται στη μετατόπιση του μακροοικονομικού κινδύνου προς τα νοικοκυριά. […] Όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα προσαρμόστηκε [σωστότερα: είχε προσαρμοστεί – σ.σ.] στη λειτουργία μιας οικονομίας στην οποία το χρέος των νοικοκυριών αποτελεί την κυριότερη πηγή της ζήτησης» (Aglietta και Berrebi, <em>Désordres dans le capitalisme mondial</em>, εκδ. Odile Jacob, σελ. 56-57-60-62).</p>
<p>Ένα τέτοιο σύστημα σχέσεων μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης θεμελιώνεται σε τεράστιες μισθολογικές διαφοροποιήσεις και τις ενισχύει, αλλά δεν ξεχνάει και τους φτωχούς, όπως μας δείχνει η κρίση των <em>subprimes</em> (ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης) και η αύξηση της υπερχρέωσης σε όλες τις χώρες. Μέσα στη διαδοχή των χρηματοπιστωτικών κρίσεων οι οποίες, εδώ και μια εικοσαετία περίπου, ρυθμίζουν τον τωρινό τρόπο αξιοποίησης του κεφαλαίου, η κρίση των <em>subprimes</em> είναι η πρώτη που είχε την αφετηρία της, όχι σε χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία αναφερόμενα σε επενδύσεις σε κεφάλαιο, αλλά στην κατανάλωση των νοικοκυριών και, πιο συγκεκριμένα, των φτωχότερων νοικοκυριών. Με αυτή την έννοια, πρόκειται για ιδιαίτερη κρίση της «μισθωτής» σχέσης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, στον οποίο καθοριστικό στοιχείο ήταν (και παραμένει) η συνεχής μείωση του μεριδίου των μισθών στον παραγόμενο πλούτο, τόσο στις κεντρικές όσο και στις αναδυόμενες χώρες. Μεταξύ άλλων, αυτό διαφοροποιεί την κρίση αυτή από την κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1960, όταν είχε προηγηθεί αύξηση του μεριδίου των μισθών<sup> 5</sup>. Κάθε έξοδος από κρίση προϋποθέτει μαζική απαξίωση κεφαλαίου και άνοδο του ποσοστού εκμετάλλευσης, και το τελευταίο μεταφράζεται μεταξύ άλλων σε συμπίεση του μισθού. Στην παρούσα κρίση, αυτή η συμπίεση του μισθού ήδη εμπεριεχόταν διαρθρωτικά στη φάση που προηγήθηκε, και αυτός είναι ο λόγος που, για να προσδιορίσουμε ειδικά την κρίση αυτή, θα μιλήσουμε για κρίση της μισθωτής σχέσης.</p>
<p>Ο μισθός δεν είναι πια στοιχείο της συνολικής ρύθμισης του καπιταλισμού: υπάρχει αποσύνδεση ανάμεσα στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και την αξιοποίηση του κεφαλαίου· υπάρχει αποσύνδεση ανάμεσα στο εισόδημα και την κατανάλωση, μέσω της μαζικής χρηματοπιστωτικής κινητοποίησης των μισθολογικών εισοδημάτων (τα χρέη και τα συνταξιοδοτικά ταμεία υποκαθιστούν τον άμεσο και έμμεσο μισθό και συντείνουν στον αποκλεισμό του από τον τρόπο ρύθμισης)· η κατάτμηση της εργασιακής δύναμης γίνεται λειτουργικό χαρακτηριστικό αυτού του μισθολογικού καθεστώτος. Η επισφάλεια δεν είναι μόνο το μέρος εκείνο της απασχόλησης που μπορεί να χαρακτηριστεί επισφαλές με τη στενή έννοια. Έχοντας τώρα ενσωματωθεί σε όλους τους κλάδους δραστηριότητας, αποτελεί βέβαια «απειλή» για όλες τις λεγόμενες «σταθερές» θέσεις εργασίας. Οι σταθερές θέσεις εργασίας αποκτούν τα χαρακτηριστικά της επισφάλειας, όπως ιδίως την ελαστικότητα, την κινητικότητα, τη διαρκή διαθεσιμότητα, την εξωτερική ανάθεση εργασιών που καθιστά επισφαλή ακόμα και τη «σταθερή» απασχόληση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και τη λειτουργία βάσει επιμέρους στόχων στις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο κατάλογος των συμπτωμάτων που παρουσιάζει η διάδοση της επισφάλειας στις <em>τυπικά</em> σταθερές θέσεις εργασίας είναι μεγάλος.</p>
<p>Υπάρχει σήμερα στη μισθολογική διεκδίκηση μια δυναμική την οποία αυτή δεν μπορούσε να έχει πριν. Δυναμική <em>εσωτερική</em>, η οποία της δίνεται από το <em>σύνολο</em> της σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όπως προέκυψε από την αναδιάρθρωση και όπως τώρα μπαίνει σε κρίση. Η σημασία της μισθολογικής διεκδίκησης έχει αλλάξει. Στο αποκορύφωμα του προηγούμενου κύκλου αγώνων, οι οπεραϊστές έβλεπαν στη μισθολογική διεκδίκηση την εργατική αυτοκατάφαση, ενώ την άρνηση της εργασίας την αντιλαμβάνονταν σαν θρίαμβο της «κοινωνικής εργασίας». Το περιεχόμενο αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο από αντιστροφή, ενάντια στο κεφάλαιο, της σπουδαιότητας της εργασίας της εργατικής τάξης, όπως η τάξη αυτή οριζόταν και επιβεβαιωνόταν στην πρώτη αυτή φάση της πραγματικής υπαγωγής (βλ. πιο κάτω μια σημείωση σχετικά με την τυπική και την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο). Δεν επρόκειτο μόνο για πλήρη απασχόληση· η θέση που το κεφάλαιο είχε ορίσει για την εργασία μέσα στην ίδια του την αναπαραγωγή όριζε την ικανότητα του προλεταριάτου να κάνει τη θέση αυτή όπλο κατά του κεφαλαίου.</p>
<p>Βέβαια, η κατανομή της εργάσιμης ημέρας μεταξύ αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας πάντοτε ορίζει την πάλη των τάξεων. Τώρα όμως, στο πλαίσιο του αγώνα γύρω από αυτή την κατανομή, συμβαίνει το παράδοξο ότι, μέσα σε εκείνο ακριβώς που ορίζει το προλεταριάτο, στο πιο ενδόμυχο είναι του, σαν τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής <em>και τίποτε άλλο</em>, εμφανίζεται πρακτικά και συγκρουσιακά ότι η ταξική του ύπαρξη γίνεται για το προλεταριάτο το όριο του ίδιου του του αγώνα ως τάξης. Εκεί έγκειται ο <em>τωρινός</em> κεντρικός χαρακτήρας της μισθολογικής διεκδίκησης στην πάλη των τάξεων. Μέσα στην πιο κοινότοπη εξέλιξη της μισθολογικής διεκδίκησης, το προλεταριάτο βλέπει την ύπαρξή του ως τάξης να αντικειμενοποιείται σαν κάτι που του είναι ξένο, στον βαθμό που η ίδια η καπιταλιστική σχέση θέτει το προλεταριάτο <em>στο εσωτερικό της</em> σαν <em>έναν ξένο</em>.</p>
<p>Οι προλετάριοι δεν βρίσκουν στο κεφάλαιο, δηλαδή στη σχέση τους με τον εαυτό τους<sup>6</sup>, παρά μόνο όλες τις διαιρέσεις της μισθωτής εργασίας και της ανταλλαγής, και καμία οργανωτική ή πολιτική μορφή, καμία διεκδίκηση, δεν μπορεί πια να υπερβεί αυτή τη διαίρεση. Μέσα στην ίδια τη δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η διεκδίκηση εμφανιζόταν σαν συναλλαγή προσαρμοσμένη στους μετασχηματισμούς της σχέσης εκμετάλλευσης: η θεμιτότητά της θεμελιωνόταν στον αναγκαίο δεσμό ανάμεσα στους μετασχηματισμούς της παραγωγικής διαδικασίας και τις συνθήκες της αναπαραγωγής. Η αναδιάρθρωση που καθορίζει τη μορφή της σχέσης στον τωρινό κύκλο αγώνων σάρωσε αυτή την ανάγκη, στερώντας από τη διεκδίκηση τη θεμιτότητα που της προσέδιδε ο προηγούμενος κύκλος αγώνων. Η διεκδίκηση δεν δομεί πια μια σχέση με το κεφάλαιο η οποία εμπεριέχει την ικανότητα του προλεταριάτου να βρει μέσα του την ίδια του τη βάση, την ίδια του τη συγκρότηση, την ίδια του την πραγματικότητα, πάνω στο θεμέλιο μιας εργατικής ταυτότητας την οποία επιβεβαίωνε η αναπαραγωγή του κεφαλαίου μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες της. Το προλεταριάτο αναγνωρίζει το κεφάλαιο σαν τον λόγο ύπαρξής του, σαν την ίδια του την ύπαρξη ορθωμένη απέναντί του, <em>σαν τη μοναδική αναγκαιότητα της δικής του ύπαρξης</em>. Το προλεταριάτο βλέπει εφεξής την ύπαρξή του ως τάξης να αντικειμενοποιείται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σαν κάτι που του είναι ξένο και που οδηγείται να το αμφισβητήσει.</p>
<p>Υπάρχει σήμερα μια διαρθρωτική συνύφανση ανάμεσα, αφενός, στην αντίθεση του προλεταριάτου προς το κεφάλαιο (κάτι που εμπεριέχει τη διεκδίκηση) και, αφετέρου, την αυτοαμφισβήτησή του ως τάξης που δεν είναι τίποτε άλλο από τη σχέση της με το κεφάλαιο. Για την καπιταλιστική τάξη η διεκδικητική απεργία δεν είναι πια θεμιτή, αντίθετα απ&#8217; ό,τι ίσχυε σε μια εσωτερική και εν πολλοίς εθνική συγκρουσιακή διαδικασία συσσώρευσης που αποκλήθηκε «φορντιστική».</p>
<p>Αυτή τη συνύφανση ανάμεσα στη διεκδίκηση και την αυτοαμφισβήτηση των προλετάριων ως προλετάριων, που χαρακτηρίζει τον τωρινό κύκλο αγώνων και συνοψίζεται στο ταξικό ανήκειν σαν γενικό όριο των αγώνων στον τωρινό κύκλο, την ξαναβρίσκουμε με ειδικό τρόπο μέχρι και στην κατ’ εξοχήν διεκδίκηση: τη μισθολογική διεκδίκηση. Στην περίπτωση αυτή, η διεκδίκηση δεν εξαφανίζεται· την αλλαγή της σημασίας της πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στην ίδια. Με τη σημερινή κρίση, η μισθολογική διεκδίκηση έχει γίνει ένα αντιφατικό σύστημα: ο μισθός είναι απαραίτητος <em>και</em> αποσυνδεδεμένος· στο έπακρο συμπιεσμένος σαν εισόδημα <em>και</em> κεντρικός σαν κατανάλωση και χρηματοπιστωτική κυκλοφορία· η μισθολογική διεκδίκηση ενοποιείται σαν δράση μιας κοινωνικής εργασιακής δύναμης που είναι παγκόσμια και, ακριβώς γι&#8217; αυτό, κατατμημένη και χωρισμένη σε ζώνες.</p>
<h2>Η κρίση</h2>
<p>Η τωρινή κρίση πρέπει να χαρακτηριστεί ιστορικά και ειδικά μέσα στην ιδιομορφία της σαν <em>κρίση της μισθωτής σχέσης</em>. Πάντα μπορούμε να ανάγουμε όλες τις κρίσεις στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και να αντιμετωπίζουμε τις μορφές εμφάνισης απλώς και μόνο σαν επιφάσεις που θα μπορούσαμε, στη θεμελιώδη ανάλυση, να τις αφήσουμε στην άκρη μην πολυξέροντας τι να τις κάνουμε. Έτσι όμως θα ξεχνούσαμε ότι οι μορφές εμφάνισης είναι το σύνολο της πραγματικότητας και ότι η ουσία (η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) είναι μια έννοια, ένα «νοητικό συγκεκριμένο». Η ίδια η έννοια της κρίσης είναι αδιανόητη χωρίς τις μορφές εμφάνισής της, παράγεται μέσα τους, δεν είναι μια «αληθινή πραγματικότητα» που κρύβεται κάτω απ’ αυτές.</p>
<p>Η τωρινή κρίση ξέσπασε επειδή ορισμένοι προλετάριοι δεν μπορούσαν πια να πληρώνουν τα δάνειά τους. Ξέσπασε εξαιτίας της ίδιας της μισθωτής σχέσης που θεμελίωνε τη χρηματιστικοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας: συμπίεση μισθών σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη «δημιουργία αξίας»· παγκόσμιος ανταγωνισμός του εργατικού δυναμικού. Η εκμετάλλευση του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα είναι η κρυμμένη όψη και η προϋπόθεση της παγκοσμιοποίησης και της αναπαραγωγής αυτού του κεφαλαίου που τείνει σε έναν απόλυτο βαθμό αφαίρεσης. Εκείνο που άλλαξε στην τωρινή περίοδο είναι η κλίμακα του πεδίου μέσα στο οποίο ασκείται αυτή η πίεση: τιμή αναφοράς όλων των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής δύναμης, έγινε η παγκόσμια κατώτατη τιμή. Κάτι που σημαίνει δραστική μείωση αν όχι εξαφάνιση –μέσω της πειθαρχίας που επιβάλλεται από το χρηματιστικό κεφάλαιο και μορφοποιεί το παραγωγικό κεφάλαιο– των αποδεκτών διαφορών στα ποσοστά κέρδους. Η επιζήτηση του μέγιστου κέρδους δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά, με το τέλος της παραλληλίας μεταξύ αύξησης της παραγωγικότητας και αύξησης των μισθών, άλλαξε το μισθολογικό πρότυπο καθώς και ο χώρος αναλογικής κατανομής του κέρδους μέσα στον οποίο ασκείται η πίεση αυτή: η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου είναι πάνω απ’ όλα ήττα των εργατών απέναντι στο κεφάλαιο<sup>7</sup>. Η συμπίεση των μισθών είναι αναγκαία όχι μόνο επειδή η επιζήτηση της μέγιστης υπερεργασίας αποτελεί γενική διαρθρωτική αναγκαιότητα (πάντοτε ιστορικά συγκεκριμένη) του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά και ειδικότερα επειδή αποτελεί λειτουργική προϋπόθεση στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό για να αποφευχθεί η διάδοση πληθωριστικών πιέσεων σε ένα σύστημα συσσώρευσης που βασίζεται στη συνεχή τροφοδοσία σε ρευστότητα. Με την κρίση των <em>subprimes</em>, αυτή ακριβώς η λειτουργική αναγκαιότητα επανεμφανίζεται με αρνητικό τρόπο στο εσωτερικό του ιστορικού τρόπου συσσώρευσης του κεφαλαίου. Εκείνο που βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής κρίσης είναι η μισθωτή σχέση. Η τωρινή κρίση είναι η απαρχή της φάσης ανατροπής των προσδιοριστικών στοιχείων και της δυναμικής του καπιταλισμού όπως αυτός προέκυψε από την αναδιάρθρωση των δεκαετιών του 1970 και 1980. Εκείνο που διαρρηγνύεται σήμερα, και που μετατρέπεται σε εμπόδια και σε προωθητικούς παράγοντες της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, είναι ακριβώς ό,τι είχε συγκροτήσει τη δυναμική του συστήματος (συνύφανση της χρηματιστικοποίησης του παραγωγικού κεφαλαίου και της διπλής αποσύνδεσης του μισθού).</p>
<p>Όλες οι αντιφάσεις διαπλέκονται μετά το 2005 για να οδηγήσουν στο ξέσπασμα της τωρινής κρίσης. Πρώτα απ’ όλα, η αύξηση της κατανάλωσης χάρη στην αύξηση του χρέους, ενώ οι μισθοί λιμνάζουν ή εμφανίζουν πενιχρή αύξηση· έπειτα, η αύξηση των πάγιων επενδύσεων των επιχειρήσεων χάρη σε ένα ποσοστό κέρδους με ελαφρώς ανοδική τάση μετά το 2002<sup>8</sup>, που με τη σειρά της βασίζεται στη συμπίεση των μισθών. Υπάρχει ταυτόχρονα υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και υπερπαραγωγή εμπορευμάτων: υπερσυσσώρευση επειδή υπάρχει υποκατανάλωση· υποκατανάλωση επειδή υπάρχει υπερσυσσώρευση.</p>
<p>Οι προλετάριοι ποτέ δεν καταναλώνουν μέρος της υπεραξίας, αντίθετα απ’ ό,τι υπονοούν οι θεωρίες της υποκατανάλωσης οι οποίες αντιπαραθέτουν την πτώση ή στασιμότητα των μισθών και την πραγματοποίηση της προκύπτουσας αυξανόμενης υπεραξίας. Το μυστικό έγκειται στον υπερβολικά μεγάλο μετασχηματισμό εισοδήματος σε σταθερό κεφάλαιο, μέσω του οποίου η παραγωγή αυξάνεται ποσοτικά ενώ το ποσοστό κέρδους εμφανίζει πτωτική τάση μαζί με την καταναλωτική ικανότητα της κοινωνίας. Η εργατική κατανάλωση μπλοκάρεται, συγκριτικά με την αυξανόμενη παραγωγή, επειδή υπερβολικά πολύ εισόδημα μετασχηματίστηκε σε σταθερό κεφάλαιο (σε τελική ανάλυση η παραγωγή μέσων παραγωγής δεν μπορεί παρά να υπηρετεί την τελική κατανάλωση)· υπερβολικά πολύ εισόδημα μετασχηματίστηκε σε σταθερό κεφάλαιο επειδή σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η μέγιστη παραγωγή υπεραξίας και η σχετική μείωση της εργατικής κατανάλωσης. Η μείωση αυτή μπλοκάρει τότε την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα μπλοκάρεται ο μετασχηματισμός της αυξημένης υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο εξαιτίας, αφενός, του μικρού βαθμού αύξησης της εκμετάλλευσης που θα μπορούσε να προκύψει και, αφετέρου, του ήδη επιτευχθέντος βαθμού μείωσης της εργατικής κατανάλωσης, η οποία δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί παρά μόνο με μια επιτάχυνση του μετασχηματισμού εισοδήματος σε κεφάλαιο.</p>
<p>Πρόκειται για κρίση της μισθωτής σχέσης, ως ικανότητας αξιοποίησης του κεφαλαίου και ως ικανότητας αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Για να μην αφήσουμε στην άκρη τις μορφές εμφάνισης και για να προσδιορίσουμε ειδικά την τωρινή κρίση, χρειάζεται να ενοποιηθεί η θεωρία των κρίσεων<sup>9</sup>. Πρόκειται για μια κρίση στην οποία επιβεβαιώνεται η ταυτότητα υπερσυσσώρευσης και υποκατανάλωσης, κρίση της μισθωτής σχέσης και της αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, κρίση στην οποία το προλεταριάτο, ενάντια και μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, βρίσκεται αντιμέτωπο με την ίδια του την ύπαρξη και δράση ως τάξης με τη μορφή ορίου προς υπέρβαση.</p>
<p>Πέρα από την έννοια της «τελικής κρίσης του καπιταλισμού», η οποία στερείται νοήματος σε θεωρητικό επίπεδο, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε σχετικά με τη φύση αυτής της κρίσης: πρόκειται άραγε για την τελική κρίση <em>αυτής της φάσης συσσώρευσης</em><em>; </em>Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε μια αρνητική απάντηση.</p>
<p>Πρόκειται όντως για διαρθρωτική κρίση αυτής της φάσης συσσώρευσης, για διαρθρωτική κρίση την οποία χαρακτηρίζουμε ειδικά σαν κρίση της μισθωτής σχέσης. Αλλά αυτή η διαρθρωτική κρίση προετοιμάζει μια κρίση της νομισματικής δημιουργίας (κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τις ειδικές μορφές της φάσης συσσώρευσης που χαρακτηρίζεται από τη χρηματιστικοποίηση της αξιοποίησης και τις διαρθρωτικές νομισματικές αλλαγές που εγκαινιάστηκαν το 1971), η οποία, μέσα στην κρίση της μισθωτής σχέσης στην οποία εγγράφεται, διατηρεί και υπερβαίνει αυτή την τελευταία και γίνεται <em>κρίση της αξίας</em>. Κρίση της ανθρώπινης δραστηριότητας ως ποσοτικά σταθμίσιμης με κοινό μέτρο.</p>
<p>Η κρίση της νομισματικής δημιουργίας και η κρίση της μισθωτής σχέσης συγκροτούνται αμοιβαία η μια μέσα στην άλλη. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η αξία δεν είναι η γενικευμένη κοινωνική μορφή των προϊόντων στην ανταλλαγή παρά μόνο επειδή είναι αξία εν κινήσει, επειδή δεν χάνεται ποτέ χάρη στην ανταλλαγή με την εργασιακή δύναμη. Η κρίση της νομισματικής δημιουργίας, κρίση του χρήματος ως αυτονομημένης μορφής της αξίας, δεν είναι μόνο κρίση της κυκλοφορίας, των ανταλλαγών, αλλά και κρίση της ανταλλαγής εμπορευμάτων στον βαθμό που τα εμπορεύματα αυτά είναι κεφάλαιο, δηλαδή φορείς υπεραξίας, πλεονάζοντος χρόνου εργασίας. Μια κρίση της νομισματικής δημιουργίας που επέρχεται ιστορικά σαν κρίση της μισθωτής σχέσης, ή μια κρίση της μισθωτής σχέσης σαν νομισματική κρίση, είναι κρίση της αξίας ως κεφαλαίου ή του κεφαλαίου ως αξίας, δηλαδή, για να το συνοψίσουμε, είναι κρίση της αξίας εν κινήσει: η μοναδική κρίση της αξίας. Η σύζευξη αυτή δεν ενυπήρχε από καταβολής κόσμου στην έννοια του κεφαλαίου, αλλά συντελείται σαν κρίση μιας συγκεκριμένης φάσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ενότητα της κρίσης της νομισματικής δημιουργίας που ενσωματώνει την κρίση της μισθωτής σχέσης προσδιορίζει τότε –σαν κρίση της αξίας– ότι το συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενό της είναι το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει. Όπως εκτίθεται στο μακροσκελές απόσπασμα που ακολουθεί, το να αποτελεί αντίφαση εν κινήσει είναι για το κεφάλαιο η ίδια η δυναμική του, αλλά η δυναμική αυτή, <em>όταν διακρίνεται στα άμεσα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης</em>,<em> </em>γίνεται η αντίφαση του παιχνιδιού που καταργεί τον κανόνα του.</p>
<p>«Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της <em>αξιακής σχέσης</em> και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία. Προϋπόθεσή της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου. Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή ­–η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή από την εφαρμογή αυτής της επιστήμης στην παραγωγή. […] Δεν παρεμβάλλει πια ο εργάτης το τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο σαν ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο αντικείμενο και τον εαυτό του· αντίθετα, παρεμβάλλει τη φυσική διαδικασία –που την μετατρέπει σε βιομηχανική– σαν μέσο ανάμεσα στον εαυτό του και την ανόργανη φύση, που την εξουσιάζει. Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντά της.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Σ’ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ’ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Η <em>κλοπή του ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος,</em> παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ’ αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει –αναγκαστικά– ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης. Η <em>υπερεργασία των πολλών</em> έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η <em>μη-εργασία των λίγων</em> έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία.</p>
<p>»Από τη μια μεριά λοιπόν ξυπνά όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε γι’ αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο θέλει να τις μετρήσει με τον χρόνο εργασίας, και να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις –που κι οι δυο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου– εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα, και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τους υλικούς όρους για να το ανατινάξουν.» (Μαρξ, <em>Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας</em>, μετ. Δ. Διβάρης, εκδ. Στοχαστής, τόμος Β&#8217;, σελ. 538-9).</p>
<p>Το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει γίνεται ο γενικότερος τρόπος για να χαρακτηριστεί η δραστηριότητα του προλεταριάτου στην κρίση αυτή, όταν το προλεταριάτο, μέσα στους αγώνες του, παράγει την ίδια του την ταξική ύπαρξη σαν όριο της ταξικής του δραστηριότητας.</p>
<h2>Τέλος της παλιάς σχηματοποίησης των ορίων: τέλος του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού, τέλος του ακτιβισμού</h2>
<p>Η δράση του προλεταριάτου ως τάξης είναι το ίδιο το όριο της ταξικής πάλης: να ποιο είναι, στη σχέση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου που προέκυψε από την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσω της κρίσης της δεκαετίας του 1970, το γενικότερο προσδιοριστικό στοιχείο του τωρινού κύκλου αγώνων. Ενώ το όριο καθαυτό εξακολουθεί να υφίσταται, οι σχηματοποιήσεις του υπόκεινται σε εξέλιξη ή και σε εξαφάνιση. Η εκρηκτική σύνδεση της κρίσης της μισθωτής σχέσης και του αθέμιτου της μισθολογικής διεκδίκησης, που βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής στιγμής, επιφέρει το τέλος του εναλλακτισμού, με τη μορφή τόσο του ακτιβισμού (κίνημα άμεσης δράσης) όσο και του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού<sup>10</sup> (που συνδέονται ιστορικά μεταξύ τους). Δεν υπάρχει πια ένας άλλος εφικτός κόσμος εδώ και τώρα, ούτε πάνω στη βάση της εργασίας που προσαρμόζει το κεφάλαιο στον εαυτό της, ούτε πάνω στη βάση της κριτικής της εργασίας ως προαπαιτούμενου και προϋπόθεσης για την κατάργηση του κεφαλαίου. Η τωρινή κρίση, που είναι κατά ειδικό τρόπο κρίση της μισθωτής σχέσης, τα έκανε όλα αυτά παρωχημένα.</p>
<p>Αν πάρουμε για παράδειγμα τις μεγάλες κινητοποιήσεις κατά των συνόδων κορυφής στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι τάσεις που δραστηριοποιούνται εκεί, έστω κι αν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλες σαν ριζοσπαστικοδημοκρατικές, οδηγούνται στη συνύπαρξη ή και στην αλληλοδιείσδυση: Μπλακ Μπλοκ, Κομπάς και <em>Tutte bianche</em> στη Γένοβα, παρά τις σοβαρές τριβές· επιμελητεία και υποδομές που παρέχονται από το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας· το Inpeg που προβλέπει τη θέση του Μπλακ Μπλοκ στην Πράγα, κτλ. Επρόκειτο απλώς για μια μεταβατική φάση στην πορεία του τωρινού κύκλου αγώνων.</p>
<p><em>Μια σελίδα έχει γυρίσει</em>:</p>
<ul>
<li>Το τέλος των μεγάλων διαδηλώσεων κατά των συνόδων κορυφής σημαίνει την παρακμή του ακτιβισμού, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτεται με τον τρόπο αυτό η στενή σύνδεσή του με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό.</li>
<li>Η επιτυχία που γνώρισαν στους κύκλους αυτούς οι θεωρίες για μια στρατηγική «αποσκίρτησης» (αναδίπλωση σε «βάσεις των μετόπισθεν», προετοιμασία και οργάνωση της μυθικής διακοπής των ροών) επιβεβαίωσε την <em>οριστική</em> μεταστροφή τους προς τον εναλλακτισμό.</li>
<li>Στις ταραχές της Ελλάδας, οι κύκλοι αυτοί συνάντησαν το εγγενές όριό τους ακριβώς τη στιγμή όπου δεν μπορούσαν πια να είναι «εναλλακτικοί» και «ακτιβιστές».</li>
<li>Η ολοένα μεγαλύτερη βιαιότητα με την οποία η κρίση άρχισε να πλήττει τους «16 – 25χρονους» θα «αποεναλλακτικοποιήσει» τους «εναλλακτικούς κύκλους», για τους οποίους θα αντιστραφεί η σχέση που ξεκινούσε από «ερωτήματα σχετικά με τον κομμουνισμό» για να καταλήξει στον αγώνα κατά του καπιταλισμού.</li>
<li>Ακόμα σημαντικότερο: η γενική απεργία και οι ταραχές στη Γουαδελούπη και στη Μαρτινίκα, και οι αγώνες –παντού– κατά των απολύσεων και υπέρ του μισθού σημαίνουν ότι η διεκδίκηση για τον μισθό, δηλαδή γύρω από την εκμετάλλευση με την πιο τετριμμένη μορφή της, είναι το πεδίο όπου προετοιμάζεται η εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση του ίδιου του ορισμού του ως τάξης.</li>
</ul>
<p>Ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός σχηματοποιούσε τα όρια αυτού του κύκλου αγώνων ακριβώς με το να μετατρέπει το κεφάλαιο σε αξεπέραστο ορίζοντα της εργασίας· ο εναλλακτικός ακτιβισμός αυτονομούσε τη δυναμική αυτού του κύκλου μετατρέποντας την αμφισβήτηση της προλεταριακής συνθήκης σε προαπαιτούμενο, σε προϋπόθεση της κριτικής του κεφαλαίου. Και για τους δύο «ένας άλλος κόσμος ήταν εφικτός» απέναντι ή ενάντια στον σημερινό κόσμο.</p>
<p>Ο ακτιβισμός ήταν η αυτονόμηση της δυναμικής αυτού του κύκλου, με όλες τις ιδεολογικές αναδιατυπώσεις που αυτό συνεπαγόταν. Η δράση του προλεταριάτου ως τάξης και η αυτοαμφισβήτησή του ως τάξης, δύο όροι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι σε μια ταξική αντίφαση, διαχωρίζονταν· πρόκειται για το αν το προλεταριάτο συναντά στον ίδιο τον ταξικό χαρακτήρα της δράσης του το όριο της δράσης του ως τάξης. Ο εναλλακτισμός αντικαθιστά μια αντιφατική διεργασία εσωτερικής παραγωγής της υπέρβασης. Η αμφισβήτηση του ταξικού ανήκειν ήταν κάτι που έπρεπε να πραγματοποιηθεί <em>απέναντι</em> στο κεφάλαιο και όχι κάτι εγγενές στην αντίφαση την οποία συνιστά η εκμετάλλευση. Με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό ή με τον ακτιβισμό, μια άλλη ζωή ήταν εφικτή στον βαθμό που η υπέρβαση του κεφαλαίου βιωνόταν, γινόταν έμπρακτη δραστηριότητα, σαν το άλλο σκέλος μιας διάζευξης της οποίας το πρώτο ήταν το κεφάλαιο.</p>
<p>Το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη χωρίς επιβεβαίωση του εαυτού της μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου (απ’ όπου προβάλλει συχνά η παραδειγματική κατάσταση του νεαρού ανέργου), το γεγονός ότι είναι μια τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής που βρίσκεται σε αντίφαση μαζί του, αυτονομούνταν σε ουσία, σε τρόπο ύπαρξης. Έτσι απορριπτόταν, σαν κάτι εξωτερικό, το εγγενές όριο αυτής της αντιφατικής σχέσης που ορίζει τον νέο κύκλο αγώνων: ο ορισμός της τάξης αποκλειστικά και μόνο μέσα στην αντιφατική της σχέση με το κεφάλαιο.</p>
<p>Σ’ αυτό τον κύκλο αγώνων, έπειτα από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, η αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου τοποθετείται στο επίπεδο της συνολικής αναπαραγωγής, άρα και της αμοιβαίας αναπαραγωγής των τάξεων. Η αντίφαση αυτή δεν εμπεριέχει πια καμία αυτοτελή επιβεβαίωση του προλεταριάτου: τέλος του προγραμματισμού, τέλος της εργατικής ταυτότητας, τέλος εκείνου που άλλοι αποκαλούν «παλιό εργατικό κίνημα». Σ’ αυτή τη δομή της αντίφασης, το προλεταριάτο μπορεί, μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο η οποία είναι αμοιβαία συνεπαγωγή με αυτό (η εκμετάλλευση), να αμφισβητήσει τον εαυτό του σαν τάξη. Από εδώ προκύπτει ότι η κατάργηση του κεφαλαίου είναι και δική του κατάργηση, κατάργηση όλων των τάξεων και κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας.</p>
<p>Ωστόσο, αυτή η επαναστατική (κομμουνιστική) δυναμική του τωρινού κύκλου εμπεριέχει άμεσα, εγγενώς, σαν όριό της αυτό που δεν θα της επέτρεπε ούτε καν να υπάρξει. Το προλεταριάτο παράγει όλη του την ύπαρξη ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο, σε μια σχέση με το κεφάλαιο η οποία δεν επιβεβαιώνει πια για το προλεταριάτο, μέσα σ’ αυτήν ακριβώς την καπιταλιστική σχέση, μια σχέση με τον εαυτό του: την εργατική ταυτότητα. Μέχρι την τωρινή εκρηκτική σύνδεση, η κατάσταση αυτή μετέτρεπε τον τωρινό κύκλο σε <em>μια συνεχή ένταση ανάμεσα, αφενός, στην αυτονόμηση της δυναμικής του, την αμφισβήτηση από το προλεταριάτο της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης, και, αφετέρου, την αναγνώριση ολόκληρης της ύπαρξής του μέσα στις κατηγορίες του κεφαλαίου</em>. Την ένταση αυτή μορφοποιούσαν ο ακτιβισμός από τη μια μεριά και ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός από την άλλη. Άσπονδοι φίλοι αλλά ζωτικά συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο, στον βαθμό που ο καθένας τους, αποτελώντας αυτονόμηση των στοιχείων μίας και της αυτής ολότητας, δεν μπορούσε να υπάρξει παρά μόνο σε σχέση με το αρνητικό <em>του</em>. Αυτό έστω κι αν στον ακτιβισμό αναγνωρίζουμε την επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου και στον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό τη μορφοποίηση των ορίων των αγώνων ως αξεπέραστων φραγμών για τους ίδιους τους αγώνες.</p>
<p>Με τον ακτιβισμό, η δυναμική αυτού του κύκλου αμφισβήτησης από το προλεταριάτο της ίδιας της ύπαρξής του ως τάξης έθετε και κατανοούσε τον εαυτό της αυτονομούμενη, με όλες τις συνακόλουθες ιδεολογικές αναδιατυπώσεις. Το ταξικό ανήκειν θεωρούνταν στην πράξη σαν κάτι ήδη ξεπερασμένο επειδή, μέσα στην ακτιβιστική πρακτική, το ίδιο το κεφάλαιο ετίθετο σαν αλλοτρίωση, πλασματικότητα, σύμβολο, εξωτερικότητα. Οι εξεγερμένοι μπορούσαν να αυτοαποκαλούνται «προλετάριοι» επειδή το να είσαι προλετάριος δεν ήταν πια παρά μόνο ένα σημάδι, το όνομα που δινόταν σε μια πρακτική η οποία αυτοχαρακτηριζόταν άρνηση του κεφαλαίου: «είμαστε προλετάριοι επειδή είμαστε ενάντια στο κεφάλαιο». Επρόκειτο επίσης και για όλη τη θετικότητα του ακτιβισμού μέσα στην αναγκαία σύνδεση και αντιπαράθεσή του με τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό.</p>
<p>Η εξαφάνιση του ακτιβισμού που έρρεπε προς τον εναλλακτισμό, και του ακτιβισμού γενικά, συναρτάται με την ανάπτυξη άμεσων αγώνων στους οποίους η εμφάνιση του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού απορρέει από τους ίδιους τους αγώνες σαν αγώνες του προλεταριάτου μέσα στη συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο και όχι σαν αυτονόμηση απέναντί του.</p>
<h2>Τα τωρινά όρια: δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· η αστυνομία, η πειθαρχία</h2>
<p>Στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπέστη μια <em>διπλή αποσύνδεση</em> (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως), η οποία συγκροτεί τη μισθολογική διεκδίκηση σαν διαρθρωτικά αθέμιτη σ’ αυτή την περίοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι μόνο αντίθετη στη μέγιστη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό η μισθολογική διεκδίκηση έγινε το πεδίο όπου προετοιμάζεται η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού, και μάλιστα <em>στον πυρήνα του</em>: στη μισθωτή σχέση, μέσω της οποίας η υλική/ κοινωνική ύπαρξη του προλεταριάτου εξαρτάται από το κεφάλαιο.</p>
<p>Η έκφραση αυτού του ορίου θα είναι τώρα διπλή: δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· ο ταξικός χαρακτήρας του αγώνα σαν όριο είναι η αστυνομία.</p>
<p>Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, πρόκειται για την εργατική βία ενάντια στις αποφάσεις της καπιταλιστικής τάξης, βία με την οποία η εργατική τάξη ζητάει να υπάρχει το κεφάλαιο για την ίδια. Αν ποτέ το κεφάλαιο διανοηθεί να μην  υπάρχει γι’ αυτήν, η εργατική τάξη δεν είναι πια τίποτα. Για να υπάρξει, η εργατική τάξη διεκδικεί, ενάντια στο κεφάλαιο, την καπιταλιστική σχέση. Δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση· τέτοιος είναι, μέσα στην ταξική πάλη, ο ταξικός χαρακτήρας του αγώνα σαν όριο. Το ζητούμενο θα είναι η λυσσαλέα υπεράσπιση των συνθηκών ύπαρξης της εργατικής τάξης, όχι η διεκδίκηση της διαχείρισής τους ή της κυριαρχίας πάνω σ’ αυτές. Ίσως δούμε να αναπτύσσεται ένας συνδικαλισμός βάσης, πολύ επιθετικός αλλά πολύ ασταθής και με σποραδικές εξάρσεις, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να σταθεροποιηθεί μέσα στη διαπραγμάτευση. Ένας τέτοιος συνδικαλισμός βάσης θα βρίσκεται πολύ κοντά σε όλες τις μορφές αυτοοργάνωσης· και ο μεν και οι δε θα εκφράζουν και θα επιζητούν να σχηματοποιήσουν αυτό το όριο της ταξικής πάλης που έγκειται στο ίδιο το γεγονός του αγώνα του προλεταριάτου ως τάξης.</p>
<p>Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος: η αστυνομία είναι εκείνη που μας λέει ότι δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση. Πρόκειται βέβαια για τη δύναμη στην οποία, σε τελική ανάλυση, ανάγεται η σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου· αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο, επειδή ακριβώς πρόκειται για σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής. <em>Η αστυνομία είναι επίσης, απέναντί μας, η ίδια μας η ταξική ύπαρξη σαν όριο</em>. Αν το κυριότερο αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας είναι η αναπαραγωγή της συνάντησης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, δεν είναι ωστόσο ευνόητο ότι από τη συνάντηση αυτή προκύπτει αυτομάτως η πρώτη στιγμή της ανταλλαγής μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης). Παντού η πειθάρχηση της εργασιακής δύναμης, απέναντι σε έναν προλετάριο που <em>σαν προλετάριος</em> ξανάγινε φτωχός, είναι το περιεχόμενο της ημερήσιας διάταξης της καπιταλιστικής τάξης. Η αναπαραγωγή της συνάντησης μεταξύ εργασιακής δύναμης και κεφαλαίου γίνεται θέμα πειθαρχίας<sup>11</sup>.</p>
<p>Στον τωρινό κύκλο αγώνων, το να δρα σαν τάξη έγινε, μέσα στην ίδια την ταξική δραστηριότητα του προλεταριάτου, το όριο αυτής της δραστηριότητας. <em>Το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός</em><em> είναι η δομή εκείνη της αντίφασης στην οποία το να δρα σαν τάξη είναι ακριβώς το όριο της δραστηριότητας του προλεταριάτου που έχει γίνει διακύβευμα</em><em> της ταξικής πάλης</em>. Το ότι, για το προλεταριάτο, το να δρα σαν τάξη είναι το όριο της ταξικής του δράσης αποτελεί τώρα μια αντικειμενική κατάσταση της ταξικής πάλης· το ότι το όριο αυτό συγκροτείται σαν τέτοιο μέσα στους αγώνες και γίνεται το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός, αποτελεί <em>διακύβευμα μέσα στους αγώνες αυτούς</em>: επίπεδο της σύγκρουσης με το κεφάλαιο· συγκρούσεις στο εσωτερικό των αγώνων. Ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της τωρινής αντίφασης μεταξύ των τάξεων, αλλά είναι κάθε φορά η ιδιαίτερη πρακτική ενός αγώνα σε μια δεδομένη στιγμή και μέσα σε δεδομένες συνθήκες.</p>
<h2>Η απόκλιση: ορισμός, παραδείγματα</h2>
<p>Αφού το προλεταριάτο δεν επιβεβαιώνεται ποτέ στην ταξική κατάστασή του από την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης της οποίας αποτελεί τον έναν πόλο, δεν μπορεί να θριαμβεύσει με το να γίνει ο απόλυτος πόλος της κοινωνίας. Επειδή ακριβώς το προλεταριάτο είναι μη-κεφάλαιο, επειδή είναι η διάλυση όλων των υπαρχουσών συνθηκών (εργασία, ανταλλαγή, καταμερισμός εργασίας, ιδιοκτησία) μέσα στις συνθήκες αυτές και όχι απέναντί τους, η αντίφαση την οποία συνιστά η εκμετάλλευση μπορεί να πάρει αυτή τη μορφή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού. Το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικός καταναγκασμός είναι τότε εγγενώς ένα περιεχόμενο, δηλαδή μια πρακτική. Σαν μη-κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει εκεί το περιεχόμενο της επαναστατικής δράσης του με τη μορφή κομμουνιστικών μέτρων: κατάργηση της ιδιοκτησίας, του καταμερισμού της εργασίας, της ανταλλαγής, της αξίας. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι τίποτε άλλο από τα κομμουνιστικά μέτρα που εφαρμόζονται σαν απλά μέτρα αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο. Τα μέτρα αυτά είναι η ίδια η πραγματικότητα της παραγωγής, μέσα στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού.</p>
<p>Το ότι η επανάσταση είναι η κατάργηση όλων των τάξεων υπάρχει σαν επίκαιρο γεγονός στο ότι η δράση του προλεταριάτου ως τάξης είναι, για την ίδια τη δράση, ένα όριο. Η κατάργηση αυτή δεν είναι στόχος που τίθεται, δεν είναι ένας ορισμός της επανάστασης σαν νόρμα προς επίτευξη, αλλά είναι ένα τωρινό περιεχόμενο μέσα στην ίδια την ταξική πάλη. Πρόκειται για το «επίφοβο κρίσιμο βήμα» στην ιστορική κατανόηση και στην πρακτική των τωρινών αγώνων. Το να παραγάγει το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό σημαίνει για το προλεταριάτο ότι έρχεται σε σύγκρουση με την προηγούμενη κατάστασή του· δεν είναι «απελευθέρωση», δεν είναι «αυτονομία».</p>
<p>Η αυτοοργάνωση και το περιεχόμενό της, η αυτονομία, δεν μπορούν να ανατρέψουν τις καπιταλιστικές σχέσεις. Όταν το προλεταριάτο αυτοοργανώνεται –και στις μέρες μας ελάχιστοι αγώνες δεν είναι αυτοοργανωμένοι–, συχνά στο πλαίσιο ενός περισσότερο ή λιγότερο συγκρουσιακού καταμερισμού καθηκόντων με τα συνδικάτα, έρχεται σε ρήξη με την προηγούμενη κατάστασή του, αλλά, στην πράξη και κυρίως στην ιδεολογία της αυτονομίας, η ρήξη αυτή δεν είναι στην καλύτερη περίπτωση παρά «απελευθέρωσή» του, αναδιοργάνωση της ύπαρξής του, της δραστηριότητάς του, πάνω στη βάση του τι είναι το προλεταριάτο μέσα σ’ αυτή την κοινωνία: αναδιοργάνωση ονειρεμένη και πάντα απογοητευτική για τους ιδεολόγους της αυτονομίας, οι οποίοι συμμερίζονται με τους ιδεολόγους της δημοκρατίας το ότι δικαιολογούν τις αποτυχίες με τη μη σύμπτωση ανάμεσα στην πραγματικότητα και το ιδεατό σχήμα. Η αυτονομία είναι αυτονομία <em>του προλεταριάτου</em> και όχι καταστροφή της προηγούμενης κατάστασής του. Η αυτονομία του προλεταριάτου είναι οξύμωρο σχήμα. Αν το προλεταριάτο παραμείνει αυτοοργανωμένο, αν δεν ξεπεράσει το στάδιο αυτό, δεν μπορεί παρά να ηττηθεί, αφού δεν έχει υπερβεί τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων δεν έχει καμία σχέση με ένα αυτόνομο προλεταριάτο. <em>Η αυτονομία καθηλώνεται στην κατάργηση των μεσολαβήσεων, ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι ο λόγος που υπάρχουν μεσολαβήσεις: το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη</em>. Χρειάζεται να ενδιαφερθούμε για το περιεχόμενο της επανάστασης, και αυτό αδυνατεί να το κάνει η θεωρία που λογαριάζει την αυτοοργάνωση για <em>αρχινισμένη διαδικασία</em> της επανάστασης, επειδή πρόκειται ακριβώς για εκείνο που η αυτοοργάνωση δεν μπορεί να είναι. Αυτή η κριτική της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας έχει ενδιαφέρον και κρίσιμο περιεχόμενο μόνο αν μιλάμε για την τωρινή ταξική πάλη, μόνο αν ταυτόχρονα εκείνο που χαρακτηρίζουμε, μέσα στην ταξική πάλη, σαν αντίφαση και όριο των τωρινών ταξικών αγώνων είναι το γεγονός ότι το προλεταριάτο αγωνίζεται σαν τάξη.</p>
<p>Το προλεταριάτο βρίσκει, μέσα σε ό,τι αυτό είναι ενάντια στο κεφάλαιο, την ικανότητα να κομμουνιστικοποιήσει την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την ίδια του την ταξική φύση σαν εξωτερικευμένη μέσα στο κεφάλαιο. Με την παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού μπορούμε, ξεκινώντας από τους τωρινούς αγώνες, να κατανοήσουμε <em>το σημείο μεταστροφής της ταξικής πάλης</em><em>, την υπέρβασή της, σαν παραγόμενη υπέρβαση</em>: μέσα στην πάλη της κατά του κεφαλαίου, η τάξη στρέφεται ενάντια στον εαυτό της, δηλαδή αντιμετωπίζει την ίδια της την ύπαρξη, όλα όσα την ορίζουν στη σχέση της με το κεφάλαιο (και η τάξη δεν είναι άλλο από τη σχέση αυτή), σαν όριο της δράσης της. Οι προλετάριοι δεν απελευθερώνουν την «αληθινή ατομικότητά» τους που την αρνείται το κεφάλαιο· η επαναστατική πρακτική είναι ακριβώς η σύμπτωση ανάμεσα στην αλλαγή των περιστάσεων και την ανθρώπινη δραστηριότητα ή αυτομετασχηματισμό. Αυτή ακριβώς η μεταστροφή και η θεωρία της αποτελούν, <em>στο παρόν</em>, τη δυνατότητα της επανάστασης ως κομμουνιστικοποίησης.</p>
<p>Η αναδιάρθρωση της αντιφατικής σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου σημαίνει θεμελιωδώς ότι ο τωρινός κύκλος αγώνων ορίζεται από το γεγονός ότι η αντίφαση μεταξύ των τάξεων διαπλέκεται στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής τους· κι αυτό σημαίνει ότι, μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, το προλεταριάτο βρίσκει απέναντί του και αντιμάχεται την ίδια του τη συγκρότηση και ύπαρξη ως τάξης. Πρόκειται επομένως για την εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, για το τέλος του εργατικού κινήματος και για τη συνακόλουθη χρεωκοπία της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας ως επαναστατικής προοπτικής. Επειδή ακριβώς η προοπτική της επανάστασης δεν συνάπτεται με την επιβεβαίωση της τάξης, δεν μπορεί και να συνάπτεται με την αυτοοργάνωση.</p>
<p>Το να δρα σήμερα το προλεταριάτο σαν τάξη σημαίνει, αφενός, ότι έχει σαν μοναδικό ορίζοντα το κεφάλαιο και τις κατηγορίες της αναπαραγωγής του και, αφετέρου και ταυτόσημα, ότι βρίσκεται σε αντίφαση με την ίδια του την αναπαραγωγή ως τάξης, ότι τη θέτει σε αμφισβήτηση. Αυτή η σύγκρουση, αυτή η <em>απόκλιση</em> στη δράση του προλεταριάτου είναι το περιεχόμενο και το διακύβευμα της ταξικής πάλης. Από τους καθημερινούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη. Αλλά η ρήξη αυτή προαναγγέλλεται στην καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης κάθε φορά που, μέσα στους αγώνες αυτούς, το ταξικό ανήκειν εμφανίζεται σαν εξωτερικός καταναγκασμός αντικειμενοποιημένος στο κεφάλαιο μέσα στην ίδια την εξέλιξη της ταξικής δραστηριότητας του προλεταριάτου.</p>
<p>Η ταξική δράση δημιουργεί στο εσωτερικό της μια <em>απόκλιση</em> μέσω πρακτικών που εξωτερικεύουν τον ίδιο τους τον ταξικό χαρακτήρα σαν καταναγκασμό που αντικειμενοποιείται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Δεν μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα σαν εργάτες αν παραμένουμε εργάτες. Αυτή η σύγκρουση του προλεταριάτου με την ίδια του την ταξική συγκρότηση είναι τώρα το περιεχόμενο της ταξικής πάλης· το <em>διακύβευμα</em> της ταξικής πάλης είναι η εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης καθώς και όλων των τάξεων. Πάνω σ&#8217; αυτήν ακριβώς τη βάση μπορούμε να μιλάμε σήμερα για κομμουνισμό, και να μιλάμε στο παρόν.</p>
<p>Σήμερα η επανάσταση εξαρτάται από την υπέρβαση μιας καταστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το ότι αποτελεί τάξη είναι για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο ταξικός του αγώνας πρέπει να υπερπηδήσει/ καταργήσει.</p>
<p>Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής σχέσης και του διεκδικητικού αγώνα, σαν προαπαιτούμενο για την επαναστατική του δραστηριότητα. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα με την οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Μια φράξια του προλεταριάτου, ξεπερνώντας τον διεκδικητικό χαρακτήρα του αγώνα του, θα πάρει μέτρα κομμουνιστικοποίησης και θα δρομολογήσει έτσι την ενοποίηση του προλεταριάτου, η οποία δεν θα διαφέρει από την ενοποίηση της ανθρωπότητας, δηλαδή από τη δημιουργία της <em>ως του συνόλου των σχέσεων που τα άτομα συνάπτουν μεταξύ τους μέσα στη μοναδικότητά τους</em>.</p>
<p>Από τους διεκδικητικούς αγώνες μέχρι την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο ρήξη, ποιοτικό άλμα, αλλά η ρήξη αυτή δεν είναι ένα θαύμα, ούτε είναι μια απλή διαπίστωση του προλεταριάτου ότι το μόνο που μπορεί πια να γίνει είναι η επανάσταση γιατί όλα τα άλλα έχουν αποτύχει. Το σύνθημα «Μια μόνο λύση, η επανάσταση» αποτελεί συμμετρική ανοησία σε σχέση με την επαναστατική δυναμική της διεκδικητικής πάλης. Η ρήξη αυτή παράγεται κατά θετικό τρόπο με την εξέλιξη του κύκλου αγώνων που προηγείται, και μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του. Η ρήξη αυτή <em>προαναγγέλλεται</em> με τον πολλαπλασιασμό των <em>αποκλίσεων</em> στο εσωτερικό της ταξικής πάλης ανάμεσα, αφενός, στην εκ μέρους του προλεταριάτου αμφισβήτηση της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο και, αφετέρου, την αναπαραγωγή του κεφαλαίου την οποία συνεπάγεται το ίδιο το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη. Η έννοια της απόκλισης προσδιορίζει τη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, μια δυναμική που υφίσταται με εμπειρικά διαπιστώσιμο τρόπο.</p>
<p>Δύο σημεία συνοψίζουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του τωρινού κύκλου αγώνων:</p>
<ul>
<li>η εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σημαίνει το τέλος του εργατικού κινήματος και τη συνακόλουθη χρεωκοπία της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας ως επαναστατικής προοπτικής·</li>
<li>με την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η αντίφαση μεταξύ των τάξεων διαπλέκεται στο επίπεδο της αμοιβαίας αναπαραγωγής τους. Μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, το προλεταριάτο θέτει σε αμφισβήτηση τον ίδιο του τον εαυτό.</li>
</ul>
<p>Οι διεκδικητικοί αγώνες έχουν χαρακτηριστικά που θα ήταν αδιανόητα πριν από τριάντα χρόνια.</p>
<p>Κατά τη διάρκεια των απεργιών του Δεκεμβρίου 1995 στη Γαλλία, στους αγώνες των «χωρίς χαρτιά», των ανέργων, των λιμενεργατών του Λίβερπουλ, της Cellatex, της Alstom, της Lu, του Marks&amp;Spencer, στην κοινωνική εξέγερση της Αργεντινής, στην εξέγερση της Αλγερίας, στην Ελλάδα, στη Γουαδελούπη κτλ., το ένα ή το άλλο χαρακτηριστικό εμφανίζεται, μέσα στην ίδια την πορεία του αγώνα, σαν όριο – όριο επειδή αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό (κοινωφελής υπηρεσία, εξεύρεση εργασίας, υπεράσπιση του μέσου εργασίας, άρνηση της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων, άρνηση της διαχείρισης με αμιγώς χρηματοοικονομικά κριτήρια, ανάκτηση των εργοστασίων, αυτοοργάνωση κτλ.), στο οποίο συχνά το κίνημα προσκρούει μέσα στις εντάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις της οπισθοχώρησής του, συνοψίζεται πάντα στο γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη και παραμένει τέτοια, κάτι που, αντίθετα από την προηγούμενη περίοδο, έχει γίνει αδύνατον να αποκτήσει θετική χροιά σαν προαναγγελία της επιβεβαίωσης της τάξης.</p>
<p>Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για πύρινες δηλώσεις ή για «ριζοσπαστικές» δράσεις· μπορεί να πρόκειται απλώς για όλες τις πρακτικές «φυγής» ή απόρριψης των προλετάριων απέναντι στην ίδια τους την κατάσταση. Στις τωρινές απεργίες για τις απολύσεις, συχνά και σε αυξανόμενο βαθμό, οι εργάτες δεν διεκδικούν πια τη διατήρηση της απασχόλησης αλλά αξιόλογες αποζημιώσεις. <em>Ενάντια στο κεφάλαιο, η εργασία δεν έχει μέλλον</em>. Οι αγώνες αποκτούν ανοιχτό χαρακτήρα, διεργοστασιακό, διεπιχειρησιακό ή διατομεακό, μερικές φορές σε σύνδεση με τους ανέργους της περιοχής· κι όσο για το τι βάζει στο στόχαστρο, ο αγώνας διεξάγεται εξίσου μέσα όσο και έξω από την επιχείρηση.</p>
<p>Ήδη στους αυτοκτονικούς αγώνες της Cellatex, στην απεργία του Vilvoorde και σε κάμποσες άλλες, γίνεται φανερό ότι το προλεταριάτο δεν είναι τίποτα αν χωριστεί από το κεφάλαιο και ότι δεν μπορεί να παραμείνει αυτό το τίποτα (το γεγονός ότι ζητάει τη συνάντησή του με το κεφάλαιο δεν αναιρεί το χάσμα που ανοίγει ο αγώνας, δεν αναιρεί ότι το προλεταριάτο αναγνωρίζει τον εαυτό του στο χάσμα αυτό αλλά και το αρνείται). Η αποδυνάμωση της εργασίας γίνεται η ίδια η δραστηριότητα του προλεταριάτου, τόσο με τραγικό τρόπο στους αγώνες του που δεν έχουν άμεσες προοπτικές (αυτοκτονικοί) και σε αυτοκαταστροφικές δραστηριότητες, όσο και σαν διεκδίκηση αυτής της αποδυνάμωσης, όπως στον αγώνα των ανέργων και επισφαλών τον χειμώνα του 1998 στη Γαλλία.</p>
<p>Η ανεργία δεν βρίσκεται πια δίπλα στην απασχόληση με ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή. Η κατάτμηση της εργασιακής δύναμης, η ευελιξία, οι εξωτερικές αναθέσεις εργασιών, η κινητικότητα, η μερική απασχόληση, η μαθητεία, τα σταζ, η αδήλωτη εργασία, όλα αυτά έχουν κάνει θολούς τους κάθε είδους διαχωρισμούς. Το τέλος της διχοτομίας μεταξύ εργασίας και ανεργίας είναι μια θεμελιώδης πτυχή σ’ αυτή τη ρευστότητα της αναπαραγωγής της συνάντησης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου η οποία θέτει την αντίφαση μεταξύ των τάξεων στο επίπεδο της αναπαραγωγής τους. Με τους αγώνες των ανέργων και των επισφαλών γίνεται σχεδόν καταφανές ότι η πάλη του προλεταριάτου δεν εμπεριέχει πια καμία επιβεβαίωσή του· αυτό δεν οφείλεται στην ανεργία καθαυτή, αλλά στην τωρινή της ενσωμάτωση στη σχέση εκμετάλλευσης.</p>
<p>Στο γαλλικό κίνημα του 1998, και γενικότερα στους αγώνες των ανέργων κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου αγώνων, <em>ο ορισμός των ανέργων τείνει να γίνει αφετηρία του ανασχηματισμού της μισθωτής απασχόλησης</em>. Η αναγκαιότητα για το κεφάλαιο να μετράει τα πάντα σε χρόνο εργασίας  και να θέτει την εκμετάλλευση της εργασίας σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου γι’ αυτό, είναι ταυτόχρονα αποδυνάμωση της άμεσης ζωντανής εργασίας σε σχέση με τις κοινωνικές δυνάμεις που συγκεντρώνει μέσα του το κεφάλαιο. Η εγγενής αυτή αντίφαση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μέσω της οποίας το κεφάλαιο γίνεται αντίφαση εν κινήσει, παίρνει τότε την ειδική μορφή του ορισμού της τάξης απέναντι στο κεφάλαιο, ενός ορισμού του οποίου η ανεργία αξιώνει να αποτελέσει την αφετηρία. Στους αγώνες των ανέργων και των επισφαλών, η πάλη του προλεταριάτου κατά του κεφαλαίου <em>ενστερνίζεται</em> την αντίφαση αυτή, τη διεκδικεί. Το ίδιο συμβαίνει και όταν οι απολυμένοι δεν απαιτούν δουλειά αλλά αποζημιώσεις.</p>
<p>Όταν εξάλλου γίνεται εμφανές, όπως κατά τις απεργίες του κλάδου των μεταφορών στην Ιταλία ή των εργατών της Φίατ στο Μέλφι, ότι η αυτονομία και η αυτοοργάνωση δεν είναι πια παρά η προοπτική του τίποτα, συγκροτείται η δυναμική αυτού του κύκλου και προετοιμάζεται η υπέρβαση του διεκδικητικού αγώνα πάνω στη βάση του διεκδικητικού αγώνα. <em>Το προλεταριάτο βρίσκεται αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον ορισμό ως τάξης, ο οποίος αυτονομείται από αυτό, του γίνεται ξένος</em>.</p>
<p>Τον Δεκέμβριο 2002 &#8211; Ιανουάριο 2003, στην απεργία της ACT στην Angers (υλικό πληροφορικής, θυγατρική της Bull) συνυπάρχουν μια διασυνδικαλιστική επιτροπή και μια επιτροπή αγώνα που «είναι σε μεγάλο βαθμό ανοιχτή, προέρχεται μάλλον από τη βάση». Τρεις γραμμές παραγωγής επαναλειτουργούν προσωρινά, αλλά αυτό δεν εμποδίζει μετά να πυρποληθούν έτοιμα προϊόντα. Έχει ενδιαφέρον να ξαναδούμε τη χρονολογία των γεγονότων. Το εργοστάσιο καταλαμβάνεται μετά την ανακοίνωση, στις 20 Δεκεμβρίου, της οριστικής διάλυσης της ACT (αφού προηγήθηκαν πολλές μανούβρες και αναβλητικές συζητήσεις). <em>Το εργοστάσιο καταλαμβάνεται, αλλά κανείς δεν ξέρει με ποιον σκοπό</em>. Στις 10 Ιανουαρίου η απεργιακή επιτροπή δέχεται να αναλάβει την παραγωγή ηλεκτρονικών καρτών που προορίζονται για έναν ιταλό κατασκευαστή εξοπλισμού. Στις 22 Ιανουαρίου παραδίδονται 200 κάρτες· στις 23 οι καταληψίες παίρνουν κάρτες από το στοκ και τις καίνε· στις 24 οι καταληψίες εκδιώκονται βίαια. Την ίδια περίοδο οι απολυμένοι μισθωτοί της Μουλινέξ, που πυρπολούν ένα κτίριο του εργοστασίου, εγγράφονται κι αυτοί στη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία ανάγει για το προλεταριάτο την ίδια του την ύπαρξη ως τάξης σε όριο της ταξικής του δράσης. Παρόμοια, το 2006 στο Σαβάρ του Μπανγκλαντές, 50 χλμ. στα βόρεια της Ντάκα, ύστερα από απλήρωτους μισθούς τριών μηνών, δύο εργοστάσια πυρπολούνται και άλλα εκατό ρημάζονται. Στην Αλγερία η παραμικρή μισθολογική διεκδίκηση μεταλλάσσεται σε εξέγερση, οι υπάρχουσες μορφές εκπροσώπησης απορρίπτονται χωρίς να σχηματίζονται καινούργιες και, πέρα από τους άμεσους πρωταγωνιστές της απεργίας και της διεκδίκησης, το διακύβευμα είναι όλες οι συνθήκες ζωής και αναπαραγωγής του προλεταριάτου.</p>
<p>Στην Κίνα και στην Ινδία δεν θα περάσουμε πια από τον πολλαπλασιασμό πολύμορφων διεκδικητικών δράσεων, που αγγίζουν όλες τις πτυχές της ζωής και της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, σε ένα ευρύ <em>εργατικό κίνημα</em>. Συχνά αυτές οι διεκδικητικές δράσεις στρέφονται «παραδόξως» στην καταστροφή των όρων εργασίας. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις εργατικού πληθυσμού της Ινδίας και της Κίνας εντάσσονται σε μια παγκόσμια κατάτμηση της εργασιακής δύναμης. Εξαιτίας τόσο του παγκόσμιου ορισμού τους όσο και του τρόπου ένταξής τους στην εθνική πραγματικότητα, δεν μπορούν να θεωρηθούν αναβίωση σε άλλους τόπους εκείνου που έχει εξαφανιστεί στη «Δύση». Εκείνο που όριζε την εργατική ταυτότητα και εκφραζόταν με το εργατικό κίνημα ήταν ένα κοινωνικό σύστημα ύπαρξης και αναπαραγωγής, όχι απλώς η ύπαρξη ποσοτικών υλικών χαρακτηριστικών<sup>12</sup>.</p>
<p>Στην Αργεντινή οι προλετάριοι αυτοοργανώνονται σαν άνεργοι της Mosconi, εργάτριες της Bruckman, κάτοικοι των παραγκουπόλεων κτλ., αλλά, καθώς αυτοοργανώνονται, προσκρούουν άμεσα σε αυτό που οι ίδιοι είναι – το οποίο, μέσα στον αγώνα, γίνεται αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί και το οποίο, μέσα στις πρακτικές λεπτομέρειες αυτών των μορφών αυτοοργάνωσης, έγινε όντως αντιληπτό σαν κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να βρει μέσα του την ικανότητα να δημιουργήσει άλλες διαπροσωπικές σχέσεις χωρίς να ανατρέψει και να αρνηθεί ό,τι το ίδιο είναι μέσα σε αυτή την κοινωνία, δηλαδή χωρίς να έρθει σε αντίθεση με την αυτονομία και τη δυναμική της. Στην Αργεντινή, με τον τρόπο με τον οποίο τέθηκαν σε λειτουργία οι παραγωγικές δραστηριότητες, με τους έμπρακτους τρόπους της διεξαγωγής τους, κλονίστηκαν τα προσδιοριστικά στοιχεία του προλεταριάτου ως τάξης αυτής της κοινωνίας (ιδιοκτησία, ανταλλαγή, καταμερισμός εργασίας, σχέση ανδρών-γυναικών κτλ.). Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο η επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση γίνεται αξιόπιστη.</p>
<p>Επιπλέον, η αυτοοργάνωση σαν γενικό όριο προς υπέρβαση εμφανίζεται στις διαμάχες μεταξύ αυτοοργανωμένων τομέων. Εκείνο που διαφαίνεται στις διαμάχες αυτές είναι ότι οι εργαζόμενοι που υπερασπίζουν τη σημερινή τους κατάσταση παραμένουν μέσα στις κατηγορίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι οποίες τους ορίζουν. Η ενοποίηση είναι ανέφικτη αν δεν είναι, ακριβώς, κατάργηση της αυοοργάνωσης· είναι εφικτή μόνο αν ο άνεργος, ο εργάτης της Ζανόν και ο καταληψίας σπιτιού δεν μπορούν πια να είναι άνεργος, εργάτης της Ζανόν ή καταληψίας σπιτιού. Είτε υπάρχει ενοποίηση, αλλά τότε υπάρχει και κατάργηση εκείνου ακριβώς που είναι αυτοοργανώσιμο, είτε υπάρχει αυτοοργάνωση, οπότε η ενοποίηση είναι ένα όνειρο που χάνεται μέσα στις διαμάχες τις οποίες συνεπάγεται η ποικιλομορφία των καταστάσεων.</p>
<p>Καθώς υπερασπίζεται τα άμεσα συμφέροντά του, το προλεταριάτο οδηγείται στην αυτοκατάργησή του, επειδή η δραστηριότητά του στο «ανακτημένο εργοστάσιο» δεν μπορεί πια να παραμείνει κλεισμένη στο «ανακτημένο εργοστάσιο», ούτε στην παράθεση, τον συντονισμό ή την ενότητα των «ανακτημένων εργοστασίων» ή ακόμα όλων όσων είναι αυτοοργανώσιμα.</p>
<p>Στη Γαλλία τον Νοέμβριο του 2005, στα λαϊκά προάστια, οι εξεγερμένοι δεν διεκδίκησαν τίποτα. Το περιεχόμενο της εξέγερσης του Νοεμβρίου ήταν η άρνηση των αιτίων της εξέγερσης: οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν στην ίδια τους την κατάσταση, έβαλαν στο στόχαστρο όλα όσα τους παράγουν και τους ορίζουν. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποιον φανταστικό ριζοσπαστισμό των “αλανιών των προαστίων”. Οφείλεται στον συνδυασμό δύο επίκαιρων αιτίων: αφενός, της ιδιαίτερης κατάστασης αυτής της φράξιας του προλεταριάτου και, αφετέρου, του γεγονότος ότι, εν γένει, <em>η διεκδίκηση δεν είναι πια αυτό που ήταν</em>. Οι εξεγερμένοι αποκάλυψαν και επιτέθηκαν στην <em>τωρινή κατάσταση του προλετάριου</em>: αυτής της εργασιακής δύναμης που έχει γίνει επισφαλής σε παγκόσμια κλίμακα. Κι αυτό έκανε αυτομάτως παρωχημένο, την ίδια τη στιγμή που θα μπορούσε να διατυπωθεί μια τέτοια διεκδίκηση, το να θέλει κανείς να είναι “κανονικός προλετάριος”.</p>
<p>Αυτή η συνύφανση ανάμεσα στη διεκδίκηση και την αυτοαμφισβήτηση των προλετάριων, που χαρακτηρίζει τον τωρινό κύκλο αγώνων και συνοψίζεται στο ταξικό ανήκειν σαν γενικό όριο αυτού του κύκλου, έφτασε στον παροξυσμό της στις ταραχές του Νοεμβρίου εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των πρωταγωνιστών τους. Η διεκδίκηση εξαφανίστηκε.</p>
<p>Τρεις μήνες μετά (την άνοιξη του 2006), κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στη σύμβαση πρώτης απασχόλησης (CPE), όλος ο κόσμος ήξερε ότι αυτό που θα μπορούσε να προκύψει από την απόσυρση της CPE ήταν στην καλύτερη περίπτωση, αν θριάμβευαν τα συνδικαλιστικά σχέδια, μια «ευελιξία με ασφάλεια» α-λα γαλλικά. Ποιος ήθελε κάτι τέτοιο; Σίγουρα όχι η πλειοψηφία των φοιτητών, των επισφαλών και των μαθητών που ήταν στον δρόμο. Κι όμως, αυτή θα ήταν η μόνη διέξοδος για ένα διεκδικητικό κίνημα. Μια διέξοδος που το κίνημα δεν μπορούσε ούτε καν να την πει στον εαυτό του. Σαν διεκδικητικό κίνημα, το κίνημα των φοιτητών δεν μπορούσε να κατανοήσει τον εαυτό του παρά μόνο μετατρεπόμενο σε γενικό κίνημα των επισφαλών, αλλά τότε είτε θα αυτοϋπονόμευε την ιδιαιτερότητά του, είτε δεν θα μπορούσε παρά να οδηγηθεί σε μια λιγότερο ή περισσότερο βίαιη αντιπαράθεση με όλους αυτούς που, μέσα στις ταραχές του Νοεμβρίου 2005, είχαν δείξει ότι αρνούνται να χρησιμεύσουν ως χειραγωγήσιμη μάζα. Η επιδίωξη της ικανοποίησης της διεκδίκησης μέσω της διεύρυνσής της υπονόμευε τη διεκδίκηση. Ποιος μπορούσε να πιστέψει στη σύνδεση με τους εξεγερμένους του Νοεμβρίου στη βάση μιας σύμβασης αορίστου χρόνου για όλους; Αφενός, η σύνδεση αυτή ήταν αντικειμενικά εγγεγραμμένη στον γενετικό κώδικα του κινήματος και, αφετέρου, η ίδια η <em>αναγκαιότητα</em> της σύνδεσης προκαλούσε μια σχέση αγάπης/ μίσους στο εσωτερικό του κινήματος, εξίσου αντικειμενική. Ο αγώνας ενάντια στη CPE ήταν <em>ένα διεκδικητικό κίνημα που για το ίδιο, σαν διεκδικητικό κίνημα, η ικανοποίηση της διεκδίκησης δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή</em>.</p>
<p>Οι ταραχές στην Ελλάδα και η γενική απεργία στη Γουαδελούπη είναι τα πιο πρόσφατα γεγονότα που χαρακτηρίζουν αυτό τον κύκλο αγώνων.</p>
<p>Στις ταραχές στην Ελλάδα, το προλεταριάτο δεν διεκδικεί τίποτα και, απέναντι στο κεφάλαιο, δεν θεωρεί τον εαυτό του θεμέλιο κανενός εναλλακτισμού· απλώς, μέσω ταραχών που παράγουν το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό και τη σχέση εκμετάλλευσης σαν σκέτη επιβολή, το προλεταριάτο δεν θέλει πια να είναι αυτό που είναι.</p>
<p>Αυτές οι ταραχές ήταν ένα ταξικό κίνημα και όχι μια απλή δράση ακτιβιστών (που κι αυτή θα ήταν ταξικό κίνημα), αλλά δεν ήταν ένας αγώνας μέσα σε ό,τι αποτελεί την ίδια τη μήτρα των τάξεων: <em>την παραγωγή</em>. Έτσι οι ταραχές κατόρθωσαν αυτό το θεμελιώδες, να παραγάγουν και να βάλουν στο στόχαστρο το ταξικό ανήκειν σαν καταναγκασμό, αλλά δεν μπόρεσαν να το κάνουν και να φτάσουν σε αυτό το σημείο παρά μόνο προσκρούοντας, σαν στο ίδιο τους το όριο, σε αυτό το <em>αόρατο φράγμα</em> της παραγωγής. Και ο τρόπος (στόχοι, εξέλιξη των ταραχών, σύνθεση των εξεγερμένων κτλ.) με τον οποίο το κίνημα παρήγαγε αυτόν τον εξωτερικό καταναγκασμό ήταν εγγενώς καθορισμένος από το όριο αυτό. Αυτή ήταν η αμφισημία του κινήματος.</p>
<p>Φοιτητές δίχως μέλλον, νεαροί μετανάστες, επισφαλείς εργαζόμενοι, όλοι είναι προλετάριοι οι οποίοι βιώνουν καθημερινά την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σαν εξαναγκασμό, έναν εξαναγκασμό που <em>εμπεριέχεται</em> σε αυτή την αναπαραγωγή επειδή είναι προλετάριοι, αλλά και οι οποίοι τη βιώνουν καθημερινά σαν <em>διαχωρισμένη</em> και τυχαία (συμπτωματική και μη αναγκαία) σε σχέση με την ίδια την παραγωγή. Αγωνίζονται μέσα στον εξαναγκασμό σαν διαχωρισμένη στιγμή και ταυτόχρονα αντιλαμβάνονται και βιώνουν αυτόν τον διαχωρισμό απλώς και μόνο σαν έλλειψη του ίδιου του αγώνα τους ενάντια σε αυτό τον τρόπο παραγωγής.</p>
<p>Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση το κίνημα παρήγαγε το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά μόνο πάνω σε αυτήν. Με αυτό τον τρόπο το κίνημα τοποθετείται στο επίπεδο του τωρινού κύκλου αγώνων και συνιστά μια καθοριστική ιστορική στιγμή του. Είναι η επίθεση στους θεσμούς και τις μορφές της κοινωνικής αναπαραγωγής, θεωρούμενες αυτοτελώς, η οποία από τη μια συγκρότησε το κίνημα και έγινε η δύναμή του, ενώ από την άλλη εξέφρασε και τα όρια του.</p>
<p>Στην Ελλάδα, είναι στο εσωτερικό αυτής της διαμόρφωσης της ταξικής πάλης, και της εμπεριεχόμενης αμφισημίας, που, για τους αγωνιζόμενους προλετάριους, το ταξικό τους ανήκειν, ο ίδιος τους ο ορισμός ως τάξης μέσα στη σχέση τους με το κεφάλαιο, παράχθηκε και εμφανίστηκε σαν εξωτερικός καταναγκασμός. Αμφισβητήθηκαν σαν προλετάριοι από την ίδια τους την πρακτική μέσα στον αγώνα τους, αλλά δεν το έκαναν παρά μόνο διαχωρίζοντας, στις επιθέσεις τους και στους στόχους τους, τις στιγμές και τους μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αναπαραγωγή και παραγωγή του κεφαλαίου παρέμειναν ξένες η μια από την άλλη.</p>
<p>Σήμερα η επανάσταση εξαρτάται από την υπέρβαση μιας καταστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το ότι αποτελεί τάξη είναι για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο ταξικός του αγώνας πρέπει να υπερπηδήσει/ καταργήσει. Οι ταραχές στην Ελλάδα ανέδειξαν αυτό το εμπόδιο, σχηματοποίησαν την αντίφαση <em>και έμειναν εκεί</em>. Αυτό ήταν το όριό τους, αλλά τώρα η αντίφαση τίθεται πια με πρακτικούς όρους γι’ αυτό τον κύκλο αγώνων μέσα στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό <em>και την κρίση του</em>.</p>
<p>Στη Γουαδελούπη, η υψηλή ανεργία και το μεγάλο μέρος του πληθυσμού που ζει από «εισοδήματα προνοίας» ή από την παραοικονομία κάνουν τη μισθολογική διεκδίκηση να είναι μια λογική αντινομία. Η αντίφαση αυτή δόμησε την πορεία των γεγονότων ανάμεσα σε ένα LKP επικεντρωμένο στους σταθερούς εργαζομένους (κυρίως δημόσιους υπαλλήλους), αλλά που προσπαθεί με τον πολλαπλασιασμό και την άπειρη πολυμορφία των διεκδικήσεων να συγκρατήσει συνενωμένους τους όρους της αντίφασης, και τον παραλογισμό της κεντρικής μισθολογικής διεκδίκησης για τους περισσότερους απ’ όσους βρίσκονταν στα οδοφράγματα, στις λεηλασίες και στις επιθέσεις εναντίον δημόσιων κτιρίων. Η διεκδίκηση αποσταθεροποιήθηκε μέσα στην ίδια την πορεία του αγώνα, αμφισβητήθηκε μαζί με την οργανωτική της μορφή, αλλά οι ιδιαίτερες μορφές της εκμετάλλευσης του συνόλου του πληθυσμού, κληρονομημένες από μια αποικιοκρατική ιστορία, εμπόδισαν την αντίφαση αυτή να ξεσπάσει με μεγαλύτερη βιαιότητα στο εσωτερικό του κινήματος (ας σημειωθεί ωστόσο ότι ο μόνος νεκρός ήταν ένας συνδικαλιστής που σκοτώθηκε σε ένα οδόφραγμα). Από την άποψη αυτή, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού ήταν περισσότερο ένα είδος σχιζοφρένειας παρά μια αληθινή παραγωγή στην πορεία του αγώνα, ήταν περισσότερο μια κοινωνιολογική κατάσταση παρά ένα διακύβευμα του αγώνα. Δεν υπήρξε συγκρουσιακή ανασύνθεση της τάξης γύρω από τους ανέργους και τους επισφαλείς, αλλά μάλλον βίοι παράλληλοι μισθωτών και ανέργων, με το LKP να καπελώνει με μεγάλη δυσκολία το σύνολο. Αυτό δεν εμπόδισε τη μισθολογική διεκδίκηση να προσκρούσει συνολικά σε αυτή τη σύνθεση των διαδηλωτών και να βρει εκεί το όριό της.</p>
<p>Η μισθολογική διεκδίκηση, που τη στήριζε η λίγο-πολύ σταθερή φράξια των μισθωτών, έβρισκε το όριό της στην ίδια τη μάζα των ανέργων και «βοηθούμενων» που είχαν παρασυρθεί στο κίνημα, αλλά δεν επρόκειτο απλώς για εξωτερικό όριο: οι μεν και οι δε δεν ήταν ξένοι που βρίσκονταν «πλάι-πλάι» κατά τύχη. Εκείνο που τους ένωνε ήταν η συνολική αγορά της εργασιακής δύναμης, στο πλαίσιο της οποίας πάντα έχει ήδη αγοραστεί μια συνολική εργασιακή δύναμη, όποια κι αν είναι η ατομική (ή ανά φράξιες) ανάλωσή της από το κεφάλαιο εν γένει έναντι ενός εισοδήματος στο οποίο οι μισθοί δραστηριότητας και άλλες μορφές εισοδημάτων αντισταθμίζονται. Η μισθολογική διεκδίκηση τροποποιείται ριζικά όταν δεν ισχύει πια η μορφή της ελεύθερης σύμβασης. Ο εργαζόμενος δεν μπορεί πια να σπάσει, με μια απελευθέρωση της εργασίας, την αλυσίδα που συνδέει τους όρους της αντιφατικής αμοιβαίας συνεπαγωγής μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας.</p>
<p>Σ’ αυτό το «πλάι-πλάι» ενυπάρχει και το αθέμιτο της μισθολογικής διεκδίκησης: η διπλή αποσύνδεσή της. Αποσύνδεση σε σχέση με την αξιοποίηση και τη συσσώρευση του κεφαλαίου, για τις οποίες η μισθολογική διεκδίκηση έχει χάσει κάθε εσωτερική σημασία και δυναμική· αποσύνδεση μεταξύ, αφενός, μισθού και, αφετέρου, εισοδήματος και κατανάλωσης, μέσω της δανειοδότησης και όλων των υστερόχρονων ή προνοιακών εισοδημάτων. Η ίδια η σύνθεση των διαδηλωτών και εξεγερμένων εκφράζει ζωντανά και απτά αυτή τη διπλή αποσύνδεση. Ποιες μισθολογικές διεκδικήσεις μπορούν να έχουν οι αναρίθμητοι διαρθρωτικά άνεργοι; Θα ήταν λάθος να αναλύουμε την οργή σαν απόγνωση. Στην πορεία της μισθολογικής διεκδίκησης, η ανεργία είναι η αντίφαση υπερεργασίας/ αναγκαίας εργασίας, είναι το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει. Τότε ολόκληρη η μισθωτή σχέση προσαρμόζεται με βάση την ανεργία και τις «ιδιότυπες» μορφές απασχόλησης, μέχρι και η ίδια η μισθολογική διεκδίκηση, η πορεία της, όσοι συμμετέχουν σε αυτήν, οι δραστηριότητές της.</p>
<p>Ο εγκλωβισμός της μισθολογικής διεκδίκησης στην αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας είναι η ίδια η σύνθεση της εργατικής τάξης στη Γουαδελούπη και στους άλλους υπερπόντιους νομούς της Γαλλίας. Εκεί, αυτή η διαρθρωτική αντίφαση είναι η ίδια η σύνθεση της τάξης. Με αφετηρία τον μισθό, την ενδότερη σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο, στη Γουαδελούπη παίχτηκε στο εσωτερικό της μισθολογικής διεκδίκησης ένα σημαντικότερο έργο: η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως ορίου και εξωτερικότητας μέσα στην ίδια την ταξική πάλη.</p>
<p>Η τοποθέτηση της ανεργίας και της επισφάλειας στον πυρήνα της μισθωτής σχέσης· ο ορισμός της κατάστασης του αδήλωτου εργαζομένου ως γενικής κατάστασης της εργασιακής δύναμης· η τοποθέτηση –όπως με το κίνημα της άμεσης δράσης– της κοινωνικής αμεσότητας του ατόμου ως θεμελίου, που πρέπει να παραχθεί σαν βάση της αντίθεσης προς το κεφάλαιο· η πραγματοποίηση αυτοκτονικών αγώνων όπως στη Cellatex και αλλού την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2000 (Metaleurop –με κάποια επιφύλαξη–, Adelshoffen, Société Française Industrielle de Contrôle et d’Equipements, Bertrand Faure, Mossley, Bata, Moulinex, Daewoo-Orion, ACT – πρώην Bull)· η αναγωγή της ενότητας της τάξης σε μια αντικειμενικότητα που συγκροτείται μέσα στο κεφάλαιο, όπως με τον πολλαπλασιασμό των συλλογικοτήτων και με τα κύματα προσωρινών και εκ περιτροπής απεργιών (Γαλλία 2003, άγγλοι ταχυδρομικοί) – αυτά είναι, για καθέναν από αυτούς τους συγκεκριμένους αγώνες, περιεχόμενα που συγκροτούν τη δυναμική του τωρινού κύκλου <em>στο εσωτερικό και στην πορεία</em> των αγώνων. Στους περισσότερους τωρινούς αγώνες εμφανίζεται η επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο παράγει την ύπαρξή του ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο χωρίς καμία αυτοαναφορική δυνατότητα, που την καταστρέφουν οι ίδιοι οι αγώνες, άρα μια δυναμική που συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο αμφισβητεί τον εαυτό του σαν τάξη. Η δυναμική αυτή έχει όμως πάντα το εγγενές της όριο σε ό,τι ακριβώς την ορίζει σαν δυναμική: στη δράση του προλεταριάτου ως τάξης. Γι’ αυτό μιλάμε για δυναμική (για απόκλιση) στο εσωτερικό του ορίου.</p>
<p>Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής σχέσης και του διεκδικητικού αγώνα, σαν προαπαιτούμενο για την επαναστατική της δραστηριότητα. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα με την οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Η κατάργηση του κεφαλαίου σημαίνει αυτομάτως ότι ο προλετάριος αρνείται τον εαυτό του σαν εργαζόμενο και όχι ότι αυτοοργανώνεται σαν τέτοιος· πρόκειται για ένα κίνημα κατάργησης των επιχειρήσεων, των εργοστασίων, του προϊόντος, της ανταλλαγής (με όλες τις μορφές της).</p>
<p>Το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι επαναστατικό παρά μόνο αναγνωρίζοντας τον εαυτό του σαν τάξη· αυτό συμβαίνει σε κάθε σύγκρουση και, κατά μείζονα λόγο, όταν η ύπαρξή του ως τάξης θα είναι, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, η κατάσταση με την οποία θα χρειαστεί να συγκρουστεί. Δεν πρέπει ωστόσο να παρανοούμε το περιεχόμενο αυτής της «αναγνώρισης». Το να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαν τάξη δεν θα είναι για το προλεταριάτο «επιστροφή στον εαυτό του» αλλά πλήρης εξωστρέφεια, <em>η αυτοαναγνώρισή του ως κατηγορίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</em>. Το τι είμαστε σαν τάξη δεν είναι, κατά άμεσο τρόπο, τίποτε άλλο από τη σχέση μας με το κεφάλαιο. Η «αναγνώριση» αυτή θα είναι εκ των πραγμάτων μια πρακτική αναγνώριση, μέσα στη σύγκρουση· όχι αναγνώριση του εαυτού μας για τον εαυτό μας, αλλά αναγνώριση του κεφαλαίου.</p>
<h2>Η εκμετάλλευση: ένα παιχνίδι που καταργεί τον κανόνα του</h2>
<p>Το αθέμιτο της μισθολογικής διεκδίκησης σε μια κρίση που είναι ειδικά κρίση της μισθωτής σχέσης αποτελεί <em>την αντίφαση και τη δυναμική της τωρινής στιγμής</em>· μέσα στις ίδιες τις δραστηριότητες του προλεταριάτου ως τάξης, εμπεριέχει όλες τις αμφισβητήσεις του ταξικού ανήκειν ως ορίου της ταξικής πάλης. Επανέρχονται τότε σε κεντρική θέση ο ορισμός του προλεταριάτου και ο ορισμός της εκμετάλλευσης ως της αντίφασής του με το κεφάλαιο.</p>
<p>Όταν το να αγωνίζεται το προλεταριάτο σαν τάξη έχει γίνει το ίδιο το εσωτερικό όριο της ταξικής πάλης του, αυτό σημαίνει ότι, μέσα στον πυρήνα της εκμετάλλευσης και της παραγωγής υπεραξίας, θεμελιώνεται το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης σαν ζήτημα του παρόντος, επίκαιρο. Όχι μόνο δεν είμαστε τίποτα έξω από τη μισθωτή σχέση, αλλά δεν είμαστε τίποτα έξω από την <em>αντίφαση</em> της μισθωτής σχέσης· αυτό τα αλλάζει όλα, και μέσω αυτού μπορούν να αλλάξουν όλα. Τα ζεύγη εκμετάλλευση/ αλλοτρίωση, αμοιβαία συνεπαγωγή/ κυριαρχία, τάξεις/ άτομα, παραγωγική εργασία/ «διάχυτη αξιοποίηση», προορίζονται να γίνουν αντικείμενα πολεμικής και θεωρητικών και πρακτικών διχογνωμιών. Με το να τίθεται η πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σαν η πραγματική εξέλιξη της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου καταργούνται οι αμφισημίες ανάμεσα στους όρους αυτών των αντινομιών. Μια υποτίμηση ή και αγνόηση της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο μέσα στη διαδικασία εκμετάλλευσης δικαιολογεί, αφενός, τον θεωρητικό «αμεσοτισμό» που εκφράζεται με την καταγγελία<sup>13</sup> και, αφετέρου, μια αντίληψη της πρακτικής ως επέμβασης (βλ. το ζήτημα του ακτιβισμού).</p>
<p>Το προλεταριάτο και το κεφάλαιο αποτελούν τους όρους μιας αντίφασης και συνεπώς δεν μπορούν να οριστούν όπως θα ήταν μόνα τους έξω από την αντίφαση αυτή<sup>14</sup>. Η αντίφαση αυτή είναι η ενότητά τους και η αμοιβαία αναπαραγωγή τους. Σαν αμοιβαία <em>ανα-παραγωγή</em>, η αντίφαση παράγει μια ιδιαίτερη χρονικότητα που είναι η ιστορική διεργασία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο χρόνος είναι εσωτερικός στην αντίφαση, είναι μια <em>διάρκεια</em>, και όχι ένα απριόρι που την περιβάλλει και που μέσα του αυτή θα έπρεπε να εκτυλιχθεί, να πραγματωθεί<sup>15</sup>. Σαν αναπαραγωγή, η αντίφαση δεν θέτει αντιμέτωπους δύο ισότιμους όρους, είναι ασύμμετρη σχέση: το κεφάλαιο υπάγει την εργασία. Κατά συνέπεια, η πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η <em>πραγματική εξέλιξη</em> της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου· η αντίφαση <em>υπόκειται</em> στη <em>δική της</em> ιστορία, όχι σε συνθήκες. Από εκεί πηγάζει και η ταυτότητα ανάμεσα σε ό,τι κάνει το προλεταριάτο τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής και ό,τι το κάνει επαναστατική τάξη. Εδώ έχουμε τόσο την κριτική κάθε επαναστατικής φύσης όσο και την κριτική κάθε «αμεσοτισμού» του κομμουνισμού. Κριτική της απελευθέρωσης της εργασίας και της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου ως τάξης που γίνεται κυρίαρχη· κριτική του ακτιβισμού και του εναλλακτισμού.</p>
<p>Η τάξη δεν υπάρχει δύο φορές, μία σαν αναπαραγωγός του κεφαλαίου ο οποίος αγωνίζεται μέσα στα όρια αυτής της αναπαραγωγής και άλλη μία σαν τάση προς τον κομμουνισμό. Μέσω της πτώσης του ποσοστού κέρδους, η εκμετάλλευση είναι <em>μια διεργασία που βρίσκεται συνεχώς σε αντίφαση με την ίδια της την αναπαραγωγή</em>: η κινούμενη πραγματικότητα της εκμετάλλευσης είναι αντίφαση για τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής των οποίων αποτελεί το περιεχόμενο και την κίνηση. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η εργασία υπάρχει κοινωνικά, η αξιοποίηση, αποτελεί την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Οριζόμενο από την εκμετάλλευση, το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίθεση με την αναγκαία κοινωνική ύπαρξη της εργασίας του ως κεφαλαίου, δηλαδή ως αξίας αυτονομημένης και η οποία δεν παραμένει τέτοια παρά μόνο εφόσον αξιοποιείται: <em>η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι αντίφαση μεταξύ των τάξεων. </em>Το προλεταριάτο βρίσκεται διαρκώς σε αντίφαση με τον ίδιο του τον ορισμό ως τάξης: η ανάγκη της αναπαραγωγής του είναι κάτι που το βρίσκει απέναντί του να αντιπροσωπεύεται από το κεφάλαιο – από το κεφάλαιο για το οποίο το προλεταριάτο <em>είναι</em> <em>συνεχώς αναγκαίο και πάντα περισσεύει</em>: πρόκειται για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, για την αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας<sup>16</sup> (που γίνεται αντίφαση της αναγκαίας εργασίας), για το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει (βλ. πιο πάνω). Πρόκειται, με δυο λόγια, για την αντίφαση της παραγωγικής εργασίας: «<em>Παραγωγική εργασία</em> είναι μόνο μία συντομευμένη έκφραση για την όλη σχέση και τον τρόπο, με τον οποίο εμφανίζεται η ικανότητα εργασίας και η εργασία στο καπιταλιστικό προτσές παραγωγής» (Μαρξ, <em>Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]</em><em>, εκδ. Α/συνέχεια, σελ. 134-5</em>).</p>
<p>Η εκμετάλλευση είναι το περίεργο αυτό παιχνίδι όπου κερδίζει πάντα ο ίδιος (επειδή η εκμετάλλευση είναι υπαγωγή)· ταυτόχρονα, και για τον ίδιο λόγο, <em>είναι ένα παιχνίδι που βρίσκεται σε αντίφαση με τον κανόνα του και μια ένταση προς την κατάργηση αυτού του κανόνα</em>. Το αντικείμενο σαν ολότητα, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, <em>βρίσκεται σε αντίφαση με τον εαυτό του μέσα από την αντίφαση των στοιχείων του</em>, επειδή αυτή η αντίφαση με το άλλο είναι για κάθε στοιχείο αντίφαση με τον εαυτό του, στον βαθμό που το άλλο είναι το <em>δικό του</em> άλλο. Στην αντίφαση την οποία αποτελεί η εκμετάλλευση, εκείνο που μας δίνει την υπέρβαση είναι η μη συμμετρικότητά της. <em>Όταν λέμε ότι η εκμετάλλευση είναι για τον εαυτό της μια αντίφαση, ορίζουμε την κατάσταση και την επαναστατική δραστηριότητα του προλεταριάτου</em>. Η πάλη των τάξεων είναι ένα παιχνίδι που μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση του κανόνα του, επειδή μέσα στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, δηλαδή στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας, δεν έχουμε πια να κάνουμε με μια διαδικασία «μόνο του κεφαλαίου» αλλά με την πάλη των τάξεων. Ο κομμουνισμός είναι η αντιφατική κίνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η διεργασία της απαρχαίωσής του. Η υπέρβαση περιλαμβάνεται σαν το ίδιο το περιεχόμενο της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, στις πιο άμεσες μορφές της πάλης των τάξεων.</p>
<p>Ο μη παραγωγικός εργαζόμενος πουλάει κι αυτός την εργασιακή του δύναμη και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον καπιταλιστή του, για τον οποίο ο βαθμός εκμετάλλευσης θα καθορίσει το τμήμα της αξίας (την υπεραξία) που θα μπορέσει να ιδιοποιηθεί σαν κέρδος. Αλλά από την ίδια την παραγωγική εργασία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το προλεταριάτο δεν περιορίζεται στους παραγωγικούς εργαζομένους. Πράγματι, πρώτον, είναι στην ίδια τη φύση της υπεραξίας να υφίσταται σαν κέρδος, μεταξύ άλλων και για τα ίδια τα παραγωγικά κεφάλαια· δεύτερον, για τον ίδιο αυτό λόγο, είναι ολόκληρη η καπιταλιστική τάξη που εκμεταλλεύεται ολόκληρη την εργατική τάξη, ενώ ο προλετάριος ανήκει στην καπιταλιστική τάξη πριν πουλήσει τον εαυτό του στο τάδε ή στο δείνα αφεντικό. Όμως η συνολική κοινωνική εργασία την οποία το κεφάλαιο δημιουργεί καθώς την ιδιοποιείται (η κοινωνική εργασία δεν προϋπάρχει μέσα στον προλετάριο ούτε στο σύνολο της τάξης πριν από την ιδιοποίησή της) δεν αποτελεί μια ομοιογενή μάζα χωρίς διακρίσεις, διαμεσολαβήσεις και ιεραρχία, δεν αποτελεί μια ολότητα που κάθε μέρος της εμπεριέχει όλους τους καθορισμούς της ολότητας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ένα κεντρικό ζήτημα: ενώ κάθε προλετάριος έχει τυπικά ταυτόσημη σχέση με το ιδιαίτερο κεφάλαιο που τον εκμεταλλεύεται, η σχέση του με το κοινωνικό κεφάλαιο διαφέρει ανάλογα με το αν ο ίδιος είναι ή όχι παραγωγικός εργαζόμενος (δεν πρόκειται για θέμα συνείδησης αλλά για μια αντικειμενική κατάσταση). Αν, στο κέντρο της πάλης των τάξεων, δεν υπήρχε η αντίφαση την οποία αντιπροσωπεύει η παραγωγική εργασία, για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής <em>και για το προλεταριάτο</em>, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για επανάσταση (η επανάσταση θα ήταν κάτι εξωγενές σε σχέση με τον τρόπο παραγωγής, στην καλύτερη περίπτωση μια ουτοπία, στη χειρότερη τίποτα).</p>
<p>Ενώ το προλεταριάτο δεν περιορίζεται στην τάξη των εργαζομένων που παράγουν υπεραξία, <em>εκείνο που το δομεί είναι η αντίφαση την οποία αποτελεί η παραγωγική εργασία</em>. Η παραγωγική εργασία (που παράγει υπεραξία, δηλαδή κεφάλαιο) είναι η ζωντανή και αντικειμενική αντίφαση αυτού του τρόπου παραγωγής. Δεν πρόκειται για μια φύση που έχει προσδεθεί σε πρόσωπα: ο ίδιος εργαζόμενος μπορεί να εκτελεί ορισμένες παραγωγικές και ορισμένες μη παραγωγικές εργασίες· ο παραγωγικός χαρακτήρας της εργασίας μπορεί να οριστεί στο επίπεδο του συλλογικού εργαζομένου· ο ίδιος (προσωρινός) εργαζόμενος μπορεί, από τη μια εβδομάδα στην άλλη, να περνάει από μια παραγωγική σε μια μη παραγωγική εργασία. Αλλά η σχέση του συνόλου του προλεταριάτου με το κεφάλαιο δομείται από την αντιφατική κατάσταση της παραγωγικής εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Το ζήτημα είναι να ξέρουμε, πάντα με βάση την ιστορία και τη συγκυρία, τον τρόπο με τον οποίο αυτή η θεμελιώδης (καταστατική) αντίφαση δομεί σε μια δεδομένη στιγμή την πάλη των τάξεων, γνωρίζοντας ότι είναι στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να μην εμφανίζεται ξεκάθαρα η αντίφαση αυτή, αφού η υπεραξία μετατρέπεται εξ ορισμού σε κέρδος και το κεφάλαιο είναι αξία εν κινήσει. Η μοναχική ώρα του έσχατου καθοριστικού στοιχείου δεν έρχεται ποτέ.</p>
<p>Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραγωγικοί εργαζόμενοι είναι επαναστάτες εκ φύσεως και μονίμως. Οι τάξεις δεν είναι αθροίσματα ατόμων, το προλεταριάτο και η καπιταλιστική τάξη αποτελούν τους κοινωνικούς πόλους της αντίφασης –πτώση του ποσοστού κέρδους ή παραγωγική εργασία– που δομεί το σύνολο της κοινωνίας. Η ιδιαίτερη σχέση της παραγωγικής εργασίας με το κοινωνικό κεφάλαιο (ιδιαίτερη σε σχέση με κάθε άλλη εργασία που υπόκειται σε εκμετάλλευση) δεν παγιώνεται σαν ουσία των παραγωγικών εργαζομένων. Ωστόσο, μέσα στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας που δομεί <em>το σύνολο της κοινωνίας</em> και τη διαιρεί σε πόλους αντιτιθέμενων τάξεων, οι παραγωγικοί εργαζόμενοι βρίσκονται σε μια μοναδική κατάσταση. Όταν μπλοκάρουν την παραγωγή αξίας <em>και υπεραξίας</em>, οι άνθρωποι που ζουν στο κέντρο της εσωτερικής σύγκρουσης του κεφαλαίου ως αντίφασης εν κινήσει δεν «μπλοκάρουν» απλώς. Μέσα στη μοναδική δράση τους, η οποία δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο αλλά απλώς την εμπλοκή τους στον αγώνα, η αντίφαση που δομεί το σύνολο της κοινωνίας σαν πάλη των τάξεων επιστρέφει στον εαυτό της, στην ίδια της τη συνθήκη, επειδή η σχέση εκμετάλλευσης δεν συνδέει τον παραγωγικό εργαζόμενο με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, αλλά άμεσα, στη σχέση του με ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, τον συνδέει με το κοινωνικό κεφάλαιο. Εκείνο που, κατά πραγματικό τρόπο, συγκαλύπτεται συνεχώς μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, όχι μόνο σαν εσωτερική αντίφαση της αναπαραγωγής (την οποία εννοούμε εδώ σαν ενότητα της παραγωγής και της κυκλοφορίας) αλλά και σαν <em>εκείνο που κάνει να υπάρχει η ίδια η αντίφαση</em>: <em>η εργασία σαν ουσία της αξίας η οποία, στο πλαίσιο του κεφαλαίου, είναι αξία μόνο σαν αξία εν κινήσει</em>. Μέσα στην αντίφαση της παραγωγικής εργασίας –αντίφαση υπερεργασίας/ αναγκαίας εργασίας, δηλαδή αντίφαση της αναγκαίας εργασίας, δηλαδή αντίφαση της παραγωγικής εργασίας με τον εαυτό της στο πλαίσιο της αντίφασής της με το κεφάλαιο– το κεφάλαιο σαν αντίφαση εν κινήσει είναι αντίφαση μεταξύ τάξεων, είναι ταξική πάλη: η αντίφαση (η εκμετάλλευση) επανέρχεται στον εαυτό της, <em>στην ίδια της τη συνθήκη</em>.</p>
<p>Η επανάσταση θα ξεκινήσει το δικό της έργο όταν οι εργάτες θα βγαίνουν από τα εργοστάσια για να τα καταργήσουν, επιτιθέμενοι στον πυρήνα της παραγωγής αξίας· η επανάσταση θα προσκρούσει στην αυτοοργάνωση, στην αυτονομία και σε οτιδήποτε μπορεί να συνδέεται με τη «συμβουλιακή» πρακτική, σε οτιδήποτε θα μπορούσε να μας οδηγήσει να αναδιοργανώσουμε «με υπεύθυνο τρόπο» την παραγωγή. Η επανάστασή μας είναι η επανάσταση της εποχής όπου η αντίφαση μεταξύ των τάξεων τοποθετείται στο επίπεδο της αμοιβαίας συνεπαγωγής τους και της αναπαραγωγής τους. Και «ο πιο αδύναμος κρίκος» αυτής της αντίφασης, της εκμετάλλευσης, που συνδέει τις τάξεις μεταξύ τους, τοποθετείται στις στιγμές της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, εκεί όπου ακριβώς, μακράν από το να βρίσκει επιβεβαίωση, ο ορισμός του προλεταριάτου ως τάξης της παραγωγικής εργασίας εμφανίζεται πάντα (και ολοένα περισσότερο μέσα στις σύγχρονες μορφές της αναπαραγωγής) σαν τυχαίος και περιστασιακός, όχι μόνο για κάθε προλετάριο ειδικά, αλλά διαρθρωτικά για το σύνολο της τάξης. Αλλά αν η πάλη των τάξεων παραμείνει κίνημα στο επίπεδο της αναπαραγωγής, δεν θα έχει ενσωματώσει τον ίδιο της τον λόγο ύπαρξης, την παραγωγή. <em>Εδώ βρίσκεται σήμερα το επανεμφανιζόμενο όριο όλων των ταραχών και των «εξεγέρσεων», αυτό που σε επίπεδο γεγονότων τις ορίζει σαν «μειοψηφικές». </em>Η επανάσταση θα πρέπει να περικυκλώσει την παραγωγή για να την καταργήσει σαν ιδιαίτερη στιγμή των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και, με τον τρόπο αυτό, να καταργήσει την εργασία καταργώντας τη μισθωτή εργασία. Εδώ εντοπίζεται ο καθοριστικός ρόλος της παραγωγικής εργασίας και αυτών οι οποίοι σε μια δεδομένη στιγμή είναι οι άμεσοι φορείς της αντίφασης της παραγωγικής εργασίας, επειδή τη βιώνουν στην ίδια τους την ύπαρξη για το κεφάλαιο σαν ταυτόχρονα αναγκαία και περιττή. Κατέχουν <em>αντικειμενικά</em> τη δυνατότητα να μετατρέψουν αυτή την επίθεση σε αντίφαση για το ίδιο το κεφάλαιο, να αναστρέψουν ενάντια στον εαυτό της και ενάντια στον εαυτό τους την αντίφαση που αποτελεί η εκμετάλλευση. Ο δρόμος της κατάργησης της εκμετάλλευσης περνάει από την ίδια την εκμετάλλευση· όπως το κεφάλαιο, έτσι και η επανάσταση είναι κι αυτή μια αντικειμενική διαδικασία.</p>
<p>Ακόμα κι αν ορίσουμε την τρέχουσα κρίση, στο γίγνεσθαί της, σαν κρίση της αξίας, η κρίση δεν παύει να είναι σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο. Η ίδια η επανάσταση είναι το «μπλοκάρισμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής· το «μπλοκάρισμα» δεν είναι προαπαιτούμενο της επανάστασης. Το προλεταριάτο καταργεί τις τάξεις μέσα στην επανάσταση, με μέτρα που παίρνονται στη διάρκεια μιας κρίσης η οποία <em>γίνεται</em> επαναστατική κρίση και η οποία <em>γίνεται</em>, σαν τέτοια, το μπλοκάρισμα της συσσώρευσης. Δεν υπάρχει κατάσταση, δεν υπάρχει κρίση, που, αν την αντιληφθούμε μονομερώς, να είναι χωρίς διέξοδο για το κεφάλαιο. Η κρίση της σχέσης εκμετάλλευσης διαπιστώνεται στο προλεταριάτο και στο κεφάλαιο, σαν επιδίωξη μιας επιδείνωσης της εκμετάλλευσης και σαν αντίσταση στην επιδείνωση αυτή. Αυτή ακριβώς η αντίσταση, στην απτή της εξέλιξη, δείχνει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, ότι ενάντια στο προλεταριάτο, <em>και εξαιτίας της δραστηριότητάς του</em>, δεν μπορεί να αναδιαρθρωθεί, να συγκροτήσει έναν ανώτερο τρόπο αξιοποίησης.</p>
<p>Τα πράγματα πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε ιστορικά και ποιοτικά. Κάθε κρίση είναι μια ορισμένη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ των τάξεων και των αντίστοιχων πρακτικών τους. Εκεί ακριβώς ο προηγούμενος κύκλος αγώνων γίνεται καθοριστικός· εκείνο που μπορεί να μπλοκάρει την καπιταλιστική αναπαραγωγή είναι ένας τύπος πρακτικής που εμφανίζεται στην πορεία της κρίσης. Ίσαμε τότε όλες οι κρίσεις, ακόμα και οι σφοδρότερες, είναι πάντα στιγμές της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ποτέ δεν υπάρχει σχέδιο, εκείνο που υπάρχει, από την ίδια τη φύση του κεφαλαίου, είναι μια διαδικασία αξιοποίησης/ απαξίωσης: η κρίση, από μόνη της, είναι άνοιγμα προς μιαν αναδιάρθρωση. Ένας τύπος πρακτικών που εμφανίζονται μέσα στην κρίση είναι αυτό που μετατρέπει την κρίση σε επανάσταση, δηλαδή σε «τελική κρίση»<sup>17</sup>. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσα στην κρίση, οι προηγούμενες συνθήκες της αξιοποίησης, και του κύκλου αγώνων, γίνονται καθοριστικές: αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου η οποία ορίζεται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της σχέσης τους· εξαφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που να επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου· ταυτότητα ανάμεσα στην ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης και την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Δηλαδή δραστηριότητες απόκλισης στο ίδιο το εσωτερικό της ταξικής δραστηριότητας, στο εσωτερικό των αγώνων.</p>
<p>Μέσα στην κρίση, στην πορεία αυτών των αγώνων, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού μέσα στο κεφάλαιο είναι το ποιοτικό άλμα, η υπέρβαση της ταξικής δράσης ως ορίου, αλλά μια παραγόμενη υπέρβαση που κάθε άλλο παρά είναι άσχετη με την προηγούμενη πορεία του κύκλου αγώνων, που δεν θα μπορούσε ούτε καν να υπάρξει χωρίς αυτήν. Η υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων του είναι, απλούστατα, αυτό που οδηγεί το προλεταριάτο να περάσει σε κάτι άλλο: στην κατάργηση του κυρίαρχου συστήματος.</p>
<p>Η δραστηριότητα του προλεταριάτου μπορεί να γίνει, στους στόχους της και στην πορεία των μέτρων αγώνα κατά της εκμετάλλευσης, έμπρακτη επίθεση ενάντια στα προσδιοριστικά στοιχεία της εκμετάλλευσης τη στιγμή ακριβώς που η αντίφαση μεταξύ των τάξεων μετατρέπεται από στιγμή της αμοιβαίας συνεπαγωγής σε εξωτερίκευση του ταξικού ανήκειν. Υπάρχει μια στιγμή όπου όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία, όλες οι αντιφατικές διεργασίες, όλες οι ιστορικές σημασίες δεν αρκούν πια, αν δεν θέτουν ότι την επαναστατική ρήξη την παράγει η πάλη του προλεταριάτου μέσα στη <em>δική της</em> δυναμική.</p>
<p>Και πάλι όμως η επανάσταση μπορεί να αποτύχει, να ηττηθεί· η επέκταση των μέτρων κομμουνιστικοποίησης δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων. Πρόκειται για μέτρα που παίρνονται ενάντια στο κεφάλαιο, πράγμα που σημαίνει ότι η αναπαραγωγή του ή τα θεμέλιά της –η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης έστω και με «ανορθόδοξες» μορφές, η ανταλλαγή, κάποιες μορφές στοιχειώδους κοινωνικής πρόνοιας οργανωμένης από κράτη, ή άλλες θεσμικές ανασυνθέσεις– βρίσκονται πάντα εκεί μέσα στην κατ’ εξοχήν καταστροφική κατάσταση (καταστροφική με την έννοια ότι τίποτα δεν ριζώνει για να συγκροτήσει σύστημα) την οποία αποτελεί η επανάσταση. Είναι αλήθεια ότι η δυναμική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι αντίφαση για εκείνο ακριβώς του οποίου αποτελεί τη δυναμική (ένα παιχνίδι που μπορεί να αμφισβητήσει τον ίδιο του τον κανόνα), αλλά παραμένει επίσης, για τον ίδιο λόγο, η δυναμική του.</p>
<p>Η επανάσταση εγγράφεται εκεί σαν μια συγκυρία πιθανή ως προς τη μελλοντική επέλευσή της, αναγκαία ως προς τη σημερινή θεώρηση των ταξικών αγώνων των οποίων η συγκυρία αυτή είναι αποτέλεσμα. Η ίδια η κομμουνιστικοποίηση είναι ένα σύνολο δραστηριοτήτων ενάντια στην καπιταλιστική αναπαραγωγή· με αυτή την έννοια η νίκη της δεν ενυπάρχει μέσα της, αλλά η κομμουνιστικοποίηση αναπτύσσει και τις δικές της αντιφάσεις. Η απλούστερη από τις αντιφάσεις αυτές είναι ότι αναπτύσσει μορφές κοινωνικοποίησης που την καθηλώνουν σαν τοπική αναπαραγωγή, αυτοδιαχείριση επιβίωσης, νόθες μορφές ανταλλαγών. Αυτές οι μορφές κοινωνικοποίησης, αυτοδιαχείρισης, που ενδέχεται να εμφανιστούν δεν είναι αντεπανάσταση· μπορεί να αποτελέσουν γρανάζια της αντεπανάστασης, αλλά δεν είναι η ίδια η αντεπανάσταση. Η αντεπανάσταση είναι πάντοτε ειδικά καπιταλιστική· αυτές οι «αυτοδιαχειριστικές» μορφές που ενδέχεται να χρησιμεύσουν σαν γρανάζια θα σαρωθούν, και μάλιστα βίαια, από την αντεπανάσταση την οποία θα έχουν βοηθήσει να αναλάβει τα ηνία.</p>
<p>Αλλά υπάρχει μια ακόμα σοβαρότερη εσωτερική αντίφαση της επαναστατικής διαδικασίας, που σχετίζεται με την ίδια τη διαδικασία ενοποίησης του προλεταριάτου μέσα στην κατάργησή του. Μια κρίση της αξίας μπορεί, ξεκινώντας από τον καπιταλιστικό πυρήνα της, την κρίση της εργασίας που παράγει υπεραξία, να είναι για το προλεταριάτο μια πάλη κατά του κεφαλαίου μέσα στην οποία απορροφά, ενάντια στην καπιταλιστική τάξη, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Πρόκειται για τη διαδικασία κατάργησής του μέσα στην κατάργηση της ανταλλαγής, στην οποία αναγκάζονται να συμμετάσχουν κάθε είδους περιφερειακά στρώματα και φτωχοί που δεν είναι στην κυριολεξία προλετάριοι. Με αυτή τη διαδικασία ενοποίησης παρασύρονται στο κίνημα τεράστιες μάζες προλετάριων που δεν είναι εργάτες. Με άλλα λόγια, η αντίφαση που επιφέρει την κατάργηση της αξίας είναι η αντίφαση του κεφαλαίου ως αντίφασης εν κινήσει (βλ. πιο πάνω), αλλά η αντίφαση αυτή σαν ζωντανή δύναμη είναι η αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας, δηλαδή το προλεταριάτο με τη στενή έννοια της εργατικής τάξης. Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση ενοποιείται το προλεταριάτο μέσα στην κατάργηση της αξίας· πάνω σε αυτή τη βάση θα πρέπει να συμπεριλάβει, να παρασύρει, μια τεράστια μάζα κατεστραμμένων αγροτών, προλετάριων της παραοικονομίας κτλ., οι οποίοι είναι βέβαια ενταγμένοι στον παγκόσμιο κύκλο του κεφαλαίου, υφίστανται εκμετάλλευση, αλλά σαν <em>μετέχοντες σε ανταλλαγή</em>. Δεν βιώνουν την αντίφαση της αξίας σαν αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας, επομένως δεν βιώνουν άμεσα την ανάγκη της υπέρβασής της. Η μιζέρια και η ακραία ένδεια δεν είναι από μόνες τους αναγκαιότητα και εξαναγκασμός για επαναστατικότητα. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει εκεί μια εκφοβιστική μάζα για υλική και κοινωνική χειραγώγηση. Εκεί βρίσκεται επίσης και η δυνατότητα πολλών βάρβαρων μικροπολέμων.</p>
<p>Η κομμουνιστική επανάσταση είναι πάνω απ’ όλα μια κατάσταση εντροπίας· όλες οι κοινωνικές διαμορφώσεις (οι μορφές που συγκροτούσαν κοινωνία) αρχίζουν να πέφτουν στο κενό, και μάλιστα επανεμφανίζονται καταστάσεις παλαιότερες, αντιφάσεις που θεωρούνταν ξεπερασμένες, που σχετίζονται με προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο να προοιωνιζόμαστε την πιθανή εμφάνιση, μέσα στην κρίση και εξαιτίας των χαρακτηριστικών του κύκλου αγώνων και της ιδιαίτερης ιστορικής φύσης αυτής της κρίσης, πρακτικών που συνθέτουν μια επαναστατική <em>συγκυρία</em>. Η επαναστατική συγκυρία είναι εσωτερική παραβίαση των νόμων αναπαραγωγής του τρόπου παραγωγής, επειδή οι νόμοι που οδηγούν την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν έχουν σκοπιμότητα παρά <em>μόνο από την άποψη κάποιου που βρίσκεται στο εσωτερικό των νόμων αυτών</em>. Οι νόμοι που οδηγούν τον καπιταλισμό στον χαμό του δεν παράγουν ένα ιδεώδες που θα περιμέναμε μοιρολατρικά την πραγμάτωσή του· η σκοπιμότητα αυτή είναι μια εγγενής οργάνωση της πάλης των τάξεων που οι αγώνες του προλεταριάτου μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν <em>έμπρακτα</em>. Η αποκρυπτογράφηση αυτή είναι μια επαναστατική συγκυρία. Σε μια συγκυρία υπάρχει το αβέβαιο, υπάρχει συνάντηση, υπάρχουν πράγματα της τάξης του <em>συμβάντος</em>: μια σκοπιμότητα που παράγει και αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στην τυχαιότητα της μιας ή της άλλης πρακτικής.</p>
<p>Με την τωρινή κρίση προετοιμάζεται, μέσα στη δράση του προλεταριάτου, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού, <em>και μάλιστα στον πυρήνα του</em>: στη μισθωτή σχέση. Η διεκδίκηση και η πρόσκρουση του προλεταριάτου στην ίδια του την ταξική ύπαρξη ως όριο της δράσης του δεν αλληλοαποκλείονται πια. Στους τωρινούς μισθολογικούς αγώνες (μισθολογικούς με την ευρεία έννοια των αγώνων γύρω από τη μισθωτή σχέση, που περιέχουν τόσο τις διεκδικήσεις για το επίπεδο του μισθού και για τις μορφές του έμμεσου μισθού όσο και τις διεκδικήσεις για τις συνθήκες εργασίας, την επισφάλεια ή τις απολύσεις), η διεκδίκηση δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να μην αποσταθεροποιηθεί, σαν διεκδίκηση, μέσα στην ίδια την πορεία της πάλης και να συγκροτήσει τις οργανωτικές μορφές που της αντιστοιχούν χωρίς αυτές να αμφισβητηθούν. Η διεκδίκηση για τον μισθό γίνεται τώρα το προνομιακό πεδίο όπου μπορεί να προαναγγελθεί η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού.</p>
<p>Η <em>τωρινή στιγμή</em> ορίζεται από τη σχέση και την αλληλοδιείσδυση της <em>κρίσης της μισθωτής σχέσης</em> και του <em>αθέμιτου της μισθολογικής διεκδίκησης</em>. Η εκρηκτική αυτή σύνδεση βρίσκεται στον πυρήνα της τωρινής στιγμής.</p>
<p>Στις μέρες μας, οι αποκλίσεις μέσα στη δράση της τάξης (αναπαραγωγή της ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής/ αυτοαμφισβήτησή της) υπάρχουν μέσα στην πορεία των περισσότερων αντιπαραθέσεων<sup>18</sup>. <em>Είμαστε θεωρητικοί ιχνηλάτες και υπέρμαχοι αυτών των αποκλίσεων</em><em> που, μέσα στην πάλη του προλεταριάτου, αποτελούν την αυτοαμφισβήτησή του· και είμαστε πρακτικά συνεργοί τους όταν συμμετέχουμε άμεσα</em>. Υπάρχουμε μέσα σε αυτή τη ρήξη, μέσα σε αυτή τη διχοστασία της δραστηριότητας του προλεταριάτου ως τάξης.</p>
<h2>Το στοίχημά μας</h2>
<p>Οι δραστηριότητες απόκλισης είναι παρούσες και βάζουν άμεσα ερωτήματα στη θεωρία, κι έτσι την τροποποιούν και τη διαμορφώνουν· και οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι «δικές μας» με τη στενή έννοια της προσωπικής ανάμιξης.</p>
<p>Το ζήτημα της επέμβασης, και το αλληλένδετο ζήτημα της επιστροφής της θεωρίας στην πρακτική, τίθεται μόνο από τη στιγμή που η πολυμορφία των δραστηριοτήτων γίνεται αφαίρεση: η <em>Πρακτική</em> σαν αφαίρεση. Το ζήτημα της επέμβασης μετατρέπει αυτό που κάνουμε μέσα στον ένα ή τον άλλο αγώνα (ή αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε), δηλαδή πρακτικές πάντοτε συγκεκριμένες, σε μια <em>αφαίρεση της πρακτικής</em>, συγκροτώντας το δίλημμα επέμβαση/ αναμονή. Η διαδικασία αφαίρεσης είναι ένας απτός μηχανισμός, που συγκροτείται με εμπειρικά διαπιστώσιμες δραστηριότητες και στάσεις: η «πρακτική επαγρύπνηση»· η δυνατότητα «επιλογής» μεταξύ των αγώνων· το «τμήμα της κοινωνίας που βρίσκεται πάνω απ’ την κοινωνία»· το «όλα με αφορούν»· η εξαφάνιση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου μέσα στην πάλη των τάξεων, μια εξαφάνιση μέσω της οποίας «τα πάντα μπορούν να συμβούν», με την αναπαραγωγή να διατηρείται σαν πλαίσιο <em>αλλά όχι σαν ορισμός των πρωταγωνιστών</em>· το ζήτημα της στρατηγικής και η επανάσταση σαν <em>σκοπός</em> προς επίτευξη· η <em>απόφαση του ατόμου</em> σαν μεθοδολογική αφετηρία, αντί για την ύπαρξη μιας αντιφατικής διαδικασίας ή μιας απόκλισης που εκφράζεται από δραστηριότητες· η υπερπήδηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξ ονόματος μιας κατάστασης που κρίνεται, για το σύνολο του προλεταριάτου, σαν θεμελιωδώς κοινή αλλά πέρα από τις αντικειμενικές πολυμορφίες (εδώ ξανασυναντάμε την πραγματική ανάπτυξη της αντίφασης, δηλαδή το προλεταριάτο-τάξη του κεφαλαίου και την αντίφασή του με το κεφάλαιο σαν πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής).</p>
<p>Ο πυρήνας της κριτικής της επέμβασης ως ζητήματος έγκειται στην αφαίρεση της πρακτικής και στην αντικειμενοποίηση της πάλης των τάξεων, που αλληλοστηρίζονται. Η «Πρακτική» αποκτά καθαυτή, σαν οντότητα, ένα νόημα απέναντι στο εξίσου αφηρημένο συμπλήρωμά της, την ταξική πάλη σαν <em>κατάσταση</em>. Οι ιδιαίτερες πρακτικές <em>σαν τέτοιες</em> δεν είναι πια παρά περιστασιακές εκδηλώσεις της αφαίρεσης Πρακτική. Εκεί βρίσκεται το βαθύτερο θεμέλιο του ζητήματος της επέμβασης, δηλαδή της επέμβασης ως ζητήματος, και της κατανόησης που έχει η επέμβαση για τη θεωρία: ένα «όπλο» που επιστρέφει στην πρακτική. Η θεωρία δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει τη χρησιμότητά της. Η θεωρία περιλαμβάνεται στον <em>αυτοκριτικό χαρακτήρα</em> των αγώνων· η <em>κριτική σχέση της θεωρίας έχει αλλάξει</em>. Η θεωρητική παραγωγή ανήκει σε μια πρακτική που δεν είναι «η δική μας» και σε μια θεωρία που ούτε αυτή είναι «η δική μας».</p>
<p>Η πρακτική για την οποία μιλάμε είναι η πρακτική όλων εκείνων που, με τις δραστηριότητές τους, δημιουργούν μια απόκλιση στο εσωτερικό της δράσης του προλεταριάτου ως τάξης και θέτουν αυτή την τελευταία σαν όριο προς υπέρβαση. Η πρακτική για την οποία μιλάμε είναι η θεωρία με την ευρεία έννοια, δηλαδή η πρακτική και ο αυτοστοχασμός της ταξικής πάλης. Η θεωρία με τη στενή έννοια είναι μια συμπύκνωση, δηλαδή μια ιδιαίτερη και όχι άμεση έκφραση, μια δουλειά επεξεργασίας που έχει τους δικούς της νόμους, μια <em>νοητικά επεξεργασμένη</em> έκφραση αυτής της πρακτικής. Γι’ αυτήν το ζήτημα είναι πάνω απ’ όλα να φτάσει στη <em>θεωρητική</em> ύπαρξη της κομμουνιστικής υπέρβασης με όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρο τρόπο· για το έργο αυτό χρησιμοποιούμε όσα μέσα έχουμε στη διάθεσή μας. Η ύπαρξη αυτής της νοητικά επεξεργασμένης έκφρασης είναι εγγενής και απαραίτητη για την ίδια την ύπαρξη της πρακτικής και της θεωρίας με την ευρεία έννοια. Υπάρχει και παράγεται με πολύμορφο τρόπο, συνεχή είτε εφήμερο. Δεν έχει ρόλο, στο μέτρο που συμμετέχει στον ορισμό εκείνου απέναντι στο οποίο θα μπορούσε να υποτεθεί ότι έχει ένα ρόλο· αποτελεί μια «στιγμή», για να καταφύγουμε στις εκφράσεις της φιλοσοφίας. Η «επικύρωσή» της υπάρχει μέσα στην ίδια και δεν είναι επικύρωση, ούτε άλλωστε την κατοχυρώνει· διαρκώς υπόκειται σε ό,τι τη συγκροτεί και του οποίου αποτελεί μέρος σαν «στιγμή», ξαναδιαμορφώνεται από αυτό: από τη θεωρία με την ευρεία έννοια, από την πρακτική. Δεν προσδίδει, <em>ατομικά</em>, σε όσους την ασκούν καμία ιδιαίτερη στάση ή ιδιότητα, επειδή το <em>αντικείμενό της</em>, στο οποίο θα όφειλε να δικαιολογηθεί ή να εφαρμοστεί, δεν είναι η Πρακτική. Η εφαρμογή της θεωρίας υπάρχει όταν σκεφτόμαστε σε σχέση με έναν αγώνα ότι θα μπορούσαμε να συμμετέχουμε ή να μη συμμετέχουμε. Συνίσταται άραγε η εφαρμογή στο «πώς να συμμετέχουμε;». Αν είναι έτσι, έχουμε βγάλει τη θεωρία από τον χώρο της, από το «οικοσύστημά» της, και θα χρειαστεί να την επανεισαγάγουμε: αυτή είναι η «μιλιτάντικη» στάση, η οποία δημιουργεί το ζήτημα της εφαρμογής της θεωρίας, της επικύρωσής της, του ρόλου της. Το ζήτημα αυτό ενυπάρχει στη θεωρία μόνο αν έχουμε διαχωρίσει την απόφαση για τη δραστηριότητα και τις συνθήκες της εφαρμογής της. Στην περίπτωση αυτή, η πρακτική δεν είναι <em>αναγκαία</em> αλλά αποτελεί απόφαση, και το άτομο είναι το υποκείμενο της απόφασης αυτής.</p>
<p>Η θεωρία έχει γίνει ένα <em>αντικειμενικό</em> προσδιοριστικό στοιχείο των δραστηριοτήτων απόκλισης, κι έτσι ξεφεύγουμε από το ατέλειωτο ανακλαστικό πηγαινέλα μεταξύ «θεωρίας» και «πρακτικής» (η δίχως τέλος λογική της ιδεολογίας των «διδαγμάτων» των αγώνων, τα οποία προέρχονται από τους αγώνες και επιστρέφουν σε αυτούς) και επομένως από το «ζήτημα της επέμβασης». Για να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο, πρέπει να βγούμε από μια διαλεκτική της αλληλεπίδρασης: τη μια η πραγματικότητα επηρεάζει τη σκέψη, την άλλη η σκέψη επηρεάζει την πραγματικότητα. Όσο δεν έχουμε αντιληφθεί την πραγματικότητα σαν «συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα», άρα και αντιστρόφως τη συνείδηση σαν «συνειδητό είναι», εγκλωβιζόμαστε στη συζήτηση περί συνείδησης και πραγματικότητας, αγκομαχούμε να δώσουμε μια μη ιδεαλιστική απάντηση στο κατ’ εξοχήν ερώτημα του ιδεαλισμού. Κι έτσι αναζητούμε έναν «ρόλο» για τη θεωρία.</p>
<p>Το αναγκαστικά θεωρητικό προσδιοριστικό στοιχείο της ύπαρξης και της πρακτικής του προλεταριάτου δεν μπορεί να συγχέεται με την απλή κίνηση της αντίφασης-αναπαραγωγής της τάξης στη σχέση της με το κεφάλαιο. Απέναντι στην κίνηση αυτή, η τάξη υπόκειται σε μια αφαίρεση για να γίνει μια νοητική θεωρητική σχηματοποίηση που διατηρεί κριτική σχέση με αυτή την αναπαραγωγή. <em>Η σχετική αυτονομία της θεωρητικής παραγωγής συνίσταται στον αφηρημένο</em><em> και κριτικό</em><em> χαρακτήρα της σε σχέση με την αμεσότητα των αγώνων</em>. Καμιά θεωρία δεν αρκείται να πει «να τι συμβαίνει», «<em>το πράγμα</em><em> μιλάει από μόνο του</em>». Όταν η θεωρία λέει «έτσι είναι τα πράγματα» ή «να με ποιο τρόπο» –<em>sic</em>, για να το πούμε με μια λέξη– πρόκειται για μια συγκεκριμένη νοητική κατασκευή. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η αμοιβαία συνεπαγωγή είναι υπαγωγή (αναπαραγωγή)· έτσι ό,τι παράγουμε σαν θεωρία με την πιο τυπική της έννοια είναι όντως μια σχηματοποίηση της τωρινής εμπειρίας των προλετάριων, αλλά πολύ απέχει από το να είναι η μαζική άμεση συνείδηση αυτής της εμπειρίας, είναι αφαίρεση και κριτική της.</p>
<p>Στην περίοδο που αρχίζει, το να εντοπίζουμε και να προωθούμε τις δραστηριότητες απόκλισης, το να είμαστε μέρος τους όταν βρισκόμαστε εκεί σαν άτομα που ορίζονται σε κάποιο σημείο της κοινωνίας και τίποτα περισσότερο, και όχι σαν άτομα που τα καλεί ανά πάσα στιγμή το κέλευσμα της «Πρακτικής», σημαίνει ότι <em>αυτή η κριτική σχέση αλλάζει</em>. Δεν είναι πια εξωτερικότητα αλλά μια πτυχή των δραστηριοτήτων απόκλισης, έχει δεθεί μαζί τους· δηλαδή είναι κριτική σχέση όχι <em>έναντι</em> της ταξικής πάλης και της άμεσης εμπειρίας αλλά <em>μέσα</em> σε αυτή την άμεση εμπειρία.</p>
<p>Ενώ η δράση του προλεταριάτου ως τάξης έχει γίνει το ίδιο το όριο της ταξικής δράσης, ενώ αυτό γίνεται, μέσα στην αντίφαση της τωρινής στιγμής, η πιο κοινότυπη πορεία των αγώνων, ο θεωρητικολόγος χαρακτήρας των αγώνων γίνεται <em>η κριτική τους αυτοκατανόηση</em>. Οι άμεσοι αγώνες, πρακτικά και στον λόγο που εκφέρουν, παράγουν αδιάκοπα μέσα τους μια εσωτερική απόσταση. Η απόσταση αυτή είναι η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης σαν συγκεκριμένη, αντικειμενική θεωρητική συνάρθρωση του θεωρητικολόγου χαρακτήρα των αγώνων και της θεωρίας με τη στενή της έννοια, που η διάδοσή της γίνεται μια πρωταρχική πρακτική δραστηριότητα.</p>
<p>Με το να γίνει οικεία, η θεωρία αυτή θα μπορεί να είναι, διαρκώς περισσότερο, η κριτική θεωρία ολοένα πιο θεωρητικολόγων αγώνων. <em>Η διάδοση της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης θα είναι η ενοποίηση ολοένα πιο αυτοκριτικών αγώνων και της θεωρητικής παραγωγής με τη στενή έννοια</em>. Η διάδοση αυτή θα επιτρέψει να εμφανιστούν πολεμικές και να αναδυθεί, μέσα στους αγώνες, μια ενδεχόμενη έκφραση της προοπτικής της υπέρβασης, που αντίθετα απ’ ό,τι συχνά συμβαίνει σήμερα δεν θα είναι κάτι υπόρρητο προς αποκρυπτογράφηση.</p>
<p>Μένουν να γίνουν πολλά γύρω από την επιβεβαίωση μιας επαναστατικής θεωρίας, τη διάδοσή της, τη συγκρότηση περισσότερο ή λιγότερο σταθερών πυρήνων πάνω σε μια τέτοια βάση, καθώς και τις δραστηριότητες αυτών των πυρήνων. Η «κοινωνικοποίηση» της κεντρικής έννοιας της θεωρίας μας, της κομμουνιστικοποίησης, είναι δική μας υπόθεση. Το έργο αυτό είναι η δραστηριότητα οπαδών της κομμουνιστικοποίησης, οι οποίοι συμμετέχουν σε ταξικούς αγώνες με όλες τις συγκρούσεις και τις αποκλίσεις που τους διαπερνούν. Στην τωρινή στιγμή, η θεωρία σαν σύνολο συγκεκριμένων δραστηριοτήτων (γράψιμο, έντυπο, συζητήσεις, διάδοση με διάφορες μορφές κτλ.) γίνεται άμεσα ένα <em>αντικειμενικό</em> προσδιοριστικό στοιχείο αυτών των δραστηριοτήτων απόκλισης, και όχι λόγος σχετικά με αυτές.</p>
<p>Αυτό είναι το στοίχημά μας.</p>
<p><em>Ιούλιος 2010</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>1.  Η αναδιάρθρωση που συνόδευσε την κρίση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν μια εργατική ήττα, η ήττα της εργατικής ταυτότητας, όποιες κι αν ήταν οι κοινωνικές και πολιτικές μορφές της ύπαρξής της (από τα κομμουνιστικά κόμματα έως την αυτονομία, από το σοσιαλιστικό κράτος έως τα εργατικά συμβούλια). Η εργατική ταυτότητα στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην αντίφαση που αναπτύσσεται στην πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1960, ανάμεσα, αφενός, στη δημιουργία και την ανάπτυξη μιας εργασιακής δύναμης που ενεργοποιείται από το κεφάλαιο με ολοένα συλλογικότερο και κοινωνικότερο τρόπο και, αφετέρου, τις μορφές της ιδιοποίησης αυτής της εργασιακής δύναμης από το κεφάλαιο στην άμεση διαδικασία παραγωγής και στη διαδικασία αναπαραγωγής. Μια συγκρουσιακή κατάσταση που, μέσα στον κύκλο αγώνων, αναπτύσσεται σαν εργατική ταυτότητα, βρίσκει τα διακριτικά της γνωρίσματα και τους άμεσους τρόπους κατανόησής της στο «μεγάλο εργοστάσιο»· στη διχοτομία μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας, μεταξύ εργασίας και εκπαίδευσης· στην υποταγή της εργασιακής διαδικασίας στη συνάθροιση των εργαζομένων· στις σχέσεις μεταξύ μισθών, οικονομικής μεγέθυνσης και παραγωγικότητας στο εσωτερικό ενός εθνικού χώρου· στις θεσμικές εκπροσωπήσεις που όλα αυτά συνεπάγονται τόσο στο εργοστάσιο όσο και στο επίπεδο του κράτους· στην περιχαράκωση της συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο. Η απόσπαση σχετικής υπεραξίας αποτελεί την κινητήρια αρχή ανάπτυξης και μεταλλαγής της πραγματικής υπαγωγής, τόσο στο επίπεδο της άμεσης διαδικασίας παραγωγής όσο και στο επίπεδο της συνολικής αναπαραγωγής. Στα δύο αυτά επίπεδα εμφανίζονται, κατά την πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, τα εμπόδια στη συνέχιση της συσσώρευσης όπως η συσσώρευση αυτή είχε δομηθεί από την απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Επρόκειτο για όλα όσα είχαν γίνει εμπόδιο στην απρόσκοπτη λειτουργία της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου. Από τη μια πλευρά βρίσκουμε όλους τους διαχωρισμούς, τις προστασίες, τις συγκεκριμενοποιήσεις που ορθώνονται απέναντι στην πτώση της αξίας της εργασιακής δύναμης, κατά το ότι εμποδίζουν μια κατάσταση όπου το σύνολο της εργατικής τάξης, σε παγκόσμια κλίμακα, μέσα στη συνέχεια της ύπαρξής της, της αναπαραγωγής της και της διεύρυνσής της, θα υποχρεωνόταν να βρεθεί αντιμέτωπη σαν τάξη με το σύνολο του κεφαλαίου. Από την άλλη πλευρά βρίσκουμε όλους τους περιορισμούς της κυκλοφορίας, της ανακύκλησης, της συσσώρευσης, οι οποίοι παρεμποδίζουν τη μετατροπή του υπερπροϊόντος σε υπεραξία και πρόσθετο κεφάλαιο. Με την αναδιάρθρωση που ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1980, η παραγωγή υπεραξίας και η αναπαραγωγή των συνθηκών αυτής της παραγωγής συμπίπτουν. Εκείνο που είχε γίνει εμπόδιο στην αξιοποίηση τη βασισμένη στη σχετική υπεραξία ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχαν δομηθεί, από τη μια η ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, από την άλλη ο μετασχηματισμός της υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο και, τέλος, η αύξηση της σχετικής υπεραξίας στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Αυτή η μη σύμπτωση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής ήταν η βάση του σχηματισμού και της επιβεβαίωσης, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, μιας <em>εργατικής ταυτότητας</em>· ήταν η ύπαρξη ενός χάσματος ανάμεσα στην παραγωγή υπεραξίας και την αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης, ενός χάσματος που καθιστούσε δυνατό τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε δύο ηγεμονίες, δύο τρόπους διαχείρισης, δύο μορφές ελέγχου της αναπαραγωγής. Επρόκειτο για την ίδια την ουσία του εργατικού κινήματος. Στα τρία στοιχεία που την ορίζουν (εργασιακή διαδικασία, ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, σχέσεις μεταξύ των κεφαλαίων με βάση την εξίσωση του ποσοστού κέρδους), η απόσπαση σχετικής υπεραξίας συνεπάγεται τη σύμπτωση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, και συνακόλουθα τη συνύφανση ανάμεσα, αφενός, στη συγκρότηση και αναπαραγωγή του προλεταριάτου ως τάξης και, αφετέρου, την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο έχει τότε σαν θεμελιώδες περιεχόμενο την ίδια της την ανανέωση, απ’ όπου και η ταυτότητα ανάμεσα στη συγκρότηση του προλεταριάτου ως τάξης και την αντίφασή του με το κεφάλαιο. Μέσα στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, η οποία το ορίζει σαν τάξη, το προλεταριάτο θέτει σε αμφισβήτηση τον εαυτό του.</p>
<p>2. Η καπιταλιστική τάξη αγοράζει, για συνολική χρήση της, μια ορισμένη ποσότητα παραγωγικής εργασίας –με τη μεσολάβηση του κράτους ή οργανισμών με εκπροσώπηση εργοδοτών και εργαζομένων, και ολοένα περισσότερο ιδιωτικών οργανισμών που αναλαμβάνουν αυτή τη λειτουργία– και συμπληρώνει την αξία της ανάλογα με τη χρήση που της κάνει ο τάδε ή ο δείνα καπιταλιστής· ο μισθός γίνεται, όχι η πληρωμή μιας ατομικής ικανότητας με βάση την ίδια, αλλά ποσοστό της συνολικής αξίας της διαθέσιμης εργασιακής δύναμης. Η εργασιακή δύναμη προϋποτίθεται έτσι σαν ιδιοκτησία του κεφαλαίου, όχι μόνο τυπικά (ο εργαζόμενος πάντα ανήκε σε ολόκληρη την καπιταλιστική τάξη πριν πουλήσει τον εαυτό του στον έναν ή στον άλλο καπιταλιστή) αλλά και πραγματικά, κατά το ότι το κεφάλαιο πληρώνει την ατομική αναπαραγωγή της <em>ανεξάρτητα από την άμεση κατανάλωσή της, η οποία για κάθε συγκεκριμένη εργασιακή δύναμη είναι τυχαία</em>. Το κεφάλαιο δεν έγινε ξαφνικά φιλάνθρωπο· σε κάθε εργαζόμενο αναπαράγει κάτι που του ανήκει: τη γενική παραγωγική δύναμη της εργασίας, που έχει γίνει εξωτερική και ανεξάρτητη από κάθε εργαζόμενο και ακόμα κι από το άθροισμά τους. Αντιστρόφως, η εργασιακή δύναμη που βρίσκεται άμεσα σε δραστηριότητα, που καταναλώνεται παραγωγικά, βλέπει την αναγκαία εργασία της, η οποία της αναλογεί σαν ατομικό μερίδιο, να ορίζεται όχι από τις ανάγκες της δικής της αναπαραγωγής και μόνο, αλλά σαν τμήμα της γενικής εργασιακής δύναμης (που αντιπροσωπεύει το σύνολο της αναγκαίας εργασίας), σαν τμήμα της συνολικής αναγκαίας εργασίας. <em>Τείνει να υπάρχει αναλογική κατανομή ανάμεσα στα εισοδήματα της εργασίας και τα εισοδήματα της μη εργασίας</em>.</p>
<p>3. Το αποτέλεσμα αυτής της παγκόσμιας επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τη μορφή του χωρισμού σε ζώνες σημαίνει την προλεταριοποίηση μιας τεράστιας πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού και ταυτόχρονα την παραγωγή μεγάλων μαζών πλεοναζόντων προλετάριων (βλ. τις εργασίες του  Mike Davis και τις παλαιότερες εργασίες του Serge Latouche).</p>
<p>4. «Το αποκορύφωμα είναι ότι οι μισθωτοί έχουν την τύχη να βασανίζονται με δικά τους έξοδα, αφού η αποταμίευση την οποία χρησιμοποιεί ο χρηματοπιστωτικός κόσμος των μετόχων, εκείνος που απαιτεί απόδοση χωρίς τέλος, είναι στην πραγματικότητα δική τους.» (<em>Le Monde diplomatique</em>, Μάρτιος 2008). Περίπου 1/3 των αμερικανών μισθωτών εργάζονται για επιχειρήσεις που ο κυριότερος μέτοχός τους είναι ένα συνταξιοδοτικό ταμείο.</p>
<p>5. Όταν το 1955 στη Γαλλία οι απεργίες των μεταλλεργατών της Ναντ και του Σεν-Ναζέρ εξελίσσονται σε ταραχές, καταλήγουν σε ευνοϊκές μισθολογικές συμφωνίες και η εργοδοσία, για να αναχαιτίσει την εξάπλωση του κινήματος (κυρίως στην περιοχή του Παρισιού), δρομολογεί τις «Συμφωνίες Ρενό», οι οποίες εισάγουν μεγάλες αυξήσεις μισθών, τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, τρίτη εβδομάδα άδειας μετ’ αποδοχών, επικουρική σύνταξη, ημερήσιες αποζημιώσεις σε περίπτωση ασθένειας και πληρωμή των ημερών αργίας.</p>
<p>6. Η σχέση του προλεταριάτου με τον εαυτό του δεν είναι ποτέ «άμεση αυτοσυνείδηση», δεν είναι ποτέ αυτοτελής, αλλά είναι πάντα σχέση με το κεφάλαιο, το οποίο αποτελεί για το προλεταριάτο τη σχέση με τον εαυτό του. Ακόμα και η «εργατική ταυτότητα» είναι μια ορισμένη σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο σαν σχέση με τον εαυτό του. Η ιδιαιτερότητα της τωρινής φάσης της σχέσης εκμετάλλευσης έγκειται στο γεγονός ότι η σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο δεν περιέχει πια στο εσωτερικό της μια σχέση του προλεταριάτου με τον εαυτό του η οποία θα επιβεβαίωνε μια δική του ταυτότητα απέναντι στο κεφάλαιο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα η ανώτερη μορφή της «τάξης για τον εαυτό της» είναι οι εξεγερσιακές ταραχές, δηλαδή η αναγνώριση εκ μέρους των προλετάριων, με την επίθεσή τους σε όλες τις συνθήκες ύπαρξης και αναπαραγωγής του προλεταριάτου, ότι μέσα στο κεφάλαιο αποτελούν μια εξωτερικότητα. Το προλεταριάτο δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του σαν τάξη παρά μόνο υπάρχοντας πλήρως έξω από τον εαυτό του.</p>
<p>7. Η χρηματιστικοποίηση αυτή δεν αποτέλεσε εφαρμογή κάποιου σχεδίου. Συγκροτήθηκε στην πορεία, κατά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980.</p>
<p>8. Δηλαδή μετά την κρίση του 1997–2001, η οποία προκάλεσε κάποια απαξίωση κεφαλαίου αλλά όχι μείωση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας στα ασιατικά εργοστάσια.</p>
<p>9. Όσον αφορά τη θεωρία των κρίσεων ο μαρξισμός διασπάστηκε σε δύο μεγάλες τάσεις. Η πρώτη εξηγεί τις κρίσεις με βάση την εργατική υποκατανάλωση και συνεπώς τις δυσκολίες στην πραγματοποίηση της υπεραξίας: πρόκειται για τις αντιλήψεις περί υποκατανάλωσης. Η δεύτερη βασίζεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και άρα στην ανεπάρκεια υπεραξίας σε σχέση με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, στην οποία το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου μειώνεται συγκριτικά με το σταθερό του μέρος: η κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης σε σχέση με τις δυνατότητες αξιοποίησης του συσσωρευμένου κεφαλαίου. Στον Μαρξ βρίσκουμε στοιχεία που δικαιολογούν και τις δύο θέσεις, αλλά επίσης, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, τον συγκερασμό τους. Η ενοποίηση της θεωρίας των κρίσεων είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση της δεύτερης. Με την έννοια αυτή δεν πρόκειται, αν κυριολεκτήσουμε, για «ενοποίηση» αλλά για τη δεύτερη που αναπτύσσεται σε ολότητα, που ωθείται στα όριά της.</p>
<p>10. Αυτό που αποκαλούμε ριζοσπαστικό δημοκρατισμό δεν ορίζει απλώς μια ιδεολογία (την ιδεολογία της &#8220;κοινωνίας των πολιτών&#8221;, τον &#8220;πολιτοκεντρισμό&#8221;), αλλά επίσης αποτελεί μια πρακτική της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται στη σχηματοποίηση και επιβεβαίωση των ορίων των τωρινών αγώνων μέσα στην ιδιαιτερότητά τους. Εκείνο που αποτελεί την επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων αποτελεί ταυτόχρονα και το εγγενές του όριο. Το προλεταριάτο παράγει όλα όσα το συνθέτουν, όλη του την ύπαρξη, μέσα στις κατηγορίες του κεφαλαίου, και γι’ αυτό ακριβώς μπορεί να αποτελέσει την κατάργησή του· αλλά αυτό είναι ταυτόχρονα και ολόκληρο το όριο των αγώνων αυτής της περιόδου, που το σχηματοποιεί ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός: η επικύρωση της ύπαρξης της τάξης εντός του κεφαλαίου. Όλα αυτά είναι απολύτως πραγματικά μέσα στην ταξική πάλη. Για τον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό, η κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής περιορίζεται στην αναγκαιότητα για το προλεταριάτο να ελέγχει τις συνθήκες ύπαρξής του. Να γιατί αυτό το κοινωνικό κίνημα βρίσκει στη δημοκρατία, την οποία διεκδικεί σαν ριζοσπαστική, τη μορφή και το πιο γενικό περιεχόμενο της ύπαρξης και της δράσης του (κυριαρχία, έλεγχος). Ο προλετάριος αντικαθίσταται από τον πολίτη, η επανάσταση από τον εναλλακτισμό. Το κίνημα αυτό είναι πολύ πλατύ: περιλαμβάνει από μορφές που δεν διεκδικούν παρά μόνο μια διευθέτηση, έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μέχρι εναλλακτικές προοπτικές που θέλουν να πιστεύουν ότι έρχονται σε ρήξη με τον καπιταλισμό ενώ παραμένουν στην προβληματική της κυριαρχίας, του ελέγχου, της διαχείρισης.</p>
<p>11. Για το δεύτερο αυτό σημείο, βλέπε πιο κάτω, σε παράρτημα, τις παρατηρήσεις των ελλήνων συντρόφων του Blaumachen.</p>
<p>12. Το να κατορθώσουν η Κίνα ή η Ινδία να συγκροτηθούν αυτοτελώς σαν εσωτερική αγορά εξαρτάται από μιαν αληθινή επανάσταση στην ύπαιθρο (ιδιωτικοποίηση της γης στην Κίνα· εξαφάνιση της μικρής ιδιοκτησίας και των μορφών επίμορτης καλλιέργειας στην Ινδία), αλλά επίσης και κυρίως από μια αναδιευθέτηση του παγκόσμιου κύκλου του κεφαλαίου η οποία θα αντικαθιστά τη σημερινή παγκοσμιοποίηση (επανεθνικοποίηση των οικονομιών που θα υπερβαίνει/ διατηρεί την παγκοσμιοποίηση, αποχρηματιστικοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου). Με άλλα λόγια, μια τέτοια υπόθεση βρίσκεται έξω από τη σημερινή μας δυνατότητα εννοιολόγησης γιατί βρίσκεται έξω από αυτό τον κύκλο αγώνων: προϋποθέτει την ήττα της επανάστασης όπως τη φέρει αυτός ο κύκλος αγώνων και, μέσα στην ήττα αυτή, μιαν αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.</p>
<p>13. Η καταγγελία είναι η μορφή του θεωρητικού «αμεσοτισμού» – της κριτικής της καπιταλιστικής κοινωνίας που την αντιλαμβάνεται όπως εκείνη παρουσιάζεται. Ξεκινώντας από τις φαινομενικές κατηγορίες, ο θεωρητικός «αμεσοτισμός» δεν φτάνει ποτέ στο γενικό, επειδή το γενικό δεν κρύβεται μέσα στο εμπειρικό, σε ό,τι φαίνεται άμεσα, ώστε να μπορούμε, ξεκινώντας από εκεί, να φτάσουμε στο γενικό με φυσικό και βαθμιαίο τρόπο· το «γενικό» είναι ένα προϊόν της σκέψης, μέσω του οποίου η σκέψη οικειοποιείται την πραγματικότητα και την αναπαράγει. Μια πιο τετριμμένη μορφή της καταγγελίας αντιπροσωπεύει η <em>Monde diplomatique</em><em>, η οποία κάθε μήνα, με κατάλληλα εστιασμένο και τεκμηριωμένο τρόπο, μας μαθαίνει ότι ο καπιταλισμός διευθύνεται από καπιταλιστές</em>.</p>
<p>14. Έτσι, όταν λέω ότι «το προλεταριάτο και το κεφάλαιο βρίσκονται σε αντίφαση», η διατύπωση αυτή, που δεν μπορώ να την αποφύγω, βρίσκεται πάντα στα όρια του λάθους.</p>
<p>15. Το παρελθόν είναι άδειο, το ίδιο και το μέλλον, μόνο το παρόν είναι γεμάτο. Η διάρκεια είναι μια ομογενοποίηση εν κινήσει, είναι συγχώνευση, δυναμική αλληλοδιείσδυση των φάσεων της αντίφασης. Το τι είναι η αντίφαση είναι αξεχώριστο από το τι αλλάζει. Δεν υπάρχει αφενός η δομή της αντίφασης και αφετέρου το γίγνεσθαί της, υπάρχει μόνο η αντίφαση της οποίας η ουσία είναι ότι αλλάζει. Η διάρκεια είναι αδιάκοπη ροή, ακατάπαυστη δημιουργία. Η επικέντρωση στις συνάφειες της αιτιότητας από τη μια και η τελεολογία από την άλλη, προϋποθέτοντας και οι δύο τον χρόνο, τον προϋποθέτουν χωρίς αποτέλεσμα πάνω στην πραγματικότητα. Αντίθετα, ο συνυφασμένος «χρόνος» είναι διάρκεια.</p>
<p>16. «Στην παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο, η ύπαρξη του <em>αναγκαίου</em> εργάσιμου χρόνου καθορίζεται από τη δημιουργία <em>περίσσιου</em> εργάσιμου χρόνου. […] Όπως είδαμε, είναι νόμος του κεφαλαίου να δημιουργεί υπερεργασία, διαθέσιμο χρόνο· αυτό μπορεί να το κάνει μονάχα κινητοποιώντας <em>αναγκαία εργασία</em> – πραγματοποιώντας δηλαδή την ανταλλαγή με τον εργάτη. Γιαυτό η τάση του είναι να δημιουργεί όσο γίνεται περισσότερη εργασία· όπως εξίσου και να περιορίζει στο ελάχιστο την αναγκαία εργασία. Γιαυτό το κεφάλαιο τείνει να μεγαλώνει τον εργαζόμενο πληθυσμό, όπως και να τοποθετεί ολοένα ένα μέρος απ’ αυτόν σαν υπερπληθυσμό – σαν πληθυσμό πού είναι για την ώρα άχρηστος, μέχρι το κεφάλαιο να μπορέσει να τον αξιοποιήσει. […] Ωστόσο προϋπόθεση είναι και παραμένει η εργασία γενικά, και η υπερεργασία υπάρχει μόνο σε σχέση με την αναγκαία, άρα μόνο στο βαθμό που υπάρχει η τελευταία. Ώστε το κεφάλαιο πρέπει αδιάκοπα να δημιουργεί αναγκαία εργασία, για να δημιουργεί υπερεργασία· πρέπει να αυξάνει την αναγκαία εργασία (δηλαδή να αυξάνει τις <em>ταυτόχρονες</em> εργάσιμες ημέρες) για να μπορεί να μεγαλώνει το πλεόνασμα· εξίσου όμως πρέπει και να την αίρει σαν αναγκαία, για να την τοποθετεί σαν υπερεργασία. […] Από την άλλη μεριά, το νέο πρόσθετο κεφάλαιο που δημιουργείται μπορεί να αξιοποιηθεί σαν τέτοιο μόνο αν ανταλλαγεί με ζωντανή εργασία. Γιαυτό το κεφάλαιο τείνει εξίσου να μεγαλώνει τον <em>εργατικό πληθυσμό</em> όσο και αδιάκοπα να μειώνει το <em>αναγκαίο</em> του μέρος (αδιάκοπα να τοποθετεί πάλι ένα μέρος του σαν εφεδρεία). […] Το κεφάλαιο, σαν δημιουργία υπερεργασίας είναι εξίσου, και την ίδια στιγμή, δημιουργία και μη-δημιουργία αναγκαίας εργασίας· υπάρχει μόνο στο βαθμό που η τελευταία υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει» (Μαρξ, <em>Βασικές γραμμές…</em>, σελ. 299-301).</p>
<p>17. Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους, όπως λέγαμε, η έννοια της «τελικής κρίσης» δεν έχει κανένα νόημα. Πρώτον, δεν υπάρχει ποτέ «μπλοκάρισμα» της συσσώρευσης που να φέρνει το προλεταριάτο ή την ανθρωπότητα μπροστά σε παρθένο έδαφος: η κρίση είναι πάντα σχέση αξιοποίησης/ απαξίωσης. Δεύτερον, εκείνο που καταστρέφει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι ένας τύπος πρακτικών του προλεταριάτου, δηλαδή μια ιδιαίτερη διαμόρφωση της ταξικής πάλης. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ένα τρίτο στοιχείο: ο «θεωρητικός λόγος» δεν μπορεί να υπερβεί τον δικό του κύκλο αγώνων γιατί πιο πέρα αρχίζει η «μεταφυσική», όπως θα έλεγε ο κριτικός του «καθαρού λόγου».</p>
<p>18. Εκείνο που μέσα στο κείμενο αυτό αποκαλείται <em>απόκλιση</em> διαρρηγνύει κάθε αγώνα θεωρούμενο χωριστά, αλλά οι όροι της απόκλισης αυτής μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι εκπροσωπούνται σε διαφορετικούς αγώνες μέσα στην ίδια φάση της ταξικής πάλης (οι ταραχές του Νοεμβρίου και ο αγώνας των εργαζομένων του τραμ της Μασσαλίας ή των ναυτικών της SNCM την ίδια στιγμή). Όλα είναι ζήτημα κλίμακας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>To αυθεντικό κείμενο στα αγγλικά μπορεί να βρεθεί στο <a href="http://communisation.net/The-Present-Moment,23">http://communisation.net/The-Present-Moment,23</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Hnutí „indignados“ v Řecku</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/hnuti-%e2%80%9eindignados-v-recku/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/hnuti-%e2%80%9eindignados-v-recku/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 06 Nov 2011 20:06:31 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[in Other languages]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=692</guid>
		<description><![CDATA[Oč jde? Během posledních pár měsíců bylo hlavním zájmem Evropské unie a řeckého státu uzavřít podmínky dodatečného profinancování – 12 miliard euro – nutného k obsluze splácení řeckého státního dluhu. Nakonec byl 29. června odhlasován Střednědobý ekonomický program (aktualizovaná verze „Memoranda porozumění“ s „Trojkou“ EU-MMF-ECB). Příští rok bude zapotřebí další financování asi ve výši 30 miliard [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<h2>Oč jde?</h2>
<p>Během posledních pár měsíců bylo hlavním zájmem Evropské unie a řeckého státu uzavřít podmínky dodatečného profinancování – 12 miliard euro – nutného k obsluze splácení řeckého státního dluhu. Nakonec byl 29. června odhlasován Střednědobý ekonomický program (aktualizovaná verze „Memoranda porozumění“ s „Trojkou“ EU-MMF-ECB). Příští rok bude zapotřebí další financování asi ve výši 30 miliard euro a v roce 2013 to bude ještě víc. Řecký stát nesplnil rozpočtové cíle stanovené loni, když MMF a Eurozóna poskytly balík půjček ve výši 110 miliard euro, které měly být dodány v podílech. Středobodem nového záchranného balíčku je tlak na privatizaci, která má podle předpovědí do roku 2015 vynést 50 miliard euro. Do odprodeje budou zahrnuty státem vlastněné elektrárny a vodárny, přístavy, banky, bývalý telekomunikační monopol (OTE), drážní společnost a další firmy jako OPAP, největší evropská loterijní a sázková společnost, což znamená zase další snižování nepřímé mzdy a obecně zhoršování životních podmínek, ale také permanentní a podstatný výpadek ve výnosech jdoucích do státního rozpočtu, což si „vynucuje“ zase další zhoršení životní úrovně a tak dále. K tomu dojde k dalším škrtům ve výdajích – přes 6 miliard euro během dvanácti měsíců, což se rovná 2,8% řeckého HDP – a regresivnímu zvyšování daní, jejichž terčem je reprodukce domácí dělnické třídy. Bude to totiž znamenat snižování mezd až o 30%. Odborová konfederace zaměstnanců veřejného sektoru, ADEDY, odhaduje, že průměrný celkový pokles platů zaměstnanců veřejného sektoru zahájený loňským balíčkem opatření dosáhne do konce letošního roku 40-45%.</p>
<p>Jedná se tedy o pokračování <em>horizontálního</em> útoku na mzdu – na rovinu reprodukce dělnické třídy – který započal v roce 2009. Rovněž se dotýká nejrůznějších maloburžoazních a placených středních vrstev, a to zejména skrze zvyšování daní a otevírání chráněných profesí – opatření, která tendenciálně mění strukturu řecké společnosti (jmenovitě její přebujelý maloburžoazní sektor). Státní dotace na přežití přebytečných pracovních sil mají sklon mizet a výsledkem je množení neformální práce a chudoby. Proletáři (a rychle proletarizované střední a maloburžoazní vrstvy) nemají jinou možnost než pracovat, povětšinou neformálně, aby přežili, a zároveň shledávají nemožným nalézt si práci nebo získat příjem, který by pokrýval náklady na reprodukci jejich pracovní síly. Oficiální míra nezaměstnanosti v březnu 2011 byla 16,2% ve srovnání s 11,6% v březnu 2010 a 15,9% v únoru 2011, zatímco pro 15-24leté to bylo 42,5% a pro 25-34leté 22,6%. Kapitál tak deklaruje, že si přežití proletariátu nemůže dovolit a dává jasně najevo, že významná část proletariátu je nepotřebná (z hlediska zhodnocování kapitálu) a – což je ještě důležitější – že vytoužené oživení nezahrnuje opětovné začlenění této přespočetné části proletariátu zpět do výroby.</p>
<p>„Řecká otázka“ není řeckým problémem. Alan Greenspan 17. června poznamenal, že „řecká dlužní krize má potenciál vehnat USA do další recese.“ Pár týdnů před ním člen správní rady ECB Lorenzo Bini Smaghi řekl <em>Financial Times</em>, že „restrukturalizace dluhu nebo opuštění eura by byly jako rozsudek smrti“ a dodal, že „všichni, kdo si představovali, že dopad bude zvládnutelný, jsou jako ti, kdo v polovině září 2008 říkali, že trhy jsou na pád Lehman Brothers připraveny.“ Dvacátého druhého června předseda Federální rezervní Ben Bernake varoval:</p>
<blockquote><p><em>„Kdyby se tuto situaci (řecký dluh) nepodařilo vyřešit, znamenalo by to ohrožení evropského finančního systému, globálního finančního systému a evropské politické jednoty.“</em></p></blockquote>
<p>Různé přístupy různých evropských národně kapitalistických formací zjevně odrážejí jejich příslušné zájmy v době zesílené konkurence mezi kapitalisty:</p>
<blockquote><p><em>„ECB a francouzské banky patří mezi ty nejohroženější restrukturalizací řeckého dluhu, zatímco německé banky by byly ‘očesány’ daleko méně a navíc by pravděpodobně mohly očekávat, že je vláda kancléřky Angely Merkelové za jakékoli ztráty odškodní. Co se tedy Německa a jeho menších spojenců z Eurozóny týče, vnímají restrukturalizaci řeckého dluhu jako výhodnou, protože tento tah by potenciálně mohl snížit množství jejich veřejných fondů nalévaných do bank Francie a dalších soupeřících velmocí.“<a title="" href="#_ftn1"><strong>[1]</strong></a></em></p></blockquote>
<p>A tak se nejrůznější konkurenční frakce kapitálu snaží zabránit a, bude-li to nemožné, účinně zadržet nárazové vlny, které potenciální vyhlášení platební neschopnosti řeckého státu vyšle do globálního finančního systému. A to tím spíše, že nejde jen o Řecko; Portugalsko, Irsko a Španělsko mohou kdykoli následovat (nemluvě o obrovském kumulovaném veřejném dluhu USA a Spojeného království). Takový vývoj by zapříčinil ještě akutnější propad globální ekonomiky a přeměnil současnou krizi suverénního dluhu v závažnou měnovou krizi a nakonec v krizi hodnoty. V podstatě tedy v současné chvíli jde o snahu na straně buržoazie vyhnout se masivnímu znehodnocení finančního kapitálu a tudíž zastavit ničivou reafirmaci zákona hodnoty uvnitř kapitalistické krize. Jinými slovy jde o snahu zachovat současný modus globální akumulace skrze akceleraci samotné ústřední dynamiky restrukturalizovaného kapitalismu: útok na mzdu a všechny záruky reprodukce dělnické třídy, delegitimizace vyjednávání o ceně pracovní síly, prekarizace, rozčlenění globální kapitalistické akumulace do zón a intenzifikovaná konkurence mezi různými periferiemi akumulace, další financializace a snaha zhodnotit finanční kapitál (hlavně v sektorech spojených s reprodukcí pracovní síly a distribucí vyrobené nadhodnoty – vykořistění veřejných aktiv, restrukturalizace důchodových systémů atd.). Avšak tato snaha o zvýšení míry nadhodnoty (míry vykořisťování) zároveň akceleruje všechny rozpory výše zmíněné dynamiky – rozpory, které vyústily v současnou krizi – a činí je ještě výbušnějšími.</p>
<h2>„Indignados“ v Řecku</h2>
<p>V řadě demonstrací a shromáždění v různých řeckých městech vyšly 25. května desetitisíce lidí do ulic, aby vyjádřili požadavek „všichni politici ať táhnou“. V Aténách se na náměstí Syntagma (hlavní náměstí naproti Parlamentu) srotilo přibližně 20 000 lidí; v Soluni se jich přibližně 5000 sešlo před Bílou věží. Spousta lidí se shromáždila v Patrasu, Volosu, Chanii, Ioannině, Larise a dalších městech. Následující poznámky se budou zaměřovat na Atény, neboť tam se odehrála většina událostí a dynamika/limity tohoto hnutí byly nejzjevnější.</p>
<p>Níže uvádíme část záznamu z prvního otevřeného shromáždění, které se 25. května konalo na náměstí Syntagma, protože jsou celkem reprezentativní pro náladu, která mezi protestujícími převažovala:</p>
<blockquote><p><em>„Každý politik, který se dopouští bezpráví, každý, který nerespektuje lidové požadavky, musí domů nebo do vězení. Jejich demokracie nezaručuje ani rovnoprávnost ani spravedlnost.</em></p>
<p><em>Nesmíme se spokojit s tím, že jsme spotřebitelé nebo zákazníci, uspokojovat nás musí jen to, že jsme dobří a zodpovědní občané.</em></p>
<p><em>Na toto téma – našich vykradených životů – se musíme podívat globálně. Musíme se spojit se vším podobným, co se ve světě děje.</em></p>
<p><em>Nejsou to jen politici, kdo je na vině, jsme to my všichni s naším individualistickým chováním.</em></p>
<p><em>Musíme důsledně pokračovat v revoltách arabského světa, pozvednout se nad vlasti a národy.</em></p>
<p><em>Musíme začít formulovat požadavky; aby se změnila politika, aby odstoupila vláda – tvořme společně naše vlastní návrhy.</em></p>
<p><em>Zdravotnictví kolabuje; dochází jednorázové materiály; lidé v nemocnicích jsou v nebezpečí; politici nás nechávají na holičkách.</em></p>
<p><em>Demokracie začala tady v Aténách. Politika není něco špatného. Abychom ji zlepšili, vezměme ji zpět do našich vlastních rukou.</em></p>
<p><em>Problémy máme společné a tak nás spojují. Nesmíme dovolit, aby nás rozdělovaly </em>[politické]<em> prapory nebo jakékoli jiné volitelné věci.</em></p>
<p><em>Španělský lid nám vnuknul tento nápad a dal stimul. Musíme postupovat společně se zbytkem zadluženého jihu, musíme se mobilizovat. Španělský lid nám ukázal cestu.</em></p>
<p><em>Pomlouvají státní úředníky, učitele, přednášející, doktory. Spravedlnost ale neznamená 500 euro </em>[platu]<em>. Připravují nás o důstojnost.</em></p>
<p><em>Řecko je na pokraji útesu a peníze této země jsou už v zahraničí. Okradli nás a dál nás okrádají.“<a title="" href="#_ftn2"><strong>[2]</strong></a></em></p></blockquote>
<p>A toto je rezoluce jednoho z prvních otevřených shromáždění na náměstí Syntagma:</p>
<blockquote><p><em>„Už dlouho se rozhoduje o nás bez nás.</em></p>
<p><em>Jsme pracující, nezaměstnaní, důchodci, mladí, kteří přišli na náměstí Syntagma bojovat o naše životy a o naši budoucnost.</em></p>
<p><em>Jsme tu, protože víme, že řešení našich problémů může vzejít pouze od nás.</em></p>
<p><em>Zveme všechny Atéňany, pracující, nezaměstnané a mládež na náměstí Syntagma a celou společnost, aby zaplnila náměstí a vzala život do svých rukou.</em></p>
<p><em>Tam na náměstích budeme společně tvořit všechny naše požadavky.</em></p>
<p><em>Vyzýváme pracující, kteří budou v nadcházející době stávkovat, aby skončili a zůstali na náměstí Syntagma.</em></p>
<p><em>Neopustíme náměstí, dokud ti, kdo nás dovedli až sem, neodejdou: vlády, Trojka, banky, memoranda a všichni, kdo nás vykořisťují. Říkáme, že dluh není náš.</em></p>
<p><em>PŘÍMOU DEMOKRACII TEĎ!</em></p>
<p><em>ROVNOST-SPRAVEDLNOST-DŮSTOJNOST!</em></p>
<p><em>Jediným ztraceným bojem je ten, do kterého jsme se nepustili!“<a title="" href="#_ftn3"><strong>[3]</strong></a></em></p></blockquote>
<p>Déle než měsíc se několik málo tisíc lidí dennodenně shromažďovalo na náměstí Syntagma. Náměstí bylo okupováno 24/7, ale většina protestujících přicházela večer po práci, kdy se rovněž konala shromáždění. O víkendech se počet demonstrantů násobil, až 5. června vyvrcholil stovkami tisíc lidí. Byl to pestrý, mezitřídní dav pracujících (do značné míry zaměstnanců veřejného sektoru), nezaměstnaných, studentů, důchodců, živnostníků, drobných obchodníků a dalších maloburžoazních vrstev. Sociální kompozice davu měla na náměstí Syntagma rovněž své prostorové vyjádření: v „horní části“ náměstí, blíž k budově Parlamentu, byl mnohem maloburžoaznější – tam byla k vidění většina řeckých vlajek a některé (krajně) pravicové skupiny – zatímco v „dolní části“ byla mnohem významnější přítomnost mladých studentů, pracujících a nezaměstnaných. Zajímavé je, že přítomnost středoškoláků, přistěhovalců a lumpenproletářů – kteří se účastnili těch nejagresivnějších akcí během nepokojů v prosinci 2008 – nebyla nijak významná. Avšak mnohem širší složení a masivnější charakter tohoto hnutí naznačují prohlubování všeobecné sociální krize v době, která uplynula od prosince 2008. Ale na rozdíl od prosince 2008 každodenní přítomnost tohoto nesourodého davu v centru Atén a dalších měst nijak zásadně nenarušila „normální fungování“. Ani zdaleka prakticky nemařila distribuci zboží/oběh kapitálu, o výrobě ani nemluvě. Pro některé obchody, zejména potraviny a kavárny, byli „indignados“ požehnáním. Nevyprodukovala ani žádné zpochybnění společenských rolí v rámci dělby práce: právníci se účastnili výborů majících v úmyslu zpochybnit legitimitu úsporného programu, lékaři nabízeli své služby zdarma, nezaměstnaní uklízeli náměstí a bezdomovcům stačilo, že našli dočasnou náhradu za charitu.</p>
<p>Jak je zřejmé z některých výše citovaných záznamů (a samozřejmě ze samotného jeho názvu) hnutí „indignados“ se v Řecku inspirovalo španělskými „indignados“ a revoltami v severní Africe, zejména v Egyptě a výzvami z náměstí Tahrír k demokratické reformě státu. Na rozdíl od Španělska se však v Řecku hnutí zrodilo v předvečer očekávaného konfliktu – ohledně nového balíčku úsporných opatření – uvnitř probíhající velké sociální krize, který symbolizovalo „Memorandum porozumění“, a tak mělo konkrétní „cíl“: aby se nehlasovalo o Střednědobém ekonomickém programu („nic nedlužíme-nic neprodáme-nic nebudeme platit“ znělo velmi populární heslo na plakátech), a přitom panoval obecný pocit, že s vládou se nemá vyjednávat, a že „všichni musí hned odejít“, což neznamenalo jen odmítnutí PASOK, ale celého politického establishmentu. Proto tu silně působily obrázky z Tuniska, Egypta nebo Argentiny a ponižující odstoupení jejich premiérů. Podobně jako v severní Africe a Španělsku velmi významnou úlohu ve srocení davu sehrál, zejména pro mladší protestující, Facebook a další „sociální sítě“, stejně jako mobilní telefony, zatímco od samého začátku se publicita těchto událostí v mainstreamových médiích stala sama o sobě „voláním do zbraně“ (média své „nadšení“ potlačila teprve po první generální stávce, která se konala 15. června).</p>
<h2>Skutečná demokracie a vzestup nové byrokracie</h2>
<p>Jako ozvěna španělských „indignados“ hnutí v Řecku volalo po „skutečné demokracii teď“ a nejrůznější militanti/ideologové, kteří se v davu nacházeli, fantazírovali o své vlastní verzi demokracie a proklamovali ji. Volání po „skutečné demokracii teď“ je jak ve Španělsku, tak v Řecku projevem krize politiky/zastupitelství, kterážto krize je sama výsledkem toho, že se vyjednávání o ceně pracovní síly stalo nesystémovým, a to tím spíš v prostředí současné kapitalistické krize. Avšak obě tato hnutí artikulovala demokratickou kritiku demokracie, tedy politickou kritiku politiky; zrodila se ve slepé uličce.</p>
<p>Od začátku šlo o to „vzít naše životy do našich vlastních rukou“, jelikož ti, kdo za nás mají rozhodovat, nás už nereprezentují, zatímco otázka, „co budeme s našimi životy dělat,“ byla potlačena. Zákaz stranicko-politických identit měl vytvořit veřejný prostor, kterého by se mohl účastnit každý, promluvit a společně rozhodovat. A vskutku vznikla různá otevřená shromáždění, která formálně jsou takovým prostorem, původně na hlavních náměstích a posléze v různých městských částech Atén. Ty byly částečně oživením místních shromáždění, která vyrostla během nepokojů v prosinci 2008, a částečně spíš neúspěšným pokusem uvalit na již činná místní shromáždění, jako v případě aténské čtvrti Vyronas, centrální vedení. Ale politické „překonání“ politiky může jedině vytvořit novou byrokracii.</p>
<p>Nová byrokracie ve shromážděních – která hostila levicové poslance parlamentu nebo bývalé poslance, militanty, vysoké odborové funkcionáře, členy obecních zastupitelstev, levicově nacionalistické novináře, „citlivé“ umělce a tak dále, kteří jen odložili svá stranické/politické vlajky a loga – byla vlastně koalicí parlamentní levice (SYRIZA, ale ne komunistická strana, která se tohoto dění neúčastnila) s mimoparlamentními levicovými stranami/skupinami (po jisté době sice hořká koalice, ale přeci jen pořád koalice). Přítomnost mnoha mladších protestujících – studentů nebo bývalých studentů a pracujících/nezaměstnaných (v Řecku udělat vysokou školu neznamená, že jste předurčeni vstoupit do středních vrstev a v posledním desetiletí je to ještě patrnější) – v „dolní části“ náměstí Syntagma a na shromážděních v nejrůznějších čtvrtích Atén i mimo hlavní město umožňovala, aby shromážděním dominovali levičáci, neboť ti mají tradičně silné vazby na univerzity. Už během prvního týdne tato byrokracie převážila a propagovala existenci a šíření shromáždění – prohlašovala je za „dílnu demokracie“ – jako cíl sám o sobě. Nadále tedy reprezentovala a snažila se zachovat rámec, v němž se vyvíjela vnitřní dynamika a konflikty hnutí. Z pohledu byrokracie bylo možné diskutovat o čemkoli, pokud to radikálně nezpochybňovalo linii těch, kdo kontrolovali shromáždění, protože to by zpochybnilo sama shromáždění a tudíž demokracii. A kdo by chtěl být proti demokracii?</p>
<p>Diskurs „skutečné demokracie“ znamenal málem totální absenci praktických akcí v hnutí „indignados“. Ponecháme-li bokem tři dny generálních stávek a tu a tam spontánní útoky na politiky, k nimž v Řecku chvíli docházelo – projevoval se v nich difuzní, nahromaděný vztek na straně dělnické třídy a proletarizované maloburžoazie a středních vrstev – nekonaly se žádné důležité akce organizované shromážděními – ani centrálními ani místními – či dokonce neformálnějšími seskupeními protestujících (s výjimkou některých intervencí na úřadech práce, které organizovala Skupina pracujících a nezaměstnaných). Dokonce i dvojí sabotáž automatů na jízdenky na zastávce metra na náměstí Syntagma byla organizována tzv. hnutím „Neplatím“, které existovalo už před sroceními na náměstích. Co se týče byrokracie ve shromážděních, dělala, co mohla, aby jakékoli takové akce zablokovala. Nakolik se nejrůznější „tematické skupiny“ vytvářené během prvních dnů hnutí nestaly pouze praktickými vykonavatelkami rozhodnutí shromáždění (kopírování a rozdávání letáků atd.), rozplynuly se v nepraxi. Pravda, nadávat politikům a policajtům před Parlamentem, trávit čas s tolika dalšími lidmi, jíst, pít, tančit, klábosit a spát společně je příjemné a je to zlom v normalitě každodenního života. Toto hnutí však postrádalo praktické skutky a imaginaci, jaké vyprodukovaly nepokoje v prosinci 2008 či dokonce studentské hnutí v letech 2006-7.</p>
<p>Demokratismus hnutí a jeho byrokracie kladly velký důraz na odsuzování proletářského násilí a v tomto smyslu se v něm znovu ozývalo hnutí španělské. Tento demokratismus ztotožňuje násilí se stále autoritářštějším státem, proti němuž staví „pravou demokracii“, která dokáže konflikty řešit nenásilně a civilizovaně. V proletářích nevidí vykořisťované, ale ty, s nimiž je nakládáno nespravedlivě. Namísto tříd vidí občany. Tomu odporuje, že titíž občané napadají politiky, kdykoli je náhodně potkají. Jak se však níže ukáže, v této vnitřní dynamice hnutí došlo k posunu po konfrontacích s policií 15. června – k posunu, který 28. a 29. června vedl k velkým střetům. Tento posun stvrdil třídní charakter současného konfliktu a proletářskou složku tohoto hnutí, což se nejjasněji projevilo ve chvíli jeho faktického skonu.</p>
<h2>Žádné vlajky kromě řecké</h2>
<p>Zákaz všech politických praporů a transparentů na náměstních sroceních ponechal jen jeden prapor nezpochybněný: řeckou národní vlajku, prapor třídního kompromisu. Demokracie je v poslední instanci vždy národní demokracií.</p>
<p>Řecké vlajky byly k vidění hlavně na „horní části“ náměstí Syntagma, kde byly přítomna také (krajně) pravicová uskupení. Ale byla to právě jejich přítomnost, co dosvědčovalo nacionalismus, který prostupoval povahou hnutí „indignados“. Nacionalismus byl podkladem, na kterém se levé a pravé křídlo (teritorializované na „dolní“ a „horní“ části náměstí Syntagma) objaly kolem ramen. Vlastní (krajně) pravicový nacionalismus nalezl svoji druhou polovinu ve stalinistickém, antiimperialistickém nacionalismu levice a krajní levice. Jak řekl jeden levicový akademik (Panagiotis Sotiris):</p>
<blockquote><p><em>„Dokonce i masové používání řeckých vlajek na shromážděních – praxe, kterou některé segmenty levice mylně dešifrovaly jako ‘nacionalismus’ – je výrazem potřeby suverenity lidu, společenské soudržnosti a kolektivní sociální důstojnosti.“</em></p></blockquote>
<p>Přinejmenším před 15. červnem dokonce i protestující pocházející z anarchistického/antiautoritářského prostředí nemohli než tento difuzní nacionalismus tolerovat:</p>
<blockquote><p><em>„Podle mého názoru to nejsou náckové v klasickém slova smyslu, jsou to jen staromódní pravičáci s drzostí, která neodpovídá jejich malému počtu. Proto byly jakékoli útoky proti nim, které jeden řečník navrhoval, správně uznány za zbytečné. Byla by to tragédie, kdyby si naše strana začala s taktikou zastrašování a vylučování. Ti lidé prostě nebyli schopni utvářet události, jednoduše neexistují, a buď budou nevyhnutelně začleněni do těla skutečných producentů hnutí (shromáždění atd.), nebo sami odejdou.“</em></p></blockquote>
<p>V prvních dnech událostí došlo k několika útokům na přistěhovalce a k nějakým incidentům zastrašování ze strany fašistů/(krajních) pravičáků. Byly tam však také protinacionalistické, antirasistické tendence (po 15. červnu se rozrostly), které dalším takovým incidentům zabránily a uvítaly těch několik málo imigrantů, kteří se v tomto dění ocitli. Tuto rozporuplnou koexistenci vystřídaly násilné fyzické konfrontace na konci června, zejména během dvoudenní generální stávky.</p>
<p>Každý pokus o interpretaci nacionalismu hnutí v Řecku musí vzít v úvahu: a) společenskou strukturu (přebujelá maloburžoazie) a historii třídního boje v Řecku (národně-osvobozenecké hnutí během německé okupace za druhé světové války, nedávnou sedmiletou diktaturu, kterou levice identifikuje jako dílo Američanů), která v řecké společnosti zrodila a udržuje velmi významné antiimperialistické reflexy; b) skutečnost, že úsporná opatření jsou vnímána jako dílo cizích mocností/zájmů, protože panuje pohled, který si plete panství povětšinou finančního – a z podstaty mezinárodního – kapitálu s panstvím cizích, mocnějších národů a jejich zájmů nad „naším“ suverénním národem a jeho lidem. To pak dává vzniknout přeludům, že odtržení řeckého státu od Eurozóny může umožnit samostatný vývoj, který bude odpovídat zájmům a potřebám řeckého lidu; c) postavení řeckého státu v globální hierarchii kapitalistických národních formací (přítomnost národních vlajek jsme viděli jak v Egyptě, tak v Řecku – ačkoli v Řecku nepřevažovaly tolik jako v Egyptě – ale ne ve Španělsku), které souvisí s výše řečeným; d) migrační krizi v Řecku, která se objevuje v kontextu, kdy bez tak již hojná přebytečná populace dál roste, a která je jen jednou částí evropské a konečně globální migrační krize:</p>
<blockquote><p><em>„Zároveň tu je nezvladatelná migrační krize. Desítky tisíc Afghánců, Iráčanů, Pákistánců, Bengálců, Somálců a severoafričanů se tísní v rozpadajících se budovách patřících majitelům slumových realit, kteří jsou povětšinou Řekové a navíc fungují jako obchodníci s lidmi. Kolem náměstí Omonia přehrabávají migranti odpadky a hledají lahve, kabely, oblečení, cokoli, co by mohli prodat. Charita Médecins du Monde vyhlásila humanitární stav nouze; mladí muži hodiny čekají ve vestibulu její malé kliniky</em> […]<em> Stejně jako dluh, má i migrační krize svůj evropský rozměr. Řecko je hlavním vstupním bodem pro lidi, kteří se snaží do EU dostat ze Středního východu, jižní Asie a Afriky; jen za rok 2010 jich do země bez papírů vstoupilo 150 000. Většina z nich přichází přes tureckou hranici, kde vláda plánuje vybudovat jedenáctikilometrovou zeď; stovky jich tam jsou zadržovány v horších podmínkách než zvířata. V Řecku jich mnoho zůstat nechce, ale pod tlakem z EU vláda zpřísnila kontroly na výstupních bodech, čímž se země změnila v gigantickou past na humry, která má migrantům zabránit, aby se dostali do Londýna, Paříže nebo Berlína. Podle Nařízení Dublin II z roku 2008 musejí běženci o azyl požádat v první zemi EU, do které se dostanou; v Řecku čeká na vyřízení 54 000 žádostí o azyl a míra jejich úspěšnosti je 0,3%.“<a title="" href="#_ftn4"><strong>[4]</strong></a></em></p></blockquote>
<p>Je třeba zdůraznit, že tato migrační krize je teritorializována do centra Atén, kde se celé čtvrti mění v ghetta/místa, kam není radno chodit, protože jim vládne nezaměstnanost, drobná kriminalita, drogy a prostituce. To pak v oblasti vede k bujení krajně pravicových/fašistických skupin, z nichž mnohé dennodenně organizují útoky na přistěhovalce – častokrát společně s policií – a jsou ozvěnou obav řecké maloburžoazie ze středu Atén, kterou likviduje probíhající recese, a jejíž sousedství znehodnocuje rostoucí populace lumpenů a s ní související kriminalita.</p>
<blockquote><p><em>„S masovou neregulérní migrací a zbídačováním přichází kriminalita, drobná i organizovaná, provozovaná Řeky i cizinci. Atény byly kdysi považovány za nejbezpečnější hlavní město Evropy; loni tady během jediného týdne došlo ke 145 ozbrojeným loupežím. Město se stalo Mekkou nezákonného držení zbraní: asi za 800 euro seženete ‘použitou’ Berettu nebo za pouhých 500 euro Magnum .357. Rasově motivované násilí je na vzestupu stejně, jako vendety a války o území. Na jedné obecní skládce bylo od vánoc nalezeno pět rozsekaných těl tmavé pleti. I za bílého dne lemují dříve prosperující ulice ženy ve svůdném spodním prádle a na vysokých podpatcích, z nichž většinu tvoří Afričanky; jejich pasáci zůstávají v pozadí. Heroin je tady levnější než kdekoli jinde v Evropě. Jelikož úřady rezignují na dohled nad částmi města, chápe se úkolu ‘udržovat pořádek’ domobrana napojená na neofašistickou stranu Chrysi Avgi neboli Zlatý úsvit, která loni získala první křeslo v městské radě. Chrysi Avgi má hlídky v rozsáhlých oblastech Atén, a to s výslovnou nebo tichou podporou mnoha řeckých obyvatel a často i policie, pořádá pogromy na migranty a hotové bitvy s tlupami anarchistů, kteří jsou proti nim; 19. května v centru řádilo přes 200 lidí, kteří rozbíjeli výlohy a kopali a bili každého člověka tmavé pleti, na kterého narazili, zatímco policie jen přihlížela. Jeden mladý sympatizant mi popsal aktivity skupiny, přičemž si s hrdostí vyhrnul košili, aby mi ukázal jizvu na zádech, kterou mu, jak řekl, udělal nožem jeden Afghánec. ‘Chodíme do suterénů, kde mívají ilegální mešity, abychom zkontrolovali jejich papíry, abychom to tady od nich vyčistili. Klidně by mohli patřit k al-Kájda; kdoví, co jsou zač. To není náhoda, že jsou to muslimové; ti sem přicházejí záměrně, aby tuhle zemi rozvrátili. Mají svůj plán, tajný mechanismus financování a žádný stát nás neochrání. Policie je na straně migrantů. Náměstí Atika jsme museli osvobodit vlastními pěstmi. Migranti si tam prali oblečení a myli děti ve fontáně; spali a modlili se na náměstí. Uráží mně, když je vidím, jak se modlí na náměstí.’ V ‘odplatu’ za vraždu jednoho Řeka, budoucího otce, kterého na ulici zapíchli kvůli jeho fotoaparátu, byl letos na jaře ubodán k smrti 21letý Bengálec. Ze smrti Řeka byli obviněni dva Afghánci; za vraždu Bengálce nebyl nikdo zatčen.“<a title="" href="#_ftn5"><strong>[5]</strong></a></em></p></blockquote>
<h2>Generální stávky</h2>
<p>Tři dny, kdy se konaly generální stávky, postavily hnutí „indignados“ do ústředního konfliktu mezi dělnickou třídou a státem a zpochybnily jeho úlohu nepohodlného, ale tolerovatelného občanského protestu. Na jednu stranu okupace náměstí (zejména Syntagma) tento konflikt teritorializovaly a fakticky mu poskytly prostor, který bránil, ale to na druhou stranu bránilo šíření střetů celým středem Atén.</p>
<p>Patnáctého června byla demonstrace v Aténách obrovská (pravděpodobně přes 200 000 lidí). Přítomna byla i ona maloburžoaznější „horní část“ náměstí Syntagma a spolu s ní pravicově nacionalistické tendence. Střety s policií trvaly několik hodin a podporovala je velká část protestujících, z nichž se jich část i prakticky účastnila. Počet demonstrantů byl tak velký, že policie měla potíže situaci zvládnout, přestože jen velice málo lidí bylo na boj patřičně vyzbrojeno. Mnozí účastníci popisovali působivý pocit odhodlání a solidarity mezi demonstranty. Doposud převládající hesla jako „Zloději“ nebo „Ať všichni politici táhnou,“ ustoupila více protipolicejním a protistátním heslům. Patnáctého června tak poprvé došlo k rozchodu s pacifistickým, nenásilným diskursem hnutí „indignados“. Tvrdá státní represe byla pro mnohé „indignados“ deziluzí; od té chvíle začaly pacifistické výzvy levičácké byrokracie znít stále groteskněji, byť levicový a mediální diskurs o „zakuklených agentech-provokatérech“ přetrval až do konce. Nadto, když PASOK navrhnul koaliční vládu složenou ze všech velkých parlamentních stran a reformu ministerské rady, dal jasně najevo, že si nemůže dovolit luxus vyjednávání o kterémkoli z nových úsporných opatření.</p>
<p>Dvacátého osmého června, první den 48hodinové generální stávky a den, kdy se v parlamentu začalo hlasovat o Střednědobém ekonomickém programu, demonstrantů hodně ubylo (20-30 000) a jejich sociální kompozice byla mnohem užší, neboť přišly hlavně ty nejmilitantnější části proletariátu. Už v předchozích dnech byla shromáždění na náměstí Syntagma mnohem menší a méně živá než předtím a každý cítil, že 48hodinová generální stávka bude tím nejnásilnějším finálním aktem hnutí. Pro posun v dynamice hnutí svědčí, že střety 28. června začaly poté, co asi tisícihlavý blok napadl skupinu 20-30 fašistů, kteří dostali pořádnou nakládačku a zachránila je až policie. Dvacátého devátého června bylo demonstrantů 40-50 000. Zprvu se protestující neúspěšně pokoušeli zablokovat poslancům vchod do Parlamentu. Později, když na bloky demonstrantů zaútočila policie, nejrůznější skupinky demonstrantů se dostaly do střetů v různých částech oblasti kolem Parlamentu a Aténské univerzity. Oba dva dny se střetů účastnila spousta lidí – ne jen anarchisté – a ještě víc jich bylo ochotno podpořit je svojí přítomností. Taktikou policie tentokrát evidentně bylo vyčistit náměstí a skoncovat tak s okupací, což vyústilo ve velké množství slzného plynu a protestujících poslaných do nemocnice.</p>
<p>Je třeba si povšimnout jedné zajímavé věci: během každého ze tří dnů generálních stávek nedocházelo téměř k žádným útokům proti majetku; terčem byla hlavně policie. Došlo k incidentům, kdy byli vypískáni protestující, kteří se snažili útočit na luxusní hotely a banky. Zajímavé také je, že bylo použito velmi málo molotovových koktejlů, jelikož mnozí z anarchistické/antiautoritářské scény nechtěli opakování toho, co se stalo 5. května 2010, kdy po zapálení banky během velké demonstrace ve středu Atén zahynuli tři lidé. Kromě oněch tří dnů generálních stávek se sedm dní přerušovaně prostávkovalo ve státní energetické společnosti a v přístavu Pireus, ale žádná z nich nesouvisela s hnutí „indignados“. Pole výroby se zdálo být velmi vzdálené.</p>
<p>Den po 29. červnu se v různých městech konala řada malých demonstrací a několik okupací proti tvrdé represi, zatímco náměstí Syntagma bylo opětovně obsazeno už předchozí noci. Přesto převládal pocit porážky a zklamání, neboť „Memorandum“ bylo odhlasováno a vypadalo to, že už se s tím nic nedá dělat. Zároveň tu však velkou část řecké společnosti prostupovala velká spousta vzteku na policii a na politiky.</p>
<h2>Rozporuplná dynamika hnutí</h2>
<p>Výše byly popsány převládající trendy hnutí, zásadní charakteristiky jeho povahy, které jsou kontextem, v němž se s průběhem času vyvíjely všechny jeho <em>niterné</em> rozpory. Je třeba porozumět <em>dočasnému </em>charakteru dynamiky hnutí a jeho rozporů. Důležité je znovu zdůraznit, že první generální stávka 15. června byla bodem zlomu, který akceleroval vývoj rozporů, zintenzivnil je, zatímco počet protestujících na náměstích klesal.</p>
<p>Od samého začátku byla evidentní mezera mezi „horní“ a „dolní“ částí náměstí Syntagma. Jak bylo výše řečeno, „horní část“ do značné míry sestávala z maloburžoazního prvku, který se vidí ohrožen zánikem (tedy uvržením do třídy proletářů) kvůli prudkému růstu daní, stoupající inflaci a konkrétními politikami jako třeba otevírání chráněných profesí v kontextu probíhající recese, která přiškrcuje trh a podnikatelské příležitosti. Na „dolní části“ byla významná přítomnost studentů, pracujících a nezaměstnaných, kteří fakticky čelí rozpočtovým škrtům a privatizaci/komercionalizaci státního majetku jakožto dalšímu přiškrcování jejich příjmu (přímého či nepřímého) a sešrotování pracovních příležitostí ve veřejném sektoru. Prakticky se „dolní část“ protestujících účastnila shromáždění, zatímco většina „horní části“ odcházela kolem 21. hodiny, kdy shromáždění sotva začínalo.</p>
<p>Konfliktní třídní zájmy mezi protestujícími zahlazovala skutečnost, že „Memorandum“ znamená přímé zhoršení životních podmínek pro každého. A tak na chvíli všichni koexistovali pod střechou demokratismu/nacionalismu. Na rovině politických identit toto zastřešení vyprodukovalo zvláštní pohled na anarchisty a krajní pravičáky, jak 15. června společně házejí kamením na policii.</p>
<p>Avšak 15. června vpád proletářského násilí a následná policejní represe vynesly do popředí třídní charakter tohoto konfliktu. To vedlo k postupnému scvrkávání se hnutí a jeho maloburžoazních prvků. Převládající nálada vzhledem k násilí se postupně měnila, což bylo vidět na přibývání hlasů, které se po 15. červnu zvedly proti pacifistickým výzvám levičácké byrokracie a na rozsáhlých střetech během 48hodinové generální stávky. Na „dolní části“ náměstí Syntagma teď uskupení jako Skupina pracujících a nezaměstnaných stále silněji vzdorovala panství nových byrokratů. Tolerování (krajních) pravičáků a fašistů vystřídaly verbální i fyzické útoky, demonstrace 200 lidí 27. června skandující antifašistická hesla a bití fašistických skupin na demonstraci 28. června. Po 29. červnu panoval pocit, že každý si musí zvolit stranu: „s námi nebo s policií?“ Dokonce i odborová konfederace zastupující pracující veřejného sektoru svolala na 30. června demonstraci „proti potlačování dělnického hnutí“.</p>
<h2>O čem to celé bylo?</h2>
<p>Na rozdíl od nepokojů v prosinci 2008, které byly minoritním hnutím, na jehož frontové linii stanuli středoškoláci, mladí prekérní dělníci a přistěhovalci – tedy ti, kdo nemají žádnou budoucnost, <em>par excellence</em> – hnutí „indignados“ v Řecku bylo masivním, početně silným, mezitřídním hnutím – byť nesmíme zapomínat na prozatímní vývoj jeho vnitřně rozporuplné dynamiky – což definovalo samotnou jeho povahu. Vysoké počty protestujících jsou odrazem hluboké sociální krize, která postihuje široké vrstvy obyvatelstva: proletářské i jiné. Masivní, mezitřídní charakter hnutí vyústil v rozporuplnou a konfliktní pestrost davu.</p>
<p>Demokratický diskurs hnutí byl mezitřídní reakcí na důležitou politickou krizi, proti státu, který se stává autoritářštějším. Tento demokratický diskurs silně souvisí se vstupem středních vrstev (povětšinou mladá generace – budoucí střední vrstvy) a maloburžoazie do třídního boje, ale vzhledem k prudkosti krize může být pouze přechodný. Tak tomu bylo, samozřejmě díky odlišným specifikům, i ve Španělsku a arabském světě. Tento demokratický diskurs však <em>není </em>radikálním demokratismem 90. let a počátku třetího tisíciletí, radikálním demokratismem antiglobalizačního hnutí. Rozdíl mezi nimi je v tom, že už neexistují žádné vize alternativní společnosti, kapitalismu s lidskou tváří. To z tohoto demokratického diskursu činí <em>pouhou formu</em>, která postrádá obsah alternativního způsobu života a naší reprodukce. Projevem je absence jakéhokoli zpochybňování etablovaných společenských rolí, absence mzdových požadavků, až příliš snadné abstraktní odsuzování finančního kapitálu, fakt, že „životní styl náměstí“ postrádá mimo tato náměstí apel. Radikální demokratismus je tak nadobro mrtvý.</p>
<p>Hnutí „indignados“ bylo bojem proletářů a rychle proletarizovaných středních a maloburžoazních vrstev, jejichž reprodukce je zablokována, které chudnou – boj vedený na rovině politiky a tedy mimo výrobu. Když v průběhu současné krize a zintenzivňování dynamiky restrukturalizace stojí před generalizací absence budoucnosti, protestující si prakticky neumí představit jak z toho ven, žádný konkrétní způsob, jak by jejich životy mohly být jiné, a tak přicházejí s pouhou formou, skutečnou demokracií, která sice může sebevíce zastupovat všechny jejich touhy po lepším životě, ale pořád zůstává prázdnou formou. V tomto ohledu se toto hnutí může jevit jako rub mince, jejímž lícem byly nepokoje v prosinci 2008.</p>
<p>Hlasování o novém záchranném balíku a nových úsporných opatřeních poskytlo hnutí specifický terč, požadavek, něco, zač stojí bojovat. Tento terč se konkretizoval ve vztahu mezi „indignados“ a generálními stávkami, které hnutí postavily na rovinu <em>společenského </em>konfliktu mezi dělnickou třídou a státem. Jelikož bylo definováno, co mohou protestující očekávat jako vítězství nebo jako porážku, došlo tak k posunu ve vnitřní dynamice hnutí a zároveň ke stanovení data jeho konce. A nakonec bylo hnutí poraženo. A byť se dál konají nějaká ta shromáždění a akce v malém, kterých se účastní povětšinou militanti, zdá se, že všichni čekají, až letní prázdniny potvrdí jeho skon.</p>
<p>Konflikt ohledně nových úsporných opatření ozřejmil, že buržoazie nemá žádný manévrovací prostor a není ochotna vyjednávat. Jak 27. června řekl vicepremiér Theodore Pangalos, „bez něj [úsporného balíčku] země do poloviny července zkrachuje a jestli se to stane, pak pravděpodobně na ulicích Atén uvidíme tanky chránit banky.“ K řízení obyvatelstva zbývá policie, jak bylo jasně demonstrováno 29. června, nebo dokonce armáda. Hnutí „indignados“ rovněž ozřejmilo, že příklon republiky k autoritářskému formalizování represivního řízení obyvatelstva bude mít sklon k „národně socialistickému“ <em>tónu</em>. Je však velmi pochybné, že v Řecku uvidíme „národně socialistický“ státní kapitalismus, jelikož současný způsob akumulace pro něj ve své krizi neskýtá žádnou základnu, neboť nacionalistická materiální integrace části dělnické třídy je mimo hru a zároveň už není nic takového jako autonomní řecký kapitál. Jakékoli předpovědi jsou momentálně velmi riskantní. Domníváme se, že všechno určí vývoj globální krize (predikované měnové krize) a další vývoj třídního boje. Příštím cílem vlády je nový zákon o vyšším vzdělání, který má radikálně „modernizovat“ vysokoškolský systém v zemi, zatímco v denním tisku se už probírá nedostatečnost nedávno schváleného úsporného balíčku a praktická možnost vyhlášení platební neschopnosti nebo restrukturalizace dluhu.</p>
<p align="right"><em>Rocamadur, červenec 2011</em></p>
<div><br clear="all" /></p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref1">[1]</a> Patrick O&#8217;Connor, <em>World Socialist Website</em>, 31. května 2011.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref2">[2]</a> Záznam z Otevřeného shromáždění na náměstí Syntagma 25. května 2011. <a href="http://www.occupiedlondon.org/">http://www.occupiedlondon.org</a>.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref3">[3]</a> Rezoluce Lidového shromáždění na náměstí Syntagma, 28. května 2011.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref4">[4]</a> Margaronis Maria, „Greece in debt, eurozone in crisis“, <em>The Nation</em>, 28. června 2011.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref5">[5]</a> Margaronis Maria, „Greece in debt, eurozone in crisis“.</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/hnuti-%e2%80%9eindignados-v-recku/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: η αντίφαση που ορίζει λογικά και ιστορικά το κεφάλαιο</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b1/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b1/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 05 Nov 2011 10:13:29 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Κείμενα Blaumachen]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=632</guid>
		<description><![CDATA[Με το κείμενο που ακολουθεί προσπαθούμε να δώσουμε μια ερμηνεία της αντίφασης της σχέσης του κεφαλαίου, του καπιταλιστικού κύκλου συσσώρευσης  που παράγει αυτή η αντίφαση, και της κρίσης του, και της ιστορικής τάσης του κεφαλαίου. ]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Στο κείμενο «<a href="http://www.blaumachen.gr/2010/11/%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82/" target="_blank">η ιστορική παραγωγή της επανάστασης της τρέχουσας περιόδου</a>» του προηγούμενου τεύχους, εξετάσαμε την ανάπτυξη της αντίφασης του κεφαλαίου στην περίοδο <em>του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού</em> και υπό το βάρος της τρέχουσας κρίσης του. Στους ταξικούς αγώνες εντός της τρέχουσας κρίσης (πρόκειται για την πιο σημαντική εσωτερική κρίση της τρέχουσας περιόδου) διακυβεύεται αν αυτή θα οδηγήσει στη δεύτερη φάση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Στο «η ιστορική παραγωγή…» αναδείξαμε τις πιο καθοριστικές από τις διαστάσεις της αναδιάρθρωσης οι οποίες λειτούργησαν ως παράγοντες αύξησης του ποσοστού κέρδους, <em>και</em> ως πτυχές της δυναμικής που έφερε μέσα της την τρέχουσα κρίση. Προσπαθήσαμε να δείξουμε αυτόν ακριβώς τον αντιφατικό τους χαρακτήρα. Συνοπτικά, αναφερθήκαμε στο πως η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης (με έμφαση στην άντληση απόλυτης υπεραξίας), η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, η χρηματιστικοποιημένη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η επέκταση του κεφαλαίου στις αναπαραγωγικές δραστηριότητες, συναποτελούσαν ταυτόχρονα τη βασική δυναμική και το όριο αυτής της περιόδου. Αρχικό αποτέλεσμα της ώθησης που έδωσε στο κεφάλαιο η αναδιάρθρωση που ακολούθησε την κρίση του προηγούμενου κύκλου συσσώρευσης<a id="_ftnref1" title="" href="#_ftn1"><sup>[1]</sup></a>, ήταν η αύξηση του ποσοστού κέρδους μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας από τη μεταφορά μονάδων παραγωγής σε νέα κέντρα συσσώρευσης, τη σχετική μείωση του μέσου μισθού<a id="_ftnref2" title="" href="#_ftn2"><sup>[2]</sup></a> στα κέντρα συσσώρευσης της δύσης, και της εξοικονόμησης πόρων σταθερού κεφαλαίου, κυρίως μέσω της γενίκευσης της just in time παραγωγής και της «πληροφοριοποίησης» της παραγωγικής διαδικασίας. Στη συνέχεια, <em>μέσα από την εξέλιξη των ίδιων των τάσεων που έδωσαν την ώθηση στην κερδοφορία, </em>παράχθηκε η πτώση του ποσοστού κέρδους και τελικά η κρίση που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.</p>
<p>Με το κείμενο που ακολουθεί προσπαθούμε να δώσουμε μια ερμηνεία της αντίφασης της σχέσης του κεφαλαίου, του καπιταλιστικού κύκλου συσσώρευσης<a id="_ftnref3" title="" href="#_ftn3"><sup>[3]</sup></a> που παράγει αυτή η αντίφαση, και της κρίσης του, και της ιστορικής τάσης του κεφαλαίου. Επίσης επιχειρούμε μια πιο λεπτομερή εξέταση του μηχανισμού που οδήγησε στην σημερινή κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Η ανάλυση της κρίσης και του κύκλου συσσώρευσης δεν αποτελεί μια απλή προσπάθεια περιγραφής ή κατανόησης του καπιταλισμού και της τρέχουσας συγκυρίας. Πρόκειται για το πιο κομβικό σημείο της θεωρητικής θέσης κάθε τάσης του κινήματος. Με την ανάλυση αυτή παίρνουμε θέση στην <em>εσωτερική</em> σύγκρουση που διεξάγεται μέσα στο προλεταριακό κίνημα. Παίρνουμε θέση σχετικά με αυτό που θεωρούμε πως είναι το πιο σημαντικό ζήτημα: <em>πώς η κρίση της σχέσης κεφάλαιο θέτει σε αμφισβήτηση το ρόλο του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής</em>. Από την απάντηση που δίνει κάθε τάση σε αυτό το ερώτημα προκύπτει το τί εννοείται ως περιεχόμενο της επανάστασης, <em>σήμερα</em>. Από τη δική μας απάντηση προκύπτει άμεσα το γιατί δεν θεωρούμε ότι ο κομμουνισμός σήμερα μπορεί να είναι ο θρίαμβος ή η «χειραφέτηση» της εργατικής τάξης, αλλά η καταστροφή της ως τέτοιας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η αντίφαση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="right"><em>Το ίδιο το κεφάλαιο είναι μια κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη πλευρά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας.</em></p>
<p align="right">(Μαρξ, Grundrisse)</p>
<p>Το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο από αυτά που στο σύνολο τους συγκροτούν την καπιταλιστική τάξη έχει ως συνειδητό, άμεσο και συνεχή σκοπό την παραγωγή κέρδους<a id="_ftnref4" title="" href="#_ftn4"><sup>[4]</sup></a> από τη δραστηριότητα του. Για να παραχθεί κέρδος, δηλαδή για να αυξηθεί κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό το κεφάλαιο που καταβάλλεται στη μορφή του χρήματος, χρειάζεται να παραχθεί <em>υπεραξία στην παραγωγική διαδικασία </em>και στη συνέχεια, να <em>πραγματοποιηθεί στη σφαίρα της κυκλοφορίας </em>(να πουληθούν τα εμπορεύματα). Ο τρόπος υλοποίησης αυτού του στόχου και τα εμπόδια που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο είναι ιστορικά καθορισμένα και με τη σειρά τους καθορίζουν μια περίοδο συγκεκριμένης διάρθρωσης της σχέσης του κεφαλαίου, τον <em>κύκλο συσσώρευσης</em>. Παρά το γεγονός ότι το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο δρα προς το δικό του αποκλειστικά συμφέρον, και θα μπορούσε να αντιμετωπίζει το κέρδος απλώς ως εισόδημα, αυτό που έχει σημασία για το κεφάλαιο <em>ως σχέση </em>δεν είναι η δυνατότητα παραγωγής κέρδους από το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο, αλλά η δυνατότητα να συνεχίσει να υπάρχει, <em>να αναπαράγεται</em>, κάτι που εξαρτάται από την υπεραξία που αντλείται από το <em>συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο</em>. Εξάλλου, το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο δεν ιδιοποιείται υπεραξία από τις δικές του αποκλειστικά δραστηριότητες αλλά οικειοποιείται ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται από το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο μέσα από την πραγματοποίηση αυτής της υπεραξίας στην αγορά, δηλαδή,<em> τη διαδικασία του ανταγωνισμού.</em> Η παραγωγή υπεραξίας γίνεται μόνο μέσω της<em> εκμετάλλευσης</em> της εργατικής δύναμης των εργαζόμενων. Συστατικό στοιχείο της διαδικασίας παραγωγής υπεραξίας είναι η μετατροπή ενός μέρους της παραγόμενης υπεραξίας σε κεφάλαιο για την εκ νέου παραγωγή της<a id="_ftnref5" title="" href="#_ftn5"><em><sup><strong><sup>[5]</sup></strong></sup></em></a>, δηλαδή, η <em>συσσώρευση του κεφαλαίου. </em>Από εδώ προκύπτει ότι η επίτευξη ή μη του σκοπού και καθοριστικού κινήτρου της καπιταλιστικής παραγωγής, που είναι το κέρδος, (η πραγματοποίηση της υπεραξίας) εξαρτάται άμεσα από την <em>παραγωγή υπεραξίας</em>. Μέρος των κερδών της καπιταλιστικής τάξης καταναλώνεται απαραίτητα από τους καπιταλιστές και το καπιταλιστικό κράτος έξω από το πεδίο παραγωγής υπεραξίας<a id="_ftnref6" title="" href="#_ftn6"><sup>[6]</sup></a>. Αυτό που έχει όμως ζωτική σημασία ως διαδικασία για τη συνέχεια της κοινωνικής σχέσης του κεφαλαίου, είναι η μετατροπή του (υπόλοιπου) μέρους του κέρδους σε παραγωγικό κεφάλαιο, δηλαδή η επένδυση του εκ νέου στην παραγωγική διαδικασία (σε μέσα παραγωγής και μισθούς ή σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο), με σκοπό την άντληση νέας υπεραξίας και μετασχηματισμού αυτής σε κέρδος. Από εδώ, από το γεγονός ότι το κεφάλαιο ως τάξη είναι υποχρεωμένο (για να συνεχίσει να υπάρχει) να εμπλέκεται συνεχώς στην προσπάθεια μεγέθυνσής του, προκύπτει ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι ταυτόχρονα παραγωγή και <em>διευρυμένη<a id="_ftnref7" title="" href="#_ftn7"><sup><strong><sup>[7]</sup></strong></sup></a> αναπαραγωγή,</em> δηλαδή ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής αναπαραγωγής (πρέπει να) είναι διευρυνόμενα κυκλικός.</p>
<p>Ιστορικά, κατά την εξέλιξη αυτής της διευρυμένης αναπαραγωγής, παρατηρούνται περίοδοι στις οποίες δεν είναι πλέον δυνατό να συνεχιστεί αυτή η επαναλαμβανόμενη κυκλική διαδικασία απρόσκοπτα. Πρόκειται για τις περιόδους <em>κρίσης</em>. Τα προβλήματα εμφανίζονται ως (<em>και είναι</em>) <em>υπερπαραγωγή εμπορευμάτων</em>, δηλαδή, πλεόνασμα εμπορευμάτων που δεν μπορούν να πουληθούν (<em>με το κέρδος που απαιτείται</em>), γιατί οι «<em>καταναλωτές» </em>δεν μπορούν να τα αγοράσουν (<em>στην τιμή που πωλούνται</em>). Το κέρδος που <em>απαιτείται</em> και οι τιμές στις οποίες <em>μπορούν να αγοραστούν</em> τα προϊόντα είναι μεγέθη σχετικά και όχι απόλυτα. Η καπιταλιστική σχέση από τη σκοπιά του κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου, από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αλλά και συνολικά ως διαλεκτική ενότητα είναι μια <em>σχέση σε κίνηση</em>. Η κρίση δεν εκφράζει ένα απόλυτο μπλοκάρισμα της συνέχειας της καπιταλιστικής σχέσης αλλά ένα <em>σχετικό</em> μπλοκάρισμα και η μορφή εμφάνισής του στην καθημερινή πραγματικότητα είναι η σχετική αδυναμία της αγοράς να συνεχίσει να λειτουργεί. Μόνο όταν έχει συμβεί ήδη αυτό το μπλοκάρισμα, μόνο εκ των υστέρων, κρίνεται ότι το κέρδος που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η <em>πρόβλεψη</em> για μελλοντικό κέρδος είναι τέτοια που η καπιταλιστική κοινωνική σχέση δεν μπορεί να συνεχίσει να αναπαράγεται <em>απρόσκοπτα</em>. Στην καθημερινή ζωή, η κατάσταση στην οποία το κέρδος που παράγεται (η υπεραξία που πραγματοποιείται) δεν είναι ικανό για την <em>ομαλή</em> αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης ως έχει, φαίνεται στη «φασαριόζικη σφαίρα» της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, της αγοράς. Η υποκατανάλωση των εμπορευμάτων είναι μια μορφή εμφάνισης της κρίσης του καπιταλισμού: «&#8230;Περιοδικώς, όμως, παράγονται πάρα πολλά μέσα εργασίας και συντήρησης, <em>τόσα</em> <em>που δεν μπορούν να τα βάλουν να λειτουργήσουν σαν μέσα εκμετάλλευσης των εργατών με ένα ορισμένο ποσοστό κέρδους</em>. Παράγονται πάρα πολλά εμπορεύματα, τόσα που στις δεδομένες από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή συνθήκες διανομής και κατανάλωσης <em>δεν μπορούν να πουληθούν και να ξαναμετατραπούν σε νέο κεφάλαιο η περιεχόμενη σ’αυτά αξία και η περιεχόμενη σ’αυτήν υπεραξία, έτσι που να μπορεί να πραγματοποιηθεί το προτσές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής χωρίς διαρκώς επαναλαμβανόμενες εκρήξεις</em>», (Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ). Όπως έχει πει πολύ εύστοχα ο Μαρξ, πίσω από τη φασαριόζικη σφαίρα της αγοράς, στην παραγωγή, εκεί είναι το κέντρο, ο πυρήνας της καπιταλιστικής σχέσης, εκεί βρίσκεται η πιο σημαντική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, η εκμετάλλευση: «Το συμπέρασμα όπου καταλήγουμε δεν είναι ότι παραγωγή, διανομή, ανταλλαγή και κατανάλωση ταυτίζονται, άλλα ότι όλες τους αποτελούν μέλη μιας ολότητας, διαφορές σε μια ενότητα. Η παραγωγή επικρατεί τόσο πάνω στον εαυτό της […] όσο και πάνω στα άλλα συνθετικά στοιχεία. Από αυτή ξαναρχίζει ολοένα η διαδικασία [...] Μία ορισμένη παραγωγή καθορίζει λοιπόν μία ορισμένη κατανάλωση, διανομή, ανταλλαγή και ορισμένες σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα αυτά συνθετικά στοιχεία» (Μαρξ, Grundrisse). Από την πορεία της αντίφασης που λαμβάνει χώρα <em>εκεί</em>, πηγάζουν και οι περίοδοι ευμάρειας και οι κρίσεις του καπιταλισμού, τις οποίες μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και ως αντιφάσεις ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση των εμπορευμάτων. Αν το κέρδος που παράγεται δεν <em>είναι ικανό για την ομαλή αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης</em>, τότε ο κύκλος της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου δεν μπορεί να συνεχιστεί <em>με την τρέχουσα διάρθρωση του</em>. <em>Η καπιταλιστική σχέση βρίσκεται σε κρίση</em> και για να συνεχίσει την πορεία της πρέπει να αλλάξει η διάρθρωση της, να γίνει <em>αναδιάρθρωση</em>, να αλλάξει η σχέση μεταξύ των παραγόντων που έκαναν το κέρδος (την πραγματοποιημένη υπεραξία) να μην είναι πλέον ικανό για την ομαλή αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης. Η πιο σημαντική διαρθρωτική αλλαγή που απαιτείται είναι η αύξηση του <em>βαθμού εκμετάλλευσης</em><a id="_ftnref8" title="" href="#_ftn8"><sup>[8]</sup></a> <em>της εργατικής δύναμης</em>.</p>
<p>Αυτό, λοιπόν, που «αποφασίζει» σχετικά με τον περιορισμό ή την επέκταση της παραγωγής (αλλά και τη δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει τα εμπορεύματα), αυτό που αποφασίζει για τη συνέχεια ως έχει, ή την αναγκαστική αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής σχέσης, είναι το κέρδος και πιο συγκεκριμένα, <em>το ποσοστό κέρδους</em><a id="_ftnref9" title="" href="#_ftn9"><sup>[9]</sup></a>. Ο λόγος που είναι σημαντικό το ποσοστό κέρδους, και όχι μόνο η συνολική μάζα του κέρδους, είναι ότι το γενικό ποσοστό του κέρδους «αποφασίζει» ποιό είναι το μέρος του συνολικού κέρδους που μπορεί να επενδύεται εκ νέου στην παραγωγή (<em>συσσώρευση</em>). Το κέρδος είναι ο μετασχηματισμός της υπεραξίας στη μορφή του χρήματος και τίποτε άλλο. Είναι όμως μια μετατροπή απολύτως αναγκαία για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και καθόλου απλή, αφού εμπεριέχει μέσα της την πώληση, δηλαδή τη συνάντηση του «παραγωγού» με τον «αγοραστή». Ο «παραγωγός» θέλει να πουλήσει σε μια τιμή που θα του επιτρέπει να συνεχίσει να παράγει, και ο «αγοραστής» θέλει να αγοράσει σε μια τιμή που θα μπορεί να συνεχίσει να αναπαράγεται ικανοποιητικά (αν είναι εργαζόμενος) ή θα μπορεί να χρησιμοποιήσει παραγωγικά, δηλαδή με την απαιτούμενη από τον ίδιο κερδοφορία, το εμπόρευμα που αγόρασε (αν είναι καπιταλιστής και το αγοράζει για να το χρησιμοποιήσει ως μέσο παραγωγής). Πρόκειται για μια λεπτή και συνεχώς απειλούμενη ισορροπία. Ο Μαρξ ειρωνεύτηκε αρκετά τους αστούς οικονομολόγους οι οποίοι βάσισαν ολόκληρη την «επιστήμη» τους στην πεποίθηση ότι η ισορροπία αυτή επιτυγχάνεται με έναν αυτόματο και φυσικό τρόπο. Για τον Μαρξ το γεγονός ότι <em>στη βιτρίνα</em> των καταστημάτων και στις αποθήκες τα εμπορεύματα μένουν απούλητα <em>γιατί δεν είναι δυνατό να πουληθούν στις τιμές που έχουν, δηλαδή με το απαραίτητο κέρδος για να συνεχιστεί η παραγωγή ως έχει</em>, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η υπεραξία που παράγεται<em> δεν είναι αρκετή σε σχέση με το μέγεθος που έχει το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο που την παράγει</em>. Αυτή η συνθήκη κρίσης επιβεβαιώνει με τον πιο οξύ τρόπο το γεγονός ότι το κεφάλαιο είναι ένα σύνολο <em>αντιφατικών</em> κοινωνικών σχέσεων.</p>
<p>Το γεγονός που ορίζει τη σχέση κεφάλαιο ως μια αντιφατική ενότητα είναι ότι ενώ κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο με το σύνολο των ενεργειών του προσπαθεί να αυξήσει το ποσοστό κέρδους του, τελικά <em>μέσα από την ίδια τη διαδικασία αύξησης του</em> ποσοστού κέρδους <em>στην παραγωγή</em> (αύξηση του ποσοστού σχετικής και απόλυτης υπεραξίας) αυτό <em>τείνει να μειώνεται,</em> καθώς η <em>ιστορική </em>ανάπτυξη της παραγωγής (αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας) οδηγεί στη χρησιμοποίηση όσο το δυνατό λιγότερης αξίας εργατικής δύναμης σε σχέση με το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο, δηλαδή, στην αύξηση της αναλογίας (σε αξίες) σταθερού/μεταβλητού κεφαλαίου, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Οι ενέργειες των ξεχωριστών κεφαλαίων δεν αθροίζονται απλώς, αλλά συσχετίζονται διαλεκτικά μέσα από <em>τον ανταγωνισμό μεταξύ τους στην αγορά</em> και παράγουν μέσω του μηχανισμού εξίσωσης του ποσοστού κέρδους, <em>το γενικό ποσοστό κέρδους<a id="_ftnref10" title="" href="#_ftn10"><sup><strong><sup>[10]</sup></strong></sup></a></em>. Αυτή η πραγματικότητα θέτει τις τάξεις σε αντίφαση μεταξύ τους συνολικά: <em>η υπεραξία παράγεται από την εκμετάλλευση ολόκληρης της εργατικής τάξης</em>.</p>
<p>Η ιστορική ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων καθορίζει και καθορίζεται από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (αναλογία της νεκρής εργασίας, δηλαδή του σταθερού κεφαλαίου στο συνολικό κεφάλαιο). Καθώς η υπεραξία αντλείται μόνο από τη ζωντανή εργασία, δηλαδή την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμς, η μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης σε σχέση με το σύνολο της αξίας του κεφαλαίου που την κινητοποιεί (άσχετα αν η αξία της αυξάνεται σε απόλυτο μέγεθος) οδηγεί σε μια <em>αντίφαση</em>. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Μαρξ: «Το ίδιο το κεφάλαιο είναι μια κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη πλευρά τοποθετεί <em>τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου</em>. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας»<a id="_ftnref11" title="" href="#_ftn11"><sup>[11]</sup></a>.</p>
<p>Η βασική αυτή αντίφαση της διαδικασίας παραγωγής αξίας, έχει ως αποτέλεσμα την <em>τάση</em> του ποσοστού κέρδους να πέφτει προοδευτικά: «Με την προοδεύουσα σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δημιουργεί μια αυξανόμενα υψηλότερη οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου, άμεση συνέπεια της οποίας είναι <em>το ποσοστό της υπεραξίας να εκφράζεται με ένα σταθερά μειωνόμενο γενικό ποσοστό κέρδους, με αμετάβλητο, ακόμα και με ανερχόμενο το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας</em>.[...] Η προοδευτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους να πέφτει αποτελεί λοιπόν απλώς μια έκφραση, <em>που προσιδιάζει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής</em>, της συνεχιζόμενης ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας. […] Μια και η μάζα της χρησιμοποιούμενης ζωντανής εργασίας μειώνεται διαρκώς σε σχέση με τη μάζα της υλοποιημένης εργασίας που θέτει σε κίνηση […] πρέπει και το μέρος αυτής της ζωντανής εργασίας που δεν πληρώθηκε και υλοποιήθηκε σε υπεραξία, να βρίσκεται σε διαρκώς φθίνουσα σχέση προς το αξιακό μέγεθος του χρησιμοποιούμενου συνολικού κεφαλαίου. <em>Αυτή όμως η σχέση της μάζας της υπεραξίας προς την αξία του συνολικού κεφαλαίου που χρησιμοποιήθηκε, αποτελεί το ποσοστό κέρδους,</em> που για τους λόγους αυτούς πρέπει να πέφτει». (Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος ΙΙΙ). Ο Μαρξ στο σημείο αυτό εξηγεί με ποιον τρόπο η πτώση του ποσοστού κέρδους (εκφρασμένου σε χρήμα, δηλαδή του πραγματικού κέρδους που προκύπτει από την πραγματοποίηση της υπεραξίας στην αγορά) είναι χαρακτηριστικό του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το «ποσοστό κέρδους» του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου στο οποίο αναφέρεται ο Μαρξ στο νόμο του, είναι εκφρασμένο σε αξίες, δηλαδή είναι r=s/c+v, όπου s: η υπεραξία, c το σταθερό κεφάλαιο (κτίρια, μηχανές, πρώτες ύλες) και v το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί των εργαζομένων). Ο ίδιος τύπος μπορεί να γραφεί ως r = (s/v) [1- c/(c+v)], όπου s/v είναι ο βαθμός εκμετάλλευσης και c/c+v η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Ο Μαρξ, λοιπόν, στην ουσία λέει πως η τάση που εμφανίζει το ποσοστό κέρδους (ως πραγματοποιημένη υπεραξία) να πέφτει, εκφράζει την τάση του «ποσοστού κέρδους» μετρημένου σε αξίες (ουσιαστικά της σχέσης της υπεραξίας προς το συνολικό κεφάλαιο) να πέφτει, λόγω της βασικής αντίφασης της διαδικασίας παραγωγής αξίας. Η τάση του γενικού ποσοστού κέρδους να πέφτει είναι η <em>ιστορική εξέλιξη της ταξικής πάλης</em>, της αντιπαράθεσης μέσα στην παραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου με την εργατική τάξη και η άλλη όψη της, η αντιπαράθεση ανάμεσα στους καπιταλιστές για το μοίρασμα της παραγόμενης υπεραξίας, ο ανταγωνισμός. Η τάση αυτή δεν αποτελεί μια γραμμική εξέλιξη ενός αρμονικού συστήματος το οποίο σταδιακά φθίνει. Ο καπιταλισμός είναι μια συνεχώς κινούμενη ενότητα της οποίας τα μέρη βρίσκονται σε ανυπέρβλητη αντίφαση μεταξύ τους, και η εξέλιξη αυτής της αντίφασης λαμβάνει χώρα μέσω περιοδικών εκρήξεων (κρίσεων).</p>
<p>Πώς γίνεται η ίδια η διαδικασία αύξησης του ποσοστού κέρδους να παράγει τελικά την τάση του για μείωση; Ο Μαρξ για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, σκεπτόμενος από τη σκοπιά της καταστροφής του κεφαλαίου, δεν κάνει μια μαρξιστική πολιτική οικονομία, κάνει <em>κριτική στην πολιτική οικονομία</em>. Έχει ονομάσει την καθημερινότητα του καπιταλιστή, δηλαδή τις προσπάθειες αύξησης του ποσοστού κέρδους, <em>αντεπιδρώσες τάσεις</em> στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Όμως ο καπιταλισμός είναι ένα σύνολο αντιφάσεων σε κίνηση: όλες οι αντεπιδρώσες τάσεις είναι ταυτόχρονα αιτίες αύξησης του ποσοστού κέρδους και αιτίες περαιτέρω ανάπτυξης της αντίφασης που οδηγεί στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, αποτελούν δηλαδή αιτίες που <em>προσωρινά</em> <em>αίρουν αυτήν την τάση και ταυτόχρονα την επιταχύνουν</em><a id="_ftnref12" title="" href="#_ftn12"><sup><sup>[12]</sup></sup></a>. Αυτή η φαινομενικά παράδοξη διατύπωση εμπεριέχει ολόκληρη τη λογική και ιστορική αντιμετώπιση της καπιταλιστικής σχέσης ως <em>αντιφατικής σχέσης ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο</em>.</p>
<p>Η ίδια η <em>τάση</em> δημιουργεί τις αντεπιδράσεις της, οι οποίες ποτέ δε συνυπάρχουν μαζί της ειρηνικά. Η φαινομενικά ήρεμη συνύπαρξη τους φέρει μέσα της την πιο σκληρή σύγκρουση, <em>την κρίση</em>, και μέσα από την ύφεση που αυτή προκαλεί, την εκ νέου ανάδυση της επέκτασης της παραγωγής, την αύξηση του ποσοστού κέρδους. Μέσα από την ίδια αυτή διαδικασία παράγεται εκ νέου η υπερπαραγωγή, η πτώση του ποσοστού κέρδους, η κρίση. Η δυναμική παράγει το όριο και το όριο τη δυναμική, πρόκειται για δύο στιγμές μιας διαλεκτικής ενότητας δύο συγκρουόμενων πόλων και την ιστορική παραγωγή αυτής της σύγκρουσης. Η τάση αυτή είναι ταυτόχρονα το πλαίσιο (το σύνολο των ορίων) μέσα στο οποίο συσσωρεύεται το κεφάλαιο <em>και</em> η αιτία για την διευρυνόμενα κυκλική φύση αυτής της συσσώρευσης, καθώς τα όρια αυτά πρέπει να ξεπερνιούνται και το ξεπέρασμα τους τα δημιουργεί εκ νέου ως ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια. «Παρά τις ενδιάμεσες περιόδους της ύφεσης σε κάθε επέκταση η καπιταλιστική παραγωγή φτάνει σε ένα υψηλότερο σημείο και σε μεγαλύτερη εξάπλωση από το αντίστοιχο του προηγούμενου κύκλου. Υπάρχουν λιγότεροι καπιταλιστές σχετικά με το αυξημένο κεφάλαιο αλλά περισσότεροι σε απόλυτο αριθμό. Υπάρχουν λιγότεροι εργάτες σχετικά με το αυξημένο κεφάλαιο αλλά περισσότεροι σε απόλυτο αριθμό. Το κεφάλαιο αναπτύσσεται με έναν τρόπο που μπορεί να περιγραφεί ως τρία βήματα μπροστά και δύο βήματα πίσω. Αυτού του τύπου η κίνηση δεν σταματά την ανάπτυξη, μόνο την επιβραδύνει. Όταν παρατηρεί κανείς την καπιταλιστική ανάπτυξη σαν σταθερή διαδικασία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις πυρετώδεις διακυμάνσεις της, την επέκταση και τη συρρίκνωση της, βλέπει έναν σχετικά σταθερό ρυθμό συσσώρευσης ο οποίος όμως δεν παρέχει καμία ένδειξη για τους ξεσηκωμούς του προλεταριάτου και τους ταξικούς αγώνες που εμπεριέχει», (P. Mattick, Marx and Keynes).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η ιστορική τάση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι κύκλοι, δηλαδή, δεν ακολουθούν ο ένας τον άλλον απαράλλαχτοι. Η αντίφαση κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η τάση αυτή είναι <em>η συσσώρευση του κεφαλαίου</em>, η οποία είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της βασικής του λειτουργίας: της αναπαραγωγής της διαδικασίας παραγωγής υπεραξίας. Η αντίφαση είναι εξελισσόμενη ιστορικά και εντείνεται κατά την εξέλιξη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Η συνέχεια της αντίφασης (που παράγεται από την τομή της κρίσης) μέσα στα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έχει διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά: η εκ νέου παραγωγή μάζας κέρδους ικανής ώστε μπορεί να αναπαράγεται το κεφάλαιο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη <em>συγκεντροποίηση</em> του κεφαλαίου, την καταβρόχθιση των μικρών καπιταλιστών από τους μεγαλύτερους (αυτή είναι και η μόνη «<em>συνεχιζόμενη</em>» <em>πρωταρχική συσσώρευση</em> που υπάρχει<a id="_ftnref13" title="" href="#_ftn13"><sup>[13]</sup></a>). Το ξεπέρασμα ενός κύκλου συσσώρευσης μέσω της αναδιάρθρωσης (που είναι πάντα επίθεση του κεφαλαίου) και η έλευση της επόμενης περιόδου επέκτασης της παραγωγής συνεπάγεται τη μείωση της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου ως μέρους του συνολικού κεφαλαίου, τη συντόμευση του αναγκαίου χρόνου εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και την αύξηση της υπερεργασίας. Δηλαδή, η «πρόοδος» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εκφράζεται, δια μέσου των κρίσεων του, από την <em>αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας</em> ως <em>μείωση (ως αξία) του μεταβλητού μέρους του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου</em>.</p>
<p>Ο λόγος που το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση διέπεται από μια συγκεκριμένη ιστορική τάση είναι ότι αυτοί οι δύο παράγοντες (υπεραξία και αξία του μεταβλητού κεφαλαίου) <em>δεν είναι δύο ανεξάρτητοι παράγοντες που μπορούν να ισοσταθμιστούν</em>. Η υπεραξία δεν αντιτίθεται απλά στην αξία του μεταβλητού κεφαλαίου, το κέρδος δεν αντιτίθεται απλά στο μισθό. Δεν πρόκειται για αυτόνομα στοιχεία που είναι σε αντίθεση μεταξύ τους, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για μέρος της αξίας που παράγεται. Η «μοιρασιά» είναι καθορισμένη από τη διαδικασία της συσσώρευσης, ή αλλιώς, η συσσώρευση είναι <em>υπαγωγή</em> της εργασίας στο κεφάλαιο. Πρόκειται για δύο πόλους μιας σχέσης, οι οποίοι σχετίζονται μέσω της κεντρικής αντίφασης του κεφαλαίου (που βρίσκει την έκφρασή της στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους). <em>Δεν υπάρχει ανεξάρτητη κίνηση του μεταβλητού κεφαλαίου από την κίνηση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Κατ’ αυτήν την έννοια, από το γεγονός ότι η εργατική τάξη είναι τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν μπορεί να υπάρχει </em>αυτόνομη<em> από το κεφάλαιο δραστηριότητα της εργατικής τάξης</em>. Η πορεία του κεφαλαίου δεν εξαρτάται ποτέ από την πορεία των μισθών <em>ανεξάρτητα,</em> αλλά από την πορεία της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (c/c+v), δηλαδή από την πορεία της αξίας που αντιπροσωπεύουν οι μισθοί σε σχέση με την αξία του σταθερού κεφαλαίου. Η μείωση της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση με το συνολικά επενδυμένο κεφάλαιο ή η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η οποία εκφράζεται μέσα από αντιφάσεις ως πτωτική <em>τάση</em> του ποσοστού κέρδους, περιορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά γι’ αυτό φροντίζει το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο το οποίο μέσα από την αντιφατική διαδικασία του ανταγωνισμού μεταξύ των ξεχωριστών κεφαλαίων τείνει συνεχώς (αλλά όχι αδιαλείπτως: μέσω των κρίσεων) να ανεβάζει την παραγωγική δύναμη της εργασίας. Όμως το ποσοστό του μεταβλητού κεφαλαίου στο σύνολο του κεφαλαίου, και συνεπώς η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας<a id="_ftnref14" title="" href="#_ftn14"><sup>[14]</sup></a>, δεν περιορίζεται από κάποιο απόλυτο όριο ικανοποίησης αναγκών, ούτε από το επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγικής δύναμης. Η καταναλωτική δύναμη βρίσκει τα όρια της μέσα στις <em>ανταγωνιστικές σχέσεις διανομής, μέσα στην καθημερινή ταξική πάλη ανάμεσα στην καπιταλιστική και την εργατική τάξη</em><a id="_ftnref15" title="" href="#_ftn15"><sup>[15]</sup></a><em>.</em> Τα όρια ανάμεσα στα οποία μπορεί να μεταβάλλεται η καταναλωτική δυνατότητα, η ικανοποίηση των αναγκών, είναι στενά: το ανώτερο όριό της καθορίζεται από το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη <em>μέσα στον καπιταλισμό.</em> Η αξία της εργατικής δύναμης περιστρέφεται γύρω από την τιμή του v για την οποία αναπαράγεται το κεφάλαιο σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (φυσικά υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη θέση των κρατών στην καπιταλιστική ιεραρχία, το επίπεδο της ταξικής πάλης, τη σύνθεση του κεφαλαίου κτλ.).</p>
<p>Έτσι, η καθημερινή ταξική πάλη των εργαζόμενων, μέσα στο κεφάλαιο και ενάντια στα συμφέροντα του κάθε ατομικού κεφαλαίου, οι διεκδικήσεις τους, δεν έχουν τη δυνατότητα, ως τέτοιες, να ξεπεράσουν το κεφάλαιο σαν κοινωνική σχέση. Η δυνατότητα κατάργησης του κεφαλαίου παράγεται από την ιστορική εξέλιξη της αντίφασης του κεφαλαίου, δηλαδή, της ταξικής πάλης, μέσα σε κάθε κύκλο συσσώρευσης. Η επανάσταση, ως έκρηξη του συνόλου των αντιφατικών καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, σχετίζεται με την κατάσταση στην οποία η αξία, που πρέπει να έχει η εργατική δύναμη για να μπορεί να αναπαράγεται το κεφάλαιο, αποτελεί ταυτόχρονα αμφισβήτηση της διάρθρωσης της σχέσης του κεφαλαίου και της αναπαραγωγής της ίδιας της εργατικής τάξης. Η σχετική και η απόλυτη αύξηση της υπεραξίας, που αντλεί το κεφάλαιο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, αποτελούν αναγκαιότητα για να ξεπερνάει το κεφάλαιο τις κρίσεις του. Αλλά μέσα στην εξέλιξη του κύκλου συσσώρευσης, η σχετική και η απόλυτη αύξηση της υπεραξίας μετατρέπονται, ως πτώση του ποσοστού κέρδους, ως αδυναμία ομαλής αναπαραγωγής της εργατικής τάξης και ως περιεχόμενο του ταξικού αγώνα, σε αιτία της επόμενης κρίσης του. Το σημείο της κρίσης, <em>μέσα στον καπιταλισμό</em>, είναι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη ιστορική σημασία από τη σκοπιά της κατάργησης του καπιταλισμού, και όχι από τη σκοπιά της προσωρινής βελτίωσης (η οποία είναι πάντα πολύ σχετικό τι σημαίνει) της θέσης της εργατικής τάξης μέσα σ’ αυτόν. Το προλεταριάτο δεν είναι ο νεκροθάφτης ενός αντικειμενικά φθίνοντος καπιταλισμού, ούτε είναι η τάξη που θα καταργήσει το κεφάλαιο επειδή φέρει μέσα της τη δι-ιστορική επαναστατική ουσία της «ανθρώπινης κοινότητας» ή επειδή υποφέρει από την αδικία του συστήματος. Επίσης, δεν υπάρχει οριακό σημείο στο οποίο δεν μπορεί να αναπαραχθεί το κεφάλαιο για «αντικειμενικούς λόγους». Το προλεταριάτο είναι η επαναστατική τάξη, η τάξη που θα καταργήσει τη σχέση κεφάλαιο, άρα και τον εαυτό του ως τάξη, γιατί το γεγονός ότι είναι τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σημαίνει ταυτόχρονα ότι διακυβεύεται ο ίδιος του ο ρόλος μέσα στην ιστορικά συγκεκριμένη διάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής, της οποίας ο αντιφατικός χαρακτήρας εμφανίζεται στην κρίση.</p>
<p><em> </em>Το κεφάλαιο ξεπερνάει τις κρίσεις του με επίθεση, αναδιάρθρωση. Το ότι τις ξεπερνάει δε σημαίνει ότι φτάνει σε ένα σημείο απόλυτης ισορροπίας το οποίο του επιτρέπει να εξελίσσεται αρμονικά. <em>Ιστορικά, το αντιφατικό δίπολο της αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας και της σχετικής μείωσης (ως αξίας) του μεταβλητού κεφαλαίου, που συναποτελούν την αναδιάρθρωση, δεν μπορεί να συγκλίνει σε ένα σημείο ισορροπίας, λόγω των αξεπέραστων ορίων αύξησης του ποσοστού υπεραξίας (του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας).</em> Η λέξη «αξεπέραστο» έχει ιστορικά καθορισμένη σημασία σε κάθε περίοδο. Το αξεπέραστο όριο παράγει, με ιστορικά καθορισμένο τρόπο σε κάθε κύκλο συσσώρευσης, τη δυνατότητα μεταστροφής της καθημερινότητας της ταξικής πάλης σε επαναστατική αμφισβήτηση του κεφαλαίου και τη δυνατότητα του κεφαλαίου να απαντήσει σε αυτή την αμφισβήτηση. Η ταξική πάλη είναι η ιστορία του κεφαλαίου, είναι η ανάπτυξη της αντίφασης προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η ιστορία της εκμετάλλευσης (η ιστορική σημασία των ταξικών αγώνων ή η ταξική πάλη ως ιστορία) είναι η <em>τάση προοδευτικής πτώσης του ποσοστού κέρδους</em> <em>και</em> <em>η</em> <em>αύξηση της απόλυτης μάζας του κέρδους</em>. Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου και του κέρδους αντιστοιχεί σε μια απόλυτη αύξηση και των δύο. Η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου αυξάνει το ελάχιστο μέγεθος του κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου που απαιτείται για την αξιοποίηση της εργασίας. Ταυτόχρονα, η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αυξάνει γιατί, στον ανταγωνισμό σε παγκόσμια κλίμακα, ένα μεγαλύτερο κεφάλαιο με μικρότερο ποσοστό κέρδους μπορεί να συσσωρευτεί ταχύτερα από ένα μικρό κεφάλαιο με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Η διαδικασία της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ταυτόχρονα ευνοεί την ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής μορφής του κεφαλαίου ως διαχείρισης της πληθώρας του κεφαλαίου. Επίσης, η συσσώρευση του κεφαλαίου απαιτεί τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία όμως στην πραγματική υπαγωγή συνεπάγεται ταυτόχρονα την αύξηση της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου. Η πτώση του ποσοστού κέρδους και η διεύρυνση της συσσώρευσης είναι οι δύο εκφράσεις της διαδικασίας της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η καπιταλιστική παραγωγή τείνει λοιπόν, κυκλικά, να ξεπερνάει τα εσωτερικά της όρια με μέσα τα οποία της αντιτάσσουν <em>εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα</em> αυτά τα όρια. Ο σχετικός υπερπληθυσμός που αναφέρεται από τον Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, στο κεφάλαιο του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αποτελεί την ουσιαστικότερη πτυχή της ιστορικά παραγόμενης δυνατότητας ξεπεράσματος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: η διαλεκτική ενότητα της προλεταριοποίησης ολοένα και μεγαλύτερου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού και η ταυτόχρονη αποβολή <em>της αξίας της εργατικής δύναμης</em> από το επενδυόμενο κεφάλαιο, ορίζει το πλαίσιο της βασικής αντίφασης και της έκφρασης της στην ταξική πάλη κάθε ιστορικής περιόδου. Η αντίφαση αυτή, και η μορφή που έχει σε κάθε ιστορική περίοδο, αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο καθορισμού του περιεχομένου του κομμουνισμού για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η μέθοδος</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="left"><em>Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συνόψιση πολλών προσδιορισμών, άρα ενότητα του πολλαπλού. Γι’ αυτό στη σκέψη εμφανίζεται σαν διαδικασία συνόψισης, σαν αποτέλεσμα, όχι σαν αφετηρία. Παρόλο που αποτελεί την πραγματική αφετηρία, άρα και την αφετηρία της αντίληψης και της παράστασης. Στην πρώτη πορεία η ολοκληρωμένη παράσταση εξαϋλώθηκε σε αφηρημένο προσδιορισμό. Στη δεύτερη, οι αφηρημένοι προσδιορισμοί οδηγούν στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου με τη σκέψη.</em></p>
<p align="left">(Μαρξ, Grundrisse)</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το ζήτημα που προκύπτει και απαιτεί μια συγκεκριμένη μέθοδο για να αντιμετωπιστεί, λοιπόν, είναι: μέσα από ποιά δυναμική διαδικασία το ποσοστό κέρδους σε κάποιο σημείο του κύκλου της αναπαραγωγής του κεφαλαίου παύει να είναι πλέον αρκετό και προκύπτει η κρίση; Για να δούμε πώς γίνεται αυτό πρέπει να εξετάσουμε την κίνηση, τη δυναμική της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στη διάρκεια ενός κύκλου από τη μία κρίση του στην επόμενη.</p>
<p>Η εξέταση της κίνησης γίνεται υποχρεωτικά σε δύο επίπεδα, σε <em>λογικό</em> και <em>ιστορικό</em> επίπεδο. Η αξία της θεωρητικής δουλειάς έγκειται στην προσπάθεια της να συνδέσει αυτά τα δύο επίπεδα. Από τη μία πλευρά πρέπει να εξετάζεται η <em>λογική ανασύνθεση</em> των διακριτών μορφών και κατηγοριών στην ενότητα της καπιταλιστικής οικονομίας, της αντιφατικής αντικειμενικότητας του κεφαλαίου. Από την άλλη εξετάζεται η μορφολογία, το περιεχόμενο και κυρίως <em>η αντιφατική δυναμική μεταξύ των συγκεκριμένων, σύγχρονων μορφών και κατηγοριών, όπως αυτές έχουν παραχθεί ιστορικά.</em> Οι μορφές αυτές δεν έχουν τίποτα το στατικό. Η δυναμική τους είναι αυτή που ιστορικοποιεί την κυκλική αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που δίνει διαφορετικό περιεχόμενο στον κάθε κύκλο και σε ό,τι ορίζεται ως κομμουνισμός σε κάθε κύκλο. Η σύνδεση αυτών των δύο επιπέδων συνιστά την <em>ανάλυση της συγκεκριμένης κάθε φορά συγκυρίας</em> (conjuncture), όχι στη βάση αφηρημένων εννοιών, αλλά στη βάση συγκεκριμένων τοποθετήσεων πάνω στα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και διακυβεύματα της ταξικής πάλης. Η θεωρία προσπαθεί όσο είναι δυνατόν να αποσαφηνίζει, να ξεκαθαρίζει, τα όρια των ταξικών αγώνων σε σχέση με την επανάσταση που παράγεται από το ξεπέρασμα αυτών των ορίων. Τα όρια αυτά, τα συγκεκριμένα διακυβεύματα της ταξικής πάλης, δεν εμφανίζονται βέβαια ποτέ εντελώς ξεκάθαρα ως τέτοια, καθώς είναι στη φύση του καπιταλισμού να τα μεταμορφώνει με διάφορους τρόπους, καθώς είναι μια αντίφαση σε κίνηση, υπεραξία (εκμετάλλευση) που μετατρέπεται σε κέρδος. Αυτή η μετατροπή τοποθετεί μια σειρά από πέπλα γύρω από την εκμετάλλευση και εντάσσει οργανικά όλες τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις στην καπιταλιστική κοινωνία, τις κάνει καπιταλιστικές.</p>
<p>Η εξέταση της συγκεκριμένης κάθε φορά συγκυρίας δεν μπορεί να είναι υπεριστορική. Για παράδειγμα, η ανάλυση της κάθε συγκεκριμένης κρίσης είναι ιστορικά καθορισμένη. Οι θεωρίες των κρίσεων που αναπτύχθηκαν μέσα στο επαναστατικό κίνημα αντανακλούν το περιεχόμενο της ταξικής πάλης της περιόδου στην οποία αναπτύχθηκαν. Η μορφή και το περιεχόμενο της κρίσης δεν μπορεί να είναι το ίδιο σε κάθε περίοδο, από τη στιγμή που η ίδια η καπιταλιστική σχέση και ο ορίζοντας του ξεπεράσματός της μετασχηματίζονται σε κάθε περίοδο που ορίζει η ταξική πάλη και οι παραγόμενες από αυτήν επαναστάσεις του προλεταριάτου. Δεν θα μπορούσαν να είναι και δεν ήταν ίδιες οι αιτίες που οδήγησαν στην «κρίση του 1929» με τις αιτίες που οδήγησαν στην «κρίση του 1973» ή με τις αιτίες που οδήγησαν στη σύγχρονη κρίση, και γι’ αυτό το λόγο <em>κάθε μία από αυτές τις κρίσεις παράγει τη θεωρία της</em>. Η εσωτερική λογική συνοχή των αντιφάσεων του κεφαλαίου δεν πρέπει να οδηγεί σε μια υπεριστορική, μονοαιτιακή εξήγηση των κρίσεων. Έτσι, η θέση για την κρίση κάθε περιόδου από τη σκοπιά της καταστροφής του κεφαλαίου, εμπεριέχει την ανάγκη να τοποθετηθούμε πάνω στο ζήτημα του τρόπου με τον οποίο σχετίζονται οι πόλοι της διαλεκτικής του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, δηλαδή, πάνω στο περιεχόμενο του κύκλου της ταξικής πάλης της περιόδου και συνεπώς το περιεχόμενο του κομμουνισμού. Σε αυτό ακριβώς αναφερόμασταν στο κείμενο του προηγούμενου τεύχους όταν γράφαμε: «<em>Η μορφή εμφάνισης της [ιστορικής κρίσης], όμως, είναι η απτή πραγματικότητα της κρίσης, είναι αυτή που εκφράζει τις</em> συγκεκριμένες αντιφάσεις<em>, δηλαδή </em>το περιεχόμενο της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη περίοδο» (Blaumachen, τ.4, σελ. 12).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ο κύκλος της συσσώρευσης:</strong><br />
<strong> Ύφεση – Επέκταση – Υπερπαραγωγή – Κρίση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Αν δεχτούμε την ύπαρξη των αναγκαίων μέσων παραγωγής, δηλαδή μια επαρκή συσσώρευση κεφαλαίου, η δημιουργία υπεραξίας, όταν είναι δεδομένο το ποσοστό υπεραξίας, ο βαθμός, δηλαδή, εκμετάλλευσης της εργασίας, δεν γνωρίζει κανένα άλλο φραγμό πέραν του εργαζόμενου πληθυσμού. Και όταν είναι δεδομένος ο εργαζόμενος πληθυσμός, δεν γνωρίζει κανένα άλλο όριο από το βαθμό αυτής της εκμετάλλευσης. Από τη στιγμή που έχει αποκρυσταλλωθεί σε εμπορεύματα η ποσότητα υπερεργασίας που είναι δυνατόν να εξαχθεί, η υπεραξία έχει παραχθεί. Ωστόσο, με αυτή την παραγωγή υπεραξίας ολοκληρώνεται απλώς η πρώτη μόνο πράξη της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας, η άμεση διαδικασία παραγωγής. Το κεφάλαιο έχει απορροφήσει μια δεδομένη ποσότητα απλήρωτης εργασίας&#8230; Τώρα αρχίζει η δεύτερη πράξη της διαδικασίας. Ο συνολικός όγκος εμπορευμάτων, το συνολικό προϊόν, τόσο το μέρος εκείνο που αντικαθιστά το σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο, όσο και εκείνο που αντιπροσωπεύει την υπεραξία, πρέπει να πωληθούν. Αν αυτό δεν συμβεί, ή συμβεί μόνον εν μέρει, ή μόνο σε τιμές κατώτερες των τιμών παραγωγής, τότε, παρ’ όλον ότι ο εργάτης υφίσταται εκμετάλλευση, η εκμετάλλευσή του δεν πραγματοποιείται ως τέτοια για τον καπιταλιστή&#8230; <em>Οι συνθήκες της άμεσης εκμετάλλευσης και της πραγματοποίησης αυτής της εκμετάλλευσης δεν ταυτίζονται. Είναι διακριτές, όχι μόνο στο χώρο και στο χρόνο, αλλά και από εννοιολογική άποψη. Οι πρώτες περιορίζονται μόνον από τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, οι δεύτερες από την αναλογικότητα μεταξύ των διαφόρων κλάδων της παραγωγής και από την καταναλωτική δυνατότητα της κοινωνίας.</em> Αυτή η τελευταία δεν προσδιορίζεται ούτε από την απόλυτη παραγωγική δυνατότητα, ούτε από την απόλυτη καταναλωτική δυνατότητα, αλλά από την καταναλωτική δυνατότητα στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων διανομής, οι οποίες υποβιβάζουν την κατανάλωση της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας σε μια ελάχιστη στάθμη, που είναι δυνατόν να μεταβάλλεται μέσα σε κάποια λίγο ως πολύ στενά όρια. Η στάθμη αυτή περιορίζεται ακόμα περισσότερο από το κίνητρο της συσσώρευσης, το κίνητρο της επέκτασης του κεφαλαίου και της παραγωγής υπεραξίας σε ευρυνόμενη κλίμακα&#8230; Η αγορά επομένως, θα πρέπει να επεκτείνεται συνεχώς έτσι ώστε οι συσχετίσεις και οι συνθήκες που τη διέπουν να προσλαμβάνουν όλο και περισσότερο τη μορφή ενός φυσικού νόμου, ανεξάρτητου από τους παραγωγούς, όλο και περισσότερο ανεξέλεγκτου. Η εσωτερική αντίφαση αναζητεί επίλυση μέσω της επέκτασης του εσωτερικού πεδίου της παραγωγής. Όσο όμως αναπτύσσεται η παραγωγικότητα, τόσο περισσότερο έρχεται σε σύγκρουση με τη στενή βάση στην οποία στηρίζονται οι σχέσεις κατανάλωσης. Σ’ αυτή την αντιφατική βάση, δεν αποτελεί καθόλου αντίφαση το ότι η περίσσεια κεφαλαίου συνυπάρχει με μια αυξανόμενη περίσσεια πληθυσμού. Διότι, παρ’ όλον ότι ο όγκος της υπεραξίας θα αυξανόταν αν αυτά τα δύο έρχονταν σε επαφή, το ενδεχόμενο αυτό θα όξυνε επίσης την αντίφαση μεταξύ των συνθηκών υπό τις οποίες παράγεται αυτή η υπεραξία και των συνθηκών στις οποίες πραγματοποιείται». (Ακολουθήσαμε τη μετάφραση του Χρήστου Βαλλιάνου από άρθρο του στο περιοδικό <em>Θέσεις</em>, από τον τομο ΙΙΙ του Κεφαλαίου του Μαρξ, κεφ. 15)<em>.</em></p>
<p>Κάθε κύκλος του κεφαλαίου που καταλήγει σε κρίση έχει την ανοδική και την καθοδική φάση του. Κάθε φάση ανόδου είναι η περίοδος στην οποία ο βαθμός εκμετάλλευσης του προλεταριάτου, μαζί με την αυξανόμενη μάζα του χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου, αυξάνει τη μάζα κέρδους και <em>το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο</em> αυξάνεται (με ρυθμό μεγαλύτερο από αυτόν με τον οποίο τείνει ταυτόχρονα να το συρρικνώσει η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους). Η καπιταλιστική «ανάπτυξη» που χαρακτηρίζει κάθε περίοδο μεταξύ των ιστορικών καπιταλιστικών κρίσεων <em>είναι η ίδια που φέρει μέσα της τις αιτίες της κρίσης</em> που πρόκειται αναπόφευκτα να εκδηλωθεί. Ας δούμε πως:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ύφεση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μέσα στην κρίση έχουμε απαξίωση κεφαλαίου, συνεπώς έχουμε απαξίωση σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου (θα δούμε στη συνέχεια πώς παράγεται αυτό). Η ύφεση δεν είναι μόνο φάση συρρίκνωσης, είναι και φάση στην οποία θριαμβεύουν οι αντεπιδρώσες δυνάμεις της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Οι δύο βασικές για την έξοδο από την κρίση διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα είναι η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας (επιβολή του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, αναδιάρθρωση) και η απαξίωση σταθερού (παγίου και κυκλοφορούντος) κεφαλαίου. Μέρος των κεφαλαίων που απαξιώνονται τα ιδιοποιούνται ως αξίες χρήσης οι καπιταλιστές που επιβιώνουν από την κρίση, η οποία όμως, πέρα από το να διαχωρίσει την ήρα από το στάρι, αλλάζει τη διάρθρωση της εκμετάλλευσης, είναι δηλαδή ταυτόχρονα <em>αναδιάρθρωση</em> κεφαλαίου. Η αναδιάρθρωση είναι μια επίθεση του κεφαλαίου στην εργατική τάξη καθώς ο βασικός της σκοπός είναι <em>να αυξηθεί το ποσοστό της υπεραξίας</em>. Η αναδιάρθρωση συνίσταται σε: πτώση του μισθού εργασίας κάτω από το επίπεδο αναπαραγωγής της εργατικής τάξης – λόγω της παραγωγής του σχετικού υπερπληθυσμού –, υποβιβασμός της ατομικής αξίας των κεφαλαίων κάτω από την πίεση του κανιβαλικού ανταγωνισμού, υποβιβασμός της συνολικής αξίας του σταθερού κεφαλαίου, η οποία επιτρέπει <em>τη μείωση της οργανικής σύνθεσης σε όρους αξίας και την ανόρθωση του ποσοστού κέρδους.</em></p>
<p>Αυτές οι διαδικασίες οδηγούν σε αύξηση του ποσοστού κέρδους <em>μόνο αν το σταθερό κεφάλαιο απαξιώνεται περισσότερο από το μεταβλητό κεφάλαιο</em>. Το σταθερό κεφάλαιο είχε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυξηθεί (μέσω και της διαδικασίας τεχνολογικής απαξίωσης/ανανέωσης) αναλογικά πολύ περισσότερο (σε όρους αξίας) από το μεταβλητό κατά τη φάση της επέκτασης της παραγωγής. Μέσα στην κρίση η συγκεντροποίηση των απαξιωμένων κυρίως παγίων κεφαλαίων εντείνει ακόμη περισσότερο την απαξίωση του σταθερού κεφαλαίου. Η απόσυρση από την παραγωγή ή απαξίωση στοιχείων του παραγωγικού κεφαλαίου <em>στα πρώτα στάδια της ύφεσης υπερισχύει της ταυτόχρονης εισόδου νέων παραγωγικών στοιχείων</em>. Παρότι η διαδικασία ανανέωσης του παγίου κεφαλαίου εξακολουθεί να ισχύει και στο ξέσπασμα της κρίσης, αρχικά υπερισχύει η απαξίωση. Προς το τέλος της περιόδου της ύφεσης η αναλογία αυτή έχει αντιστραφεί. Καθώς αρχικά μεταβάλλεται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου προς όφελος του μεταβλητού, ταυτόχρονα εντείνεται ακόμη περισσότερο η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, μέσω της άντλησης απόλυτης υπεραξίας, που επιβάλλεται από την αναδιάρθρωση. Κατ’αυτόν τον τρόπο ωριμάζουν οι συνθήκες, και μέσω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, για την αντιστροφή της αναλογίας ανάμεσα στην απαξίωση και την <em>τεχνολογική</em> ανανέωση. Το πέρασμα στην επέκταση της παραγωγής θα γίνει όταν οι συσσωρευτικές επιπτώσεις της αύξησης του ποσοστού απόλυτης υπεραξίας και της οικονομίας σε σταθερό κεφάλαιο που επιτυγχάνεται από την αναγκαία συγκεντροποίηση του κεφαλαίου είναι ικανές να επιτρέψουν τη μαζική πλέον ανανέωση παγίου κεφαλαίου, δηλαδή την αύξηση της ζήτησης του τομέα Ι της παραγωγικής διαδικασίας. Η έξοδος από την κρίση και το πέρασμα στην επέκταση της παραγωγής δεν προκύπτει από την αύξηση της καταναλωτικής δύναμης της εργατικής τάξης αλλά από την προσωρινή μείωση του ποσοστού του σταθερού κεφαλαίου στο συνολικό κεφάλαιο, γιατί το επίμαχο για τον καπιταλισμό δεν είναι απλώς η επέκταση της αγοράς αλλά <em>η επέκταση της αγοράς με αυξημένο ποσοστό υπεραξίας στην παραγωγή</em>. Η αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης δεν εξαφανίζεται: η αύξηση της ζήτησης σε σχέση με την παραγωγή σε αυτή τη φάση είναι αναγκαία για να ανέβει το ποσοστό κέρδους στη συνέχεια.</p>
<p>Η αύξηση της ζήτησης οδηγεί, κατά το πέρασμα από το τέλος της ύφεσης στην επέκταση της παραγωγής, σε φρενήρη ρυθμό αύξησης της παραγωγής. Ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων για την υπεραξία ο οποίος εντείνεται μέσα από τις δύο βασικές διαδικασίες της κρίσης είναι αυτός που ωθεί την παραγωγή. Σ’ αυτό το στάδιο το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο ωθεί ακόμη περισσότερο την επέκταση των νέων τεχνικών παραγωγής και της αναδιάρθρωσης. <em>Ο ανταγωνισμός,</em> αφού πρώτα έχει αποτελέσει έναν βασικό μηχανισμό για την απαξίωση του κεφαλαίου, είναι τώρα η ζωογόνος δύναμη που επανενεργοποιεί τη διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Είναι η ζωογόνος δύναμη που ωθεί το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο να προσπαθήσει να πάρει μέρος της υπεραξίας που παράγουν τα άλλα, ανταγωνιστικά προς αυτό, κεφάλαια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Επέκταση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η επέκταση της παραγωγής ως διαδικασία έχει ξεκινήσει ήδη μέσα στην ύφεση γιατί πέρα από όλα τα μέτρα που λαμβάνει η καπιταλιστική τάξη για την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, κατά κύριο λόγο συμβαίνει χρησιμοποίηση σχολάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας, όταν το επιτρέψει η ανόρθωση του ποσοστού κέρδους (το παραγωγικό δυναμικό που είχε αδρανήσει στην καθοδική φάση είναι το πρώτο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, γρήγορα και σχετικά ανέξοδα, για να καλυφθεί μια άνοδος της ζήτησης). Η επέκταση είναι αποτέλεσμα της κρίσης και ταυτόχρονα το σημείο εκκίνησης του δρόμου που θα οδηγήσει στην επόμενη κρίση. Η ανανέωση του παγίου κεφαλαίου σημαίνει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, την αύξηση της υπεραξίας, και δημιουργεί τη βάση για την αύξηση της ζήτησης, και στον τομέα Ι και στον τομέα ΙΙ<a id="_ftnref16" title="" href="#_ftn16"><sup>[16]</sup></a>, της παραγωγικής διαδικασίας. Ο τομέας Ι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει αμέσως στη ζήτηση παγίου κεφαλαίου και αυξάνει συνεχώς την παραγωγή του, αυτό είναι το «υγιές» στάδιο που περνάει η φάση της επέκτασης. Η συνεχής και ταχεία αύξηση της παραγωγής δημιουργεί την <em>αύξηση των τιμών</em> πάνω από τις αξίες όλων των συντελεστών του κεφαλαίου, του μεταβλητού συμπεριλαμβανομένου, παρότι η καταναλωτική δύναμη του μισθού δεν αυξάνει αντίστοιχα με τη νομισματική του αύξηση. Η αύξηση αυτή λειτουργεί αναδραστικά από τον τομέα ΙΙ προς τον τομέα Ι και προκαλεί νέα αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. Ως επέκταση θεωρείται το στάδιο εκείνο του κύκλου στο οποίο το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο ξεπερνάει το μέγεθος που είχε στο ανώτερο σημείο της επέκτασής του στον προηγούμενο κύκλο. Ποιός είναι ο τρόπος με τον οποίο η επέκταση φέρει μέσα της την επόμενη κρίση; Πρώτον η αυξανόμενη κεφαλαιοποίηση σταδιακά <em>απεξαρτάται</em> από την καταναλωτική ζήτηση του τομέα ΙΙ. Ο ίδιος ο τομέας Ι γίνεται, πέρα από παραγωγός, ολοένα και περισσότερο καταναλωτής της παραγωγής του. Το γεγονός αυτό αντανακλά την αντίφαση ανάμεσα στο μισθό και το κέρδος. Ενώ η ζήτηση του τομέα ΙΙ (κατά κύριο λόγο η κατανάλωση της εργατικής τάξης) είναι ιστορικά καθορισμένη από το αποδεκτό επίπεδο αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, η ζήτηση του τομέα Ι περιορίζεται μόνο από τον ανταγωνισμό και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων<a id="_ftnref17" title="" href="#_ftn17"><sup>[17]</sup></a>. Για όσο λοιπόν αυξάνεται γρήγορα η μάζα κέρδους, η συσσώρευση επεκτείνεται χωρίς οι καπιταλιστές να ανησυχούν για το γεγονός ότι το σταθερό κεφάλαιο αυξάνεται με μεγαλύτερη ταχύτητα από το μεταβλητό (που σημαίνει ότι λειτουργεί ο μηχανισμός της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους). Δεύτερον, η ολοένα και αυξανόμενη κεφαλαιοποίηση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της επανεπένδυσης της πραγματοποιημένης υπεραξίας, αλλά έχει ως πόρο και το <em>χρηματοπιστωτικό σύστημα, </em>δηλαδή την έμμεση αναδιανομή κεφαλαίου που έχει χρηματική μορφή στα κεφάλαια που σκοπεύουν να του δώσουν παραγωγική μορφή. Στη φάση της επέκτασης αυξάνεται λοιπόν «ανεξέλεγκτα» το σταθερό κεφάλαιο, καθώς προϋποθέτει τη συνέχεια της συνεχώς εντεινόμενης ζήτησης που αντιμετωπίζει σε αυτή τη φάση. Πιο σημαντική στην αύξηση του σταθερού κεφαλαίου είναι η αύξηση του παγίου κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η υπερπαραγωγή σταθερού κεφαλαίου, η γενεσιουργός αιτία της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Υπερπαραγωγή</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το κλειδί που οδηγεί στη συνέχεια της επέκτασης και στην ωρίμανση της υπερπαραγωγής είναι, φυσικά, το κέρδος. Μπορεί τα κόστη παραγωγής να αυξάνουν κατά τη φάση της επέκτασης όμως οι τιμές στην αγορά αυξάνουν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Είναι το στάδιο κατά το οποίο η μάζα κέρδους αυξάνεται με τόσο μεγάλη ταχύτητα που υπερκαλύπτεται το ότι η άλλη όψη του μηχανισμού αυτού είναι η ενδυνάμωση της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, γι’αυτό στο στάδιο αυτό έλκεται το κεφάλαιο στην παραγωγή. Από πού προκύπτει όμως αυτή η μάζα κέρδους ενώ λειτουργεί συνεχώς ο μηχανισμός εξίσωσης του ποσοστού κέρδους ανάμεσα στους διαφορετικούς κλάδους; Στο στάδιο της επέκτασης της παραγωγής το κεφάλαιο δρέπει τους καρπούς της αναδιάρθρωσής του στην περίοδο της ύφεσης που προηγήθηκε. Η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας που επιτεύχθηκε τότε δημιούργησε τη βάση για τη ζήτηση και την πραγματοποίηση της υπεραξίας στο στάδιο της επέκτασης. Όμως αυτό που δημιουργεί αυτή η έλξη κεφαλαίου είναι μια αμοιβαία αύξηση της ζήτησης ανάμεσα σε τομείς και επιχειρήσεις του τομέα Ι, η οποία με την αύξηση της παραγωγής σιγά-σιγά μετατρέπεται σε τεχνητή, σε σχέση με τις συνθήκες της ζήτησης στην υπόλοιπη αγορά. Η δημιουργία εσωτερικής κατανάλωσης, στους κλάδους που κατασκευάζουν μέσα παραγωγής ή επεξεργάζονται πρώτες ύλες, είναι η πηγή και της αύξησης της μάζας των κερδών και της ενδυνάμωσης του μηχανισμού μείωσης του ποσοστού κέρδους. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας επεκτείνει αυτή την αμοιβαία αύξηση ζήτησης στον τομέα Ι ωθώντας την τάση προς την υπερπαραγωγή. <em>Ταυτόχρονα, ο χρηματοπιστωτικός τομέας κοιτάζει στο μέλλον και καθώς προϋποθέτει τη συνεχή αυτοπαραγωγή αυτής της επέκτασης, πέρα από το να επεκτείνει, εντείνει μέσω του αναπόφευκτου σπεκουλαρίσματος τελικά την υπερπαραγωγή κεφαλαίου<a id="_ftnref18" title="" href="#_ftn18"><sup><strong><sup>[18]</sup></strong></sup></a></em>.</p>
<p>Ο δρόμος προς την κρίση βρίσκεται στην άμεση σύνδεση και αντιφατική σχέση ανάμεσα στον τομέα Ι και τον τομέα ΙΙ. Όπως ακριβώς από την ύφεση προς την επέκταση υπήρξε μια αναδραστική πορεία από τον τομέα ΙΙ προς τον τομέα Ι (μέσω της αύξησης του ποσοστού απόλυτης υπεραξίας και ενός σχετικά αυξημένου, από την καταστροφή της κρίσης, μεταβλητού κεφαλαίου), έτσι τώρα από την επέκταση στην κρίση υπάρχει μια αναδραστική πορεία από τον τομέα Ι στον τομέα ΙΙ. Η <em>υπερπαραγωγή σταθερού κεφαλαίου</em> αλλάζει την αναλογία σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου και οι απαιτήσεις της συνέχισης της κεφαλαιοποίησης σε υπεραξία αρχίζουν πια να μην ικανοποιούνται. Αρχίζει να φαίνεται <em>η παραγόμενη έλλειψη υπεραξίας</em>, ή το μειούμενο ποσοστό κέρδους αρχίζει να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στην απόφαση για εκ νέου κεφαλαιοποίηση ή όχι.</p>
<p>Η συσσώρευση του κεφαλαίου στην πραγματική υπαγωγή έχει ως αυτονόητο μέσο την αύξηση της παραγωγικότητας. Για να αυξηθεί το ποσοστό κέρδους με όρους σχετικής υπεραξίας πρέπει η αξία που προστίθεται στο προϊόν, από την ανανέωση του παγίου κεφαλαίου και την αύξηση της παραγωγικότητας που επιφέρει, να είναι μικρότερη από την αξία που εξοικονομείται από τη μείωση της αξίας εργατικής δύναμης που επιφέρει αυτή η ανανέωση. Άρα, ενώ το μεταβλητό κεφάλαιο αυξάνεται, <em>η καταναλωτική δύναμη των εργατών σε σχέση με τη συνολική παραγωγή μειώνεται</em> (με αργότερο ρυθμό στην περίοδο της επέκτασης). Αυτό φυσικά είναι ακόμη πιο έντονο στη συνέχεια όταν η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους πάρει τα ηνία. Αλλιώς διατυπωμένο, ακόμη και αν η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας μεγαλώνει, δε μεγαλώνει <em>αρκετά </em>για να αναπαράγεται το κεφάλαιο, δεν παράγεται αρκετή υπεραξία για να συνεχιστεί η ανοδική πορεία της επέκτασης. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου από την υποκατανάλωση των εργατών, <em>σε σχέση με την αυξανόμενη παραγωγή</em>. Η «έλλειψη» της υπεραξίας στην παραγωγή και το «πλεόνασμα» της υπεραξίας στην κυκλοφορία ταυτίζονται <em>επειδή</em> σχετίζονται μέσω της ιστορίας της κεντρικής αντίφασης του κεφαλαίου (της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους). Πρόκειται για έναν ενιαίο μηχανισμό ο οποίος περνάει πρώτα από το στάδιο στο οποίο η αυξανόμενη μάζα κέρδους επιτρέπει την αναπαραγωγή κεφαλαίου παρά την ταυτόχρονη λειτουργία της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει. Στο στάδιο αυτό η ταχύτητα με την οποία συσσωρεύεται το κεφάλαιο είναι μεγαλύτερη από την ταχύτητα με την οποία πέφτει το ποσοστό κέρδους. Δεδομένου ότι βρισκόμαστε στην περίοδο της πραγματικής υπαγωγής, πέρα από το μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης κεφαλαίου από το ρυθμό πτώσης του ποσοστού κέρδους, ισχύει και ο <em>μεγαλύτερος ρυθμός αύξησης σταθερού κεφαλαίου από το ρυθμό αύξησης του συνολικού κεφαλαίου</em>.</p>
<p>Στη συνέχεια φτάνουμε σε ένα σημείο στο οποίο το κεφάλαιο που έχει παραχθεί είναι τόσο που δεν μπορεί να αυξάνεται η μάζα των κερδών με την ίδια ταχύτητα με την οποία πέφτει το ποσοστό κέρδους. Συνεπώς, η υπεραξία που παράγεται υπό το συγκεκριμένο βαθμό εκμετάλλευσης αρχίζει να μην είναι αρκετή για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Μέσα από αυτό το μηχανισμό, η υπερσυσσώρευση, η έλλειψη της υπεραξίας (ως ποσοστό κέρδους), σχετίζεται με το πλεόνασμα της υπεραξίας (ως ποσοστό υπεραξίας) μέσω του μετασχηματισμού της υπεραξίας σε σταθερό κεφάλαιο μέσα στη διαδικασία της συσσώρευσης. Η αιτία της επέκτασης και της υπερπαραγωγής του κεφαλαίου είναι η ίδια: η συσσώρευση, δηλαδή η συνεχής αναζήτηση περισσότερης υπεραξίας από την πλευρά του κεφαλαίου. Η συσσώρευση παράγει την αύξηση της μάζας του κέρδους και την πτώση του ποσοστού του κέρδους. Στην αρχή της επέκτασης η συσσώρευση λειτουργεί ως υγεία για το κεφάλαιο, στη συνέχεια εξαντλείται και λειτουργεί ως αρρώστια.</p>
<p>Η στιγμή της υπερπαραγωγής είναι αισθητή σε ολόκληρο το κύκλωμα της αναπαραγωγής κεφαλαίου. Δεν έχει φτάσει όμως αμέσως η κρίση παντού, πρόκειται για ένα κύμα που εξαπλώνεται από τον τομέα Ι στον τομέα ΙΙ και επανέρχεται δριμύτερο στον τομέα Ι, κ.ο.κ. Η υπερπαραγωγή είναι απόλυτα αισθητή στους κλάδους του τομέα Ι, οι οποίοι έχουν αναπτυχθεί πιο υπερβολικά από τους κλάδους του τομέα ΙΙ. Η δυσαναλογία μέσα στην παραγωγική ζήτηση ανάμεσα στο σταθερό κεφάλαιο και στα καταναλωτικά αγαθά είναι η υποκατανάλωση ως έκφραση της υπερπαραγωγής κεφαλαίου. Στον τομέα ΙΙ η υπερπαραγωγή κεφαλαίου είναι αρχικά έμμεσα αισθητή από το επίπεδο των τιμών. Οι τιμές στο σημείο αυτό μπορεί να πέσουν αναγκαστικά, ακόμη και κάτω από το επίπεδο των αξιών των προϊόντων, για να πουληθούν και να συνεχίσει να κινείται η αγορά. Όμως η πορεία προς την κρίση είναι αναπόφευκτη καθώς τα υπερβολικά πολλά παραγωγικά κεφάλαια που έχουν δημιουργηθεί εξακολουθούν να στέλνουν τα προιόντα τους στην αγορά. <em>Η κρίση εμφανίζεται στην αγορα, φυσικά, ως υπερπαραγωγή εμπορευμάτων</em>&#8230; Στο σημείο αυτό ο κύκλος έχει ήδη μπει στην κρίση του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Κρίση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η κρίση για το κεφάλαιο έχει την ορμή φυσικού φαινομένου. Είναι η στιγμή που ξεσπούν όλες οι αντιφάσεις: η αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση – οι οποίες είναι διαχωρισμένες <em>σε μια καπιταλιστική κοινωνία –</em> η αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγική και τη χρηματική μορφή του κεφαλαίου, η αντίφαση ανάμεσα στην τιμή και την αξία. Είναι η στιγμή που σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο περισσεύει, η στιγμή της αναγκαίας επιβολής του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, η στιγμή της επιβολής του νόμου της αξίας. Η κρίση είναι το σημείο στο οποίο ό,τι αποτελούσε την «ευημερία» (υπερπαραγωγή) και ήταν αιτία της ευημερίας, αποτελεί πλέον την ύφεση και είναι αιτία της ύφεσης.</p>
<p>Από τη σκοπιά της κερδοφορίας του κεφαλαίου η κρίση αποτελεί μια κατάσταση στην οποία γίνεται σαφές ότι το υπάρχον κοινωνικό κεφάλαιο είναι <em>ταυτόχρονα και πολύ μεγάλο και πολύ μικρό (ή ότι το προλεταριάτο χρειάζεται και ταυτόχρονα περισσεύει)</em>: Το κοινωνικό κεφάλαιο είναι πολύ μεγάλο σε σχέση με την υπεραξία που παράγει και πολύ λίγο για να ξεπεράσει αυτήν την έλλειψη υπεραξίας. Το προλεταριάτο περισσεύει ως παραγωγική εργατική δύναμη αλλά χρειάζεται ως καταναλωτική δύναμη από τη σκοπιά του κεφαλαίου, ή περισσεύει ως καταναλωτική δύναμη και χρειάζεται ως παραγωγική από τη δική του σκοπιά. Το κεφάλαιο ζητάει αύξηση της παραγωγικότητας, το προλεταριάτο ζητάει αύξηση των αξιών χρήσης που αντιστοιχούν σε δεδομένη ανταλλακτική αξία, η οποία όμως, όπως είδαμε, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αύξηση της παραγωγικότητας. Η κρίση είναι ταυτόχρονα υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και υποκατανάλωση της εργατικής τάξης. Δεν υπάρχει ποτέ ζήτημα παραγωγής «πλεονάσματος» υπεραξίας (λόγω υψηλής παραγωγικότητας) η οποία δε διανέμεται «δίκαια». Η κρίση <em>δεν παράγεται ποτέ από</em> <em>την υποκατανάλωση των εργατών για την οποία (υποτίθεται ότι) ευθύνεται σε άδικη διανομή υπερβολικά του μεγάλου πλούτου</em>. Όλη η συζήτηση περί διανομής, συνειδητά ή όχι, διαστρέφει την ουσία του ζητήματος: ότι η κρίση αποτελεί αναγκαίο μέρος της καπιταλιστικής συσσώρευσης. <em>Υπάρχει μόνο έλλειψη υπεραξίας, η οποία είναι ταυτόχρονα και υποκατανάλωση των εργατών</em>. Η έλλειψη της υπεραξίας στην παραγωγή είναι πλεόνασμα υπεραξίας στην κατανάλωση. <em>Αυτό που δεν μπορεί να παραχθεί με ικανοποιητικό κέρδος είναι αυτό που δεν μπορεί ταυτόχρονα να πουληθεί σε ικανοποιητική τιμή</em>.</p>
<p>Η κρίση, λοιπόν, είναι υπερπαραγωγή κεφαλαίου <em>μόνο υπό το συγκεκριμένο ποσοστό υπεραξίας</em>. Ως εκ τούτου ο μηχανισμός που ενεργοποιεί η κρίση είναι (αιματηρή) χειρουργική επέμβαση με δύο όψεις: αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας και απαξιώνεται κεφάλαιο που πλεονάζει. Η απαξίωση και καταστροφή σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου που ορίζει και ορίζεται από την κρίση ήδη δείχνει προς την κατεύθυνση της <em>ανανέωσης του παγίου κεφαλαίου, </em>η οποία θα αποτελέσει τον ένα πυλώνα για την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας μέσω της <em>αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας</em> και της εξοικονόμησης σταθερού κεφαλαίου. Η καταστροφή και απαξίωση σταθερού κεφαλαίου είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα για την ανανέωσή του από τεχνολογικά πιο αναπτυγμένο σταθερό κεφάλαιο, το οποίο θα αποτελέσει το μέσο άντλησης <em>μεγαλύτερου ποσοστού σχετικής υπεραξίας</em> από την εργατική δύναμη. Ταυτόχρονα, η κρίση δείχνει και προς την κατεύθυνση της αύξησης του <em>ποσοστού της υπεραξίας μέσω άντλησης απόλυτης υπεραξίας, την ένταση της εκμετάλλευσης μέσω μείωσης μισθού, αύξηση ωραρίου εργασίας, κτλ. </em> <em> </em></p>
<p>Η κρίση είναι ο θρίαμβος της διαλεκτικής του κεφαλαίου, το σημείο που επανενώνει τους αντιφατικούς πόλους της ενότητας του κεφαλαίου, την παραγωγή και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η κρίση όμως δεν επανενώνει τους πόλους αυτούς με ειρηνικό τρόπο, τους επανενώνει ως έξαρση της ταξικής πάλης. Είναι το σημείο στο οποίο οι κοινωνικές σχέσεις που όριζαν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου πρέπει να αλλάξουν ριζικά, να αναδιαταχθούν μέσα στην εσωτερική τους σύνδεση οι πόλοι της αντίφασης, να προκύψει η καινούργια μορφή του κεφαλαίου: η κρίση απαιτεί την αναδιάρθρωση από τη σκοπιά του κεφαλαίου ως σχέσης. Αν το προλεταριάτο συνεχίσει να υπάρχει μετά την κρίση ως τέτοιο, σημαίνει ότι θα έχει επιβληθεί η αναδιάρθρωση, η «θεραπεία» που επέβαλλε το κεφάλαιο, όσο επώδυνη κι αν είναι.</p>
<p>Η κρίση συνεπάγεται υποτίμηση κεφαλαίου, γιατί η αντίφαση που έχει να αντιμετωπίσει συμπυκνώνεται στην υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Η υποτίμηση κεφαλαίου ενεργοποιεί σε νέα βάση τον ανταγωνισμό μεταξύ των ξεχωριστών κεφαλαίων. Κατά τη φάση της κρίσης ο ανταγωνισμός, <em>με τον κανιβαλικό του χαρακτήρα αυτή τη φορά</em>, είναι η ζωογόνος δύναμη που τείνει να εξισορροπήσει τη διαταραγμένη διαδικασία αναπαραγωγής. Ο ανταγωνισμός στην κρίση δεν έχει να κάνει με το μοίρασμα των κερδών αλλά με το μοίρασμα των ζημιών, συνεπώς οδηγεί στο θάνατο ορισμένα κεφάλαια, η συνέχιση της ύπαρξης των οποίων αντιτίθεται στο <em>γενικό</em> συμφέρον της καπιταλιστικής τάξης. Έτσι έχουμε: αδρανοποίηση ή μερική εκμηδένιση κεφαλαίου, διακοπή της λειτουργίας ορισμένων μέσων παραγωγής, καταστροφή κεφαλαιακών αξιών και <em>άμεση υποτίμηση χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου</em>.<em> </em></p>
<p><em> </em>Στο σημείο αυτό ο κύκλος έχει ήδη μπει στην ύφεση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η σύγχρονη κρίση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Η κρίση σε κάθε ιστορική περίοδο είναι η αναγκαία έκφραση της συσσώρευσης των συγκεκριμένων αντιφάσεων που ορίζουν το κεφάλαιο στη συγκεκριμένη περίοδο που παράγει την κρίση, και πάντα είναι υπερσυσσώρευση κεφαλαίου ανεξάρτητα με το πώς εμφανίζεται. Η μορφή εμφάνισης της, όμως, είναι η απτή πραγματικότητα της κρίσης, είναι αυτή που εκφράζει τις συγκεκριμένες αντιφάσεις, δηλαδή το περιεχόμενο της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη περίοδο»<a id="_ftnref19" title="" href="#_ftn19"><sup>[19]</sup></a>.</p>
<p>Στην προηγούμενη φράση συμπυκνώνεται μια μέθοδος ανάλυσης που μπορεί να εξηγήσει το ξεπέρασμα της επαναστατικής οπτικής του θριάμβου και της «νίκης» της εργατικής τάξης, δηλαδή, της συνέχισης του καπιταλισμού, αν θέλει κανείς να ακριβολογεί. Η οπτική αυτή εξακολουθεί να είναι η οπτική (και) ριζοσπαστικών κομματιών του κινήματος που αντιλαμβάνονται την ταξική πάλη ως αντίθεση δύο ανεξάρτητων, αυτόνομων υποκειμένων. Οι ριζοσπαστικές τάσεις που θεωρούν το κεφάλαιο ως ένα μπραντεφέρ μεταξύ δύο ανεξάρτητων, αυτόνομων μεταξύ τους υποκειμένων, ταλανίζονται από μια αντίφαση όταν αναλύουν την παρούσα συγκυρία: από τη μία πλευρά πρέπει να κάνει την επανάσταση ένα <em>ενιαίο</em> υποκείμενο (το οποίο θα παλεύει για τον εαυτό του ως τέτοιο) με σκοπό την επικράτηση του στο μπραντεφέρ. Η ενοποίηση στη βάση της εργατικής ταυτότητας δε φαίνεται στον ορίζοντα, άρα η επανάσταση φαίνεται αυτή τη στιγμή ανέφικτη <em>από πλευράς υποκειμενικών συνθηκών</em> σύμφωνα με την ορολογία αυτής της αντίληψης. Από την άλλη πλευρά όμως, ο πλανήτης ολόκληρος συγκλονίζεται από ταραχές και συγκρούσεις ανάμεσα σε κομμάτια του προλεταριάτου και τις δυνάμεις καταστολής των κρατών, δηλαδή την καπιταλιστική τάξη σε θέση μάχης. Η δική μας αντίληψη για τα πράγματα είναι διαφορετική: δεν υπάρχει θέμα αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, υπάρχει η ιστορική εξέλιξη μιας αντίφασης η οποία παράγει την αμφισβήτησή της ως αμφισβήτηση του ρόλου του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλισμού. Η αμφισβήτηση αυτή έχει δύο όψεις. Η αντικειμενικότητα, δηλαδή, η καπιταλιστική οικονομία (μόνο τέτοια οικονομία υπάρχει) είναι η μία όψη της, και οι αγώνες του προλεταριάτου η άλλη όψη της. Πρόκειται για τις δύο στιγμές μιας διαλεκτικής ενότητας, οι οποίες αντιστοιχούν η μία στην άλλη. Η έκφραση αυτής της αντιστοιχίας είναι η διάρθρωση του κεφαλαίου, η διάρθρωση της ταξικής πάλης.</p>
<p>Η σύγχρονη κρίση είναι ένα ακόμη βήμα προς την ιστορικά παραγόμενη αμφισβήτηση του κεφαλαίου. Το πιο σημαντικό από τα χαρακτηριστικά της είναι ότι προέκυψε μέσα από <em>την χρηματιστικοποίηση του καπιταλισμού</em>. Το μέλλον του κεφαλαίου ως σχέση έγινε εμπόρευμα. Η αξία αυτού του εμπορεύματος καθορίζεται από το κατά πόσο και πώς μπορεί το κεφάλαιο να αντιμετωπίζει την παραγωγή μόνο ως ένα αναπόφευκτο εμπόδιο στην υλοποίηση της πλήρως αφηρημένης μορφής του, δηλαδή, της μορφής Χ-Χ’. Αυτή η μετεξέλιξη συνολικά του καπιταλισμού σε χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, αυτό το εμπόριο μέλλοντος ανάμεσα στους καπιταλιστές, οδήγησε στην αιχμή της επέκτασης της παραγωγής και στη συνέχεια με τον ίδιο τρόπο στο πέρασμα στην υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Κάθε διάσταση της χρηματιστικοποίησης έπαιξε αυτό το διπλό ρόλο: το κυνήγι της χαμηλότερης τιμής εργατικής δύναμης ανά τον πλανήτη, η διασπορά του επιχειρηματικού ρίσκου, η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα ως μεταγωγέα και επιταχυντή στη διανομή της υπεραξίας – δηλαδή ως αρχιτέκτονα της σύγχρονης διάρθρωσης του κεφαλαίου –, η δυνατότητα κερδοφορίας από χρηματοπιστωτικές συναλλαγές σε παράλληλες αγορές που δημιουργήθηκαν από την ανάπτυξη της χρηματιστικοποίησης, η πλήρης απελευθέρωση των ροών κεφαλαίου, η τελειωτική μετατροπή του καπιταλιστή από ιδιοκτήτη σε μέτοχο ή σε κάτοχο παραγώγων, ο συνδυασμός χαμηλότερου από τον προηγούμενο κύκλο ποσοστού συσσώρευσης με υψηλά κέρδη, η συνεχής και μάταιη καταπολέμηση του πληθωρισμού και η <em>ταυτόχρονη αέναη παροχή ρευστότητας</em>. Όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν <em>τη μορφή που πήρε η παραγωγική διαδικασία, </em>για να ξεπεραστεί η κρίση του 1960-70, και οδήγησαν στην επέκταση της παραγωγής, δόμησαν τον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό.</p>
<p>Ωριμάζοντας όμως, ο ίδιος ο μηχανισμός του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού δούλευε ανάποδα, μετέτρεπε την επέκταση σε υπερπαραγωγή. Σε χωροταξικό επίπεδο, η απαξίωση της εργατικής δύναμης δημιούργησε τον κύριο άξονα της παγκοσμιοποίησης, μετά από κάποιες περιπέτειες: την ChinAmerica. Ο κινέζος εργάτης έγινε το αφηρημένο πρότυπο του εργάτη. Ο αμερικάνος “καταναλωτής” έγινε το αφηρημένο πρότυπο του καταναλωτή <em>της τρέχουσας περιόδου</em>, δηλαδή, του καταναλωτή που καταναλώνει με πίστωση, συνεχίζει να ζει στο επίπεδο που αντιστοιχεί στην επέκταση της παραγωγής (για όσο δηλαδή το <em>εμπόριο του μέλλοντος</em> εξακολουθεί να λειτουργεί), είναι δεμένος στο κεφάλαιο όσο ποτέ άλλοτε ιστορικά, είναι ο ορισμός της ταύτισης της ύπαρξης του προλεταριάτου με την ύπαρξη του κεφαλαίου<a id="_ftnref20" title="" href="#_ftn20"><sup>[20]</sup></a>. Στην άλλη άκρη της αλυσίδας το ίδιο συμβαίνει και για τον κινέζο εργάτη. Θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο αν συνεχιστεί η επέκταση με αυτή τη μορφή, διαφορετικά, αν σπάσει αυτός ο σύνδεσμος, θα τον κατασπαράξει η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου στην Κίνα. Το εμπόριο του μέλλοντος ταΐζεται συνεχώς με ρευστότητα που παράγεται στην Αμερική, το δολάριο αποτελεί το χρυσό της σύγχρονης περιόδου αλλά έχει την ιδιότητα να μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα σε ποσότητα. Η εμπιστοσύνη στο δολάριο είναι η υλική πραγματικότητα της επέκτασης της παραγωγής της περιόδου μέχρι το 2005-6. Το καύσιμο της περιόδου, δηλαδή η δυνατότητα του αφηρημένου προτύπου του καταναλωτή να καταναλώνει με πίστωση, τελείωσε γιατί η ίδια του η ύπαρξη ήταν αποτέλεσμα και προϋπόθεση της δομικής μείωσης του μισθού του. Όπως είδαμε όμως στην παράγραφο που αναλύθηκε η υπερπαραγωγή, η υποκατανάλωση της εργατικής τάξης είναι πάντα υποκατανάλωση <em>σε σχέση με την παραγωγή</em>, δηλαδή, υπερπαραγωγή κεφαλαίου, πιο συγκεκριμένα υπερπαραγωγή σταθερού κεφαλαίου, υπερσυσσώρευση κεφαλαίου.</p>
<p>Η χωροταξική διάσταση της διάρθρωσης, τα νέα κέντρα συσσώρευσης στην Ανατολική Ασία, η ισχυροποίηση του χρηματοπιστωτικού κέντρου των ΗΠΑ, είναι η μία όψη αυτής της πορείας του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου από την επέκταση στην κρίση. Η άλλη όψη είναι η εξέλιξη της δυναμικής του ανταγωνισμού. Ο θρίαμβος του ανταγωνισμού διαμόρφωσε το <em>χαμηλότερο ποσοστό συσσώρευσης από αυτό του προηγούμενου κύκλου</em>. Ο ανταγωνισμός είναι πλέον παγκόσμιος και οι αποδόσεις των επενδύσεων, ή οι προβλέψεις για τις αποδόσεις αυτές, συγκρίνονται σε «πραγματικό χρόνο», με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η αύξηση της κερδοφορίας των πιο ανταγωνιστικών κεφαλαίων σε βάρος των λιγότερο ανταγωνιστικών. Στα πρώτα στάδια, το γεγονός αυτό επιτάχυνε τη δημιουργία των νέων κέντρων συσσώρευσης και μετά άλλων, ακόμη πιο νέων, και γενικότερα ευνόησε την κινητικότητα του κεφαλαίου. Αλλά στη συνέχεια, για να συνεχίσουν να είναι ανταγωνιστικές οι εταιρίες έπρεπε να φάνε τις σάρκες τους με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν η υπερβολική διόγκωση των μη-παραγωγικών δαπανών, ο άλλος ήταν η ολοένα και μεγαλύτερη <em>συγκράτηση των παραγωγικών επενδύσεων</em>. Η δεύτερη προκύπτει αναγκαστικά από τον τρόπο με τον οποίο το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο εξισώνει το ποσοστό κέρδους. Μέρος των κερδών έπρεπε αναγκαστικά να ανακυκλωθεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ακριβώς επειδή ο ρόλος του ήταν πολύ βασικός για την ύπαρξη υψηλής κερδοφορίας. Το χαμηλότερο ποσοστό συσσώρευσης που δημιουργούσε αυτή η διαδικασία πίεζε για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (μέσω άντλησης απόλυτης υπεραξίας) και συνεπώς μείωσης του μισθού. Οι μέτοχοι των εταιρειών αντιμετώπιζαν ολοένα και περισσότερο τα παραγωγικά κεφάλαια ως κάτι ρευστό, ως ένα αναγκαίο ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στο Χ και το Χ’, του οποίου η απόδοση συγκρινόταν συνεχώς και πιεστικά με τις αποδόσεις των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Συνεπώς, αντί να επενδύσουν περισσότερο για την ανάπτυξη των παραγωγικών κεφαλαίων, στρέφονταν στο πώς θα κάνουν <em>οικονομίες σταθερού κεφαλαίου</em>, που σε συνδυασμό με την ένταση της εκμετάλλευσης αφενός θα ήταν βραχυπρόθεσμα κερδοφόρες και θα δικαιολογούσαν την επένδυση τους, και αφετέρου θα έκαναν πιο «υγιή» την επιχείρηση τους, κάτι που σε ένα πολύ ρευστό περιβάλλον σημαίνει και πιο ελκυστική για πιθανούς αγοραστές<a id="_ftnref21" title="" href="#_ftn21"><sup>[21]</sup></a>. Το εμπόριο του μέλλοντος του κεφαλαίου, δηλαδή το εμπόριο της προσδοκίας της ολοένα και εντεινόμενης εκμετάλλευσης του προλεταριάτου, υποβάθμισε το ποσοστό συσσώρευσης.</p>
<p>Για όσο διάστημα μπορούσε να λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός, δηλαδή, για όσο διάστημα η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, μέσω άντλησης απόλυτης υπεραξίας, ισορροπούσε το χαμηλό ποσοστό συσσώρευσης και διατηρούνταν το «αναγκαίο» επίπεδο κερδοφορίας, δεν υπήρχε λόγος να σταματήσει. Δεν έχει νόημα εκ των υστέρων να λέμε ότι οδηγούσε σε αδιέξοδο, γιατί <em>δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός συσσώρευσης που να μην οδηγεί σε αδιέξοδο</em>. Το ζήτημα είναι να εξετάζουμε τη μορφή, το περιεχόμενο του αδιεξόδου, και τη σημασία του για την ταξική πάλη σήμερα. Το περιεχόμενο του σύγχρονου αδιεξόδου, ως κρίση αυτής της διαδικασίας εμπορίου του μέλλοντος της σχέσης κεφάλαιο, είναι η <em>έλλειψη μέλλοντος</em>, το no future που βλέπουμε γραμμένο σε ολοένα και περισσότερους τοίχους και πανό.</p>
<p>Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό συσσώρευσης είναι χαμηλότερο από αυτό του προηγούμενου κύκλου, δεν έχει νόημα να πούμε ότι αυτή η κρίση είναι κρίση υποκατανάλωσης και όχι υπερσυσσώρευσης. Η υπερσυσσώρευση και η υποκατανάλωση είναι έννοιες <em>σχετικές</em>, και αποτελούν τις δύο όψεις ενός φαινομένου όπως είδαμε και προηγουμένως. Η συσσώρευση που πραγματοποιήθηκε με βάση τη διάρθρωση αυτού του κύκλου λειτούργησε μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Στη συνέχεια, άρχισε να γίνεται ορατή η έλλειψη υπεραξίας, το κεφάλαιο που είχε παραχθεί ήταν τόσο ώστε να μην μπορεί να εξισορροπηθεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους από την επέκταση της παραγωγής. Το γεγονός ότι το ποσοστό κέρδους έκανε αυτόν τον κύκλο από το 1982 έως το 2008 ορίζει τον κύκλο συσσώρευσης μέχρι σήμερα. Προφανώς η υπερσυσσώρευση πήρε τη μορφή τίτλων παγίου κεφαλαίου που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματική τους αξία, προφανώς αφορούσε σε μεγάλο βαθμό γη και κατασκευές, αφού όλη η διαμόρφωση του μηχανισμού γινόταν από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Επίσης, ήταν προφανώς σημαντική η παράλληλη αγορά χρηματοπιστωτικών προϊόντων που δημιουργήθηκε και το επιτόκιο, ως μορφή, αποτέλεσε τον οδηγό στην πορεία του ποσοστού κέρδους. Δεν έχει νόημα να λέμε ότι μεγάλο μέρος του ποσοστού κέρδους οφείλεται στο χρηματοπιστωτικό τομέα, και άρα το ποσοστό κέρδους <em>δεν είναι πραγματικό</em>, γιατί πέφτουμε σε έναν φαύλο κύκλο. Χρηματοπιστωτικός ήταν ο τρόπος να παράγεται το κέρδος στον παραγωγικό τομέα και αυτός ο ίδιος ήταν ο τρόπος που οδήγησε στο να μην επαρκεί η υπεραξία που παράγεται. Δεν υπάρχει υγιής βιομηχανικός καπιταλισμός και άρρωστος χρηματοπιστωτικός, υπάρχει ένας αναδιαρθρωμένος καπιταλισμός, και για να λειτουργήσει η συσσώρευση στη νέα διάρθρωση που παράχθηκε από την κρίση και την αναδιάρθρωση στη δεκαετία του 1980 έπρεπε να είναι χρηματοπιστωτικός. Επίσης, το να λέμε ότι το ποσοστό κέρδους δεν αυξήθηκε «τόσο πολύ» όσο είχε αυξηθεί στον προηγούμενο κύκλο, πάλι δεν έχει νόημα. Ο προηγούμενος κύκλος, με το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους του, κατέληξε επίσης σε κρίση, παρήγαγε το δικό του κύκλο ταξικής πάλης που αντιστοιχούσε στη δική του διάρθρωση. Δεν έχει νόημα η <em>τυπική</em> <em>σύγκριση</em> μεταξύ δύο κύκλων. Και εκείνη η κρίση, όπως και αυτή, ήταν κρίση υπερσυσσώρευσης <em>και</em> <em>υποκατανάλωσης</em> (οι δύο όψεις του ίδιου πράγματος) αλλά το ιστορικό τους περιεχόμενο ήταν διαφορετικό. Τότε υπήρχε υψηλό ποσοστό συσσώρευσης (ως αιτία της επέκτασης και της κρίσης) και μεγάλο μέρος του κινήματος θεωρητικοποίησε την κρίση ως κρίση υπερσυσσώρευσης, ενώ τώρα χαμηλότερο ποσοστό συσσώρευσης (ως αιτία της επέκτασης και της κρίσης) και μεγάλο μέρος του κινήματος θεωρητικοποιεί την κρίση ως κρίση υποκατανάλωσης.</p>
<p>Η ταξική πάλη είναι η αντίφαση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο, σε κάθε ιστορική περίοδο αυτή η αντίφαση εκρήγνυται, και η έκρηξη φέρει μέσα της το περιεχόμενο της ιστορικά καθορισμένης διάρθρωσης του κεφαλαίου, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, το περιεχόμενο της ταξικής πάλης της περιόδου. Το να αναπολούμε την κορύφωση του κύκλου αγώνων της φορντιστικής περιόδου είναι σα να αναπολούμε τον καπιταλισμό που τη γέννησε (και δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν αυτή τη ροπή). Το να αναπολούμε τον εργάτη μάζα, τη δυνατή συνδικαλιστικά εργατική τάξη, την αυτοοργάνωση μιας ενιαίας τάξης που θα αποτελέσει τη βάση μιας θετικής μετεξέλιξης της τάξης, από τάξη για τον εαυτό της σε «κομμουνιστική κοινωνία», είναι απλώς μια νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος και τίποτα περισσότερο. Για να αναλύσουμε την παρούσα στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να αναλύσουμε τον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό <em>ως τέτοιο</em> και να ψάξουμε στους αγώνες αυτής της περιόδου να δούμε ποιό είναι το περιεχόμενο της παραγόμενης επανάστασης<a id="_ftnref22" title="" href="#_ftn22"><sup>[22]</sup></a>.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η θεωρητική θέση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κάθε κύκλος συσσώρευσης σχετίζεται και με έναν κύκλο ταξικής πάλης. Ο κύκλος της ταξικής πάλης ορίζεται από τη σχέση ανάμεσα στους καθημερινούς διεκδικητικούς αγώνες του προλεταριάτου και το ξεπέρασμα τους, το οποίο είναι η επανάσταση που παράγεται από τον κύκλο της ταξικής πάλης. Η κυκλική διαδικασία της συσσώρευσης που καθορίζεται από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και στον πυρήνα της βρίσκεται ο νόμος της αξίας, παράγει και τα δύο υποκείμενα ως αναπαραγωγή του κεφαλαίου: το κεφάλαιο ως τάξη και το προλεταριάτο ως τάξη, υποκείμενα που σχετίζονται μέσω της αντίφασης της εκμετάλλευσης. Τα δύο αυτά υποκείμενα συναποτελούν τη συγκεκριμένη και ιστορικά καθορισμένη ολότητα της σχέσης του κεφαλαίου, μέσα από την εξέλιξη της οποίας (ως συσσώρευση <em>και</em> <em>άρα </em>ως ταξική πάλη) παράγεται η <em>ιστορικά καθορισμένη επανάσταση</em>. Το προλεταριάτο κάνει την επανάσταση γιατί έχει τη συγκεκριμένη θέση μέσα στην ολότητα και όχι γιατί είναι φύσει επαναστατικό ή γιατί η εργατική τάξη αντιπροσωπεύει το καλό στο ανθρώπινο είδος, την «ανθρώπινη κοινότητα», κτλ. Μόνο γιατί ο ρόλος του προλεταριάτου στην παραγωγή υπονομεύεται μέσα από την ιστορική εξέλιξη της συσσώρευσης είναι το προλεταριάτο η επαναστατική τάξη. Μόνο γιατί ο ρόλος του στην παραγωγή είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και περιττός, μόνο γιατί η αναπαραγωγή του είναι επιβεβλημένη και ταυτόχρονα πρόβλημα για το κεφάλαιο, είναι το προλεταριάτο που ιστορικά μέσα από τη δραστηριότητά του αμφισβητεί τη σχέση κεφάλαιο. Η <em>τάση</em> του ποσοστού κέρδους να πέφτει είναι η <em>δυνατότητα</em> της καταστροφής του κεφαλαίου. Η δυναμική αυτής της τάσης μέσα στη συσσώρευση, δηλαδή στην ταξική πάλη και το όριο της, είναι η δυναμική της παραγόμενης επανάστασης και ταυτόχρονα το όριο της. Το ξέσπασμα της επανάστασης είναι ταυτόχρονα ξέσπασμα <em>όλων των αντιφάσεων</em> του κύκλου της ταξικής πάλης που έχει παραχθεί σε σχέση με τον κύκλο συσσώρευσης. Είναι η ώρα που η αντιφατική ταύτιση ορίων και δυναμικής παράγει <em>ιστορικά</em> αποτελέσματα. Κάθε κύκλος ταξικής πάλης φέρει μέσα του την ιστορία όλων των προηγούμενων, όπως άλλωστε και κάθε κύκλος συσσώρευσης. Το ιστορικό παρόν του προλεταριάτου είναι παραγωγή του παρελθόντος του ως τάξης, δηλαδή της ταξικής πάλης του με το κεφάλαιο. Η διαφορά του κύκλου της ταξικής πάλης από τον κύκλο συσσώρευσης είναι ότι η δραστηριότητα του προλεταριάτου δεν αντικειμενοποιείται ως «μαθήματα από το παρελθόν», δεν υπάρχει «συσσώρευση προλεταριακής δραστηριότητας» και, ακόμη περισσότερο, δεν υπάρχει «συσσώρευση ταξικής συνείδησης». Το προλεταριάτο είναι απολύτως δέσμιο στο ιστορικό παρόν του, με την έννοια ότι έχει να παλέψει για την αναπαραγωγή του μέσα στην ιστορικά συγκεκριμένη διάρθρωση του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται, και όχι για κάποιο ιδανικό. Αυτή ακριβώς η πάλη για την αναπαραγωγή του προλεταριάτου είναι που το οδηγεί να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο αναπαράγεται, και μέσα από την ιστορική εξέλιξη αυτής της αντιφατικής διαδικασίας να αμφισβητήσει την ίδια την αναπαραγωγή του, ως τέτοιου.</p>
<p>Η δυναμική και το όριο του ταξικού αγώνα <em>σήμερα</em> ταυτίζονται ακριβώς στην αποτυχία του αγώνα να επιβεβαιώσει την ταξική δυναμική του (ικανοποίηση αιτημάτων, νέα θέση μάχης στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου). Στην εξέλιξη αυτής της πορείας της ταξικής πάλης μέσα στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, όταν ο αγώνας έρχεται σε αντίφαση με την ταξική δυναμική του, εκεί ακριβώς παράγεται μια απόκλιση πρακτικών, η οποία είναι έκφραση αυτής της αποτυχίας της τάξης να γίνει όντως τάξη για τον εαυτό της. Δεν υπάρχει όμως μια καθαρή έννοια αποτυχίας και ήττας αν σκέφτεται κανείς από τη σκοπιά της καταστροφής του κεφαλαίου. Υπάρχει η ήττα των συγκεκριμένων διεκδικητικών αγώνων, η ήττα αυτή ως μετασχηματισμός <em>και</em> αναπαραγωγή της σχέσης του κεφαλαίου. Το διαλεκτικό σχήμα στο οποίο θεωρητικοποιείται η παρούσα φάση είναι η παραγωγή του ορίου από τη δυναμική (η δράση ως <em>ταξική</em> δράση) και, ταυτόχρονα, η παραγωγή της δυναμικής από το όριο (<em>παραγόμενη απόκλιση πρακτικών μέσα στους ταξικούς αγώνες, μέσα στο όριο </em>της ταξικής δράσης).</p>
<p>Η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, σήμερα, μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, είναι ταυτόχρονα η αναπαραγωγή μέσα στους αγώνες της δυναμικής των αποκλίσεων ανάμεσα σε αντιφατικές πρακτικές. <em>Η δυναμική των αποκλίσεων δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ποτέ θετικά, δεν μπορεί να οδηγήσει σε επικράτηση της εργατικής τάξης. Η δυναμική αυτή φέρνει συνεχώς την εργατική τάξη ως τέτοια σε αντίφαση με τον εαυτό της</em>. Η αντίφαση αυτή υποστασιοποιείται στις παραγόμενες αποκλίνουσες μεταξύ τους δραστηριότητες κομματιών του προλεταριάτου μέσα στους ταξικούς αγώνες. Το σημαντικό είναι η ίδια η απόκλιση ανάμεσα στις δραστηριότητες και όχι η ταυτοποίηση των «επαναστατικών» ή «μη-επαναστατικών» πρακτικών. Τέτοια διάκριση δεν υπάρχει πριν την επανάσταση και κάθε επίκληση της σ’ αυτό το στάδιο είναι ιδεολογική έκφραση των φορέων των δραστηριοτήτων που αποκλίνουν μεταξύ τους. Όσο προχωράει αυτός ο κύκλος ταξικής πάλης, από τη μία πλευρά τόσο περισσότερο η τάξη τείνει να αγωνιστεί ως τάξη <em>ενάντια </em>στο κεφάλαιο, και από την άλλη, τόσο περισσότερο παράγονται αποκλίσεις στο εσωτερικό των ταξικών αγώνων, καθώς το όριο που έχει να αντιμετωπίσει η τάξη είναι η αμφισβήτηση της ίδιας της αναπαραγωγής της ως μέρος του κεφαλαίου. Η δυναμική αυτή αποτελεί την εμβάθυνση της αντίφασης, και προεικονίζει το ποιοτικό άλμα: την ολοκληρωτική ρήξη της δυναμικής με τον ίδιο της τον εαυτό, την επανάσταση μέσα στην προλεταριακή επανάσταση, η οποία θα αμφισβητήσει τον προλεταριακό της χαρακτήρα και θα θέσει το ζήτημα του κομμουνισμού: της καταστροφής του κεφαλαίου, η οποία είναι ταυτόσημα και κατ’ ανάγκη καταστροφή των τάξεων που συνθέτουν τη σχέση, άρα καταστροφή (αυτοκατάργηση) του προλεταριάτου ως τάξης. Κομμάτια του προλεταριάτου, ξεπερνώντας τον διεκδικητικό χαρακτήρα του αγώνα τους, θα πάρουν μέτρα κομμουνιστικοποίησης, τα μέτρα αυτά θα συνεχίζουν αναγκαστικά τον αγώνα, ο οποίος θα είναι αγώνας για την αναπαραγωγή της ζωής ενάντια στο κεφάλαιο. Ο αγώνας αυτός μέσα στην ένταση και την πολλαπλότητα του θα οξύνει την κρίση και ταυτόχρονα θα αμφισβητήσει την προλεταριακή κατάσταση για το σύνολο του προλεταριάτου. Θα δρομολογήσει έτσι την ενοποίηση του προλεταριάτου ως κατάργηση του. Η ενοποίηση αυτή δεν θα διαφέρει από την ενοποίηση της ανθρωπότητας, δηλαδή από τη δημιουργία της ως του συνόλου των σχέσεων που τα άτομα συνάπτουν μεταξύ τους μέσα στη μοναδικότητά τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="right"><em>Woland</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<div>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a id="_ftn1" title="" href="#_ftnref1"><sup>[1]</sup></a> Ως προηγούμενο κύκλο συσσώρευσης ορίζουμε την περίοδο που ξεκίνησε στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε με την κρίση που ξεκίνησε τέλη της δεκαετίας του 1960 με αρχές τις δεκαετίας του 1970. Ο τρέχων κύκλος συσσώρευσης ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με την πρώτη φάση της αναδιάρθρωσης που ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 κυρίως στις ΗΠΑ και τη Βρετανία και στη συνέχεια διαχύθηκε με διάφορους ρυθμούς σε ολόκληρο τον κόσμο.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn2" title="" href="#_ftnref2"><sup>[2]</sup></a> Όπως σημειώσαμε και στο <a href="http://www.blaumachen.gr/2010/11/%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82/%ce%b7%cf%82/" target="_blank">κείμενο του Blaumachen 4</a>, δεν πρόκειται για (σχετική) μείωση του μισθού όλων των τμημάτων του προλεταριάτου.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn3" title="" href="#_ftnref3"><sup>[3]</sup></a> Όταν αναφερόμαστε στον κύκλο συσσώρευσης δεν εννοούμε τον οικονομικό κύκλο (business cycle) στον οποίο σημαντικό ρόλο παίζουν η τεχνολογική απαρχαίωση του πάγιου κεφαλαίου και η δυσαναλογία μεταξύ των παραγωγικών κλάδων του καπιταλισμού. Αναφερόμαστε στον ιστορικό κύκλο μιας συγκεκριμένης διάρθρωσης της καπιταλιστικής σχέσης, η οποία πέρα από την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, καθορίζεται από ένα μεγάλο πλήθος παραμέτρων, το σύνολο των οποίων σε τελική ανάλυση ορίζονται από και ορίζουν την ταξική πάλη. «Η πραγματική διαδικασία συσσώρευσης μοιάζει να ακολουθεί το αφαιρετικό αξιακό σχήμα της εξέλιξης της καπιταλιστκής σχέσης. Αλλά αυτό που θεωρητικά είναι το «τελικό» αποτέλεσμα μιας συνεχούς ανάπτυξης στην πραγματικότητα είναι ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος. Μπορούμε να πούμε πως κάθε «κύκλος» είναι ένα συμπυκνωμένο αντίγραφο της μακροπρόθεσμης τάσης επέκτασης του κεφαλαίου» (P. Mattick, Marx and Keynes).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn4" title="" href="#_ftnref4"><sup>[4]</sup></a> Το κάθε κεφάλαιο μπορεί να έχει ταυτόχρονα τρεις μορφές μέσα από την εξέλιξη των οποίων, τη μεταμόρφωση του από τη μία στην άλλη και την αντιφατική σχέση μεταξύ τους κινείται συνεχώς: τη χρηματική του μορφή, την εμπορευματική του μορφή και την παραγωγική του μορφή (μέσα παραγωγής και εργατική δύναμη). Η ύπαρξη κάθε μίας από αυτές τις μορφές προϋποθέτει την πολύ στενή σχέση ανάμεσα στα ξεχωριστά κεφάλαια. Ο στόχος κάθε κεφαλαίου είναι το αρχικό κεφάλαιο Χ που καταβάλλεται στη χρηματική μορφή να μετατραπεί σε μεγαλύτερο κεφάλαιο Χ’ μέσα από την παραγωγική διαδικασία Π και την πραγματοποίηση της υπεραξίας που παράγεται μέσα σ’αυτή την παραγωγική διαδικασία (την πώληση των εμπορευμάτων στην αγορά, δηλαδή, τη μετατροπή του εμπορευματικού σε χρηματικό κεφάλαιο), (Χ-Π-Ε-Χ’).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn5" title="" href="#_ftnref5"><sup>[5]</sup></a> Το αποτέλεσμα της παραγωγής και πραγματοποίησης της αξίας είναι πάνω από όλα η αναπαραγωγή και νέα παραγωγή της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον εργάτη. Αυτή η κοινωνική παραγωγική σχέση είναι ακόμη πιο σημαντικό αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας από τα υλικά της αποτελέσματα (προϊόντα).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn6" title="" href="#_ftnref6"><sup>[6]</sup></a> Ο Μαρξ ονόμασε αυτήν την κατανάλωση μη-παραγωγική κατανάλωση. Ως παραγωγική κατανάλωση όρισε την κατανάλωση κεφαλαίου για μέσα παραγωγής, δηλαδή για σταθερό κεφάλαιο και για καταναλωτικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Η μη-παραγωγική κατανάλωση τείνει να αυξάνεται κατά την ανάπτυξη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, και ειδικά σήμερα πλέον η υπέρμετρη αύξηση της παίζει καθοριστικό ρόλο στη δυναμική που παράγει την κρίση.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn7" title="" href="#_ftnref7"><sup>[7]</sup></a> Ακριβώς επειδή ο μοναδικός σκοπός του καπιταλιστή είναι το κέρδος, η αναπαραγωγή του κεφαλαίου πρέπει να είναι διευρυμένη, δηλαδή, να δημιουργεί μεγαλύτερο κεφάλαιο από αυτό που επενδύθηκε. Σε διαφορετική περίπτωση το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο δεν αναπαράγεται όπως πρέπει για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή, υπάρχει κρίση και πρέπει να γίνει αναδιάρθρωση.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn8" title="" href="#_ftnref8"><sup>[8]</sup></a> Αν το μεταβλητό κεφάλαιο είναι v (σε όρους αξίας), και s η υπεραξία που αντλεί το κεφάλαιο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, ως ποσοστό υπεραξίας ή βαθμός εκμετάλλευσης ορίζεται η αναλογία s/v.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn9" title="" href="#_ftnref9"><sup>[9]</sup></a> Το ποσοστό κέρδους, εκφρασμένο σε χρήμα, είναι το κλάσμα του κέρδους ως κεφαλαίου σε χρηματική μορφή προς το αρχικά επενδεδυμένο κεφάλαιο σε χρηματική μορφή, στη διάρκεια μιας χρονικά ορισμένης περιόδου.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn10" title="" href="#_ftnref10"><sup>[10]</sup></a> Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ, κεφ. 8-10.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn11" title="" href="#_ftnref11"><sup>[11]</sup></a> Μαρξ, Grundrisse</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn12" title="" href="#_ftnref12"><sup>[12]</sup></a> Η άνοδος της παραγωγικότητας, για παράδειγμα, ασκεί αντίρροπες πιέσεις. Από τη μια, αυξάνει το απλήρωτο κομμάτι της εργάσιμης ημέρας (σχετική υπεραξία), και από την άλλη, μειώνει τη ζωντανή εργασία στην παραγωγή, που είναι η μοναδική πηγή υπεραξίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn13" title="" href="#_ftnref13"><sup>[13]</sup></a> Με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ: «μαζί με το μέγεθος του δαπανημένου κεφαλαίου αυξάνει και η μάζα του κέρδους αν και με μικρότερο ποσοστό. Ωστόσο αυτό […] συνεπάγεται επίσης τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου δηλαδή την καταβρόχθιση των μικρών κεφαλαιοκρατών από τους μεγάλους και την αποκεφαλαιοκρατοποίηση των πρώτων. <em>Πρόκειται πάλι, αν και σε δεύτερο βαθμό, για τον χωρισμό των όρων εργασίας από τους παραγωγούς, στους οποίους ανήκουν ακόμα αυτοί οι μικρότεροι κεφαλαιοκράτες, γιατί σ’ αυτούς παίζει ακόμα κάποιο ρόλο η δική τους προσωπική εργασία. </em>[…]<em> Ακριβώς αυτός ο χωρισμός των όρων εργασίας από τη μια και των παραγωγών από την άλλη, είναι που συγκροτεί την έννοια του κεφαλαίου που αρχίζει με την πρωταρχική συσσώρευση και που εμφανίζεται μετά σαν μόνιμη διαδικασία στη συσσώρευση και στη συγκέντρωση του κεφαλαίου και που εδώ τέλος εκφράζεται σαν συγκεντροποίηση σε λίγα χέρια υπαρχόντων ήδη κεφαλαίων και σαν αποκαπιταλιστικοποίηση πολλών (αυτή είναι τώρα η νέα μορφή της απαλλοτρίωσης).</em> Αυτή η διαδικασία θα οδηγούσε σύντομα την καπιταλιστική παραγωγή στην κατάρρευση, αν δε δρούσαν ξανά διαρκώς αποκεντρωτικά αντιτιθέμενες τάσεις δίπλα στην κεντρομόλο δύναμη». Προφανώς, το κεφάλαιο επεκτείνεται ακόμη και σήμερα με την εκτόπιση των παραγωγών από τη γη τους. Προφανώς υπάρχουν ακόμη φτωχοί αγρότες οι οποίοι ζουν μόνο από την εκμετάλλευση της γης τους, όπως υπάρχουν και ιθαγενείς κυνηγοί, ελάχιστοι, αλλά υπάρχουν. Η πρωταρχική συσσώρευση ήταν μια μακρά ιστορική διαδικασία μέσω της οποίας επιβλήθηκε η <em>κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, </em>δηλαδή, η κυριαρχία της αντίφασης της εκμετάλλευσης πάνω σε όλες τις άλλες κοινωνικές σχέσεις, όσες από τις οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν έχουν καπιταλιστικοποιηθεί, ανήκουν δηλαδή οργανικά στην καπιταλιστική κοινωνία. Η ιδεολογία πίσω από τη χρήση του όρου «συνεχιζόμενη» πρωταρχική συσσώρευση είναι ότι αναγνωρίζει ένα εξωτερικό του καπιταλισμού σύμπαν κοινωνικών σχέσεων, αντιμετωπίζει το κεφάλαιο ως μια συνεχή εμπορευματοποίηση των πτυχών της «ανθρωπινότητας». Το «σύμπαν» αυτό θεωρείται ανεξάντλητο, είτε γίνεται αντιληπτό πρωτίστως γεωγραφικά είτε γίνεται αντιληπτό πρωτίστως κοινωνικά. Η ιδεολογία αυτή θεωρεί ότι υπάρχει για τον καπιταλισμό απέραντο έδαφος προς κατάκτηση όσο ο άνθρωπος, παραμένει αντικειμενικά «άνθρωπος», δηλαδή, δεν έχει μετατραπεί σε μηχανή ή πρόγραμμα υπολογιστή. Πρόκειται για μια έκφανση της ουσιοκρατικής, ανθρωπιστικής ιδεολογίας η οποία, μεταξύ άλλων, καταλήγει να αντιλαμβάνεται το προλεταριάτο ως <em>φύσει</em> επαναστατικό. Η αντίσταση στον καπιταλισμό θεωρείται εξ’ ορισμού ανθρώπινη, έτσι το προλεταριάτο είναι ο συμπυκνωμένος αντιπρόσωπος της ανθρώπινης ουσίας. Βρίσκεται σε αντίθεση με το κεφάλαιο επειδή το προλεταριάτο είναι <em>ανθρώπινο</em> ενώ το κεφάλαιο είναι <em>απάνθρωπο</em>. Οι δύο πόλοι της καπιταλιστικής σχέσης βρίσκονται σε αντίθεση επειδή είναι ανθρωπολογικά αντίθετοι. Έτσι βέβαια δεν υπάρχει η ταξική πάλη σαν παράγουσα και παραγόμενη αντίφαση, αλλά μια διελκυστίνδα για σπιθαμές κοινωνικού και γεωγραφικού εδάφους.</p>
<p>Επίσης, παρά το ότι με την εισαγωγή της έννοιας της συνεχιζόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης «αναμορφώνεται» η θεωρία του Μαρξ, η αναμόρφωση αυτή βοηθάει στο να διατηρηθεί ως σημερινό περιεχόμενο του κομμουνισμού εκείνο που ήταν το περιεχόμενο του κομμουνισμού στην εποχή του Μαρξ, δηλαδή η μετεξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας σε κοινωνία της εργατικής τάξης, σε κοινωνία των ελεύθερα συνασπισμένων παραγωγών. Η έννοια της συνεχιζόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης συνδυαζόμενη με την έννοια των «κοινών» (commons) τα οποία είναι προς επανοικειοποίηση, συνθέτουν το σύγχρονο ιδεολογικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο η εργατική τάξη θα γίνει «τάξη για τον εαυτό της». Ο θρίαμβος της εργατικής τάξης στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό δεν είναι πλέον η κατάληψη των μέσων παραγωγής αλλά η επανοικειοποίηση των κοινών (ουσιαστικά των υποδομών αναπαραγωγής και διανομής που διαχειρίζεται ή διαχειριζόταν στη φορντιστική περίοδο το κράτος). Μέσω της επανοικειοποίησης αυτής, σύμφωνα με τη θεωρία των commons (της οποίας σημαντικό στοιχείο είναι η έννοια της συνεχιζόμενης «πρωταρχικής» συσσώρευσης), θα δημιουργηθούν οι «εναλλακτικές δομές» που θα αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία μιας νέας (συν)εργατικής κοινωνίας. Από τη θεωρία αυτή απουσιάζει η ίδια η επανάσταση ως ρήξη και εξέγερση.</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn14" title="" href="#_ftnref14"><sup>[14]</sup></a> Η καταναλωτική δύναμη της καπιταλιστικής κοινωνίας περιλαμβάνει και τη μη-παραγωγική κατανάλωση των καπιταλιστών, η οποία αναμφισβήτητα παίζει σημαντικό ρόλο. Στην τρέχουσα περίοδο αυξήθηκε πολύ, κυρίως από το 1990 και μετά. Αλλά η ύπαρξή της δεν μπορεί να αποτρέψει την κρίση, αποτελεί μόνο έναν παράγοντα που την διαμορφώνει. Στην παρούσα στιγμή, ολοένα και αυξανόμενο μέρος της μη-παραγωγικής κατανάλωσης της καπιταλιστικής τάξης αφορά την καταστολή, στοιχείο που μαζί με άλλα διαμορφώνει την κρίση ως <em>κρίση της μισθωτής εργασίας </em>(δες και το κείμενο «<a href="http://libcom.org/library/present-moment-theorie-communiste" target="_blank">Η τωρινή στιγμή</a>» στο παρόν τεύχος).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn15" title="" href="#_ftnref15"><sup>[15]</sup></a> «Το πραγματικό όριο της καπιταλιστικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο…», είναι <em>εσωτερική</em> αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: τα όρια μέσα στα οποία λαμβάνει χώρα η διατήρηση και αύξηση της αξίας βασίζονται σαφώς «στην απαλλοτρίωση και εξαθλίωση της μεγάλης μάζας των παραγωγών», και αυτά τα όρια έρχονται σε σύγκρουση με την «απεριόριστη επέκταση της παραγωγής». Οι σχέσεις διανομής και κατανάλωσης στις οποίες αναφέρεται ο Μαρξ είναι οι <em>συγκεκριμένες ανταγωνιστικές σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.</em></p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn16" title="" href="#_ftnref16"><sup>[16]</sup></a> Το συνολικό προϊόν άρα και η συνολική παραγωγή της κοινωνίας χωρίζεται σε δύο μεγάλες υποδιαιρέσεις:</p>
<p>Ι. Μέσα παραγωγής, εμπορεύματα, που λόγω της μορφής τους πρέπει ή τουλάχιστον μπορούν να μπουν στην παραγωγική κατανάλωση.</p>
<p>ΙΙ. Είδη κατανάλωσης, εμπορεύματα, που λόγω της μορφής τους μπαίνουν στην ατομική κατανάλωση της τάξης των καπιταλιστών και της εργατικής τάξης. (Οι οικονομικές έννοιες του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου, του τομέα Ι και ΙΙ, δεν είναι παρά ο οικονομικός ορισμός, στο ίδιο το πεδίο της οικονομικής ανάλυσης, της έννοιας των υλικών όρων της διαδικασίας αναπαραγωγής. Λ. Αλτουσέρ, «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο»)</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn17" title="" href="#_ftnref17"><sup>[17]</sup></a> [...] Η παραγωγή σχετικής υπεραξίας, δηλαδή η παραγωγή υπεραξίας που βασίζεται στην αύξηση και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απαιτεί την παραγωγή νέας κατανάλωσης απαιτεί τη διεύρυνση της καταναλωτικής σφαίρας στα πλαίσια της κυκλοφορίας, όπως ακριβώς έπρεπε προηγούμενα να διευρύνεται η σφαίρα της παραγωγής. Πρώτο, ποσοτική επέκταση της κατανάλωσης που υπάρχει, δεύτερο δημιουργία νέων αναγκών με τη διάδοση σε μεγαλύτερο κύκλο αυτών που υπάρχουν, παραγωγή νέων αναγκών και ανακάλυψη και δημιουργία νέων αξιών χρήσης. Μ’ άλλα λόγια, η υπερεργασία που κερδήθηκε δε μένει απλό ποσοτικό πλεόνασμα, παρά ταυτόχρονα μεγαλώνει ολοένα οι κύκλος των ποιοτικών διακρίσεων της εργασίας (και άρα της υπερεργασίας), γίνεται πιο ποικίλος, περισσότερο διαφοροποιημένος εσωτερικά. (Μαρξ, Grundrisse).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn18" title="" href="#_ftnref18"><sup>[18]</sup></a> Αυτή η διάσταση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου κατέστη ιδιαίτερα σημαντική στον τρέχοντα κύκλο συσσώρευσης, όπως θα δούμε και στη συνέχεια.</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn19" title="" href="#_ftnref19"><sup>[19]</sup></a> <a href="http://www.blaumachen.gr/2010/07/blaumachen-%cf%84%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82-4/" target="_blank">Blaumachen τ.4</a></p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn20" title="" href="#_ftnref20"><sup>[20]</sup></a> Μία συνέπεια του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι μπορεί κάποιος δανειολήπτης που έχασε το σπίτι του από την ξαφνική αύξηση των δόσεων λόγω λήξης της περιόδου χάριτος του δανείου και δεν επαρκεί το εισόδημά του, να συμμετείχε συγχρόνως και στο αμοιβαίο κεφάλαιο που χρηματοδοτούσε στην αγορά χρήματος τίτλους βασισμένους στα ενυπόθηκα δάνεια και επιθυμούσε την «έκδοση» subprime λόγω μεγαλύτερης απόδοσης και συγχρόνως κάτοχος ενός μεριδίου σύνταξης μειωμένου λόγω της πτώσης της αξίας των τίτλων στα οποία επένδυε το ασφαλιστικό του σχήμα. Η ζωή μοιάζει έτσι σαν ένα χαρτοφυλάκιο, που η μοίρα της καθορίζεται από τις καλές και στις κακές στιγμές των αγορών.…Το ζήτημα σήμερα είναι ότι η κοινωνική ασφάλιση εξαρτάται από τις αποδόσεις των ασφαλιστικών ταμείων, η παιδεία από τα ιδιωτικώς χρηματοδοτούμενα “ερευνητικά προγράμματα” και τα φοιτητικά δάνεια, η εργασία από τη διεθνή αποτίμηση της κερδοφορίας της επιχείρησης στα χρηματιστήρια και τις τράπεζες του κόσμου, τα τρόφιμα από την εύρυθμη λειτουργία των αγορών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, οι λειτουργίες των δήμων από τα αμοιβαία κεφάλαια και τις διεθνείς χρηματαγορές τίτλων, το περιβάλλον από τα δικαιώματα ρύπων και η κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών από το ύψος του χρέους στις πιστωτικές κάρτες. (<a href="http://radicalnotes.com/content/view/99/39/" target="_blank">Radical Notes, on the character of economic crisis,</a> Spyros Lapatsioras, Leonidas Maroudas, Panayotis G. Michaelides, John Milios and D. P. Sotiropoulos).</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn21" title="" href="#_ftnref21"><sup>[21]</sup></a> Η εξωτραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων [έχει] κάποια σημαντικά αποτελέσματα στον τρόπο λειτουργίας τους, ειδικά γι’ αυτές που έχουν πρόσβαση στις αγορές χρήματος. Αναφέρουμε κάποια ελάχιστα σημεία. Πρώτον, μπορεί να διαπιστωθεί μία αύξηση του χρέους των επιχειρήσεων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια, εφόσον αυτό αυξάνει την απόδοση σε σχέση με το ίδιο κεφάλαιο και επομένως δίνει σήμα κερδοφορίας στις χρηματαγορές. Δεύτερον ότι κάθε επιχείρηση, για την ομαλή συνέχιση της χρηματοδότησης απαιτείται να έχει υψηλούς δείκτες απόδοσης –κάθε υποψία μη-επαρκούς αξιοποίησης αυξάνει του κινδύνους επαχθών όρων χρηματοδότησης και μειώνει τις δυνατότητες της επιχείρησης στον ανταγωνισμό (π.χ. διακινδυνεύει την εξαγορά της). Τρίτον ότι οι μετοχές δεν αποτελούν το κύριο μέσο για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αλλά πρώτη ύλη των εξαγορών και των συγχωνεύσεων, με άλλα λόγια υπάρχει μία διαχείριση των χρηματοροών και των αποφάσεων πώλησης και επαναγοράς των μετοχών ώστε να αυξάνει η τιμή των μετοχών (το οποίο μπορεί να παίζει ρόλο στη συσσώρευση όταν απαιτείται επένδυση που θα αποδώσει σε μακρό ορίζοντα).Τα εργατικά συνδικάτα και γενικότερα ο κόσμος της εργασίας βίωσε αυτά τα αποτελέσματα ως απώλεια διαπραγματευτικών θέσεων. Το επιχείρημα ήταν και είναι απλό: δεχτείτε ό,τι προτείνουμε αλλιώς η επιχείρηση θα χάσει τις δυνατότητες χρηματοδότησής της, θα δημιουργηθούν αμφιβολίες για την κερδοφορία της και κινδυνεύει ή να εξαγοραστεί με απώλεια θέσεων εργασίας ή να αναδιαρθρώσει την αλυσίδα παραγωγής και να μεταφερθεί ένα τμήμα της αλυσίδας σε άλλες χώρες.(<a href="http://radicalnotes.com/content/view/99/39/" target="_blank">Radical notes</a>; ο.π.π.)</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
<div>
<p><a id="_ftn22" title="" href="#_ftnref22"><sup>[22]</sup></a> Δες τα κείμενα: «<a href="http://libcom.org/library/present-moment-theorie-communiste" target="_blank">Η τωρινή στιγμή</a>» και «<a href="http://www.blaumachen.gr/2011/09/%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%bf/" target="_blank">Η μεταβατική περίοδος της κρίσης…</a>»</p>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/11/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ohne dich dreht sich kein Rädchen&#8230;</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/10/ohne-dich-dreht-sich-kein-radchen/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/10/ohne-dich-dreht-sich-kein-radchen/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 26 Oct 2011 20:12:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[in Other languages]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=694</guid>
		<description><![CDATA[„In der gegenwärtigen Situation werden die Leute erst auf die Strasse gehen, wenn sie Angst haben werden. Und sie werden von einem Moment auf den anderen auf die Strasse gehen, alle zusammen&#8230;Zu diesem Zeitpunkt wird man die kommunistische Partei gegen sie aufstellen, damit sie sie stoppt.“ Diese erstaunlich exakte Prognose kommt von einem alten Trotzkisten [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<blockquote><p><em>„In der gegenwärtigen Situation werden die Leute erst auf die Strasse gehen, wenn sie Angst haben werden. Und sie werden von einem Moment auf den anderen auf die Strasse gehen, alle zusammen&#8230;Zu diesem Zeitpunkt wird man die kommunistische Partei gegen sie aufstellen, damit sie sie stoppt.“</em></p></blockquote>
<p>Diese erstaunlich exakte Prognose kommt von einem alten Trotzkisten während einer Diskussion in einem Café 2007. In diesem Text möchten wir uns bemühen, zu verstehen was die offene Positionierung der griechischen kommunistischen Partei (KKE) als Polizei [1] – das wichtige Ereignis des 20. Oktobers – für die Entwicklung des Klassenkampfes in Griechenland bedeutet und inwiefern es mit der Entwicklung der Krise zusammen hängt.</p>
<p>Wir werden unsere Analyse beginnen, indem wir eine kritische Lesart der Grundposition all derjenigen versuchen, welche die Haltung der KKE als „Verrat an der Arbeiterklasse“ bezeichnen und welche auch der Grund ist, weshalb die Verteidiger dieser Position darüber hinaus bereuen, dass „wir <em>uns gegenseitig</em> bekämpfen“. Dieser Standpunkt scheint zu ignorieren oder zu vergessen, welches die Rolle der KKE im Klassenkampf Griechenlands ist. Es handelt sich allerdings nicht um eine Unachtsamkeit. Es handelt sich auch nicht um eine Unterlassung oder einen Irrtum. Was diese Konzeption nicht wahrnimmt, ist bestimmt von der Essenz dessen, was sie sieht, von der Struktur ihres Blickwinkels, vom Kern selbst ihres Inhalts. Was sie sieht, ist die Revolution als Triumph der Arbeiterklasse, die Transformation der kapitalistischen Gesellschaft in eine Arbeitergesellschaft, kurz, eine Revolution wie auch die KKE behauptet, sie zu konzipieren (natürlich mit ihr selbst an der Stelle der Bosse). Deshalb beschuldigt diese Kritik die KKE des Verrats im Streben nach einem <em>gemeinsamen Ziel</em>. Sie betrachtet sogar die KKE als Verräterin am gemeinsamen Ziel einer „freien“ Arbeitergesellschaft, weil sie, durch ihre Praxis und ihren Diskurs, den Aufbau eines Arbeiterstaates zu Lasten der Selbstverwaltung der Produktion anstrebt. Es ist in diesem Sinne, in welchem sich die Kritik gegen die Benutzung der Parole „Arbeiter, ohne dich dreht sich kein Rädchen – <em>Arbeiter</em>, du brauchst die Bosse nicht“ durch die KKE auflehnt.</p>
<p>Wenn es auch auf den ersten Blick widersprüchlich erscheinen mag, doch es ist in dieser Parole, in welcher sich die Substanz des Ereignisses vom 20. Oktober befindet. Der Inhalt dieser Parole drückt den Standpunkt der KKE aus (und nicht <em>nur</em> der KKE, was sehr wichtig ist) in der Konfrontation zwischen Praktiken des Klassenkampfes, die sich in der gegenwärtigen Periode historisch produziert. Liest man diese Parole aufmerksam, so erkennt man, dass das Wort <em>Arbeiter</em> den Schlüssel zum Verständnis des Inhalts der Revolution gemäss der KKE (und nicht nur) liefert. Diese Revolution schafft den Arbeiter als Arbeiter nicht ab, sie schafft den Proletarier nicht ab, sie schafft die „Rädchen“ nicht ab, sie schafft also die Wertproduktion nicht ab. Im Gegenteil, sie fordert den Arbeiter auf, zu kämpfen (oder, im Falle der KKE, sich wie ein Schaf hinter den Hirten zu postieren), um weiterhin Arbeiter zu sein, um weiterhin „dafür zu sorgen, dass die Rädchen sich drehen“. Der utopische Ausdruck „ohne Bosse“ bedeutet „aus eigener Initiative“, also Bosse habend, die selber Arbeiter sind (ihre eigenen Meister, wie man sagt) oder die „Partei der Arbeiter“ als Boss. Hinter der opportunistischen Praxis der KKE, sich eine „Parole der Anarchisten“ anzueignen, befindet sich die Substanz der Aufrechterhaltung der Arbeit als getrennte Aktivität der Menschen nach der Revolution, mit allem, was das impliziert.</p>
<p>Die Haltung der KKE, die darin besteht – in diesem kritischen Moment für das Kapital und den Staat – das Parlament und die Polizei gegen die Angriffe einer Fraktion des Proletariats zu verteidigen, ist durchaus kompatibel mit dieser Parole. Umso mehr, da diese Angriffe gegen den Staat und das Eigentum nur möglich werden, wenn sie von einem sehr grossen Teil des Proletariats unterstützt werden, wie dies am 19. Oktober klar in Erscheinung trat. Die Verteidigung der Arbeit kann nicht in einem geschichtlichen Leerraum stattfinden, es gibt keine ahistorische Form der Arbeit (wie die Parole „Wir wollen Arbeit, keine Arbeitslosigkeit“ etc. stillschweigend vermuten lässt). Es handelt sich gezwungenermassen um die Verteidigung der Arbeit, so wie sie in der geschichtlichen Gegenwart definiert ist. Und danach wird die Revolution gemäss der KKE die Restrukturierung der Arbeit auf der Grundlage seiner historisch bestimmten Begriffe sein (das ist übrigens, was die Bolschewisten taten, als sie die Macht ergriffen in Russland, indem sie an der proletarischen Revolution 1917 teilnahmen, und was die Syndikalisten der CNT versuchten, als sie die Verwaltung der Fabriken übernahmen nach dem proletarischen Aufstand in Spanien 1936). Wenn wir diese Schlussfolgerungen mit der Strategie der KKE kombinieren – die darin besteht, für sich selbst eine wichtigere Rolle in der Reproduktion der Arbeiterklasse zu fordern, sich also als Reproduktionsmechanismus der kapitalistischen Verhältnisse zu stärken, der parallel zum Staat oder manchmal als „Rädchen“ der staatlichen Maschine operiert – dann wird offenkundig, dass, im Rahmen der erhöhten Wichtigkeit der Repression in der Reproduktion der Arbeiterklasse, die KKE die Rolle der Polizei spielen <em>muss</em>.</p>
<p>Und bezüglich denjenigen, welche die KKE angriffen? Denn, wenn man dieser Denkweise weiter folgt, wie kann man erklären, dass einige derjenigen, welche die rote Fraktion der Polizei angriffen, die ihnen den Weg zur kakibraunen versperrte, zu einem grossen Teil die KKEsche Konzeption der Revolution teilen? Diejenigen, welche ihnen vorwerfen, sich nur mit der KKE um die Kontrolle der Amaliasstrasse zu streiten, und – im weiteren Sinne – um die Führung der Bewegung, haben die Recht? Dieser Standpunkt ist teilweise begründet, doch der Fehler befindet sich schon im Inhalt der Frage (wer die politische Führung der Bewegung übernehmen soll). Die Substanz des Ereignisses vom 20. Oktober versteckt sich unter der Oberfläche dieser politischen Konfrontation. Die Antwort auf die Frage, <em>weshalb diese Konfrontation stattfand, was ihr realer Inhalt ist und warum es ein zentrales Problem des Klassenkampfes [2] in mehreren Ländern darstellt</em>, kann nur erfasst werden, wenn man von der Bipolarisierung Linke/Anarchisten wegkommt (die eine Bipolarisierung vergangener Revolutionen ist, „<em>die Tradition aller toter Generationen, die mit ihrem Gewicht die Hirne der Lebenden erdrückt</em>“). Um davon wegzukommen, sollten wir uns etwas mit dem Inhalt des „anarchistischen“ Lagers, oder schwarzen Blocks, oder von jedem je nach seinem Geschmack benannt (obwohl die Schwierigkeit, einen stabilen Namen dafür zu finden, schon etwas zeigt), beschäftigen. Jeder weiss, dass, unter „den Leuten, die kämpfen“, der Anteil derjenigen, welche organisch zu den Strukturen der Gruppen der „aktivistischen Anarchie“ gehören, heutzutage sehr klein ist, und mit der Vertiefung der Krise immer kleiner wird. Man weiss auch, dass man unter denjenigen, welche kämpfen, heutzutage auch Arbeiter findet, häufig ohne dass ihre Praxis von den Gewerkschaften verurteilt wird (z.B. die Föderation der Arbeiter lokaler Kollektive), Arbeitslose und sogar Kleinbürgerliche (z.B. die Eigentümer der Taxis), die zur Zeit eine Proletarisierung in Schwindel erregender Geschwindigkeit erleben. Die „Leute“, welche auf die eine oder andere Art die Ausschreitungen der jüngsten Vergangenheit provozieren, SIND, in ihrer überwiegenden Mehrheit, KEINE organisierten Anarchisten, und der Einfluss der organisierten Anarchisten auf sie ist klein und wird immer kleiner. Es handelt sich eher um eine Mischung junger Proletarier (und nicht nur junger, soweit sich die Krise vertieft), die einen prekären Job haben oder arbeitslos sind, und auch Gymnasiasten und Studenten. Die Praktiken dieser Leute, normalerweise Ausschreitungen ohne präzise Forderung oder Ausschreitungen im Rahmen eines Kampfes um Forderungen, drücken die gegenwärtige Sackgasse der Forderung aus, das Fehlen von Zukunft, welches in dieser Krise produziert worden ist, als Krise der Existenz selbst des Lohnes und somit Krise der Reproduktion des Proletariats. Diese Leute SIND KEINE Revolutionäre, die kämpfen, weil sie ein „Klassenbewusstsein“ haben. Sie sind Träger von Praktiken, die von der Tatsache produziert worden sind, dass die Proletarier von der Arbeit ausgeschlossen werden, von der brutalen Verschlimmerung der Bedingungen der Mittelklasse, vom verrückten Wettlauf der Krise des restrukturierten Kapitalismus&#8217;, sowie auch vom Versuch sich ihr entgegen zu stellen von Seiten des Kapitals durch eine neue Runde von Angriffen, die soweit geht, dass sie sogar die Existenz des Lohnes selbst in Frage stellt. Die Praktiken dieser Leute sind auch ohne Ausweg, wenn man sie vom Standpunkt des Suchens einer Strategie zum Sieg der Arbeiterklasse und der Realisierung einer Arbeitergesellschaft aus betrachtet. Es ist jedoch genau die Ausweglosigkeit dieser Praktiken, welche ihre Überwindung im Klassenkampf andeutet, eine Überwindung, die nicht ihre Durchsetzung gegenüber anderen Praktiken bedeuten wird, sondern die im Laufe ihrer konfliktuellen Koexistenz mit anderen fordernden Praktiken produziert werden wird. Diese Überwindung wird nur in jenem Stadium produziert werden können, in welchem diese nicht nur eine Reproduktion der Ausschreitungen ohne präzise Forderung sein wird, sondern auch die Ergreifung konkreter Massnahmen und ihre Umsetzung. Diese Konfrontation findet objektiv statt, und jegliche Entscheidungen von Individuen sind überbestimmt durch den blitzartigen Fortschritt der Krise. Es handelt sich also nicht um eine Konfrontation von Anarchisten und der KKE vor dem Parlament, dies ist nur Schein und ein solches Verständnis dient nur den spezifischen politischen Interessen der <em>politisch</em> organisierten Anarchisten und der KKE und ihren kleinen Weggefährten. Es wird freilich von beiden Seiten die „Konfrontation vor dem Parlament“ geben, Versuche, daraus politischen Mehrwert herauszuholen, und es ist auch möglich, dass solche Versuche kurzfristig zu gelingen scheinen (und hier auch: auf beiden Seiten). All diese Versuche werden darin bestehen, sich als diejenigen zu präsentieren, welche sich am meisten um die „Einheit der Arbeiterklasse“ sorgen, und beide werden fast die gleichen Begriffe benutzen in ihren gegenseitigen Anschuldigungen. Doch die Entwicklung der Krise beschleunigt sich, und schon bald wird das Ereignis vom 20. Oktober einem kleinen harmlosen Spiel gleichen, das nur aus Steinen, zwei, drei Molotovs und einigen Hundert mit roten Lumpen beschmückten Stöcken besteht.</p>
<p>Die Konfrontation, die in den Begriffen des politischen <em>Fetischismus&#8217;</em> als Konfrontation zwischen Anarchisten und der KKE vor dem Parlament erscheint, zeigt sich als innere Konfrontation zwischen Praktiken des Proletariats im ganzen Zyklus der Kämpfe, welcher mit der Restrukturierung der 1980er Jahre (1990er für Griechenland) begonnen hat. Sie bildet die Substanz dieses Zyklus&#8217; der Kämpfe, und jetzt, in der Krise, verdichten und begegnen sich all diese Widersprüche, welche ihn verursacht und entwickelt haben. Diese Konfrontation wurde historisch produziert als Resultat der Kapitalakkumulation, d.h. des Klassenkampfes, und ist nicht das Produkt von „Strategien“, „Verrat“, „Klassenbewusstsein“ oder anderer ideologischer Konstruktionen. Die zwei Lager, welche sich in grosser Geschwindigkeit formieren in der Verdichtung der historischen Zeit, haben fliessende Umrisse; und was heute, <em>durch die Überwindung der eigenen Grenzen</em>, die Revolution anzudeuten scheint, wird morgen gespalten erscheinen, und ihre inneren Widersprüche, die heute von geringer Wichtigkeit scheinen mögen, werden explodieren. Die Vertiefung der Krise wird die Praktiken über die „Ära der Aufstände“ hinweg führen, die Ära in welcher wir uns heute offensichtlich befinden. Die Revolten von morgen (das vielleicht so fern gar nicht ist) werden gezwungen sein, Massnahmen zur Weiterführung des Kampfes zu ergreifen, die gleichzeitig überlebenswichtige Massnahmen sein werden: kommunistische Massnahmen, die den Kern der Produktion des Mehrwertes berühren, und die auch den Aufbau neuer gesellschaftlicher Verhältnisse bedeuten werden. Im Lager derjenigen, welche die Existenz selbst des Wertes in Frage stellen, werden zum Beispiel die Widersprüche des <em>Militarismus&#8217;</em> und des <em>Sexismus&#8217;</em> explodieren, welche notwendigerweise Massenunruhen begleiten. Innere Konflikte kommen, neue Spaltungen sind unvermeidbar.</p>
<p>Wir befinden uns im Strudel, es gibt nichts mehr, das uns daraus befreien könnte. Jeglicher Versuch, die Struktur der Verhältnisse unserer Zeit zu erfassen, jeglicher Versuch, uns von einer politischen Konzeption der Revolution zu befreien, eine Konzeption die, dadurch dass sie <em>politisch </em>ist, zur längst vergangenen Welt einstiger Revolutionen gehört, wird es nicht verfehlen zur Kritik dieser Welt beizutragen – eine Welt die sowieso bebt, die, als Ganzes gesellschaftlicher Verhältnisse, durch die totale Zerstörung der kommenden Revolution bedroht ist.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align: right;"><em>Agenten des Chaos&#8217;</em></p>
<p><em><br />
</em></p>
<p>[1] Es ist nicht nur die Tatsache, dass die KKE den Demonstranten den Zugang zur Amaliasstrasse verbot, welche die Praxis der KKE als polizeilich definiert. Etliche Dokumente belegen, dass die KKE das Plexiglas der Polizei an der Vassilissis-Sofias-Strasse und das Parlamentsgebäude auf sehr spezifische und gezielte Art und Weise beschützt hat, d.h. ohne dass „nichtkämpfende Bevölkerung“ der KKE hinter dem Ordnungsdienst gewesen ist.</p>
<p>[2] Dermassen zentral in Griechenland, dass der Mord der Polizei an einem Demonstranten in den Hintergrund gerückt wird. Die Polizei und der Staat haben eine derartige Menge Tränengas eingesetzt, dass sie es geschafft haben, einen derjenigen zu ermorden, welche die Arbeiterklasse verteidigen, indem sie Wache stehen vor dem Parlament. In vielen Ländern, vor allem in der ersten Zone des Kapitals (mit Italien und den USA als jüngste Beispiele), tritt die Konfrontation in der Form eines Zweipols von Ausschreitungen auf der einen Seite, Besetzungen und „friedlichen“ Demonstrationen auf der anderen zutage.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/10/ohne-dich-dreht-sich-kein-radchen/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/10/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%ce%b5%cf%83%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b6%ce%b9-%ce%b4%ce%b5-%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bd%ce%ac%e2%80%a6/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/10/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%ce%b5%cf%83%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b6%ce%b9-%ce%b4%ce%b5-%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bd%ce%ac%e2%80%a6/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 26 Oct 2011 17:44:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Άλλα κείμενα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=622</guid>
		<description><![CDATA[Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τί δείχνει η ξεκάθαρη εμφάνιση του ΚΚΕ ως αστυνομίας, αυτό το σημαντικό γεγονός της 20ής Οκτώβρη, για την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και πώς σχετίζεται με την εξέλιξη της κρίσης.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: left;"><em>«Έτσι όπως είμαστε σήμερα, μόνο όταν φοβηθεί ο κόσμος θα βγει στους δρόμους, και θα βγει απότομα, όλος μαζί…Τότε, θα βγάλουν μπροστά του το ΚΚΕ να τον σταματήσει».</em></p>
<p>Αυτή η εντυπωσιακά ακριβής πρόβλεψη έγινε σε  μια κουβέντα του καφέ  με έναν παλιό τροτσκιστή το 2007. Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τί δείχνει η ξεκάθαρη εμφάνιση του ΚΚΕ ως αστυνομίας <a href="#ftn1" rel="nofollow">[1]</a>, αυτό το σημαντικό γεγονός της 20<sup>ής</sup> Οκτώβρη, για την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και πώς σχετίζεται με την εξέλιξη της κρίσης.</p>
<p>Θα ξεκινήσουμε την ανάλυση επιχειρώντας μια κριτική ανάγνωση της βασικής θέσης όλων εκείνων που κάνουν κριτική στο ΚΚΕ για «προδοσία της εργατικής τάξης». Οι φορείς της άποψης αυτής καταθλίβονται επίσης από το ότι «τσακωνόμαστε <em>μεταξύ μας</em>». Η άποψη αυτή μοιάζει να παραβλέπει, να ξεχνά ποιός είναι ο ρόλος του ΚΚΕ στην ταξική πάλη στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται όμως για απροσεξία. Δεν πρόκειται για παράλειψη ή αφηρημάδα. Αυτό που δεν βλέπει η άποψη αυτή καθορίζεται από την ουσία εκείνου που βλέπει, από τη δομή της όρασης της, από τον ίδιο τον πυρήνα του περιεχομένου της. Εκείνο που βλέπει η άποψη αυτή είναι η επανάσταση ως θρίαμβος της εργατικής τάξης, η μετατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας σε κοινωνία εργατών, δηλαδή, η επανάσταση όπως παριστάνει ότι τη βλέπει και το ΚΚΕ (με τον εαυτό του βέβαια στη θέση των αφεντικών). Γι’ αυτό το λόγο η κριτική αυτή κατηγορεί το ΚΚΕ για «προδοσία» στην προσπάθεια επίτευξης ενός <em>κοινού στόχου.</em> Θεωρεί μάλιστα ότι το ΚΚΕ προδίδει τον κοινό στόχο της «ελεύθερης» εργατικής κοινωνίας επειδή με την πρακτική και το λόγο του προτάσσει τη δημιουργία της πολιτικής μορφής ενός εργατικού κράτους αντί της εργατικής αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, και σ’ αυτό το πλαίσιο εξανίσταται από τη χρήση του συνθήματος «Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά, <em>εργάτη</em> μπορείς χωρίς αφεντικά» από το ΚΚΕ.</p>
<p>Μπορεί καταρχήν να φαίνεται παράδοξο, αλλά είναι μέσα σ’ αυτό το σύνθημα που κρύβεται η ουσία του γεγονότος της 20<sup>ής </sup>Οκτώβρη. Το περιεχόμενο αυτού του συνθήματος εκφράζει την πλευρά του ΚΚΕ (όχι όμως <em>μόνο</em> του ΚΚΕ και αυτό έχει μεγάλη σημασία) στην σύγκρουση που παράγεται ιστορικά στην τρέχουσα περίοδο ανάμεσα στις πρακτικές της ταξικής πάλης. Αν διαβάσουμε με προσοχή αυτό το σύνθημα, θα δούμε ότι στη λέξη <em>εργάτη</em> βρίσκεται το κλειδί για το περιεχόμενο της κατά ΚΚΕ (και όχι μόνο) επανάστασης. Η επανάσταση αυτή δεν καταργεί τον εργάτη ως εργάτη, δεν καταργεί το προλεταριάτο, δεν καταργεί τα «γρανάζια», δηλαδή την παραγωγή αξίας. Αντίθετα καλεί τον εργάτη να αγωνιστεί (ή να στοιχηθεί ως πρόβατο πίσω από τους βοσκούς στην περίπτωση του ΚΚΕ) για να συνεχίσει να είναι εργάτης, να συνεχίσει να «γυρνάει τα γρανάζια». Η ουτοπική φράση «χωρίς αφεντικά» σημαίνει «με δική του πρωτοβουλία», δηλαδή με αφεντικά που θα είναι επίσης εργάτες, υποτίθεται αφεντικά του εαυτού τους, ή με αφεντικό το «κόμμα των εργατών». Πίσω από την οπορτουνιστική πρακτική του ΚΚΕ να ενστερνιστεί ένα «σύνθημα των αναρχικών», βρίσκεται η ουσία της διατήρησης της εργασίας ως διαχωρισμένης δραστηριότητας του ανθρώπου μετά την επανάσταση και ό,τι αυτό συνεπάγεται.</p>
<p>Η στάση του ΚΚΕ να υπερασπιστεί, αυτή την κρίσιμη για το κεφάλαιο και το Κράτος ώρα, το κοινοβούλιο και την αστυνομία από τις επιθέσεις ενός κομματιού του προλεταριάτου είναι απολύτως συμβατή με το σύνθημα αυτό, ακόμη περισσότερο επειδή οι επιθέσεις ενάντια στο κράτος και την ιδιοκτησία καθίστανται εφικτές μόνο επειδή έχουν τη στήριξη ενός πολύ μεγάλου κομματιού του προλεταριάτου όπως φάνηκε καθαρά στις 19 Οκτώβρη. Η υπεράσπιση της εργασίας δεν μπορεί να γίνει μέσα σε ιστορικό κενό, δεν υπάρχει μια α-ιστορική μορφή εργασίας (όπως υπονοεί το «θέλουμε δουλειά και όχι ανεργία» κτλ), είναι αναγκαστικά η υπεράσπιση της εργασίας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στο ιστορικό παρόν – και στη συνέχεια η επανάσταση, κατά ΚΚΕ, θα είναι η αναδιάρθρωση της εργασίας στη βάση των ιστορικά καθορισμένων όρων της (κάτι που έκαναν εξάλλου οι μπολσεβίκοι όταν πήραν την εξουσία στη Ρωσία συμμετέχοντας στην προλεταριακή επανάσταση το 1917 και προσπάθησαν να κάνουν οι συνδικαλιστές της CNT όταν ανέλαβαν τη διοίκηση των εργοστασίων μετά την προλεταριακή εξέγερση στην Ισπανία το 1936). Αν συνδυάσουμε αυτά τα συμπεράσματα με την στρατηγική του ΚΚΕ που είναι η διεκδίκηση ενός ολοένα και σημαντικότερου ρόλου στην αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, δηλαδή η ισχυροποίηση του ως μηχανισμού αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων που λειτουργεί παράλληλα με το Κράτος ή ως «γρανάζι» της κρατικής μηχανής σε κάποιες περιπτώσεις, τότε στο πλαίσιο της ολοένα και μεγαλύτερης σημασίας που αποκτά η καταστολή για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης γίνεται κατανοητό γιατί το ΚΚΕ <em>πρέπει</em> να παίζει το ρόλο της αστυνομίας.</p>
<p>Κι εκείνοι που επιτέθηκαν στο ΚΚΕ; Πώς εξηγείται με βάση αυτή τη γραμμή σκέψης ότι ένα μέρος εκείνων που επιτέθηκαν στην κόκκινη φράξια της αστυνομίας, η οποία τους έφραζε το δρόμο προς την χακί φράξια της αστυνομίας, συμμερίζονται σε μεγάλο βαθμό την οπτική του ΚΚΕ για την επανάσταση; Έχουν δίκιο εκείνοι που τους κατηγορούν ότι απλώς ερίζουν με το ΚΚΕ για την κατοχή της Λ. Αμαλίας και κατ’ επέκταση την πολιτική ηγεσία του κινήματος; Εν μέρει η άποψη αυτή έχει βάση, το λάθος όμως βρίσκεται ήδη στο περιεχόμενο του ζητήματος (πολιτική ηγεσία του κινήματος). Η ουσία του γεγονότος της 20<sup>ής</sup> Οκτώβρη κρύβεται κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η απάντηση στο <em>γιατί παράγεται αυτή η σύγκρουση,</em> <em>ποιό είναι το πραγματικό της περιεχόμενο</em> και <em>γιατί φτάνει πια να αποτελεί κεντρικό θέμα της ταξικής πάλης <a href="#ftn2" rel="nofollow">[2]</a> σε πολλά κράτη στον κόσμο</em> μπορεί να βρεθεί μόνο αν καταφέρει κανείς να ξεφύγει από το φαινομενικό δίπολο αριστερά-αναρχικοί (το οποίο είναι δίπολο προηγούμενων επαναστάσεων, καθώς «η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών»). Για να γίνει η απόδραση από το δίπολο αυτό πρέπει να σταθεί κανείς για μια στιγμή στο περιεχόμενο του στρατοπέδου «αναρχικοί», ή black block ή όπως θέλει κανείς να το ονομάζει (αν και η δυστοκία στην εύρεση ενός σταθερού ονόματος ήδη κάτι δείχνει). Είναι γνωστό σε όλους ότι το τμήμα του «κόσμου που συγκρούεται» το οποίο ανήκει οργανικά στη διάρθρωση των ομάδων της «μιλιτάντικης αναρχίας» είναι πλέον πολύ μικρό και γίνεται, όσο βαθαίνει η κρίση, ολοένα και μικρότερο. Είναι επίσης γνωστό ότι πλέον συγκρούονται και εργαζόμενοι, συχνά χωρίς να καταγγέλλεται η πρακτική τους αυτή από τα συνδικάτα τους (βλ. ΠΟΕ-ΟΤΑ), συγκρούονται άνεργοι, ακόμη και μικροαστοί (ιδιοκτήτες ταξί) που προλεταριοποιούνται απότομα. Ο «κόσμος» που προκαλεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις ταραχές της τελευταίας περιόδου ΔΕΝ είναι οργανωμένοι αναρχικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία και η επιρροή των οργανωμένων αναρχικών πάνω του είναι ελάχιστη και συνεχώς φθίνουσα. Ο «κόσμος» αυτός είναι ένα συνονθύλευμα νεανικού (και όσο βαθαίνει η κρίση, όχι μόνο νεανικού) προλεταριάτου το οποίο έχει επισφαλή εργασία ή είναι άνεργο ή αποτελείται από μαθητές ή φοιτητές. Οι πρακτικές αυτού του «κόσμου», κατά κανόνα ταραχές χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα ή ξεσπάσματα ταραχών μέσα στους διεκδικητικούς αγώνες, εκφράζουν το σύγχρονο αδιέξοδο της διεκδίκησης, την έλλειψη μέλλοντος που έχει παραχθεί μέσα σ’ αυτήν την κρίση, ως κρίση της ύπαρξης του μισθού και άρα κρίση αναπαραγωγής του προλεταριάτου. Ο «κόσμος» αυτός ΔΕΝ είναι οι «επαναστάτες» που συγκρούονται γιατί έχουν «ταξική συνείδηση», είναι οι φορείς των πρακτικών που παράγονται από τον αποκλεισμό του προλεταριάτου από την εργασία, από τη βίαιη υποβάθμιση των μεσαίων στρωμάτων, από τη φρενήρη πορεία της κρίσης του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού και της προσπάθειας αντιμετώπισής της με έναν ακόμη γύρο επίθεσης του κεφαλαίου ο οποίος φτάνει να αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξη του μισθού. Οι πρακτικές αυτού του «κόσμου» είναι επίσης αδιέξοδες, αν τις εξετάσουμε από την οπτική της αναζήτησης μιας στρατηγικής για τη νίκη της εργατικής τάξης και την πραγμάτωση μιας εργατικής κοινωνίας. Το αδιέξοδο των πρακτικών αυτών είναι που προεικονίζει το ξεπέρασμα τους μέσα στην ταξική πάλη, ξεπέρασμα που δε θα προκύψει ως επιβολή τους επί άλλων πρακτικών, αλλά θα παραχθεί από την πορεία της συγκρουσιακής συνύπαρξης αυτών των πρακτικών με τις διεκδικητικές πρακτικές. Αυτό το ξεπέρασμα θα είναι εφικτό να παραχθεί μόνο όταν θα βρισκόμαστε στο στάδιο εκείνο που η σύγκρουση δεν θα αναπαράγει μόνο τη δυναμική των ταραχών χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα αλλά θα παράγει πλέον και λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Η σύγκρουση αυτή παράγεται αντικειμενικά και οι όποιες επιλογές των ατόμων υπερκαθορίζονται από τη σαρωτική επέλαση της κρίσης. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια σύγκρουση αναρχικών-ΚΚΕ μπροστά στη Βουλή, αυτό είναι μόνο το φαίνεσθαι, αυτή η ανάγνωση εξυπηρετεί μόνο τα ειδικά πολιτικά συμφέροντα των <em>πολιτικά</em> οργανωμένων αναρχικών και του ΚΚΕ και των μικρών συνοδοιπόρων του. Σίγουρα θα γίνουν προσπάθειες άντλησης πολιτικής υπεραξίας και από τις δύο πλευρές της «σύγκρουσης μπροστά στη βουλή» και μπορεί σε ένα βραχυπρόθεσμο επίπεδο οι προσπάθειες αυτές να φαίνονται επιτυχημένες (και από τις δύο πλευρές). Όλες οι προσπάθειες αυτές θα ερίζουν για το ποιός νοιάζεται περισσότερο για την «ενότητα της εργατικής τάξης» και θα χρησιμοποιούν σχεδόν τους ίδιους όρους στις αλληλοκατηγορίες τους. Η εξέλιξη της κρίσης όμως επιταχύνεται και το γεγονός της 20<sup>ής</sup> Οκτώβρη σε λίγο θα μοιάζει ένα αθώο παιχνίδι με πέτρες, δυο τρεις μολότοφ, και εκατοντάδες παλούκια με κόκκινα πανάκια.</p>
<p>Η σύγκρουση που εμφανίστηκε με όρους πολιτικού <em>φετιχισμού</em> ως σύγκρουση αναρχικών-ΚΚΕ μπροστά στη βουλή, παράγεται ως εσωτερική σύγκρουση πρακτικών του προλεταριάτου μέσα σε ολόκληρο τον κύκλο αγώνων που ξεκίνησε μετά την αναδιάρθρωση της δεκαετίας του 1980 (για την Ελλάδα του 1990), αποτελεί την ουσία αυτού του κύκλου αγώνων και τώρα μέσα στην κρίση συμπυκνώνονται και συναντιούνται όλες οι αντιφάσεις που τη γέννησαν και την ανέπτυξαν. Η σύγκρουση αυτή έχει παραχθεί ιστορικά ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή της ταξικής πάλης, και δεν είναι αποτέλεσμα «στρατηγικών», «προδοσιών», «ταξικής συνείδησης» και άλλων ιδεολογημάτων. Τα δύο στρατόπεδα που δημιουργούνται με μεγάλη ταχύτητα μέσα στη συμπύκνωση του ιστορικού χρόνου είναι ρευστά και ό,τι φαίνεται σήμερα να προεικονίζει <em>μέσα από το ξεπέρασμα των ορίων του</em> την επανάσταση, αύριο θα εμφανιστεί διαιρεμένο, θα εκραγούν οι εσωτερικές του αντιφάσεις οι οποίες σήμερα μπορεί να μη φαίνονται και τόσο σημαντικές. Η εμβάθυνση της κρίσης θα οδηγήσει τις πρακτικές πέρα από το «στάδιο των ταραχών», στο οποίο ολοφάνερα βρισκόμαστε σήμερα. Οι εξεγερμένοι του αύριο (το οποίο ίσως και να μη βρίσκεται πολύ μακριά) θα αναγκαστούν να πάρουν μέτρα συνέχισης του αγώνα τα οποία θα είναι ταυτόχρονα μέτρα επιβίωσης, κομμουνιστικά μέτρα τα οποία θα θίγουν τον πυρήνα της παραγωγής υπεραξίας και θα χτίζουν νέες κοινωνικές σχέσεις. Μέσα στο στρατόπεδο που θα αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξη της αξίας θα εκραγούν για παράδειγμα οι αντιφάσεις του <em>μιλιταρισμού </em>και του <em>σεξισμού</em> που αναγκαστικά συνοδεύουν τις ταραχές. Οι εσωτερικές συγκρούσεις έρχονται, νέες διαιρέσεις είναι αναπόφευκτες.</p>
<p>Βρισκόμαστε μέσα στη δίνη, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μας βγάλει πια. Κάθε προσπάθεια να αντιληφθούμε τη δομή των σχέσεων της εποχής μας, κάθε προσπάθεια να απεγκλωβιστούμε από την πολιτική αντίληψη για την επανάσταση, η οποία ως <em>πολιτική</em> ανήκει στον παρελθοντικό κόσμο των προηγούμενων επαναστάσεων, σίγουρα θα συμβάλει στην κριτική αυτού του κόσμου, ο οποίος έτσι κι αλλιώς τρέμει, κινδυνεύει, ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων, με ολική καταστροφή από την επερχόμενη επανάσταση.</p>
<div align="right">
<p>πράκτορες του χάους</p>
<p>&nbsp;</p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<p style="text-align: left;"><a title="" id="ftn1" rel="nofollow">[1]</a> Δεν είναι μόνο η απαγόρευση της πρόσβασης στη Λ. Αμαλίας στους διαδηλωτές που ορίζει την πρακτική του ΚΚΕ ως πρακτική αστυνομίας. Υπάρχουν ντοκουμέντα που αποδεικνύουν ότι το ΚΚΕ περιφρούρησε το πλεξιγκλάς της αστυνομίας στη Β. Σοφίας και τη Βουλή ειδικά και ξεχωριστά, χωρίς δηλαδή να υπάρχει πίσω από την περιφρούρηση «άμαχος πληθυσμός» του ΚΚΕ.</p>
<p style="text-align: left;"><a title="" id="ftn2">[2]</a> Τόσο κεντρικό για την Ελλάδα που βγάζει από το προσκήνιο τη δολοφονία ενός διαδηλωτή από την αστυνομία. Η αστυνομία του Κράτους χρησιμοποίησε τόσα πολλά δακρυγόνα που κατόρθωσε να δολοφονήσει έναν εξ’αυτών που υπερασπίζονταν την εργατική τάξη περιφρουρώντας τη βουλή. Σε πολλά κράτη, κυρίως της πρώτης ζώνης του κεφαλαίου (με τελευταία παραδείγματα την Ιταλία και τις ΗΠΑ), η σύγκρουση εμφανίζεται με τη μορφή του δίπολου ταραχές / «ειρηνικές» καταλήψεις και διαδηλώσεις.</p>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/10/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%ce%b5%cf%83%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b6%ce%b9-%ce%b4%ce%b5-%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bd%ce%ac%e2%80%a6/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Sans toi aucun rouage ne tourne…</title>
		<link>http://www.blaumachen.gr/2011/10/sans-toi-aucun-rouage-ne-tourne%e2%80%a6/</link>
		<comments>http://www.blaumachen.gr/2011/10/sans-toi-aucun-rouage-ne-tourne%e2%80%a6/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 26 Oct 2011 11:37:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator>admin</dc:creator>
				<category><![CDATA[en Français]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.blaumachen.gr/?p=668</guid>
		<description><![CDATA[Dans ce texte nous allons nous efforcer de comprendre ce que signifie pour l’évolution de la lutte des classes en Grèce le positionnement du Parti communiste grec (PCG) ouvertement en tant que police – l'important événement du 20 octobre – et quel est son rapport avec l’évolution de la crise.]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<blockquote><p>« <em>Dans la situation actuelle, les gens ne descendront dans la rue que quand ils auront peur. Et ils descendront d’un coup, tous ensemble&#8230; A ce moment-là on va dresser en face d’eux le Parti communiste pour qu’il les arrête</em> ».</p></blockquote>
<p>Ce pronostic étonnamment exact a été émis en 2007 par un vieux trotskiste lors d&#8217;une discussion de café. Dans ce texte nous allons nous efforcer de comprendre ce que signifie pour l’évolution de la lutte des classes en Grèce le positionnement du Parti communiste grec (PCG) ouvertement en tant que police<a title="" href="#_ftn1">[1]</a> – l&#8217;important événement du 20 octobre – et quel est son rapport avec l’évolution de la crise.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Nous allons commencer notre analyse en tentant une lecture critique de la position de base de tous ceux qui qualifie l&#8217;attitude du PC comme une «trahison de la classe ouvrière» et qui plus est pourquoi les défenseurs de cette position regrettent que «nous nous battions <em>entre nous</em>». Ce point de vue semble ignorer ou oublier quel est le rôle du PCG dans la lutte des classes en Grèce. Mais en fait il ne s’agit pas d’une inattention. Il ne s’agit pas non plus d’une omission ni d’une méprise. Ce que cette conception ne perçoit pas est déterminé par l’essence de ce qu’elle voit, par la structure de sa vue, par le noyau même de son contenu. Ce qu’elle voit c’est la révolution comme triomphe de la classe ouvrière, la transformation de la société capitaliste en société d’ouvriers, bref la révolution telle que le PCG aussi prétend la concevoir (avec lui-même à la place des patrons, s’entend). C’est pourquoi cette critique accuse le PCG de « trahison » dans la recherche d’un <em>but commun</em><em>.</em> Elle considère même que le PCG trahit l’objectif commun de la société ouvrière «libre» parce que, de par sa pratique et son discours, il met en avant la constitution de la forme politique d’un État ouvrier aux dépens de l’autogestion ouvrière de la production. C’est en ce sens que cette critique s’insurge contre l’utilisation par le PCG du slogan «Sans toi aucun rouage ne tourne –  <em>Ouvrier</em>, tu peux faire sans patrons».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Quoique cela puisse paraître paradoxal au premier abord, c’est dans ce slogan que se trouve la substance de l’évènement du 20 octobre. Le contenu de ce slogan exprime le point de vue du PCG (et pas <em>seulement</em> du PCG, ce qui est très important) dans l’affrontement qui se produit historiquement dans la période actuelle entre les pratiques de la lutte de classe. Quand on lit attentivement ce slogan, on voit que le mot <em>ouvrier</em> donne la clé pour la compréhension du contenu de la révolution d’après le PCG (et pas seulement). Cette révolution n’abolit pas l’ouvrier en tant qu’ouvrier, elle n’abolit pas le prolétaire, elle n’abolit pas les «rouages», c’est-à-dire qu’elle n’abolit pas la production de la valeur. Au contraire, elle appelle l’ouvrier à se battre (ou à se ranger comme un mouton derrière les bergers, dans le cas du PCG) pour continuer à être ouvrier, à «faire tourner les rouages». L’expression utopique «sans patrons» signifie «de sa propre initiative», donc ayant des patrons qui seront eux aussi des ouvriers (soi-disant maîtres d’eux-mêmes) ou alors ayant comme patron le «parti des ouvriers». Derrière la pratique opportuniste du PCG s’appropriant un «slogan des anarchistes» se trouve la substance du maintien du travail comme activité séparée des humains après la révolution, avec tout ce que cela entraîne.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>L’attitude du PCG, consistant à défendre – dans ce moment critique pour le capital et l’État – le Parlement et la police contre les attaques d’une fraction du prolétariat, est parfaitement compatible avec ce slogan. D’autant plus que ces attaques contre l’État et la propriété ne deviennent possibles qu’en étant soutenues par une très grande partie du prolétariat, comme cela est apparu clairement le 19 octobre. La défense du travail ne peut se faire dans un vide historique, il n’y pas de forme an-historique du travail (comme laisse sous-entendre le slogan « Nous voulons du travail, pas du chômage » etc.). Il s’agit forcément de la défense du travail tel qu’il se trouve constitué dans le présent historique. Et par la suite, la révolution d’après le PCG sera la restructuration du travail sur la base de ses termes historiquement déterminés (d’ailleurs c&#8217;est ce qu&#8217;ont fait les bolcheviques quand ils ont pris le pouvoir en Russie en prenant part à la révolution prolétarienne de 1917, et ce qu’ont essayé de faire les syndicalistes de la CNT quand ils ont assumé la gestion des usines après l’insurrection prolétarienne de l’Espagne en 1936). Si nous combinons ces conclusions avec la stratégie du PCG – revendiquer pour soi-même un rôle de plus en plus important dans la reproduction de la classe ouvrière, donc se renforcer en tant que mécanisme de reproduction des rapports capitalistes qui opère en parallèle avec l’État ou parfois comme «rouage» de la machine étatique – alors il devient patant, dans le cadre de l’importance grandissante de la répression pour la reproduction de la classe ouvrière, que le PCG <em>doit</em> jouer le rôle de la police.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Et à propos de ceux qui se sont attaqués au PCG? Car si l’on suit cette ligne de pensée, comment expliquer qu’une partie de ceux qui se sont attaqués à la fraction rouge de la police, qui leur barrait la route vers sa fraction kakie, partagent dans une grande mesure la conception du PCG sur la révolution? Ceux qui leur reprochent de seulement se disputer avec le PCG pour le contrôle de l’avenue Amalias et – par extension – pour la direction politique du mouvement ont-ils raison ? Ce point de vue est en partie fondé, mais l’erreur se trouve déjà dans le contenu de la question (qui doit prendre la direction politique du mouvement ?). La substance de l’évènement du 20 octobre se cache sous la surface de cet affrontement politique. La réponse à la question de savoir <em>pourquoi cet affrontement se produit, quel est son contenu réel et pourquoi il arrive à constituer un problème central de la lutte de classe<a title="" href="#_ftn2"><strong>[2]</strong></a> dans plusieurs pays</em> ne peut être cernée que si l’on arrive à sortir de la bipôlarisation gauche/anarchistes (qui est une bipôlarisation des révolutions passées, « <em>la tradition de toutes les générations mortes écrasant de son poids le cerveau des vivants</em> »). Pour en sortir il faudrait se pencher un peu sur le contenu du camp “anarchiste”, ou black block, ou nommé selon les goûts de chacun (quoique la difficulté de lui trouver un nom stable démontre déjà quelque chose). Tout le monde sait que, parmi les “gens qui se battent”, la partie appartenant organiquement à la structure des groupes de l’ “anarchie militante” est dorénavant très petite, et de plus en plus petite à mesure que la crise s’approfondit. On sait également que, parmi ceux qui se battent, on peut dorénavant trouver des travailleurs, souvent sans que leur pratique soit dénoncée par leurs syndicats (p.ex. la Fédération des Travailleurs des Collectivités Locales), des chômeurs et même des petits bourgeois (p.ex. des propriétaires de taxis) qui subissent une prolétarisation en pente raide. Les “gens” qui provoquent d’une façon ou d’une autre les émeutes de la période récente NE SONT PAS, dans leur majorité écrasante, des anarchistes organisés, et l’influence des anarchistes organisés sur eux est minime et en diminution constante. Il s’agit plutôt d’un amalgame de jeunes prolétaires (et pas que jeunes à mesure que la crise s’aggrave) qui ont un boulot précaire ou sont chômeurs, et aussi de lycéens ou étudiants. Les pratiques de ces gens, d’habitude des émeutes sans revendication précise ou dans le cadre de luttes revendicatives, expriment l’impasse actuelle de la revendication, l’absence d’avenir qui a été produite dans cette crise en tant que crise de l’existence même d’un salaire et donc crise de la reproduction du prolétariat. Ces gens NE SONT PAS des “révolutionnaires” qui se battent parce qu’ils auraient une “conscience de classe”. Ils sont les vecteurs des pratiques produites par le fait que des prolétaires sont exclus du travail, par la dégradation violente de la condition des couches moyennes, par la course folle de la crise du capitalisme restructuré, aussi bien que par la tentative d’y faire face de la part du capital avec un nouveau round d’attaque qui va jusqu’à remettre en cause l’existence même du salaire. Les pratiques de ces gens sont aussi sans issue, si on les cosidère du point de vue de la recherche d’une stratégie pour la victoire de la classe ouvrière et la réalisation d’une société ouvrière. Mais c’est précisément l’impasse de ces pratiques qui préfigure leur dépassement dans la lutte de classe, un dépassement qui ne signifiera pas leur imposition à l&#8217;encontre d’autres pratiques mais qui sera produit dans le cours de leur coexistence conflictuelle avec les pratiques revendicatives. Ce dépassement ne pourra être produit que dans le stade où cet affrontement ne sera pas seulement une reproduction de la dynamique des émeutes sans revendication précise, mais aussi la prise de mesures concrètes et leur mise en oeuvre. Cet affrontement se produit objectivement, et les choix quelconques des individus sont surdéterminés par l’avancée foudroyante de la crise. Il ne s’agit donc pas d’un affrontement entre anarchistes et PCG devant le Parlement, cela n’est que l’apparence et une telle compréhension ne sert que les intérêts politiques spécifiques des anarchistes <em>politiquement </em>organisés et du PCG et ses petits compagnons de route. Il y aura certainement, des deux côtés de l’ “affrontement devant le Parlement”, des tentatives de puiser de la plus-value politique, et il se peut que sur le court terme ces tentatives paraissent aboutir (et cela aussi : des deux côtés). Toutes ces tentatives consisteront à se mettre en avant comme celui qui se soucie le plus de l’ “unité de la classe ouvrière”, et tout deux vont se servir presque des mêmes termes dans leurs accusations réciproques. Mais le développement de la crise s’accélère, et sous peu l’évènement du 20 octobre ressemblera à un petit jeu inoffensif ne se composant que de pierres, de deux ou trois molotovs et de quelques centaines de bâtons garnis de chiffons rouges.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>L’affrontement qui est apparu en termes de <em>fétichisme</em> politique comme un affrontement entre anarchistes et PCG devant le Parlement se produit comme un affrontement interne entre des pratiques du prolétariat dans tout le cycle de luttes qui a commencé avec la restructuration des années ’80 (’90 pour la Grèce). Il constitue la substance de ce cycle de luttes, et maintenant, dans la crise, toutes les contradictions qui l’ont engendré et développé se condensent et se rencontrent. Cet affrontement a été produit historiquement comme un résultat de l’accumulation du capital, c’est-à-dire de la lutte des classes, et n’est pas le produit de “stratégies”, de “trahisons”, de “conscience de classe” et autres constructions idéologiques. Les deux camps qui se forment à grande vitesse dans la condensation du temps historique ont des contours mouvants ; et ce qui semble aujourd’hui, <em>à travers le dépassement de ses propres limites, </em>préfigurer la révolution paraîtra demain divisé, ses contradictions internes, qui peuvent paraître aujourd’hui peu importantes, vont exploser. L’approfondissement de la crise mènera les pratiques au-delà du “stade des émeutes”, dans lequel à l’évidence nous nous trouvons aujourd’hui. Les révoltés de demain (qui n’est peut-être pas si lointain) seront contraints à prendre des mesures de continuation de la lutte qui seront en même temps des mesures de survie : des mesures communistes qui toucheront le noyau de la production de plus-value et qui seront aussi l’édification de nouveaux rapports sociaux. Dans le camp qui contestera l’existence même de la valeur vont, par exemple, exploser les contradictions du <em>militarisme</em> et du <em>sexisme</em>, qui accompagnent inévitablement les émeutes. Des conflits internes viennent, de nouvelles divisions sont inéluctables.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Nous nous trouvons dans le tourbillon, il n’y a plus rien qui puisse nous sortir de là. Toute tentative de saisir la structure des rapports de notre époque, toute tentative de nous affranchir d’une conception politique de la révolution, d’une conception qui, étant <em>politique</em>, appartient au monde révolu des révolutions passées, ne manquera pas de contribuer à la critique de ce monde – d’un monde qui de toute façon tremble, qui, en tant qu’ensemble de rapports sociaux, est menacé de destruction totale par la révolution qui vient.</p>
<p align="right"> <em>des agents du chaos</em></p>
<div><br clear="all" /></p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref1">[1]</a>     Ce n’est pas seulement interdire aux manifestants l’accès à l’avenue Amalias qui définit la pratique du PCG comme policière. De nombreux documents prouvent que le PCG a protégé le plexiglas de la police avenue Vassilissis Sofias et le bâtiment du Parlement de façon très spécifique et ciblé, c’est-à-dire sans qu’il y ait de la «population non combattante» du PCG derrière le service d’ordre .</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="#_ftnref2">[2]</a>     Tellement central en Grèce qu’il repousse l’assassinat d’un manifestant par la police à l’arrière-plan. La police de l’État a utilisé une telle quantité de gaz lacrymogènes qu’elle a réussi à assassiner un de ceux qui défendaient la classe ouvrière en montant la garde devant le Parlement. Dans plusieurs pays, surtout de la première zone du capital (derniers exemples l’Italie et les États-Unis), l’affrontement apparaît sous la forme du bipôle émeutes d’une part, occupations et manifestations “pacifiques” de l’autre.</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.blaumachen.gr/2011/10/sans-toi-aucun-rouage-ne-tourne%e2%80%a6/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>

